ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ
ΘΩΜΑ[:Ιω.20,19-31]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού
γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου
Λαρίσης στις 7-5-2000] (Β413)
Οφείλομε χάριτες, αγαπητοί μου, εις τον Απόστολον του Χριστού, Θωμάν,
γιατί χάρις σε μια δική του φυσική
δυσπιστία, η θεία πρόνοια επεφύλαξε άλλη μια βαρυσήμαντη μαρτυρία για την
Ανάστασιν του Χριστού.
Είναι γνωστή η περιπέτεια του Θωμά. Ο Θωμάς απεγοητεύθη μετά την
καταδίκη του Διδασκάλου σε θάνατον. Έτσι, απεχωρίσθη από τον όμιλο των
συμμαθητών του και απεχώρησε. Ίσως πήγε σπίτι του. Βαρύ πράγμα η απογοήτευσις και η διάψευσις των ελπίδων. Γιατί μετά
τον θάνατον του Ιησού, όλα τέλειωσαν, όλα έσβησαν. Γι’ αυτόν, εννοείται. Κάθε
άνθρωπος μπορεί να απογοητευθεί, όλοι μας. Δεν υπάρχει άνθρωπος που κάποια
στιγμή δεν μπορεί να τον καταλάβει η απογοήτευση. Και όπως λέγεται, ότι η
ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Αλλά η ελπίδα
στον Θωμά ήδη είχε και αυτή πεθάνει. Σ΄αυτούς
τους τύπους που η ελπίδα πεθαίνει, είναι σαν να έχει πεθάνει και ο Θεός…
Η είδησις όμως ότι ο Ιησούς ανεστήθη, διέτρεξε
όλη την χώρα. Αστραπιαία σε όλη τη χώρα. Ο Θωμάς, βέβαια, την άκουσε την είδηση
της Αναστάσεως, αλλά δεν την επίστευσε. Ωστόσο έκανε τον κόπο να επιστρέψει εις
το υπερώον που ήσαν οι συμμαθηταί του να δει τι κάνουν. Τους βρήκε χαρούμενους,
πολύ χαρούμενους. Γιατί ζούσαν σαν πραγματικότητα την είδηση ότι ο Διδάσκαλος
ανεστήθη. Εκείνος, όμως, έμενε εις την δυσπιστία του. Του έλεγαν οι άλλοι: «Ἑωράκαμεν
τὸν Κύριον». «Έχομε δει τον
Κύριον». Εκείνος, όμως, αντέτεινε σ’ αυτούς, εκείνο το γνωστόν: «Ἐὰν
μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν
τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω».