Ἅγιοι
Πάντες, οἱ φωτεινοί μας ὁδοδεῖκτες
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
Τοὺς Ἁγίους Πάντες, τοὺς φωταυγεῖς ἀστέρες τοῦ νοητοῦ
στερεώματος, τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν πρώτη Κυριακὴ μετὰ ἀπὸ τὴν Πεντηκοστή, ὡς ὄργανα
τοῦ Πνεύματος καὶ πρώτους καρποὺς τῆς χάριτός Του. Πρόκειται γιὰ Ἁγίους ὅλων τῶν
κατηγοριῶν καὶ ἡλικιῶν, ἐπωνύμους καὶ ἀνωνύμους, ἐπιφανεῖς καὶ ἀσήμους, ἄνδρες
καὶ γυναῖκες, ποὺ φωτίστηκαν καὶ ἁγιάσθηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ εὐηρέστησαν
στὸν Θεό, διότι «ἐπλήρωσαν ἔργῳ τὸν λόγον τοῦ Σωτῆρος».
Βλαστοὺς εὐαγγελίου καὶ καρποὺς ἀμαράντους, καλεῖ ὁ Ἅγιος
Νικόδημος Ἁγιορείτης τοὺς Ἅγιους Πάντες, ὁ δὲ Κύριλλος πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως τοὺς παρομοιάζει μὲ οὐρανό, ποὺ στὸ μέσο του λάμπει ὡς Ἥλιος
ὁ Χριστός, ὡς σελήνη ἡ Παναγία, καὶ «κύκλῳ» ὡς ὁλόφωτα ἄστρα οἱ χοροὶ πάντων τῶν
Ἁγίων. Ὁ κυκλωτικὸς αὐτὸς χορός παραμένει μάλιστα ἀνοικτός, ὥστε, ὅποιος θελήσῃ,
«εἰς τοὺς πάντας εἰσέρχεσθαι» (Συναξάρι τῆς ἑορτῆς).
Ἄλλωστε οἱ Ἅγιοι δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἀκολουθήσουν
τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου: «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α’ Πέτρ., α’ 16).
Πράγματι, ἐνδυναμούμενοι «διὰ τῆς πίστεως» «κατηγωνίσαντο βασιλείας» (=ἀνέτρεψαν
βασίλεια), «ἔφραξαν στόματα λεόντων», «ἔσβεσαν δύναμιν πυρός», «ἔφυγον στόματα
μαχαίρας», «ἐτυμπανίσθησαν» (=κακοποιήθηκαν διὰ τοῦ βασανιστικοῦ ὀργάνου, τοῦ
τυμπάνου), «ἐλιθάσθησαν», «ἐπρίσθησαν» (=πριονίστηκαν), «ἐπειράσθησαν» (Ἑβρ.,
ια’ 33-37), ὑπέμειναν ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς κακουχίες, γιὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν «ἐπαγγελία»
τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν αἰώνιο ζωή.