π. ΗΛΙΑΣ Γ. ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΣ
ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
Η αντίφαση του σύγχρονου δικαιωματισμού και της αξίας της (αγέννητης) ζωής
Η σύγχρονη κοινωνία διακηρύσσει με ένταση και πάθος την ευαισθησία της απέναντι στον πόνο και την αδικία. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και τα δικαιώματα των ζώων, βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο ηθικής εγρήγορσης και κοινωνικής συνείδησης. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την φαινομενική ενότητα, αναδύεται μία βαθιά και ανησυχητική αντίφαση, η οποία αξίζει να διερευνηθεί με σοβαρότητα και ειλικρίνεια.
Είναι γεγονός ότι η μέριμνα για τα ζώα αποτελεί ένδειξη πολιτισμού. Η
αναγνώριση του πόνου τους και η ανάγκη προστασίας τους αποκαλύπτει μία κοινωνία
που επιθυμεί να κινηθεί πέρα από την ωμή εκμετάλλευση και την αδιαφορία. Η
ευαισθησία αυτή δεν πρέπει να υποτιμάται· αντιθέτως αποτελεί σημαντικό ηθικό
κεκτημένο.
Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει είναι βαθύτερο:
* Πώς είναι δυνατόν η ίδια κοινωνία, που αγωνίζεται με ένταση για την
προστασία της ζωής των ζώων, να αντιμετωπίζει με σχετικότητα ή ακόμη και
αδιαφορία την αξία της ανθρώπινης ζωής στα πρώτα της στάδια;
* Πώς είναι δυνατόν να αναγνωρίζεται με απόλυτο τρόπο η αξία της ζωής
ενός ζώου, ενώ ταυτόχρονα τίθεται υπό διαπραγμάτευση η αξία του αγέννητου
παιδιού;
Η αντίφαση αυτή δεν είναι απλώς κοινωνική ή πολιτική· είναι βαθιά
φιλοσοφική και υπαρξιακή. Αγγίζει τον πυρήνα της έννοιας της αξίας. Διότι, εάν
η αξία της ζωής δεν είναι καθολική, τότε καθίσταται σχετική. Και αν είναι
σχετική, τότε τίθεται το ερώτημα: ποιος ορίζει τα όρια αυτής της αξίας;
Η έννοια του δικαιωματισμού, όταν αποσυνδέεται από ένα ενιαίο
ανθρωπολογικό και ηθικό θεμέλιο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο
επιλεκτικής ευαισθησίας. Ο άνθρωπος επιλέγει εκείνα τα πεδία στα οποία θα
εκδηλώσει έντονα την ηθική του αντίδραση, ενώ παραμένει σιωπηλός ή αδιάφορος σε
άλλα. Αυτή η επιλεκτικότητα δεν είναι πάντοτε συνειδητή· συχνά αποτελεί προϊόν
πολιτισμικών, ιδεολογικών και συναισθηματικών παραγόντων.
Εδώ αναδύεται ένα καίριο ερώτημα:
* Είναι η αξία της ζωής αδιαίρετη ή υπόκειται σε ιεραρχήσεις;
* Και αν υπόκειται, ποια είναι τα κριτήρια αυτής της ιεράρχησης;
– Είναι η συνείδηση;
– Είναι η αυτονομία;
– Είναι η δυνατότητα έκφρασης;
* Και αν ναι, τότε τι συμβαίνει με εκείνες τις μορφές ζωής που δεν
πληρούν αυτά τα κριτήρια;
Το αγέννητο παιδί, αν και δεν διαθέτει φωνή, δεν παύει να αποτελεί μία
υπαρκτή μορφή ζωής. Η σιωπή του δεν αναιρεί την ύπαρξή του. Και όμως, σε πολλές
περιπτώσεις, αυτή η σιωπή καθίσταται το επιχείρημα για την υποβάθμιση της αξίας
του.
Αντιστρόφως το ζώο, το οποίο πράγματι βιώνει πόνο και αξίζει
προστασία, καθίσταται συχνά αντικείμενο μιας έντονης ηθικής υπεράσπισης, η
οποία φτάνει έως και την απόλυτη προτεραιοποίησή του έναντι άλλων μορφών ζωής.
Δεν πρόκειται για αντιπαράθεση μεταξύ ανθρώπου και ζώου, αλλά για
ανάδειξη μιας ασυνέπειας: Πώς είναι δυνατόν να υπερασπιζόμαστε με απόλυτο τρόπο
τη μία μορφή ζωής και να σχετικοποιούμε την άλλη;
Η σύγχρονη κοινωνία φαίνεται να ταλαντεύεται ανάμεσα σε μία διευρυμένη
ευαισθησία και σε μία βαθιά αποσπασματικότητα, θέλει να είναι δίκαιη, αλλά
δυσκολεύεται να είναι συνεπής. Θέλει να υπερασπιστεί τη ζωή, αλλά δεν έχει
καταλήξει τι σημαίνει ζωή σε όλη της την έκταση.
Ίσως, τελικώς, το ζήτημα δεν είναι να αντιπαρατεθούν τα δικαιώματα των
ζώων με την αξία του ανθρώπου, αλλά να επαναθεμελιωθεί η ίδια η έννοια της
αξίας. Μια αξία, που δεν θα εξαρτάται από τις εκάστοτε αντιλήψεις, αλλά θα
αγκαλιάζει την ζωή στο σύνολό της, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς αντιφάσεις.
Διότι αν η ευαισθησία μας είναι επιλεκτική, τότε δεν είναι πλήρης. Και
αν δεν είναι πλήρης, τότε παραμένει ανολοκλήρωτη. Ο άνθρωπος καλείται να
υπερβεί αυτή την αντίφαση όχι με απλοϊκές απαντήσεις, αλλά με βαθύτερο
προβληματισμό, με ειλικρίνεια και με την τόλμη να αναμετρηθεί με τα ίδια του τα
κριτήρια.
Και ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα να παραμένει ανοιχτό: δεν είναι ποια
ζωή αξίζει περισσότερο, αλλά αν μπορούμε πραγματικά να μιλάμε για δικαιοσύνη,
όταν η ίδια η έννοια της αξίας παραμένει διχασμένη.
Η τραγικότητα
του επιλεκτικού
δικαιωματισμού
Καθώς η σύγχρονη κοινωνία προβάλλει με ένταση τον λόγο περί
δικαιωμάτων, αναδύεται ολοένα και πιο καθαρά μία τραγική διάσταση: η
αποσπασματικότητα της ίδιας της ηθικής της συνείδησης. Ο άνθρωπος διακηρύσσει
την ευαισθησία του, υψώνει φωνή υπέρ της ζωής, αγωνίζεται για την προστασία του
αδυνάτου· και όμως, την ίδια στιγμή, αδυνατεί να διατηρήσει μία καθολική και
αδιαίρετη αντίληψη περί της αξίας της ζωής.
Η μέριμνα για τα ζώα αποτελεί αναμφίβολα ένα σημείο πολιτισμικής
ωριμότητας. Δείχνει ότι ο άνθρωπος υπερβαίνει τον ωμό εγωκεντρισμό του και
αναγνωρίζει την αξία της δημιουργίας. Ωστόσο, όταν αυτή η ευαισθησία καθίσταται
επιλεκτική, όταν απολυτοποιείται σε βάρος άλλων μορφών ζωής, τότε παύει να
είναι έκφραση πληρότητας και καθίσταται ένδειξη εσωτερικής αντιφάσεως.
Ιδιαιτέρως η στάση απέναντι στην αγέννητη ζωή αποκαλύπτει με δραματικό
τρόπο αυτή την ασυνέπεια. Εκεί όπου η ζωή είναι απολύτως ανυπεράσπιστη, εκεί
όπου δεν υπάρχει φωνή, λόγος ή δυνατότητα αντίστασης, η κοινωνία εμφανίζεται
διχασμένη ή ακόμη και αδιάφορη. Η σιωπή του αγέννητου παιδιού δεν κινητοποιεί
πάντοτε την ίδια ένταση ευαισθησίας που κινητοποιεί ο πόνος ενός ζώου.
Εδώ ακριβώς αναδύεται το τραγικό παράδοξο: Η φωνή του ισχυροτέρου
καθίσταται καθοριστική, ενώ η ύπαρξη του αδυνάτου παραθεωρείται. Ο άνθρωπος
επιλέγει ποια ζωή θα υπερασπιστεί και ποια θα θέσει υπό διαπραγμάτευση. Και
αυτή η επιλογή δεν βασίζεται πάντοτε σε καθολικές αρχές, αλλά συχνά σε
συναισθηματικά, κοινωνικά ή ιδεολογικά κριτήρια.
Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυθεντικός
πολιτισμός. Διότι ο πολιτισμός δεν κρίνεται από την ένταση των διακηρύξεων,
αλλά από την συνέπεια των αξιών. Όταν η αξία της ζωής δεν είναι αδιαίρετη, τότε
ο πολιτισμός καθίσταται εύθραυστος και αντιφατικός.
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι πρόκειται για έναν νέο τύπο
πολιτισμού: Έναν πολιτισμό, όπου η ζωή ιεραρχείται, όπου η αξία της δεν είναι
αυτονόητη αλλά υπόκειται σε αξιολόγηση. Όμως, ένας τέτοιος πολιτισμός δεν είναι
πολιτισμός ζωής, αλλά τείνει να μετατραπεί σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί
πολιτισμός του θανάτου.
Ο πολιτισμός του θανάτου δεν εκδηλώνεται μόνο μέσω της καταστροφής,
αλλά και μέσω της σχετικοποίησης της αξίας. Εκεί όπου η ζωή δεν αναγνωρίζεται
ως απόλυτη, αλλά ως διαπραγματεύσιμη, εκεί αρχίζει να υπονομεύεται το ίδιο το
θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η επιλεκτικότητα του δικαιωματισμού αποκαλύπτει μία βαθύτερη κρίση:
την απώλεια ενός ενιαίου ανθρωπολογικού οράματος. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πλέον
τι είναι ο άνθρωπος, και συνεπώς αδυνατεί να καθορίσει με συνέπεια την αξία
του.
Και όμως, η απάντηση δεν βρίσκεται στην άρνηση των δικαιωμάτων ούτε
στην απόρριψη της ευαισθησίας· βρίσκεται στην αποκατάσταση της ενότητας της
αλήθειας. Στην αναγνώριση ότι η ζωή, σε κάθε της μορφή, δεν μπορεί να γίνεται
αντικείμενο επιλεκτικής υπεράσπισης.
Ίσως, τελικώς, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να
υπερασπιστούμε περισσότερα δικαιώματα, αλλά να κατανοήσουμε βαθύτερα την ίδια
την έννοια της αξίας. Να επανεύρουμε μία ματιά που να αγκαλιάζει το σύνολο της
ζωής, χοψίς αντιφάσεις, χωρίς εξαιρέσεις.
Διότι μόνον τότε η ευαισθησία θα καταστεί αληθινή, η δικαιοσύνη
ουσιαστική και ο πολιτισμός πραγματικά ανθρώπινος.
Στην ύστερη νεωτερικότητα, ο λόγος περί δικαιωμάτων έχει αναδειχθεί σε
κεντρικό άξονα της ηθικής και πολιτικής συνείδησης, Η ευαισθησία απέναντι στον
πόνο, η ανάγκη προστασίας της ζωής και η διεκδίκηση της αξιοπρέπειας φαίνεται
να αποτελούν αδιαμφισβήτητα κεκτημένα. Και όμως, μέσα σε αυτή την εντυπωσιακή
ηθική αφύπνιση, αναδύεται μια βαθιά και ανησυχητική αντίφαση· η επιλεκτικότητα.
Ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται να συγκινείται έντονα από ορισμένες
μορφές πόνου, ενώ παραμένει σιωπηλός ή αμήχανος απέναντι σε άλλες.
Υπερασπίζεται με πάθος τη ζωή σε ορισμένα πεδία, ενώ σε άλλα διστάζει,
σχετικοποιεί ή ακόμη και αποσύρει το ηθικό του ενδιαφέρον. Αυτή η διάσπαση δεν
είναι απλώς κοινωνική· είναι υπαρξιακή.
Η τραγικότητα αυτής της κατάστασης δεν έγκειται στην ύπαρξη
ευαισθησίας, αλλά στην αποσπασματικότητά της. Διότι όταν η αξία της ζωής δεν
βιώνεται ως καθολική, αλλά ως επιλεκτική, τότε η ίδια η έννοια της αξίας
υπονομεύεται. Ο άνθρωπος δεν αρνείται την αξία· την κατακερματίζει.
Σε θεολογικό επίπεδο, αυτή η κατάσταση αποκαλύπτει μια βαθύτερη
απώλεια: την απώλεια ενός ενιαίου ανθρωπολογικού οράματος. Ο άνθρωπος δεν
γνωρίζει πλέον τι είναι ο άνθρωπος· και όταν δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να
αποδώσει με συνέπεια την ανάλογη αξία. Η ζωή παύει να είναι αυταξία και
μετατρέπεται σε αντικείμενο αξιολόγησης.
Η στάση απέναντι στο αδύναμο, στο σιωπηλό, στο μη υπερασπίσιμο όπως
είναι το αγέννητο παιδί, γίνεται κριτήριο πολιτισμού. Και ακριβώς εκεί, η
σύγχρονη κοινωνία αποκαλύπτει το εσωτερικό της ρήγμα. Διότι η φωνή του ισχυρού
ακούγεται πιο δυνατά από τη σιωπή του αδύναμου.
Η επιλεκτική ευαισθησία δεν είναι απλώς ηθική αδυναμία· είναι
υπαρξιακή ασυνέπεια. Ο άνθρωπος καλείται να αναμετρηθεί όχι με εξωτερικούς
αντιπάλους, αλλά με την ίδια του τη συνείδηση. Να θέσει το ερώτημα όχι μόνο
«ποια ζωή αξίζει», αλλά «τι σημαίνει αξία».
Απέναντι σ᾽ αυτήν την τραγική διάσπαση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι
ούτε η απόρριψη της ευαισθησίας ούτε η απλή ενίσχυσή της. Το ζητούμενο δεν
είναι περισσότερη ευαισθησία, αλλά ενιαία ευαισθησία. Μια ευαισθησία που δεν θα
επιλέγει, αλλά θα αγκαλιάζει.
Η αποκατάσταση της ενότητας της αξίας απαιτεί βαθύτερο στοχασμό.
Απαιτεί επιστροφή όχι στο παρελθόν, αλλά στο θεμέλιο. Στην αναγνώριση ότι η
ζωή, σε κάθε της μορφή, δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο επιλεκτικής
υπεράσπισης.
* Σε φιλοσοφικό επίπεδο, αυτό σημαίνει υπέρβαση του σχετικισμού. Όχι
με δογματικό τρόπο, αλλά με υπαρξιακή συνέπεια. Η αξία δεν μπορεί να εξαρτάται
αποκλειστικά από πολιτισμικές ή συναισθηματικές συνθήκες· απαιτεί θεμέλιο
βαθύτερο.
* Σε θεολογικό επίπεδο, η ενότητα της αξίας συνδέεται με την ιερότητα
της ζωής. Όχι ως αφηρημένη αρχή, αλλά ως ζωντανή εμπειρία. Η ζωή δεν είναι
απλώς βιολογικό γεγονός· είναι μυστήριο. Και ως μυστήριο, δεν μπορεί να
κατακερματιστεί χωρίς να χαθεί.
Η αποκατάσταση αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί ειλικρίνεια, αυτογνωσία
και θάρρος. Απαιτεί από τον άνθρωπο να αναγνωρίσει τις αντιφάσεις του και να
μην τις καλύψει με τη δυναμική των ισχυρών lobbies και τη κυριαρχία της
δύναμης επάνω στο ανίσχυρο.
Όσο ισχυρός και πανίσχυρος κι αν είναι ο νομοθέτης που επιτρέπει με
νόμο το έγκλημα της έκτρωσης, άλλο τόσο ο φόνος θα παραμένει φόνος.
Η κατακρεούργηση, στο κορμάκι του αγέννητου παιδιού από τα φονικά
εργαλεία του γιατρού, θα μαρτυρούν και θα “φωνάζουν” ότι το έγκλημα, είναι
έγκλημα.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να
υπερασπιστούμε περισσότερα δικαιώματα, αλλά να κατανοήσουμε βαθύτερα την έννοια
της αξίας. Να επανεύρουμε μια ματιά που δεν θα διχάζει, αλλά θα ενώνει.
Διότι μόνον τότε η δικαιοσύνη θα καταστεί ουσιαστική και η ευαισθησία
αυθεντική.
Και μόνον τότε ο άνθρωπος θα μπορέσει να σταθεί απέναντι στη ζωή όχι
ως κριτής, αλλά ως φύλακας του μυστηρίου της.
Εντέλει, το πλέον ανησυχητικό σύμπτωμα της εποχής μας δεν είναι η
άγνοια, αλλά η επιλεκτική γνώση· ούτε η έλλειψη ευαισθησίας, αλλά η επιλεκτική
ευαισθησία. Διότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έπαψε να συγκινείται· έπαψε να
συγκινείται καθολικά. Η ηθική του δεν έχει σιγήσει· έχει κατακερματιστεί. Και
μέσα σε αυτόν τον κατακερματισμό, αναδύεται ένα βαθύ ρήγμα: Η επιλεκτική
διαμαρτυρία ως νέα μορφή συνείδησης.
Η κοινωνία μας εξεγείρεται, και δικαίως, μπροστά στην κακοποίηση ενός
ζώου. Η εικόνα του πόνου κινητοποιεί, αφυπνίζει, ενεργοποιεί συλλογικά
αντανακλαστικά προστασίας. Νόμοι αυστηροποιούνται, ποινές επιβάλλονται, φωνές
υψώνονται με ένταση και πάθος. Και μέσα σε αυτή την αντίδραση, διαφαίνεται κάτι
αληθινά πολύτιμο: Η ικανότητα του ανθρώπου να αναγνωρίζει τον πόνο και να
επιθυμεί την άρση του.
Και όμως, στο ίδιο αυτό πεδίο ευαισθησίας, αποκαλύπτεται μια οδυνηρή
αντίφαση. Διότι
* εκεί όπου η ζωή είναι απολύτως αδύναμη, άφωνη και ανυπεράσπιστη,
* εκεί όπου δεν υπάρχει εικόνα, κραυγή ή κοινωνική πίεση
η ευαισθησία σιωπά.
Η αγέννητη ανθρώπινη ζωή, το πλέον ευάλωτο σημείο της υπάρξεως,
τίθεται συχνά εκτός του ηθικού ορίζοντα ή, ακόμη χειρότερα, εντάσσεται σε ένα
πλαίσιο διαπραγμάτευσης.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η τραγικότητα της επιλεκτικής ηθικής: Δεν
πρόκειται για απουσία αξιών, αλλά για αποσπασματική εφαρμογή τους. Ο άνθρωπος
δεν αρνείται την αξία της ζωής· την ιεραρχεί κατά το δοκούν. Δεν απορρίπτει την
προστασία του αδύναμου· επιλέγει ποιος θεωρείται αδύναμος και ποιος όχι.
Σ᾽ αυτήν τη διαδικασία, ισχυρές δυνάμεις διαμορφώνουν το ηθικό τοπίο.
Οικονομικά συμφέροντα, πολιτικές σκοπιμότητες, νομικά πλαίσια και ιδεολογικά
ρεύματα συνυφαίνονται σε ένα πλέγμα επιρροής που καθορίζει τι προβάλλεται ως
δίκαιο και τι ως αποδεκτό.
Η δημόσια ηθική δεν συγκροτείται πλέον αποκλειστικά από εσωτερική
συνείδηση, αλλά και από εξωτερικές αφηγήσεις, συχνά επιμελώς κατασκευασμένες.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για συνωμοσία, αλλά για μια βαθύτερη
δυναμική: εκείνος που έχει τη δύναμη να ορίζει το πλαίσιο του λόγου, έχει και
τη δύναμη να ορίζει τα όρια της ευαισθησίας. Έτσι, η κοινωνία μπορεί να
συγκλονίζεται από μια μορφή αδικίας και ταυτόχρονα να αδιαφορεί για μια άλλη
εξίσου, ή και περισσότερο, δραματική.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να προστατεύεται το ζώο· αυτό
αποτελεί αυτονόητη ηθική επιταγή. Το ερώτημα είναι βαθύτερο:
* Μπορεί μια κοινωνία να είναι συνεπής όταν η έννοια της αξίας δεν
είναι καθολική;
* Μπορεί να μιλά για δικαιοσύνη όταν η ίδια η βάση της, δηλαδή η αξία
της ζωής, δεν είναι ενιαία;
Η επιλεκτική διαμαρτυρία αποκαλύπτει τελικά όχι την ηθική πρόοδο, αλλά
την ηθική ασυνέχεια. Και αυτή η ασυνέχεια δεν είναι απλώς κοινωνική· είναι
υπαρξιακή. Διότι ο άνθρωπος, όταν δεν διαθέτει ενιαίο κριτήριο αξίας, αδυνατεί
να συγκροτήσει συνεκτική ταυτότητα. Η συνείδησή του διχάζεται, και μέσα σ᾽
αυτόν τον διχασμό, η ίδια η έννοια της αλήθειας καθίσταται σχετική.
Η ψευδαίσθηση της παντογνωσίας εντείνει αυτό το φαινόμενο. Ο άνθρωπος,
έχοντας πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών και επιχειρημάτων, θεωρεί ότι μπορεί να
θεμελιώσει την ηθική του σε λογικές κατασκευές. Όμως, η ηθική δεν είναι απλώς
ζήτημα επιχειρηματολογίας· είναι ζήτημα συνέπειας. Και εκεί ακριβώς
αποκαλύπτεται το κενό: Όχι στην ικανότητα να σκεφτούμε, αλλά στην ικανότητα να
σταθούμε με ενότητα απέναντι στην ίδια την έννοια της ζωής.
Ίσως, τελικά, το βαθύτερο ερώτημα που αναδύεται δεν είναι «ποια ζωή
αξίζει περισσότερο», αλλά αν μπορούμε ακόμη να μιλάμε για αξία χωρίς διαίρεση.
Διότι μια αξία που εφαρμόζεται επιλεκτικά, παύει να είναι αξία και μετατρέπεται
σε εργαλείο.
Και, ίσως, εκεί ακριβώς βρίσκεται το σημείο επιστροφής: Όχι στην
άρνηση της ευαισθησίας, αλλά στην ολοκλήρωσή της. Σε μια συνείδηση που δεν θα
αντιδρά μόνον όπου είναι εύκολο ή κοινωνικά αποδεκτό, αλλά θα τολμά να βλέπει
την αξία της ζωής σε κάθε της μορφή
* χωρίς εξαιρέσεις,
* χωρίς ιεραρχήσεις,
* χωρίς σιωπές.
Διότι μόνον τότε η ηθική παύει να είναι επιλεκτική και γίνεται
αληθινή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου