Τὸ νόημα τῆς «ἐρήμου» εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν
Τοῦ κ. Ἡρακλῆ
Ρεράκη, Καθηγητοῦ ΑΠΘ, Πρόεδρου τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων
Στὸν μήνα Ἰανουάριο, ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας πρόσωπα καὶ γεγονότα, ποὺ συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν «ἔρημο».
α) Τὴν ἑορτὴ τοῦ
Μεγάλου Βασιλείου,
β) τὴν ἑορτὴ τῆς
Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀναχωρήσεώς του στὴν ἔρημο γιὰ τοὺς Πειρασμοὺς
γ) τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου
Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστῆ καὶ δ) τὴν ἑορτὴ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου.
Ἡ ἔρημος στὴν ὀρθόδοξη
παράδοση ἐκλαμβάνεται εἴτε ἀρνητικά, ὡς πνευματικὴ ἔρημος, δηλαδή, ὡς ἀπουσία
τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ἢ τῶν λαῶν, ἡ ὁποία καὶ ἐπιφέρει πνευματικὴ ἐρήμωση
στὴν ἠθικοκοινωνικὴ ζωή, στὸν πολιτισμὸ καὶ στὶς διαπροσωπικές τους σχέσεις. Ἡ ἀποξένωση
τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό, καταλήγει σὲ μία ζωὴ ἄναρχη, ἄτακτη, φίλαυτη, χωρὶς
δεσμοὺς καὶ συνοχή, χωρὶς τὸ φιλάνθρωπο καὶ θεάρεστο Πνεῦμα τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης,
τῆς πραότητας καὶ τῆς ἀλληλεγγύης. Ἡ κατάσταση αὐτή, τῆς κοινωνικῆς ἀναλγησίας,
ἐκφράζεται στὴν Κ.Δ. μὲ τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Παραλυτικός τῆς Βηθεσδά, στὴν ἐρώτηση
ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Χριστός: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι: Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν
ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ μὲ εἰς τὴν κολυμβήθραν» (Ἰωάν. 5, 6-7). Μὲ βάση τὴν Ὀρθόδοξη
θεραπευτικὴ Θεολογία, ἡ πνευματικὴ ἐρημία καὶ ἀκαρπία, ἀποκόπτει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ
τὴν κοινωνία του μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὸν καθιστᾶ εὐάλωτο καὶ ἀνοικτὸ σὲ
διαβολικοὺς λογισμοὺς καὶ πονηρὲς πράξεις.
Πρόκειται γιὰ
διαστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀπὸ τὴν «κατὰ φύσιν», στὴν «παρὰ φύσιν» ζωή, ποὺ τὸν ἀπομακρύνει
ἀπὸ τὶς θεῖες δωρεές, τὸν κάνει ὑποχείριο τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ἔργων αὐτοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα
νὰ ἀδειάζει, καὶ νὰ ἐρημώνεται ἡ ψυχή του ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀγαθότητα καὶ νὰ
βλέπει τὸν συνάνθρωπο μὲ ἐπιθετικὴ καὶ καταστροφικὴ διάθεση. Ἔτσι,
φθείρονται καὶ ἀλλοτριώνονται ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ’ εἰκόνα», ποὺ ἔχει
λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ φθάνει σὲ ἕνα σημεῖο πλήρους ἐξάρτησης ἀπὸ τὸν διάβολο,
ποὺ τὸν φέρνει νὰ βλέπει τὸν συνάνθρωπο, ὡς ἀντικείμενο ἢ μέσο
πραγμάτωσης, τῆς φιλοπλουτίας ἢ τῆς φιλοδοξίας ἢ τῆς φιληδονίας,
δηλαδὴ ὡς ὄργανο ἐξυπηρέτησης ἑνὸς ἢ καὶ ὅλων τῶν πλέον θανατερῶν καὶ διαβολικῶν
παθῶν. Ἡ δαιμονιώδης ἀδιαφορία του, ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν συνανθρώπων του, τὸν
καθιστᾶ πέτρινο, σκληρό, πορωμένο, μισάνθρωπο καὶ ἀπάνθρωπο. Ἔτσι, τοῦ λείπει ἡ
χαρὰ τῆς ἄσκησης τῆς ἀγάπης, τῆς φιλίας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ἀνιδιοτελοῦς
προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ὅπως τὴν αἰσθάνονται οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, οἱ εἰρηνοποιοὶ
καὶ οἱ ἐλεήμονες.
Ἡ ἔλλειψη τῶν
θείων ἀρετῶν, ποὺ φέρνουν τὴν ἀληθινὴ χαρὰ καὶ εἰρήνη στὴν «κατὰ φύσιν»
λειτουργοῦσα καρδία, τὴν κάνει νὰ λειτουργεῖ ἀντίστροφα, καθὼς πιέζεται ἀπὸ τὴν
αἴσθηση τῆς ἀπουσίας τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν, τὴν ἀπουσία ποὺ ἔνιωθε ὁ ἄσωτος υἱός,
ζῶντας τὴν ἄσωτη ζωή, ποὺ εἶχε ἐπιλέξει μακράν τοῦ Θεοῦ – Πατέρα καὶ Δημιουργοῦ
του. Ἡ ἀκοινωνησία, ἡ μοναξιά, ἡ ἀβάστακτη ἐρημία, ἡ ψυχικὴ ἀναταραχὴ καὶ ἡ ἀνασφάλεια,
τὸν καθιστοῦν, ὑπαρξιακά, ἕνα προβληματικό, περίλυπο καὶ ἀσθενικὸ ἄτομο, μὲ
τάσεις διόγκωσης τῶν ἀνεκπλήρωτων κενῶν τῆς ψυχῆς του, ποὺ ἂν δὲν ὑπάρξει ἀλλαγὴ
καὶ μετάνοια μπορεῖ νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ ἀνεξέλεγκτη ἀπόγνωση καί, πιθανόν, σὲ ἀποφάσεις
αὐτοκαταστροφικές.
Αὐτὲς εἶναι οἱ
συνέπειες τῶν ὀδυνηρῶν κενῶν, ποὺ χαρακτηρίζουν τὶς ψυχὲς ὅσων ἐπιλέγουν, ὡς
τρόπο ζωῆς τους, τὴν πνευματικὴ ἔρημο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ φυσικὴ ἔρημος, στὴ
Ὀρθόδοξη θεραπευτικὴ Θεολογία, εἶναι ἕνας εὐλογημένος τόπος, ποὺ τὸν ἐπέλεξε
ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ σχεδὸν ὅλοι οἱ Προφῆτες Του, οἱ Ἅγιοί Του, οἱ Ἀσκητές,
οἱ Ἀναχωρητές, ὡς μέσο πνευματικῆς περισυλλογῆς, προσευχῆς καὶ δοκιμασίας. Ἡ
καταφυγὴ στὴν φυσικὴ ἔρημο ἀποτελεῖ μία ἑκούσια καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ ἐπιλογή, ποὺ
λειτουργεῖ ὡς εὐκαιρία ἀπομάκρυνσης καὶ ἀπομόνωσης ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου,
προκειμένου νὰ ὑπάρχουν συνθῆκες ἀκώλυτης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Ἡ Ἐκκλησία
μας, μέσα ἀπὸ τὴ διδασκαλία της, ἀρνήθηκε τὴν πνευματικὴ ἔρημο, ἐνῶ υἱοθέτησε τὴν
εὐλογημένη ζωὴ τῆς ἐρήμου καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ μηνύματα τῶν ἑορτῶν τοῦ
Ἰανουαρίου:
α)Τὸν σπουδαῖο
ρόλο τῆς ἐρήμου, ὡς κατ’ ἐξοχὴν πνευματικοῦ τόπο ἀσκήσεως ἀνέδειξε ὁ ἴδιος ὁ
Χριστός, ὁ ὁποῖος τὴν ἐπέλεξε, ἀμέσως μετὰ τὴ Βάπτισή του καὶ λίγο πρὶν ἀρχίσει
τὸ λυτρωτικό Του ἔργο, γιὰ νὰ μείνει ἐκεῖ 40 ἡμέρες, χωρὶς φαγητὸ καὶ νὰ ὑποβληθεῖ
ἀπὸ τὸν διάβολο, στοὺς τρεῖς μεγάλους Πειρασμοὺς τῶν παθῶν, ὅπως γίνεται μὲ
κάθε ἄνθρωπο. Ἔτσι ἀναδείχτηκε νικητὴς στοὺς πειρασμούς, δείχνοντας ἔτσι τὸ
θετικὸ πρότυπο τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ψυχοσωματικῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως
πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του.
β) Τὸν ἄγονο καὶ ἄκαρπο
τόπο τῆς ἐρήμου, ἐπέλεξε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο,
προκειμένου νὰ ἀσκηθεῖ σ’ αὐτὸν καὶ νὰ γίνει προάγγελος τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.
Μὲ τὸν Ἰωάννη δόθηκε, ἐπίσης, μία πολλὴ θετικὴ προοπτικὴ στὴν ἔρημο, ὡς ἑλκυστικοῦ
χώρου γιὰ πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ εὐφορία μὲ τὸ «Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ ἑτοιμάσατε
τὴν Ὁδὸν τοῦ Κυρίου», νὰ γίνεται τὸ κεντρικὸ σωτηριακὸ του μήνυμα. Ἡ
προσωπικότητά του χαλυβδώθηκε, πνευματικά, τόσο πολὺ στὴν ἔρημο, ὥστε δικαίως νὰ
πεῖ γι’ αὐτὸν ὁ Χριστός: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν,
μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (Ἀλήθεια σᾶς λέω ὅτι δὲν ἔχει ἐμφανιστεῖ ἄνθρωπος
στὸν κόσμο, ποὺ νὰ γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα, ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ)»
(Ματθ. 11,11), ἀναγνωρίζοντάς τον, ἔτσι, ὡς τὸ ἀνώτερο παράδειγμα ἁγιότητας καὶ
ὡς τὸν κορυφαῖο μεταξὺ ὅλων τῶν Προφητῶν.
γ) Ὁ Μέγας Ἀντώνιος,
ὁ Καθηγητὴς τῆς ἐρήμου καὶ γενάρχης τοῦ Μοναχισμοῦ, ἀκόμη, γεννήθηκε καὶ
μεγάλωσε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀφοῦ πούλησε τὴν περιουσία του, μοίρασε τὸ ἀντίτιμό
της στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Ἔρημο. Ἂν καὶ ἀγράμματος, κατ’ ἐπιλογήν,
γνώριζε ἀπ’ ἔξω τὴν Ἁγία Γραφή, ἐνῶ, ὅταν τὸν ρώτησαν, ἂν διαβάζει κάποιο
βιβλίο, ἔλεγε ὅτι διαβάζει συνέχεια, τὸ βιβλίο, ποὺ ἐλάχιστοι γνωρίζουν,
δείχνοντας τὸ βιβλίο τῆς φύσεως, ποὺ περιέχει τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ: «Τὰ φυτά, τὰ
ζῶα, τὶς λίμνες, τὴ θάλασσα, τὰ ποτάμια καὶ ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ ἔχει ἡ γῆ καθὼς καὶ
τὸν οὐρανό, τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα». Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ δοκίμασε καὶ
μελέτησε τὰ μυστικὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς τόνιζε, μεταξὺ ἄλλων, στὴ διδασκαλία του
ὅτι: «κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, χωρὶς νὰ
δοκιμάσει πειρασμοὺς (=δοκιμασίες). Βγάλε ἀπὸ τὴ μέση τούς πειρασμοὺς καὶ τότε
κανεὶς δὲν θὰ ὑπάρχει ποὺ νὰ σώζεται… Οἱ καρποὶ τῆς γῆς δὲν ὡριμάζουν σὲ μία ὥρα,
ἀλλὰ μὲ τὸν καιρό, μὲ βροχὲς καὶ ἐπιμέλεια. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ καρποὶ τῶν
ἀνθρώπων λαμπρύνονται μὲ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ μελέτη, μὲ τὸν χρόνο καὶ τὴν
καρτερία, μὲ ἐγκράτεια καὶ ὑπομονή».
δ) Ὁ Μ.
Βασίλειος, ἐπίσης, ὁ ὀργανωτὴς τοῦ Κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ, πῆγε γιὰ ἕνα
διάστημα, στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ, στέλνοντας ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστολὴ στὸν φίλο
του, τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, στὴν ὁποία ἀναφέρειται, μὲ πολὺ ἐνθουσιασμὸ
στὶς θαυμαστὲς ἐμπειρίες τῆς ἐρήμου: «Ἡ ἐρημία ὠφελεῖ πολύ, γιατί κατευνάζει τὰ
πάθη καὶ δίνει στὸ λογικὸ τὴν εὐχέρεια νὰ τὰ ξεριζώσει ἐντελῶς ἀπ’ τὴ ψυχή. Ἐκεῖ
οὔτε ἡ γλώσσα συζητᾶ, οὔτε τὰ μάτια κοιτάζουν ὅ,τι δὲν πρέπει, οὔτε ἡ ἀκοὴ ἀκούει
ἀνεπίτρεπτα ἀκούσματα. Ἔτσι, ὁ νοῦς, δὲν διασκορπίζεται πρὸς τὰ ἔξω καὶ δὲν
διαχέεται μὲ τὶς αἰσθήσεις πρὸς τὰ κοσμικὰ φαινόμενα, ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιστρέφει
στὸν ἔσω ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν Θεό». Αὐτὲς τὶς καταβολὲς εἶχε ἐξ’
ἀρχῆς, στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἡ ἔρημος καὶ ἤδη ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ μύριοι
Χριστιανοί, εἴτε λόγῳ τῶν διωγμῶν, εἴτε λόγῳ τοῦ φαινομένου τῆς ἐκκοσμίκευσης,
καταφεύγουν στὰ ἡσυχαστήρια τῆς ἐρήμου, γιὰ νὰ μποροῦν στὶς συνθῆκες ποὺ ἐκείνη
προσφέρει, νὰ ζήσουν, νὰ ἀσκηθοῦν, καὶ νὰ δοκιμαστοῦν, μὲ μεγαλύτερη συνέπεια
στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου