26 Οκτ 2026

Ομιλία στον Μεγαλομάρτυρα του Χριστού, Θαυματουργό και Μυροβλύτη Δημήτριο (Ἁγίου Φιλοθέου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

[[ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

    Ο άγιος Φιλόθεος, ο επονομαζόμενος Κόκκινος (περ. 1300–1379), μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες του 14ου αιώνα, καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε μοναχός του Αγίου Όρους, ένθερμος υπερασπιστής της ορθόδοξης διδασκαλίας και του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ενώ διετέλεσε δύο φορές Οικουμενικός Πατριάρχης (1353–1354 και 1364–1376). Άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο, στο οποίο περιλαμβάνονται θεολογικές πραγματείες, βίοι αγίων και εγκωμιαστικοί λόγοι.

    Ο εκτενής εγκωμιαστικός λόγος του προς τον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, πολιούχο της γενέτειράς του, τοποθετείται χρονικά μεταξύ των ετών 1367 και 1372, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του. Με αφετηρία την προσωπικότητα, το μαρτύριο και την αγιότητα του μεγαλομάρτυρα, ο άγιος Φιλόθεος αναπτύσσει βαθυστόχαστες σκέψεις για τη χριστιανική αγάπη, την ορθόδοξη πίστη και την πνευματική τελείωση του ανθρώπου.

     Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα εκτενές ενδιάμεσο τμήμα της ομιλίας, στο οποίο ο ιερός συγγραφέας ερμηνεύει την ευαγγελική περικοπή που αναγιγνώσκεται κατά την εορτή της μνήμης του αγίου Δημητρίου (Ιω. 15,15–27 και 16,1–2). Στην περικοπή αυτή περιλαμβάνεται και το χωρίο Ιω. 15,26, στο οποίο ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός διακηρύσσει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα. Με αφετηρία τη συγκεκριμένη ευαγγελική μαρτυρία, ο άγιος Φιλόθεος αναπτύσσει εκτενή θεολογική επιχειρηματολογία, στρεφόμενος εναντίον των δογματικών πλανών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και ιδιαίτερα της προσθήκης του filioque, δηλαδή της διδασκαλίας περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού». Η πολεμική αυτή εντάσσεται στο ιστορικό πλαίσιο των προσπαθειών για την ένωση των δύο Εκκλησιών επί αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και πάπα Ουρβανού Ε΄.

   Λόγω της μεγάλης έκτασής του, το συγκεκριμένο ενδιάμεσο τμήμα παραλείπεται από την παρούσα δημοσίευση, η οποία επικεντρώνεται στα εγκωμιαστικά, πνευματικά και θεολογικά μέρη του λόγου που αναφέρονται στον άγιο Δημήτριο. Προβλέπεται, ωστόσο, η αυτοτελής μετάφραση και δημοσίευσή του στο προσεχές διάστημα, ώστε να παρουσιαστεί ολοκληρωμένα και αυτή η σημαντική πτυχή της θεολογικής σκέψης του αγίου Φιλοθέου.

   Η παρούσα εργασία αποτελεί, κατά τα διαθέσιμα στοιχεία, την πρώτη νεοελληνική μετάφραση των συγκεκριμένων τμημάτων του εγκωμιαστικού αυτού λόγου, με σκοπό να καταστεί προσιτός στον σύγχρονο αναγνώστη ο πλούτος της θεολογικής σκέψης και της εκφραστικής δύναμης του αγίου Φιλοθέου]].

………………………………………………………………………………………………………………………………

      1. Ο Άγιος Δημήτριος αποτελεί σήμερα για εμάς την αφορμή τόσο για τη σύναξή μας, όσο και για την εκφώνηση εγκωμιαστικής ομιλίας προς τιμήν του· ο  Άγιος Δημήτριος, το περίλαμπρο κόσμημα ανάμεσα στους μάρτυρες του Χριστού, το ακλόνητο στήριγμα, η υπερασπιστική δύναμη και ο προμαχώνας της Εκκλησίας, εκείνος που σε κάθε μέρος της γης αποτελεί για όσους φέρουν το όνομα του Χριστού μεγάλο, λαμπρό και γλυκύτατο θέμα εγκωμιαστικού λόγου, τον οποίο, όταν η Θεσσαλονίκη —η πόλη που ως τότε καυχιόταν για τη σύνδεσή της με τον Φίλιππο— ανέδειξε μέσα από τους κόλπους της, άφησε πλέον με μεγάλη προθυμία κατά μέρος αυτήν την παλαιά της καύχηση, εξαιτίας αυτού του μεγάλου Δημητρίου.

     Και αυτό, μολονότι ο Μακεδόνας Φίλιππος είχε φτάσει σε εξαιρετικά μεγάλο ύψος δόξας και είχε αποκτήσει τέτοια δύναμη με τον πλούτο του, την ικανότητα του λόγου, τους πολέμους, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τα πολυάριθμα τρόπαιά του, ώστε να κυριεύσει και να υποτάξει όχι μόνο τους γειτονικούς Θεσσαλούς αλλά και πόλεις που βρίσκονταν πολύ μακριά και έτσι να επεκτείνει τη βασιλική εξουσία και την κυριαρχία, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους Μακεδόνες ομοφύλους του, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό φιλοδοξίας και κατακτητικής δράσης, ώστε ακόμη και ο ίδιος ο γιος του, ο Αλέξανδρος, όπως διηγούνται, να ψιθυρίζει κρυφά στους φίλους του και να επικρίνει τον Φίλιππο ως άνθρωπο που η φιλοδοξία του είχε ξεπεράσει το μέτρο· γιατί ο Αλέξανδρος έλεγε πως, όταν μετά τον θάνατο του πατέρα του θα τον διαδεχόταν στη βασιλεία, ούτε στον ίδιο θα απέμενε πια πεδίο και ευκαιρία για να αποδείξει την ανδρεία του και να ικανοποιήσει τη φιλόδοξη ορμή της ψυχής του για μεγάλα κατορθώματα, αφού ο Φίλιππος θα είχε ήδη κατακτήσει σχεδόν τα πάντα.

   Αλλά αυτή η μεγάλη πατρίδα του μεγάλου Δημητρίου, όπως έλεγα, θεώρησε πλέον μηδαμινούς και τον Φίλιππο και τον γιο,  του Αλέξανδρο, ακόμη και τις τόσο πολυθρύλητες επιτυχίες και στρατιωτικές εκστρατείες των Μακεδόνων και, γενικά, ολόκληρη τη δόξα που συνδεόταν μαζί τους. «Γιατί να ρωτήσουμε τους νεκρούς για τους ζωντανούς;», λέει ο θαυμαστός Ησαΐας [βλ. Ησ. 8,19: «Οὐχὶ ἔθνος πρὸς Θεὸν αὐτοῦ ἐκζητήσουσι; τί ἐκζητοῦσι περὶ τῶν ζώντων τοὺς νεκρούς;(: Γιατί το έθνος μας να μην απευθυνθεί στον Θεό του; Απ’ Αυτόν δεν πρέπει να ζητήσει καθοδήγηση; Τι περιμένουν να μάθουν από τους νεκρούς για τους ζωντανούς;)»]. Άλλωστε, πώς θα μπορούσαν να αποτελούν στολίδι για μια πόλη ευσεβή και κόσμια εκείνοι που ήταν γεμάτοι από την αταξία και τη μέθη της ειδωλολατρίας; «Ἒλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου (:Ούτε μυρωμένο έλαιο, ευώδες και αρωματικό, αμαρτωλού ανθρώπου ας μην αλείψει ποτέ το κεφάλι μου)», λέει ο Δαβίδ, ο βασιλιάς και προφήτης [Ψαλμ. 140,5].

    Και η Θεσσαλονίκη, αντί όλους εκείνους τους βασιλείς και τα κατορθώματά τους να προβάλλει ως καύχημά της, προβάλλει αυτόν εδώ τον δικό της βλαστό, τον βλαστό του τόπου της, τον πνευματικό της ιδρυτή και πολιούχο και  σωτήρα και ισχυρό υπερασπιστή της, το φυσικό και γνήσιο γέννημα και θρέμμα της· εννοώ τον πραγματικά θαυμαστό και μεγάλο Δημήτριο. Αν, λοιπόν, λένε ότι αποτελεί κάτι μεγάλο και ασυνήθιστο, που πλησιάζει τα όρια του ακατόρθωτου, να κατορθώσουν τα παιδιά να ανταποδώσουν στους γονείς τους ευεργεσίες ισάξιες με εκείνες που δέχθηκαν από αυτούς, ο Δημήτριος, όμως, πρόσφερε ως ανταπόδοση στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που τον γέννησε, τόσο λαμπρές και υπερφυσικές ευεργεσίες, ώστε όχι μόνο ανταπέδωσε όσα είχε λάβει από εκείνη, αλλά και τα ξεπέρασε με τρόπο πραγματικά θαυμαστό και σε ασύγκριτα μεγαλύτερο βαθμό.

    Αυτός ήταν που, μετά τους πρώτους κήρυκες του Ευαγγελίου και υπηρέτες του θείου λόγου, πρόσφερε πρώτος στην πόλη που του είχε χαρίσει τη φυσική ύπαρξη και ζωή κάτι πολύ ανώτερο: να υπάρχει και να ζει με τον ορθό, πνευματικά αναγεννημένο τρόπο, «διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος Ἁγίου (:μέσω του λουτρού της αναγέννησης και της ανακαίνισης  που χαρίζει το Πνεύμα το Άγιο)» [Τίτ. 3,5 ]. Και δεν περιορίστηκε μόνο στο να θρέψει πνευματικά, με τον λόγο του Θεού, που αποκαλείται και «άρτος των αγγέλων» [Ψαλμ. 77,25 : «Ἄρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος, ἐπισιτισμὸν ἀπέστειλεν αὐτοῖς εἰς πλησμονήν (:Κι έτσι ο ευτελής άνθρωπος έφαγε άρτο που ετοίμασαν για χάρη του άγγελοι. Και ο Θεός τούς έστειλε και τους εφοδίασε με τροφή σε τέτοια αφθονία, ώστε να χορτάσουν πλήρως)»], εκείνην που τον είχε θρέψει σωματικά, οδηγώντας την στην πνευματική ωριμότητα, αλλά και έπεσε ένδοξα μέσα σε αυτούς ακριβώς τους αγώνες, προσφέροντας την ίδια του τη ζωή για την πατρίδα του και για τη διαφύλαξη της καλής της φήμης, καθώς αντιμετώπισε γενναία τον εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας που στάθηκε απέναντί του.

     Κι όμως, ακόμη και μετά από εκείνην τη σφαγή του, που μιμήθηκε το Πάθος του Χριστού, μετά τον πραγματικά ιερό του θάνατο, ο Δημήτριος παραμένει με υπερφυσικό τρόπο παρών, παραμένει κοντά στην αγαπημένη του πατρίδα, όχι λιγότερο, αλλά ίσως και περισσότερο· και την προφυλάσσει από πολέμους και βαρβάρους, και από μάχες και δόλους, και από κάθε επιβουλή και εχθρική επιδρομή, αλλά και από πείνα και καταστροφές, από ασθένειες και ποικίλες μεγάλες συμφορές. Γιατί εκείνοι που αγωνίζονται με τις σωματικές τους δυνάμεις για την υπεράσπιση της πατρίδας και των ομοφύλων τους, αντιμετωπίζοντας τους εχθρούς στην πρώτη γραμμή, μπορούν να συνεχίζουν τους αγώνες τους μόνο όσο διαρκεί η επίγεια ζωή τους. Ο θάνατος, σύμφωνα με τη φυσική τάξη των πραγμάτων, θέτει όριο και τέλος στον ζήλο τους να αποκτήσουν τιμή και δόξα με τα κατορθώματά τους. Και, κατά κανόνα, ο τάφος κρύβει μαζί με τα οστά τους και τη μνήμη και τα έργα τους, ενώ ο χρόνος τα καταχωνιάζει, σαν να λέγαμε, στα απύθμενα βάθη της λήθης.

     Ο Δημήτριος όμως, μετά τον θάνατό του για χάρη του Χριστού, τον οποίο υπέμεινε υπερασπιζόμενος πνευματικά, όπως ήδη ανέφερα, τη ζωή και τη σωτηρία της πατρίδας του εν Χριστώ, ανέλαβε ακόμη περισσότερο τον αγώνα για την προστασία της. Και ο αγώνας αυτός δεν περιορίστηκε στον αισθητό και ορατό πόλεμο εναντίον των ανθρώπινων εχθρών, ούτε μόνο στην πάλη «πρὸς αἷμα καὶ σάρκα (:εναντίον αίματος και σάρκας ανθρώπινης», όπως διδάσκει ο σοφός Παύλος, ο στρατηγός και διδάσκαλος του πνευματικού αγώνα, αλλά στράφηκε και «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου (:εναντίον των αοράτων αρχών και των αντικειμένων εξουσιών, εναντίον των κοσμοκρατόρων του σκότους του παροντικού αιώνα αυτού)», δηλαδή εναντίον των αόρατων πνευματικών δυνάμεων του κακού [Εφ. 6,12 : «Ὃτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις (:Διότι πραγματικά δεν έχουμε να παλέψουμε με αντιπάλους ίδιους με μας, με αίμα και σάρκα σαν τη δική μας˙ αλλά η πάλη και ο πόλεμός μας είναι με τις αρχές, τις εξουσίες, με τα διαβολικά αυτά τάγματα, με τους κοσμοκράτορες που εξουσιάζουν το πλήθος των ανθρώπων που είναι βυθισμένοι στο ηθικό σκοτάδι που επικρατεί στον κόσμο αυτόν. Καλούμαστε να παλέψουμε με τα πνευματικά όντα που είναι γεμάτα πονηρία και κατοικούν ανάμεσα στη γη και στον ουρανό)»]. Πρόκειται για έναν νοητό και αόρατο πόλεμο, για μια μάχη που δεν γνωρίζει διακοπή ούτε τη νύχτα ούτε για ύπνο ούτε για τροφή ούτε για οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη ανάγκη.

    Γι' αυτό κι εγώ αισθάνομαι ιδιαίτερα την επιθυμία να θαυμάσω αυτόν τον γενναίο και ευγενή αγωνιστή και να αντλήσω από αυτά ακριβώς τα πνευματικά του κατορθώματα την αφετηρία για τον αγώνα της σύνθεσης των λόγων και των εγκωμίων προς τιμήν του. Ή μάλλον, επιθυμώ να τα τοποθετήσω στην αρχή, στη μέση και στο τέλος, σε κάθε μέρος ολόκληρου του εγκωμίου, αφού αυτά έχουν επικρατήσει ολοκληρωτικά έναντι όλων των άλλων αγαθών και προτερημάτων του, τόσο των θείων όσο και των ανθρώπινων, και τα υπερβαίνουν με ασύγκριτα μεγάλη διαφορά. Χάρη σε αυτά άλλωστε αξιώθηκε να φτάσει στο μακάριο και υπερφυές τέλος του μαρτυρίου για χάρη του Χριστού.

   Γιατί τι αξία έχουν για μένα, προκειμένου να εγκωμιάσω τώρα τον Δημήτριο, το μέγεθος και η γεωγραφική θέση της πατρίδας του, η φυσική ομορφιά και ο πλούτος της, το ήθος και το φρόνημα των κατοίκων της, η κοινωνική τάξη και η καλή οργάνωσή της, η ομορφιά των ποταμών και της θάλασσας που την περιβρέχει απαλά, το κάλλος των βουνών και των πεδιάδων, η γονιμότητα της γης και η αφθονία αγαθών στις γύρω περιοχές, αφού ο ίδιος ο Δημήτριος, όπως ήδη ανέφερα, αναδείχθηκε πολύ περισσότερο η πραγματική δόξα και το κόσμημα όλων αυτών; Και τι αξία έχουν η λαμπρότητα της ευγενικής καταγωγής, η επιφανής κοινωνική θέση και ο τρόπος ζωής, η ακμή της νεότητας, η σωματική ομορφιά και ευρωστία, η λαμπρότητα των υψηλών αξιωμάτων και των θέσεων εξουσίας, η εύνοια και οι τιμητικές διακρίσεις από τους βασιλείς, μαζί με την αφθονία των υλικών αγαθών, μπροστά σε εκείνον που είχε ήδη νεκρωθεί πνευματικά ως προς ολόκληρο τον κόσμο και είχε αποδεσμευθεί από κάθε προσκόλληση στα εγκόσμια, ακόμη και πριν επέλθει ο οριστικός χωρισμός της ψυχής από το θνητό σώμα;

     Ωστόσο, αν κάποιος θελήσει να απομακρύνει τον λόγο του από τα γήινα και τα σωματικά γνωρίσματα και να τον στρέψει στο θαυμαστό κάλλος της ψυχής του Δημητρίου, στις αρετές και στα έργα που πηγάζουν από αυτό, θα γεμίσει κάθε ευσεβή ακοή και ψυχή με τον πλούτο αυτών των αγαθών και των επαίνων τους. Και, εξετάζοντας αναλυτικά καθένα από αυτά, θα μπορούσε να συνθέσει πλήθος λόγων και βιβλίων: άλλοτε για την ευσέβειά του προς τον Θεό, την παρρησία και τον αγνό ζήλο του για χάρη Του· άλλοτε για την επιείκεια και την πραότητα του χαρακτήρα του, τη μετριοπαθή συμπεριφορά του προς όλους, την ολόψυχη συμπόνια του για τους ανθρώπους και ιδιαίτερα για όσους υποφέρουν, τη γενναιοδωρία και την προθυμία με την οποία βοηθούσε τους αναγκεμένους, την περιφρόνηση των γήινων αγαθών, τον ζήλο του για τα θεία, την καλλιέργεια τόσο των ιερών, όσο και των θύραθεν γραμμάτων και των συναφών με αυτά γνώσεων, τον έρωτά του για τη σοφία, «την οποία αγάπησε και εξεζήτησε από τη νεότητά του» [Σοφ. Σολ. 8,2 : «Ταύτην ἐφίλησα καὶ ἐξεζήτησα ἐκ νεότητός μου καὶ ἐζήτησα νύμφην ἀγαγέσθαι ἐμαυτῷ καὶ ἐραστὴς ἐγενόμην τοῦ κάλλους αὐτῆς (:Αυτήν αγάπησα πολύ και την αναζήτησα με όλη μου τη δύναμη από τα νιάτα μου. Ερωτεύθηκα την ομορφιά της και επιθύμησα να την έχω παντοτινή σύντροφό μου)»], όπως λέει ο σοφός Σολομώντας, και την οποία, αγνός στην ψυχή και στο σώμα, επέλεξε ως αγνή νύμφη του· και, πάνω από όλα, για το μεγάλο και υπερφυές αγαθό της θείας αγάπης, «η οποία είναι σύνδεσμος της τελειότητας», όπως λέει ο ένδοξος διδάσκαλος Παύλος [Κολ. 3,14 : «Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος(:Και πάνω απ’ όλα αυτά να ντυθείτε την αγάπη, η οποία σαν κρίκος δένει μαζί όλες τις αρετές σε τέλειο σύνολο)»].

     Γι'αυτό, λοιπόν, ο Δημήτριος με ορμή και αποφασιστικότητα διέτρεξε και τον δρόμο της αποστολικής πορείας, διανύοντάς τον με εξαιρετική ταχύτητα, περισσότερο από κάθε άλλον, θα έλεγε κανείς, και αναδείχθηκε και ο ίδιος «κήρυκας και απόστολος» του Χριστού[Β΄ Τιμ. 1,11 : «Εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κῆρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν(: Για το ευαγγέλιο αυτό αναδείχτηκα από τον Θεό εγώ κήρυκας και απόστολος και διδάσκαλος των εθνικών)»] και «μάρτυρας των παθημάτων» Του[Α΄ Πέτρ. 5,1 : «Πρεσβυτέρους τοὺς ἐν ὑμῖν παρακαλῶ ὁ συμπρεσβύτερος καὶ μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, ὁ καὶ τῆς μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός(:Τους πρεσβυτέρους που είναι εγκατεστημένοι ανάμεσά σας παρακαλώ εγώ ο γνωστός σε όλους σας συμπρεσβύτερος, που είδα με τα μάτια μου τα παθήματα του Χριστού και δίνω τη μαρτυρία μου γι’ αυτά, και θα είμαι συμμέτοχος και στη δόξα Του που πρόκειται να αποκαλυφθεί στη Δευτέρα Παρουσία)»], κατά το πρότυπο εκείνου του μεγάλου Αποστόλου.

     Έγινε, επίσης, ευαγγελιστής και θεολόγος, κηρύττοντας τη θεότητα του Χριστού και τη μεγάλη και θαυμαστή σωτηριώδη οικονομία Του για το ανθρώπινο γένος. Και μέσα σε αυτούς τους αγώνες της πίστης αξιώθηκε το μακάριο μαρτυρικό τέλος του για χάρη του Χριστού, αφού, όπως ανέφερα προηγουμένως, η αγάπη Του είχε ήδη πληγώσει την καρδιά του πριν ακόμη υποστεί την σφαγή του σώματός του, ώστε να αναφωνεί με τα λόγια της μυστικής Γραφής: «Μας αιχμαλώτισες την καρδιά, μας αιχμαλώτισες» [Άσμ. 4,9 : «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἀδελφή μου νύμφη· ἐκαρδίωσας ἡμᾶς ἑνὶ ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου, ἐν μιᾷ ἐνθέματι τραχήλων σου(:Αιχμαλώτισες την καρδιά μας, αδελφή μου Νύμφη· αιχμαλώτισες την καρδιά μας με ένα αγνό βλέμμα των ματιών σου, με ένα μονάχα κόσμημα του λαιμού σου (εφόσον σηκώνεις με χαρά τον ζυγό των θεϊκών εντολών και αποκτάς τέτοια εκθαμβωτική ομορφιά)»].

    Όλες αυτές οι αρετές και τα κατορθώματα του αγίου Δημητρίου, καθώς και όσα συνδέονται με αυτά ή απορρέουν από αυτά, έχουν ήδη αποτελέσει ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για πολλούς σοφούς και συγγραφείς εγκωμιαστικών λόγων, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό τους λόγο. Και θα συνεχίσουν να προσφέρουν άφθονο υλικό σε πάρα πολλούς ακόμη, όχι μόνο σε όλη τη διάρκεια του παρόντος αιώνα, αλλά και στον μέλλοντα αιώνα που θα τον διαδεχθεί, αφού η εξύμνηση του αγίου θα εκτείνεται αδιάκοπα στο μέλλον, χωρίς να γνωρίζει τέλος. Εκείνο, όμως, που εγώ προσωπικά θαύμασα περισσότερο από όλες τις αρετές και τα πνευματικά χαρίσματα του αγίου Δημητρίου, επειδή αποτελεί το κορυφαίο και εξοχότερο αγαθό του και εκείνο που περισσότερο από κάθε άλλο τον ανέδειξε γνήσιο μαθητή του Χριστού, ένθερμο ακόλουθο της διδασκαλίας Του και πιστό μιμητή του παραδείγματός Του, αυτό ακριβώς θα επιχειρήσω τώρα να παρουσιάσω και να αναπτύξω με τον λόγο μου, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου.

      2. Το να έχει, λοιπόν, κανείς ευσεβές φρόνημα απέναντι στον Θεό, να τηρεί με ακρίβεια τα θεία δόγματα και να διατηρεί γι’ αυτά ορθές και απαλλαγμένες από κάθε πλάνη πεποιθήσεις, καθώς και να καλλιεργεί καθημερινά τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και κάθε άλλη αρετή που απαιτεί η χριστιανική ζωή, είναι, λοιπόν, καθήκοντα που, κατά τη γνώμη μου, απαιτούνται με μεγάλη αυστηρότητα από όλους ανεξαιρέτως όσοι ανήκουν στην Εκκλησία και στην κοινότητα των πιστών, σε τέτοιον βαθμό, ώστε όποιος δεν ακολουθεί καθημερινά τον δρόμο της αρετής και δεν αγωνίζεται πρόθυμα για την εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων να μην μπορεί ούτε να είναι αληθινά ούτε να θεωρείται μέλος του Χριστού και της ιερής κοινότητας που συγκροτείται γύρω Του· όποιος, όμως, ζει σύμφωνα με αυτές τις αρχές δεν δικαιούται γι’ αυτό ιδιαίτερο θαυμασμό σύμφωνα με την κρίση και τον νόμο του Θεού, όπως ακριβώς δεν θεωρείται άξιος ιδιαίτερου επαίνου εκείνος που εξοφλεί στους δανειστές του ένα χρέος το οποίο είναι υποχρεωμένος να καταβάλει· διότι οι εντολές του Κυρίου μάς διδάσκουν ότι, αφού εκπληρώσουμε όλα όσα μας έχουν ανατεθεί, πρέπει να ομολογούμε πως κάναμε απλώς το καθήκον μας, ενώ εκείνοι που ακολουθούν την αντίθετη πορεία και δεν δείχνουν σεβασμό ούτε στη χριστιανική τους κλήση ούτε στο ίδιο το όνομα του χριστιανού αξίζουν πολύ περισσότερο την κατάκριση και την αποδοκιμασία.

    Το δε γεγονός ότι ο άγιος Δημήτριος, εκτός από όσα προαναφέρθηκαν, καλλιεργούσε βέβαια με αδιάκοπη επιμέλεια, νύχτα και μέρα, όλες τις αρετές, τόσο εκείνες που αφορούν την πνευματική θεωρία και τη γνώση του Θεού, όσο και εκείνες που εκδηλώνονται με την έμπρακτη ενάρετη ζωή, και δεν αρκούνταν σε αυτήν την προσωπική πνευματική καλλιέργεια, αλλά αρνούνταν να παραμένει σιωπηλός, να συγκρατεί τον ιεραποστολικό του ζήλο ή να περιορίζει τη σωτηρία μόνο στον εαυτό του, επιδιώκοντας, όπως ο θαυμαστός απόστολος Παύλος, και τη σωτηρία των πολλών, ακόμη και όταν οι σκληροί τύραννοι απειλούσαν από παντού, ο διωγμός μαινόταν με αβάσταχτη αγριότητα σαν πυρκαγιά και οι δήμιοι, γεμάτοι οργή και φονική μανία, επιτίθεντο σε όσους επιθυμούσαν να ζουν με ευσέβεια και υπέβαλλαν καθημερινά σε φωτιά, αποκεφαλισμούς και κάθε είδους βασανιστήρια όσους πληροφορούνταν ότι ήταν χριστιανοί.

     Όλους αυτούς τους κινδύνους ο γενναίος μάρτυρας τούς περιφρονούσε με αξιοθαύμαστη τόλμη, θεωρώντας τους ασήμαντους μπροστά στον ένθερμο ζήλο του για τη σωτηρία των συνανθρώπων και συμπατριωτών του, και, χωρίς να επιθυμεί να αποκοπεί από τον Χριστό για χάρη των αδελφών του, όπως είχε εκφράσει ο μέγας Παύλος. Επιδίωκε, αντίθετα, μέσα από την ίδια τη δοκιμασία, την αφοσίωσή του στη σωτηρία τους και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, να ανυψωθεί περισσότερο προς τον Θεό και να Τον πλησιάσει με μεγαλύτερη πνευματική καθαρότητα, προσφέροντας με τη θέλησή του τον εαυτό του ως νέα θυσία στον Θεό μέσω του μαρτυρίου. Αυτό, ασφαλώς, είναι το ιδιαίτερο και νέο γνώρισμα της αγάπης του Χριστού, το οποίο ο Κύριος είχε θεσπίσει ως νόμο για τους αποστόλους, σαν να συνέτασσε εκ των προτέρων τις ύστατες πνευματικές Του παρακαταθήκες, λέγοντας «Σας δίνω μια νέα εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα»[Ιω. 13,34: «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους (:Και σας δίνω γι’ αυτό νέα εντολή: Να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Όπως Εγώ σας αγάπησα, έτσι κι εσείς να αγαπιέστε μεταξύ σας)»] και ακόμη: «Κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από εκείνον που θυσιάζει τη ζωή του για τους φίλους του»[Ιω.15,13: «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα θῇ τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ (:Μεγαλύτερη αγάπη προς τους φίλους του κανείς δεν έχει απ’ αυτήν, δηλαδή από το να προσφέρει και να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη των φίλων του)»].

    3. Αυτά τα θεία διδάγματα και τις εντολές του Χριστού, Δημήτριε, αφού τα παρέλαβες ως πατρική παρακαταθήκη ανεκτίμητης αξίας και ως πολύτιμο πνευματικό θησαυρό, τα φύλαξες βαθιά μέσα στην ψυχή σου και, έχοντας από την παιδική σου ηλικία διαπαιδαγωγηθεί με αυτά και ασχοληθεί συστηματικά με τη μελέτη τους, αναδείχθηκες, όταν παρουσιάστηκε η κρίσιμη περίσταση, άνθρωπος πραγματικά μεγάλος, γενναίος και εξαιρετικός ως προς την αρετή, όσο ελάχιστοι άλλοι, αφού με εξαιρετική ανδρεία πρόσφερες τη ζωή σου για τους φίλους σου, όπως διδάσκουν τα θεία λόγια, και φανέρωσες ολοκάθαρα με το παράδειγμά σου ότι ήσουν αληθινός μαθητής του Χριστού, σύμφωνα με τις εντολές που Εκείνος έδωσε. Γιατί, πράγματι, λέει ο Χριστός: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις (:Από αυτό το γνώρισμα θα αναγνωρίσουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, αν έχετε μεταξύ σας αμοιβαία αγάπη)»[Ιω. 13,35].

                                                    […] 

    5. Αυτές τις αλήθειες τις γνώρισες και τις έκανες πράξη και εσύ, Δημήτριε, που είσαι η κορυφή των μαρτύρων και πρότυπο άξιο της ευγενούς άμιλλας των ευαγγελιστών, των κηρύκων, των σοφών και των θεολόγων. Γιατί πρέπει να επιστρέψω και πάλι σε εσένα και στον λόγο που εκφωνώ προς τιμήν σου, εξαιτίας του οποίου επιχείρησα προηγουμένως εκείνες τις εκτενείς παρεκβάσεις και τους επίπονους αγώνες λόγων. Αυτές, λοιπόν, τις αλήθειες και εσύ, ο άριστος μεταξύ των αγωνιστών και αθλητών του Χριστού, αφού τις μελέτησες με επιμέλεια και τις εφάρμοσες πρώτα στη δική σου ζωή, περισσότερο από κάθε άλλον, και αφού διέκρινες κάθε νόθα και κίβδηλη διδασκαλία από τη γνήσια πίστη, όπως διακρίνεται ένα πλαστό αποτύπωμα από το αυθεντικό χάραγμα μιας βασιλικής εικόνας, και την απέρριψες μαζί με την ασέβεια στο Κυνόσαργες, ανέλαβες τότε, κατά το παράδειγμα των αποστόλων, το έργο του κηρύγματος για τη σωτηρία των συμπολιτών και των φίλων σου.

     Όπως οι απόστολοι, έτσι και εσύ τους ανήγγελλες το ευαγγέλιο και τους δίδασκες μόνο όσα είχες μάθει μαζί με εκείνους από τον Χριστό, τον μοναδικό οδηγό και Διδάσκαλο. Αυτά που είχες ακούσει μυστικά, μέσα στο σκοτάδι, σαν να σου είχαν ειπωθεί στο αυτί, τα κήρυττες φανερά, σύμφωνα με την εντολή του Χριστού, διακηρύσσοντάς τα από τις στέγες των σπιτιών[Ματθ. 10,27 : «Ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί, καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων (:Εκείνο που σας λέω τώρα ιδιαιτέρως, πέστε το δημόσια. Κι εκείνο που ακούτε τώρα μυστικά στο αυτί, κηρύξτε το από τις ταράτσες, για να το ακούσουν όλοι)»]. Παράλληλα, βάπτιζες στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ακολουθώντας τις θεϊκές εντολές και τη βούληση του Χριστού, νύχτα και ημέρα[Ματθ. 28,19 : «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (:Πηγαίνετε, λοιπόν, και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)»].

    Εξαιτίας, λοιπόν, του κηρύγματος και της ομολογίας της πίστης σου, αποκλείστηκες από τη συναγωγή, όπως είχε προαναγγείλει ο Χριστός για όσους θα τον ακολουθούσαν [Ιω. 16,2 : «Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ (:Θα σας αφορίσουν οι Ιουδαίοι και θα σας αποκλείσουν από τις συναγωγές τους ως αιρετικούς. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται ώρα κατά την οποία κάθε διώκτης σας που θα σας σκοτώνει, θα νομίζει ότι όχι μόνο δεν κάνει έγκλημα, αλλά ότι με τον φόνο αυτόν προσφέρει λατρεία στον Θεό)»]. Και όχι μόνο αυτό, αλλά καταδικάστηκες σε δεσμά και στον σκοτεινό χώρο της φυλακής, εσύ που ήσουν υιός του φωτός, από ανθρώπους που καταδίωκαν το αληθινό φως της χριστιανικής πίστης.

     Παρ’ όλα αυτά, ούτε κλονίστηκε η πίστη σου ούτε επέτρεψες στον εαυτό σου να φανεί ανάξιος της προσωπικής του αξίας και της καταγωγής του. Αντίθετα, ακόμη και φυλακισμένος, συνέχισες να αντιστέκεσαι γενναία στους διώκτες σου. Επικαλούμενος την Αγία Τριάδα και ενισχύοντας τον ενάρετο Νέστορα με τις προσευχές και τις προρρήσεις σου [[Ο άγιος Φιλόθεος εννοεί, κατά πάσα πιθανότητα, τις προφητικές διαβεβαιώσεις του αγίου Δημητρίου προς τον Νέστορα ότι θα νικήσει τον Λυαίο, αλλά και ότι θα ακολουθήσει το μαρτύριό του: Η χαρακτηριστική προφητική διατύπωση που παραδίδεται στον βίο του αγίου είναι: «Καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις»]] , συνετέλεσες ώστε να νικηθεί και να θανατωθεί δίκαια ο Λυαίος, ο αλλόφυλος και άδικος φονιάς, όπως ο Δαβίδ είχε άλλοτε νικήσει τον Γολιάθ, με τρεις λίθους και τη σφενδόνη του  [βλ. Α΄ Βασ. 17,49–50 : «Καὶ ἐξέτεινε Δαυὶδ τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸ κάδιον καὶ ἔλαβεν ἐκεῖθεν λίθον ἕνα καὶ ἐσφενδόνισε καὶ ἐπάταξε τὸν ἀλλόφυλον ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτοῦ, καὶ διέθυ ὁ λίθος διά τῆς περικεφαλαίας εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ, καὶ ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον αὐτοῦ ἐπὶ τὴν γῆν. Καὶ ἐκραταίωσε Δαυὶδ ὑπὲρ τὸν ἀλλόφυλον ἐν τῇ σφενδόνῃ καὶ ἐν τῷ λίθῳ, καὶ ἐπάταξε τὸν ἀλλόφυλον καὶ ἐθανάτωσεν αὐτόν· καὶ ρομφαία οὐκ ἦν ἐν χειρὶ Δαυίδ»], έτσι κι εσύ, συμπράττοντας με τον Νέστορα, δεν περιορίζεσαι στη νίκη εναντίον του ορατού εχθρού, του Λυαίου, αλλά ανατρέπεις και καταβάλλεις με εξαιρετικά λαμπρό τρόπο και τον αόρατο Γολιάθ ή Λυαίο, δηλαδή τον διάβολο, τον πανάρχαιο εχθρό και ολετήρα του ανθρώπινου σου γένους, που από φθόνο επιδιώκει, ενεργώντας αθέατα, τον αφανισμό των ανθρωπίνων ψυχών.

    Ο υπερόπτης και αλαζόνας εκείνος αυτοκράτορας[[Ο άγιος Φιλόθεος (Κόκκινος) αναφέρεται στο σημείο αυτό στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μαξιμιανό Γαλέριο , ο οποίος συνδέεται με το μαρτύριο του αγίου Δημητρίου και του αγίου Νέστορα στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 4ου αιώνα (περί το 306 μ.Χ.).Στην αγιολογική παράδοση συχνά αναφέρεται απλώς ως Μαξιμιανός]], που συμμερίστηκε, βέβαια, την ήττα τους, βλέποντας να καταρρέουν απροσδόκητα οι προσδοκίες του, εξευτελίστηκε μπροστά στους παρευρισκομένους και περιήλθε σε πλήρη αμηχανία. Μη γνωρίζοντας πώς να αντιμετωπίσει την ήττα και τον δημόσιο εξευτελισμό του,  πρώτα τον Νέστορα θανατώνει, τον αξιοθαύμαστο εκείνον ήρωα, τον άριστο εξολοθρευτή των κακούργων, εκπληρώνοντας, όπως είναι ολοφάνερο, έτσι τις  δικές σου προρρήσεις. Στη συνέχεια καταδικάζει σε θάνατο και εσένα, επειδή αντιλήφθηκε ότι εσύ ήσουν ο πραγματικός εμπνευστής και συντελεστής εκείνης της υπερφυσικής και θαυμαστής νίκης, όπως πράγματι συνέβαινε.

      Οι στρατιώτες, λοιπόν, που υπηρετούσαν τον Καίσαρα, ο οποίος παρουσιάζεται ως κοσμοκράτορας εκείνων που παρασύρονται στην πνευματική πτώση, σύμφωνα με την έκφραση κάποιου σοφού, επιδιώκοντας να ανταποδώσουν στον Μαξιμιανό τις χάρες που του όφειλαν με έναν παράνομο τρόπο —μακάρι να μην προχωρούσαν σε τέτοια πράξη!— και, ακόμη περισσότερο, θεωρώντας ότι η θανάτωση του μάρτυρα αποτελούσε προσφορά λατρείας στον θεό τους, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει ο Χριστός [Ιω. 16,2 : «Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ (:Θα σας αφορίσουν και θα σας αποκλείσουν από τις συναγωγές τους ως αιρετικούς. Αλλά σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται ώρα κατά την οποία κάθε διώκτης σας που θα σας σκοτώνει, θα νομίζει ότι όχι μόνο δεν κάνει έγκλημα, αλλά ότι με το φόνο αυτό προσφέρει λατρεία στον Θεό)»], επιτίθενται με τις λόγχες τους εναντίον του Δημητρίου, σαν να βρίσκονταν αντιμέτωποι με έναν φοβερό πόλεμο ή με αιφνιδιαστική εχθρική επιδρομή. Όλοι τους, κυριευμένοι από οργή, συναγωνίζονται με μανία ποιος θα επιτεθεί πρώτος, προσπαθώντας να υπερβούν ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί όλους τους υπόλοιπους στον ζήλο για την εκτέλεση της πράξης.

    Ο Δημήτριος, αντιλαμβανόμενος ότι οι στρατιώτες πλησίαζαν για να τον θανατώσουν και κατανοώντας τον σκοπό της οργανωμένης επίθεσής τους, ενθάρρυνε τον εαυτό του με τα ακόλουθα λόγια: «Έφτασε η ώρα, Δημήτριε, να φανερώσεις έμπρακτα την προσήλωσή σου στις εντολές του Σωτήρα και να επιβεβαιώσεις με τη στάση σου τα θεία Του λόγια. Μη φοβηθείς εκείνους που έχουν εξουσία να αφαιρέσουν τη σωματική ζωή, αλλά αδυνατούν να θανατώσουν την ψυχή [Ματθ. 10,28 : «Καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ (:Κι επειδή εκείνοι που θα κηρύττουν το ευαγγέλιο θα καταδιώκονται από τους απίστους, μη φοβηθείτε εκείνους που θανατώνουν το σώμα, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Φοβηθείτε, όμως, ασυγκρίτως περισσότερο τον Θεό, ο Οποίος έχει τη δύναμη να ρίξει στην κόλαση και στην αιώνια δυστυχία του Άδη και την ψυχή και το σώμα)»]. Δείξε γενναιότητα και συμμερίσου το Πάθος και τον θάνατο του Κυρίου σου, ο Οποίος σταυρώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία σου, ώστε να συμμετάσχεις μαζί Του και στην αιώνια ζωή [Ρωμ. 6,8 : «Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ(:Δεν είμαστε, όμως, και ολοκληρωτικά νεκροί. Εάν πεθάναμε μέσω του βαπτίσματος μαζί με τον Χριστό ως προς την αμαρτία, ζώντας ήδη μαζί με Αυτόν τη ζωή της χάριτος, έχουμε πεποίθηση ότι θα ζήσουμε μαζί Του και την ευτυχισμένη ζωή της αιωνιότητος)»] και δόξα Του [Ρωμ. 8,17 : «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν (:Αφού, λοιπόν, είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως πατέρα μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»], όπως διακηρύσσει ο μακάριος Παύλος».

      Αφού συλλογίστηκε και είπε αυτά τα λόγια, πλημμύρισε από πνευματική αγαλλίαση και ένιωσε σαν να είχε υπερβεί τον εαυτό του και τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης. Η θεία έμπνευση, η αγάπη του προς τον Θεό και οι ελπίδες που πηγάζουν από τον Θεό και υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης φύσης για την αιώνια ζωή, τον ενίσχυσαν τόσο, ώστε ύψωσε γενναία το δεξί του χέρι, μιμούμενος τον σταυρωμένο Χριστό, και δέχθηκε εκείνα τα αναρίθμητα φονικά πλήγματα από το σμήνος των στρατιωτών ή, μάλλον, από τη σφηκοφωλιά, για να το πω πιο εύστοχα.

   Και εκείνοι, αφού ολοκλήρωσαν το τόσο αποτρόπαιο και καταγέλαστο κατόρθωμά τους —ή, μάλλον, μια πράξη που προκαλεί θλίψη και δάκρυα σε κάθε άνθρωπο που διαθέτει λογική και σύνεση— και αφού το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος είχε κακοποιήσει βάναυσα το σώμα σου, που ήταν ήδη περισσότερο νεκρό παρά ζωντανό, ενώ εσύ εξακολουθείς να ζεις την αληθινή ζωή εν Χριστώ, αποχωρούσαν χωρίς να έχει καταλαγιάσει η οργή τους, εξακολουθώντας να αποπνέουν μίσος και δίψα για φόνους και σφαγές. Έδειχναν μάλιστα δυσαρεστημένοι, σαν να τους προκαλούσε αγανάκτηση το γεγονός ότι δεν είχε απομείνει αρκετή ζωή στο σώμα σου ώστε να μπορέσουν να ικανοποιήσουν όλοι εξίσου τη φονική τους μανία, αφού αυτό είχε ήδη αφήσει την ψυχή να αποχωριστεί τους δεσμούς της, προτού προλάβουν οι περισσότεροι να το πλήξουν.

     Εσύ, όμως, παραδίδεις, σύμφωνα με τη φυσική τάξη, στη γη, από την οποία προέρχεται, το χώμα και τη λιγοστή γήινη ύλη του σώματός σου· ή, μάλλον, για να πω την αλήθεια, ούτε αυτό. Γιατί ήδη από την επίγεια ζωή σου, με την απαλλαγή από τα πάθη και την πνευματική καθαρότητα, είχες ενώσει το σώμα σου με την ψυχή μέσω του Αγίου Πνεύματος, καθιστώντας ολόκληρη την ύπαρξή σου ναό ικανό να δεχθεί τον Θεό. Και αφού, με τη συμμετοχή σου στο Πάθος του Χριστού και με το αίμα που χύθηκε για χάρη Εκείνου, είχες τελικά αποκτήσει ολόκληρος την ομοιότητα με ολόκληρο τον Χριστό και είχες ενωθεί βαθιά μαζί Του, έχοντας γίνει ολόκληρος υιός του Θεού και θεός κατά χάρη μέσα στο Άγιο Πνεύμα, ακόμη και μετά τον φυσικό χωρισμό της ψυχής από το σώμα και τη λύση των δεσμών τους, μας αφήνεις το σώμα σου υπερφυώς γεμάτο από το θείο Πνεύμα. Μας το αφήνεις ως αθάνατη κληρονομιά, ως θησαυρό ανεκτίμητο, ως πλούτο που ποτέ δεν εξαντλείται. Και με τα ποικίλα θαύματα και σημεία, με τη δύναμη των θαυματουργικών ενεργειών και ιδιαίτερα με αυτές τις καινοφανείς και υπεράνω κάθε ανθρώπινης εξήγησης πηγές μύρου, διακηρύσσεις καθημερινά σε όλους, σαν να μιλούσες με αναρίθμητες γλώσσες και στόματα, τη θεία χάρη που κατοικεί μέσα σου και την εξαίσια ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

    Και ενώ βρίσκεσαι πλέον εκεί, στον ουρανό, κατά το πνεύμα και λάμπεις ξεχωριστά μέσα στον χορό των μαρτύρων, μαζί με τον  απόστολο Πέτρο, τον απόστολο Παύλο και τη συνοδεία των αγίων που συνδέονται μαζί τους, και ενώ στέκεσαι μαζί με τους αγγέλους, σαν άλλος ήλιος, ενώπιον του τρισηλίου Θεού και Δεσπότη, του Θεού που υμνείται ως τρισήλιο φως, όπως μαρτυρούν οι θείοι λόγοι, δεν μας προσφέρεις μόνο τις θαυμαστές ευεργεσίες σου εδώ στην επίγεια ζωή· μας απαλλάσσεις διαρκώς από κάθε είδους ασθένειες και ανίατα πάθη, από βαρβάρους, πολέμους, φόνους και κάθε ολέθρια έξη και φθορά. Αλλά, πέρα από  όλα αυτά, προσφέρεις και πάλι τον ίδιο σου τον εαυτό, όπως ακριβώς και προηγουμένως, για χάρη μας και για την προστασία και τη σωτηρία των ανθρώπων που θα ζήσουν μετά από εμάς, και συγκρατείς τη δίκαιη οργή που έρχεται από ψηλά ως θεία κρίση και την πανωλεθρία που ορμά με σφοδρότητα εναντίον μας.

       Και απευθύνεσαι στον Θεό μέσω των αγγέλων που εμφανίστηκαν, λέγοντας με διάθεση αυτοπροσφοράς: «Αν συγχωρήσεις την αμαρτία, συγχώρησέ την· διαφορετικά, ας συμπεριληφθώ κι εγώ μαζί με αυτούς. Γιατί, αν αυτοί αφανιστούν ολοκληρωτικά, αν δηλαδή χαθούν οι άνθρωποι για τους οποίους μεσιτεύω, δεν θα μπορούσα ποτέ να θελήσω να αποφύγω εγώ την φθορά, τη θεία οργή και τον κίνδυνο που μας απειλεί όλους, εγκαταλείποντάς τους στην τύχη τους και επιδιώκοντας να σωθώ μόνος μου. Γιατί, αν αυτοί αφανιστούν ολοκληρωτικά, εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να θελήσω να γλιτώσω από την καταστροφή, τη θεία οργή και τον κίνδυνο που μας απειλεί όλους. Κάτι τέτοιο δεν είχε καταστεί δυνατό ούτε στον μέγα Αβραάμ, όταν παλαιότερα στάθηκε ενώπιον του Θεού και Τον ικέτευσε επί μακρόν για τα Σόδομα [Γέν. 18,23-33. –[[Επεξηγηματική σημείωση για τη μεσιτεία του Αβραάμ: Ο Θεός υποσχέθηκε στον Αβραάμ ότι δεν θα κατέστρεφε τα Σόδομα, εφόσον βρίσκονταν εκεί έστω δέκα δίκαιοι (Γέν. 18,32). Ωστόσο, η πόλη τελικά καταστράφηκε, γεγονός που δείχνει ότι δεν εκπληρώθηκε η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Επομένως, η ικεσία του Αβραάμ δεν απορρίφθηκε, αλλά δεν οδήγησε τελικά στη διάσωση της πόλης]]]· ούτε θα είχε επιτραπεί στον Νώε, στον Δανιήλ και στον Ιώβ, αν είχαν προσευχηθεί για τους δικούς τους, σύμφωνα με όσα διακηρύσσει ο Θεός στην Αγία Γραφή [Ιεζ. 14,14 : «Καὶ ἐὰν ὦσιν οἱ τρεῖς ἄνδρες οὗτοι ἐν μέσῳ αὐτῆς, Νῶε καὶ Δανιὴλ καὶ Ἰώβ, αὐτοὶ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ αὐτῶν σωθήσονται, λέγει Κύριος (:Ακόμη κι αν μέσα στη χώρα αυτήν υπήρχαν οι τρεις ευσεβείς άνδρες, ο Νώε, ο Δανιήλ και ο Ιώβ, θα σώζονταν μόνο οι ίδιοι από την πείνα. Η αρετή τους δεν θα μπορούσε να σώσει τη χώρα από την τιμωρία της», λέει ο Κύριος)» και Ιεζ. 14,18 : «Καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες οὗτοι ἐν μέσῳ αὐτῆς, ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, οὐ μὴ ῥύσωνται υἱοὺς οὐδὲ θυγατέρας, ἀλλ’ ἢ αὐτοὶ μόνοι σωθήσονται (:Τότε λοιπόν, ακόμη κι αν ζούσαν μέσα στη χώρα αυτή οι τρεις αυτοί ευσεβείς άνδρες, σας ορκίζομαι στη ζωή μου», λέει ο Κύριος, «ότι δεν θα μπορούσαν να σώσουν ούτε τους γιους τους ούτε τις κόρες τους. Θα έσωζαν μόνο τον εαυτό τους)»]».

     Έτσι διατηρείς αθάνατη εκείνη την αρχική σου στάση υπεράσπισής μας, την βαθιά αγάπη σου και τον στενό δεσμό της ψυχής σου μαζί μας, που δεν έπαψαν ούτε μετά το μαρτύριό σου. Και όχι μόνο τα διατηρείς, αλλά τα ενισχύεις ακόμη περισσότερο με τις δικές σου πνευματικές αναβάσεις και με την πνευματική εγγύτητα και κοινωνία σου με τον Θεό. Επομένως, όσοι μπορούν να κατανοήσουν σωστά αυτά τα πράγματα, είναι σε θέση να αντιληφθούν πόσο σπουδαίος συμφιλιωτής και μεσίτης μας είσαι ενώπιόν Του, ιδιαίτερα για τα πρώτα και σπουδαιότερα αγαθά που αφορούν την ψυχή και την πραγματικά πρωταρχικής σημασίας σωτηρία της, που υπερέχει από κάθε πρόσκαιρη ωφέλεια. Με αυτόν τον τρόπο αντανακλάς και πάλι προς εμάς τη θεία αγάπη και φιλανθρωπία και μιμείσαι τον Χριστό με όλες τις δυνάμεις της ψυχής σου.

    Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όπως λέει ο θαυμαστός Ησαΐας, οδηγήθηκε στον θάνατο για τις ανομίες μας[Ησ. 53,8 : «Ἐν τῇ ταπεινώσει ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν τοῦ λαοῦ μου ἤχθη εἰς θάνατον (:Με το ταπεινωτικό Του πάθος καταπατήθηκε το δίκιο Του, καταδικάστηκε άδικα· ύστερα όμως από τον άδικο θάνατό Του, ποιος θα μπορέσει να ανακαλύψει την καταγωγή του ή να μιλήσει για τους πνευματικούς απογόνους του; Διότι Του αφαιρέθηκε βίαια η ζωή από τη γη, οδηγήθηκε σε άδικο θάνατο για τις αμαρτίες του λαού μου)»], πληγώθηκε εξαιτίας των δικών μας πληγών και «κατάρα γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν»[βλ. παρακάτω Γαλ.3,13] υπέφερε για τις αμαρτίες και τις ασθένειές μας, αναλαμβάνοντας ο Ίδιος τα βάρη της ανθρώπινης αμαρτίας και οδύνης[Ησ. 53,5 : «Αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ’ αὐτόν, τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν(:Αυτός, όμως, τραυματίσθηκε για τις δικές μας αμαρτίες και ταλαιπωρήθηκε για τις δικές μας ανομίες. Για τη δική μας ειρήνη και σωτηρία έπεσε πάνω Του αυτή η τιμωρία. Με την πληγή Του θεραπευθήκαμε εμείς)»]. Και, σύμφωνα με τον μακάριο Παύλο, έγινε επικατάρατος για χάρη μας, για να μας απαλλάξει από την κατάρα, δηλαδή να μας ελευθερώσει από τις συνέπειες της αμαρτίας[Γαλ. 3,13 : «Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου(:Κι από την κατάρα αυτήν του Νόμου, μάς εξαγόρασε ο Χριστός. Και ως λύτρα για την εξαγορά μας αυτήν κατέβαλε το ότι έγινε ο Ίδιος επικατάρατος για χάρη μας. Και έγινε επικατάρατος, διότι κρεμάστηκε στον σταυρό. Και είναι γραμμένο: ‘’Επικατάρατος να είναι όποιος κρεμιέται και πεθαίνει πάνω στο ξύλο’’)»].

     Επιπλέον, σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας, προηγήθηκε ως πρόδρομός μας και εισήλθε στον ουρανό και με την ανθρώπινη φύση Του, την οποία προσέλαβε με την ενανθρώπησή Του, για να παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και Πατέρα , όπως λέει ο ίδιος απόστολος[Εβρ. 6,20 : «Ὃπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα (:Εκεί, στον ουρανό, ως πρόδρομος μπήκε ο Ιησούς πριν από μας και για χάρη μας, για να μας ανοίξει τον δρόμο και για να μας ετοιμάσει τόπο. Και έτσι αναδείχθηκε αρχιερέας όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος, κατά την τάξη Μελχισεδέκ)» και Εβρ. 9,24 : «Οὐ γὰρ εἰς χειροποίητα ἅγια εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν (:Διότι ο Χριστός δεν μπήκε σε Άγια Αγίων που έκτισαν άνθρωποι και αποτελούν απομίμηση και εικόνα των αληθινών Αγίων˙ αλλά μπήκε στον ίδιο τον ουρανό, για να παρουσιαστεί τώρα μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και να πρεσβεύει για μας)»]. Και εξακολουθεί να μεσιτεύει προς Αυτόν ως άνθρωπος για εμάς και για τη σωτηρία μας, φανερώνοντας ότι η σωτηριώδης μέριμνά Του για το ανθρώπινο γένος παραμένει αδιάκοπη.

     Έτσι, λοιπόν, ο Χριστός, που προηγουμένως δέχθηκε το ποτήριο του θανάτου, υπομένοντας το Πάθος για τη σωτηρία των ανθρώπων, κατανίκησε με τη δική Του θεϊκή δύναμη τον τύραννο, δηλαδή τον διάβολο. Έδεσε τον ισχυρό και άρπαξε τα υπάρχοντά του, αφαιρώντας του την εξουσία που είχε αποκτήσει επάνω στους ανθρώπους[Ματθ. 12,29 : «Πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει (:Ή – αν δεν σας πείθει η απόδειξη αυτή – σας ρωτώ: Πώς μπορεί κάποιος να μπει στο σπίτι του δυνατού διαβόλου και να αρπάξει τους δαιμονισμένους, που τους κατέχει σαν άψυχα σκεύη, εάν δεν κατανικήσει και δεν δέσει πρωτύτερα τον ισχυρό; Και τότε θα διαρπάσει το σπίτι του. Η δύναμη του διαβόλου, λοιπόν, όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με Εμένα, αλλά αντίθετα κατανικήθηκε και εκμηδενίστηκε από τη δύναμή μου)»]. Και πραγματοποίησε μια υπερφυσική λεηλασία και διανομή των αποκτημάτων της αρπαγής και της πλεονεξίας, των άδικων θησαυρών και του πλούτου εκείνου, εικόνα που παραπέμπει στην απελευθέρωση όσων κρατούνταν κάτω από την τυραννική εξουσία του διαβόλου.

    Και ο ενάρετος και θαυμαστός Δημήτριος, αφού μιμήθηκε όλα αυτά, ακολουθώντας το παράδειγμα της θυσίας και της σωτηριώδους αγάπης του Χριστού, όπως ήδη είπα, έγινε για εμάς σωτήρας και Χριστός, ως μιμητής και μέτοχος της χάρης Του. Δεν θα διστάσω μάλιστα να πω ότι ονομάστηκε ακόμη και θεός και υιός Θεού, όχι κατά φύση, αλλά κατά χάρη, μετά τον πρώτο και μοναδικό Σωτήρα και Θεό κατά φύση, δηλαδή τον Χριστό. Και ο ίδιος, όπως ανέφερα, όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, πρόσφερε τη ζωή του για χάρη της θείας αγάπης και εκείνων που αγαπούσε, επισφραγίζοντας με το μαρτύριό του την αγάπη του προς τον Θεό και τους ανθρώπους [Ιω. 15,13 : «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ(:Μεγαλύτερη αγάπη προς τους φίλους του κανείς δεν έχει απ’ αυτήν, δηλαδή από το να προσφέρει και να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη των φίλων του)»].

   Και όταν πλέον αναχώρησε προς τον Χριστό και τη θαυμαστή ουράνια κατοικία και μερίδα που του αναλογεί, μετά την ολοκλήρωση του μαρτυρίου του, δεν εγκατέλειψε τη φροντίδα του για εμάς. Παραμένει αδιάκοπα και ολοκληρωτικά στραμμένος προς τον Θεό για χάρη μας, μεσιτεύοντας για τη σωτηρία και την προστασία μας, και μας προσφέρει καθημερινά, με αφθονία και με τρόπο υπερφυσικό, και τα υπόλοιπα αγαθά που απορρέουν από τους αγώνες του, ως καρπούς της μαρτυρικής του θυσίας. Έτσι, γίνεται ποταμός χαρίτων και θάλασσα αγαθών, πηγή αμέτρητων θεϊκών δωρεών, όχι μόνο για τους δικούς του συντρόφους και συμπολίτες, τους ανθρώπους με τους οποίους συνδεόταν κατά την επίγεια ζωή του, αλλά πλέον και για όλους όσοι καλούνται από τον Χριστό σε ολόκληρη τη γη, χωρίς γεωγραφικούς ή τοπικούς περιορισμούς. Έτσι, ο άγιος Δημήτριος δεν είναι πλέον μόνο πολίτης και οικιστής, υπερασπιστής και φύλακας, σωτήρας και θεραπευτής της ένδοξης Θεσσαλονίκης και των γειτονικών περιοχών και πόλεων, αλλά και πάρα πολλών άλλων, σχεδόν όλων των πόλεων, καθώς η προστασία και η ευεργετική του παρουσία εκτείνονται πολύ πέρα από τα όρια της ιδιαίτερης πατρίδας του.

    Συγκεντρώνει στο πρόσωπό του όλες αυτές τις ιδιότητες, ενώ οι πιστοί τον αναγνωρίζουν ως προστάτη και ευεργέτη τους. Και από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, για να χρησιμοποιήσω και εδώ τα λόγια του θεόπνευστου Δαβίδ, το όνομά του είναι άξιο ύμνου και επαίνου, φανερώνοντας την οικουμενική διάδοση της τιμής του[Ψαλμ. 112,3 : «Ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν αἰνετὸν τὸ ὄνομα Κυρίου(:Από εκεί που ανατέλλει ο ήλιος μέχρι εκεί που δύει, σ’ όλη τη γη, ας ανυμνείται κι ας δοξάζεται το όνομα του Κυρίου)»].

     Αυτά, λοιπόν, τα πνευματικά αγαθά και όσα άλλα είναι παρόμοια με αυτά, εσύ, άγιε Δημήτριε, που είσαι κατεξοχήν δικός μου και για όλους προστάτης, σωτήρας και κύριος, τα προσφέρεις αδιάκοπα, όπως ακριβώς έλεγα, αναβλύζοντάς τα με αφθονία μεγαλύτερη από κάθε άλλη πηγή. Και για τα αθάνατα εκείνα νερά της ουράνιας ζωής και τα αιώνια αγαθά, εσύ, εν Χριστώ και μαζί με τον Χριστό, είσαι κατεξοχήν ικανός να προετοιμάζεις τους πιστούς για τη μετοχή τους σε αυτά, να μεσιτεύεις γι' αυτούς και να μεριμνάς για τη διαχείριση και τη χορήγησή τους. Εσύ που, ως ισάγγελος, ζεις και στον ουρανό μαζί με τους αγγέλους και μετέχεις στην ουράνια πολιτεία τους [Λουκ. 20,36 : «Οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες(: Διότι οι άνθρωποι εκεί, στην ουράνια αιώνια κατοικία και ζωή, πλέον δεν θα είναι δυνατόν να πεθάνουν, αφού θα έχουν φύση άφθαρτη και αθάνατη, όπως οι άγγελοι, και θα είναι υιοί του Θεού. Διότι τα σώματά τους δεν θα προέρχονται από σαρκική γέννηση, αλλά θα ξαναγεννηθούν με την ανάσταση, που θα πραγματοποιήσει η άμεση επέμβαση το  Θεού και όχι η παρέμβαση σαρκικών γονέων)»], μεριμνάς για τους δικούς σου, προετοιμάζοντας γι' αυτούς την πολυύμνητη βασιλεία των ουρανών και τις αιώνιες εκείνες κατοικίες [Ιω. 14,2 : «Ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν (:Στην επουράνια οικία του Πατρός μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής, αρκετοί για να δεχθούν και σας και όλους τους πιστούς. Γι'αυτό, λοιπόν, να έχετε πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό. Εάν δεν υπήρχαν πολλοί τόποι διαμονής στον ουρανό, θα σας το έλεγα. Αλλά υπάρχουν. Κι εγώ τώρα πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο. Διότι , για να ανοιχθεί η είσοδος του ουρανού στους ανθρώπους, είναι απαραίτητη η θυσία μου και η μεσιτεία μου. Και γι’ αυτό πρέπει να πιστεύετε και σε Εμένα)»], μαζί με κάθε αγαθό· η φροντίδα σου, όμως, δεν περιορίζεται στην ουράνια ζωή, αλλά στρέφεται και προς εμάς που βρισκόμαστε ακόμη εδώ.

     Με όλα αυτά, πέρα από όσα έχουν ήδη ειπωθεί, μας διδάσκεις το υπέροχο και υπερφυές μεγαλείο της υψηλής αγάπης και μας φανερώνεις ότι αυτή ακριβώς, και τίποτε άλλο, αποτελεί τη γνήσια μίμηση του θεϊκού προτύπου και την ακριβή επιστροφή του ανθρώπου στην αρχική εικόνα και στο καθ’ ομοίωσιν του Θεού[Γέν.1,26-27: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν […]Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς»] · ότι αυτή είναι η απαλλαγή της ψυχής από τα πάθη, η εσωτερική ειρήνη, η κατοίκηση του Θεού μέσα στον άνθρωπο και η θέωση [βλ. Ιω. 14,23 : «Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν(:Του αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς: ‘’Η εμφάνιση για την οποία σας μιλάω θα είναι εσωτερική και πνευματική, μέσα στην ψυχή κάθε πιστού που θα είναι αφοσιωμένος σε Εμένα. Όποιος δηλαδή με αγαπά, θα φυλάξει τον λόγο μου, και ο Πατήρ θα τον αγαπήσει, και θα έλθουμε σε Αυτόν Εγώ και ο Πατέρας μου και θα κατοικήσουμε μόνιμα μέσα του μεταβάλλοντας την καρδιά του σε έμψυχο και ζωντανό ναό μας’’)»]· και ότι αυτή αποτελεί τις ύψιστες και υπερφυσικές απαρχές και τα θαυμαστά προοίμια της μελλοντικής μετοχής του ανθρώπου στη Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας μέτοχοι είθε όλοι μας να αξιωθούμε να γίνουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

                 ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

                μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ

·        «Φιλοθέου, πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον», Μακεδονικά, τόμ. 2 (1951), σ. 556–582: https://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_02/ekd_pemk_02_laourdas.pdf?utm

·       Δ. Γ. Τσάμης (έκδ.), Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κοκκίνου Ἁγιολογικὰ Ἔργα, Α΄: Θεσσαλονικεῖς Ἅγιοι, σειρά «Θεσσαλονικεῖς Βυζαντινοὶ Συγγραφεῖς», αρ. 4, Κέντρον Βυζαντινῶν Ἐρευνῶν Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1985.

·       Δ. Γ. Τσάμης, «Φιλοθέου Κοκκίνου, εγκώμιο στον άγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο τον Μυροβλήτη», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., 26 (1981), σ. 49–83.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.

·       Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com