ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
«...ἵνα
πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον».
Ὁ
Χριστός θά ὑψωθεῖ ἐπί τοῦ Σταυροῦ, διά νά μή χαθεῖ εἰς τόν αἰώνιον θάνατον
κανένας ἀπό ἐκείνους πού πιστεύουν εἰς Αὐτόν, ἀλλά νά ἔχει ζωήν αἰώνιον. Διότι κανείς ἀπό τούς ἀνθρώπους δέν ἔχει ἀναβῆ
εἰς τόν οὐρανόν παρά μόνον Ἐκεῖνος πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανόν· καί ἔγινε διά
τῆς Ἐνανθρωπήσεως, Θεάνθρωπος, ὁ Ὁποῖος περιεπάτησε εἰς τήν γῆν καί ὡς πανταχοῦ
παρών Θεός, εἶναι πάντοτε καί εἰς τόν οὐρανόν μέ τόν Πατέρα καί τόν Παράκλητον.
Πίστις
εἶναι νά πεθάνει κανείς γιά τόν Χριστό καί γιά χάρη τῆς ἐντολῆς Του πιστεύοντας
ὅτι ὁ θάνατος αὐτός θά τοῦ γίνει πρόξενος αἰωνίου ζωῆς. Πίστις στόν Χριστό εἶναι
ὄχι μόνο νά καταφρονήσουμε ὅλα τά εὐχάριστα τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, ἀλλά καί
νά ἔχουμε ἐγκαρτέρηση καί ὑπομονή σέ κάθε πειρασμό πού μᾶς ἔρχεται καί μᾶς
προξενεῖ λύπες, θλίψεις καί συμφορές, ὥσπου νά εὐδοκήσει νά μᾶς ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, χαρίζοντάς μας τήν
Εἰρήνη Του.
Ἡ ὀρθή-ὀρθόδοξη περί Θεοῦ γνώμη τῆς ψυχῆς καί ἡ βαθύτατη πίστη πού συνοδεύεται μέ καταφρόνηση τῶν ὁρατῶν καί ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς, ἡ ξένη πρός κάθε φιλαυτία, ἀποτελοῦν τρίπλοκο σχοινί[1], πού δέ σπάζει εὔκολα ἀπό τά πνεύματα τῆς πονηρίας. Μέ τήν πίστη ἐλπίζουμε νά ἀπολαύσουμε τίς ἀμοιβές τῶν κόπων μας, γι’ αὐτό καί ὑποφέρουμε εὔκολα τούς κόπους τῶν ἀρετῶν. Καί καθώς ἐσωτερικά μᾶς βεβαιώνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, παίρνουμε φτερά ἀπό τήν ἀγάπη καί πετοῦμε πρός τόν Τριαδικό Θεό, δι’ Ἰησοῦ Χριστοῦ.






