Περί Κρίσεως, Κατακρίσεως, Καταλαλιάς, Συκοφαντίας και Εκκλησιαστικού
Ελέγχου στην Ορθόδοξη Παράδοση
Με αφορμή τη συζήτηση γύρω από την άδικη
δίκη του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού και τη θέση ότι «οι λαϊκοί δεν πρέπει να
μιλούν», εξετάζεται η διάκριση ανάμεσα στην αμαρτωλή κατάκριση και στον θεμιτό
εκκλησιαστικό έλεγχο
……………………………………………
Πραγματεία
Η έννοια της κρίσεως, της κατακρίσεως, της καταλαλιάς,
της συκοφαντίας και του εκκλησιαστικού ελέγχου αποτελεί ένα από τα πλέον λεπτά
και θεολογικά απαιτητικά ζητήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ζήτημα αυτό δεν
είναι απλώς θεωρητικό, αλλά αγγίζει άμεσα την εκκλησιαστική ζωή, τη συνείδηση
των πιστών και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η αλήθεια μέσα στο σώμα της
Εκκλησίας. Με αφορμή σύγχρονες εκκλησιαστικές εντάσεις και δημόσιες συζητήσεις,
όπως εκείνη που έχει προκύψει γύρω από την υπόθεση του Μητροπολίτη Πάφου
Τυχικού και τις απόψεις ότι οι λαϊκοί δεν έχουν δικαίωμα λόγου ή ελέγχου,
καθίσταται αναγκαία η θεολογική αποσαφήνιση του ζητήματος.
Η Αγία Γραφή θέτει από την αρχή ένα σαφές όριο στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπό του. Ο λόγος του Χριστού «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» δεν αναφέρεται στην απλή διαπίστωση γεγονότων ή στην υπεύθυνη κρίση μιας κατάστασης, αλλά στην εσωτερική διάθεση καταδίκης του άλλου ανθρώπου ως προσώπου. Η κατάκριση, όπως την κατανοεί η εκκλησιαστική παράδοση, είναι η μετατροπή ενός ανθρώπινου σφάλματος σε τελική ταυτότητα του προσώπου, πράξη που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό και όχι στον άνθρωπο.





