Για τις συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του θρησκεύεσθαι, γίνεται λόγος στην
επιθεώρηση του υλικού για την κατάσταση στην Εσθονία, που εξετάζεται από τη
Διεύθυνση του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά την
προετοιμασία της τακτικής έκθεσής του.
Στην επιθεώρηση ειδικότερα συμπεριελήφθη η έκθεση της οργάνωσης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Γενεύη Justice pour Tous Internationale («Δικαιοσύνη για όλους»), που παρουσιάσθηκε παλαιότερα και αφορούσε στην πολιτική διακρίσεων, η οποία ασκείται από τις εσθονικές Αρχές έναντι της κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας (σημερινή ονομασία Εσθονική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία).
Οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπέδειξαν
ότι η εφαρμογή από την Εσθονία της νομοθεσίας για την κρατική ασφάλεια σύμφωνα
με το άρθρο 235 του Ποινικού Κώδικα προκαλεί βαθύ προβληματισμό λόγω της
καταπατήσεως θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Οι τροποποιήσεις του έτους 2019 διεύρυναν αυτή τη
διάταξη με την συμπερίληψη μέσω μιας ασαφώς διατυπωθείσης έννοιας «υποστήριξης»
από φορείς της αλλοδαπής, πράγμα που επέτρεψε την ποινικοποίηση ακόμη και της
ταυτότητας του μέλους των κανονικών θρησκευτικών ομολογιών.
Αυτή η ασάφεια της διατυπώσεως συνέδραμε στο αδιαφανές
των δικαστικών διαδικασιών, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 9 και
14 της Διεθνούς Συμβάσεως περί Αστικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και το άρθρο 6
της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, υπονομεύοντας τη
νομιμότητα και την πρέπουσα νομική διαδικασία.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της οργάνωσης «Δικαιοσύνη για
όλους» «η νομοθετική βάση έφθασε στο αποκορύφωμά της στον από 18ης Ιουλίου 2025
Νόμο περί Εκκλησιών και Ενοριών (σχετικά με την ένταξη τροποποιήσεων), όπου
απαγορεύθηκε η διατήρηση “πνευματικών σχέσεων” με θρησκευτικές Αρχές αλλοδαπής,
οι οποίες αντιμετωπίζονται ως απειλή για την ασφάλεια.
Σύμφωνα με τον νόμο αυτό επιτράπηκε η παύση
καταχωρήσεως των θρησκευτικών κοινοτήτων χωρίς τη δικαστική διαδικασία, καθώς
και επιτρέπεται η διάκριση σε βάρος των κληρικών για αδιαφανείς λόγους».
«Η ιστορική Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με την εκδίωξη
της διοικήσεως και με την απειλή διαλύσεώς της, μάλιστα όλα αυτά με την
επίκληση της εθνικής ασφάλειας.
Ειδικότερα, η Εσθονική Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία
(ΕΟΧΕ) ως και παλαιότερα αντιμετώπισε μόνιμη καταστολή εκ μέρους των
νομοθετικών, διοικητικών και εκτελεστικών οργάνων», επισημαίνουν οι συντάκτες
του κειμένου.
Μεταξύ των εκκλήσεων με τις οποίες οι υπερασπιστές των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων απευθύνθηκαν στις Αρχές της Εσθονίας είναι «να
ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν ουσιωδώς την περιοριστική νομοθεσία, να
αποκαταστήσουν το αυτόνομο και τη διοίκηση της ΕΟΧΕ».
Επιπροσθέτως δηλώθηκε ότι η ρωσόφωνη μειονότητα στην
Εσθονία, ως και παλαιότερα, υφίσταται συστηματική περιθωριοποίηση σε διάφορους
τομείς, μεταξύ άλλων και στα ζητήματα των θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Ειδικότερα υπέστησαν διώξεις θρησκευτικά ιδρύματα, τα
οποία έχουν την ποιμαντική ευθύνη των ρωσοφώνων κοινοτήτων.
Για να εφαρμόσει η Εσθονία τις υποχρεώσεις τις σχετικά
με τα έγγραφα για τα μειονοτικά δικαιώματα είναι ανάγκη να τερματισθεί η
τεράστια εκστρατεία κατά της ΕΟΧΕ, η οποία περιλαμβάνει απελάσεις, αρνήσεις
εκδόσεως αδειών διαμονής και αφαίρεση από τις διαβουλεύσεις για ζητήματα
πολιτικής, θεωρούν στην οργάνωση προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
«Δικαιοσύνη για όλους».
Όπως τονίζεται στην έκθεσή της: «Η αποκατάσταση της
κανονικής διοικήσεως και η προστασία του αυτονόμου της Εκκλησίας είναι
απαραίτητες προκειμένου η θρησκευτική ταυτότητα να μην υποτάσσεται στις
ευμετάβλητες πολιτικές συγκυρίες».
Mospat.ru/gr./ romfea.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου