18 Φεβ 2026

Ανακρίσεις στις φυλακές της NKVD (Απὸ τις σημειώσεις ενὸς πρώην κρατουμένου στα Σολόβκι)

ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΒΣΚΙ

Ανακρίσεις στις φυλακές της  NKVD

(Ἀπὸ τὶς σημειώσεις ἑνὸς πρώην κρατουμένου στὰ Σολόβκι)

Ἡ ἀνάκριση στὴν ΕΣΣΔ ἔχει δύο πλευρές. Ἡ μία εἶναι ἡ προφορικὴ συνομιλία τοῦ ἀνακριτῆ μὲ τὸν κρατούμενο. Ἡ ἄλλη εἶναι τὸ ἐπίσημο γραπτὸ ἔγγραφο, τὸ πρωτόκολλο τῆς ἀνάκρισης, ὑπογεγραμμένο ἀπὸ τὸν κατηγορούμενο.

Τυπικὰ ἡ νομικὴ πλευρὰ στὴν ΕΣΣΔ παρουσιάζεται συχνὰ ἄψογη. Ἀπὸ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀνακρίσεων φαίνονται τὰ πάντα: καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς κατηγορίας, καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς ἔρευνας, καὶ τὸ περίπλοκο δίκτυο τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων, καὶ τέλος, ἡ ἀποκάλυψη, ἡ ἐνοχοποίηση τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ὁμολογία του, ἐπικυρωμένη μὲ τὴν ὑπογραφή του. Μετὰ ἡ καταδίκη καὶ ἡ ποινή. Ὅλα εἶναι αὐστηρὰ νόμιμα, βάσει τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα καὶ τοῦ Συντάγματος.

Τίποτε ἄλλο δὲν φαίνεται. Δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἴχνη συνομιλιῶν, οὔτε ἴχνη βασανιστηρίων. Οἱ συνομιλίες γίνονται κατ’ ἰδίαν· τὰ βασανιστήρια – χωρὶς μάρτυρες. Οἱ «σοβαροὶ» ἐγκληματίες στὶς σοβιετικὲς φυλακὲς πεθαίνουν πάντα. Κρατοῦνται σὲ κελιά ἀπομόνωσης, ἀνακρίνονται τὴ νύχτα, «ἐκκαθαρίζονται» πρὶν τὴν αὐγή. Οἱ σκοτεινοὶ διάδρομοι τοῦ DPZ (Σπίτι Προσωρινῆς Κράτησης) τῶν «Κρεστὺ» καὶ τῶν «Μπουτύρκα» (φυλακὲς στὸ Λένινγκραντ καὶ τὴ Μόσχα) – σιωποῦν. Τὸ βοηθητικὸ προσωπικὸ τῶν δεσμοφυλάκων εἶναι προσεκτικὰ ἐπιλεγμένο καὶ ἐπίσης γνωρίζει πῶς νὰ σιωπᾷ.

Γιὰ μένα, ὡς ψυχίατρο, εἶχε ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον νὰ παρατηρῶ τοὺς τύπους τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν δεσμοφυλάκων. Εἶναι αὐστηρὰ ἐπιλεγμένοι. Μεταξύ τους ἡ πλειονότητα εἶναι ψυχοπαθεῖς: ἐπιληπτοειδεῖς, παρανοϊκοί, σχιζοειδεῖς. Πολλοὶ εἶναι σαδιστὲς καὶ ἠθικὰ ὑπολειμματικοί.

Ἡ ἀνάκριση στὴν ΕΣΣΔ εἶναι ἕνα ἐντελῶς ἰδιαίτερο εἶδος ἀθλήματος γιὰ τὸν ἀνακριτὴ καὶ πάντα ἕνα βασανιστήριο (σωματικὸ ἢ ψυχικὸ) γιὰ τὸν κατηγορούμενο.

…Ὁ ξαφνικὸς κρότος καὶ τὸ γδούπισμα τῆς κλειδαριᾶς ποὺ ἀνοίγει, συνήθως τὴ νύχτα, τὰ δυνατὰ βαριὰ βήματα τοῦ δεσμοφύλακα ποὺ εἰσέρχεται, τὶς περισσότερες φορὲς μὲ ἕνα κομμάτι χαρτὶ στὸ χέρι, ἡ σκόπιμη σιωπὴ γιὰ μερικὰ δευτερόλεπτα, μετὰ τὸ κάλεσμα μὲ τὸ ἐπώνυμο καὶ ἡ πρόσκληση: «ἔλα, ἔλα»… Ποῦ, γιατί, γιὰ ποιὸν λόγο – ποτὲ δὲν λέγεται… Καὶ ἔπειτα, τὸ βιαστικὸ ντύσιμο, ὑπὸ τὸ ἀνυπόμονο κέντρισμα: «ἔλα, ἔλα», καὶ ἡ πορεία τοῦ δεσμοφύλακα μπροστὰ μέσα ἀπὸ ἀτέλειωτα μακριοὺς διαδρόμους καὶ σκάλες, ὅλο καὶ πιὸ κάτω, ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὰ ὑπόγεια καὶ… στὴν κόλαση.

Μπαίνεις στὸ γραφεῖο τοῦ ἀνακριτῆ, κάθεσαι στὴν καρέκλα. Ἀρχίζει ἡ «κουβέντα». Στὴν ἀρχὴ ἀπὸ μακριά. Συχνὰ γιὰ οὐδέτερα θέματα. Μὲ χαμηλή, «ἐγκάρδια» φωνή. Ἡ ὄρεξη ἔρχεται τρώγοντας. Ὁ ἀνακρινόμενος βρίσκεται στὴν πλήρη ἐξουσία τοῦ ἀνακριτῆ. Καὶ οἱ δύο τὸ γνωρίζουν: ὁ ἕνας μὲ τρόμο, ὁ ἄλλος μὲ εὐχαρίστηση.

Ἔζησα πολλὲς ἀνακρίσεις. Ὑπῆρξαν πολλὲς «κουβέντες» καὶ βασανιστήρια. Τὸ νὰ τὰ θυμᾶμαι καὶ νὰ τὰ περιγράφω σημαίνει νὰ ξαναζῶ τοὺς περασμένους ἐφιάλτες. Μοῦ εἶναι πολὺ δύσκολο καὶ ἐπώδυνο. Ἀλλὰ καὶ λέξεις γιὰ νὰ τὰ μεταφέρω δὲν ὑπάρχουν. Ὑπῆρχαν σκέψεις, συναισθήματα, τρομακτικὲς ἐντυπώσεις, ἀλλὰ οἱ λέξεις δὲν ἀποτυπώθηκαν μὲ ἀκρίβεια. Μερικὲς φορὲς φαίνεται ὅτι λέξεις, ἴσως, νὰ μὴν ὑπῆρχαν καν, ὑπῆρχαν μόνο συγκρούσεις ψυχῶν. Δύσκολα θυμᾶται μία βιασμένη κοπέλα τὶς λέξεις καὶ τὶς λεπτομέρειες ποὺ συνέβησαν κατὰ τὴν κακοποίησή της. Ἔτσι κι ἐδῶ. Ὁ βιασμὸς τῆς ψυχῆς δὲν ἐπιδέχεται περιγραφή. Εἶναι εὐκολότερο νὰ μιλήσω ὄχι γιὰ μένα, ἀλλὰ γιὰ κάποιον ἄλλον. Αὐτὸ ψυχολογικὰ θὰ εἶναι πιὸ σωστὸ καὶ πιὸ ἀληθινό.

Κάποτε ἔφεραν στὸ κελί μου ἕναν καινούργιο κρατούμενο. Ὑψηλοῦ ἀναστήματος, μὲ ἔξυπνο καὶ ἀρρενωπὸ πρόσωπο. Πιάσαμε τὴν κουβέντα. Ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν καθηγητὴς σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνώτατα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα τῆς πρωτεύουσας. Κατηγοροῦνταν γιὰ «δολιοφθορά» καὶ «οἰκονομικὴ ἀντεπανάσταση» βάσει τοῦ ἄρθρου 58, παράγραφος 7. Εἶχε τοποθετηθεῖ ἀρχικὰ σὲ κοινὸ κελί, καὶ μετὰ τὴν πρώτη κιόλας ἀνάκριση, μεταφέρθηκε σὲ «διπλό» (κελὶ ἀπομόνωσης ποὺ εἶχε μετατραπεῖ, λόγῳ ἔλλειψης χώρου, σὲ κελὶ γιὰ δύο), ὅπου βρισκόμουν ἐγώ.

Ἐνδιαφέρων συνομιλητής, θαρραλέος ἄνθρωπος, σπουδαῖος ἐπιστήμονας οἰκονομολόγος, ποὺ ἐνδιαφερόταν γιὰ ζητήματα φιλοσοφίας, λογοτεχνίας, μουσικῆς, μοῦ κίνησε ἀμέσως τὸ ἐνδιαφέρον, μὲ χαροποίησε καὶ μὲ γοήτευσε. Προφανῶς, ἀρέσαμε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Τὴν ἑπόμενη μέρα τὸ πρωὶ σηκώθηκε λέγοντας:

– Ἡ πρώτη δυσάρεστη σκέψη ὅτι βρίσκομαι στὴ φυλακή, ἐξαφανίστηκε γρήγορα ὑπὸ τὴν ἐντύπωση τῆς ἑπόμενης σκέψης, ὅτι σήμερα μποροῦμε νὰ μιλήσουμε τόσο πολὺ καὶ τόσο ἐνδιαφέροντα μαζί σας.

Μετὰ ἀπὸ δύο ἀκόμη μέρες εἴμαστε ἤδη φίλοι.

Πρόσφατα ἔμεινα χῆρος, μοῦ διηγήθηκε τὸ βιογραφικό του.

– Ἔχω δύο ὑπέροχα παιδιά – ἕνα κορίτσι καὶ ἕνα ἀγόρι, 16 καὶ 15 ἐτῶν. Τὸ κορίτσι (ποὺ πάσχει ἀπὸ φυματίωση τῆς σπονδυλικῆς στήλης) εἶναι ἕνα πλάσμα ἐντελῶς ἐξωπραγματικό. Βαθιὰ μυστικιστικά-θρησκευόμενη, πολὺ ταλαντούχα, ζωγραφίζει ὑπέροχα. Τὸ ἀγόρι εἶναι ἱππότης· λατρεύει τὴν ἀδελφή του μὲ συγκινητικὸ τρόπο. Σὲ αὐτὸν συνδυάζονταν μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἡ πρακτικὴ φλέβα (πρόκειται γιὰ ἕναν μελλοντικὸ ταλαντοῦχο μηχανικὸ) μὲ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴ μουσική… Ὅταν μὲ συνέλαβαν, κρεμάστηκαν καὶ οἱ δύο ἀπὸ τὸν λαιμό μου καὶ δὲν ἤθελαν νὰ μὲ ἀφήσουν… Ὅταν οἱ δύο ἀνακριτές, ποὺ ἦρθαν γιὰ τὴν ἔρευνα καὶ τὴ σύλληψη, τοὺς ἔπιασαν ἀπὸ τὰ χέρια – ἐκεῖνα ὑπάκουσαν μὲ ἕναν βουβὸ τρόμο στὰ μάτια. Ὁ γιὸς ἀποτραβήχτηκε σὲ μιὰ γωνιά, ἐνῷ ἡ κόρη ἔβγαλε ἀπὸ τὸν λαιμό της τὸν σταυρὸ καὶ τὸν φόρεσε σὲ μένα. Δυστυχῶς, αὐτὸν τὸν σταυρὸ μοῦ τὸν ἅρπαξαν κατὰ τὴν εἰσαγωγή μου στὴ φυλακή…

Γιὰ τί σᾶς κατηγοροῦν; τὸν ρώτησα.

– Γιὰ τὸ ὅτι δῆθεν, κατόπιν κάποιων ἐντολῶν ἀπὸ κάποιο κέντρο, ἀσκοῦσα κάποια «δολιοφθόρα δραστηριότητα», ὅτι ἤμουν «οἰκονομικὸς ἀντεπαναστάτης» στὶς διαλέξεις μου στὸ πανεπιστήμιο.

Πέστε μου, παρακαλῶ, μὲ ρώτησε κι ἐκεῖνος μὲ τὴ σειρά του, – ἀφοῦ ἐσεῖς βρίσκεστε ἤδη καιρὸ ἐδῶ μέσα, εἶστε ἔμπειρος κρατούμενος… Δὲν μπορεῖτε νὰ μοῦ πεῖτε κάτι γιὰ τὶς «μεθόδους ἐπηρεασμοῦ» στὶς ἀνακρίσεις;..

Ναί, εἶμαι καιρὸ μέσα, ἀπάντησα. – Στὴν ἀρχὴ ἔμεινα ἐννέα μῆνες, μετὰ στάλθηκα σὲ στρατόπεδο συγκέντρωσης, ὅπου παρέμεινα δύο μισή χρόνια, καὶ μετὰ ἀπὸ τὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταφέρθηκα «μὲ εἰδικὴ συνοδεία» ξανά στὸ Λένινγκραντ καὶ νὰ ποὺ βρίσκομαι σὲ αὐτὸ ἐδῶ τὸ DPZ σχεδὸν ἕναν χρόνο… Μὲ βασάνισαν πολὺ καὶ μὲ κακοποίησαν ἐπειδὴ εἶμαι θρησκευόμενος ἄνθρωπος καὶ δὲν μπόρεσα νὰ ἀποδεχθῶ τὴν περίφημη διακήρυξη τοῦ μητροπολίτη Σεργίου καὶ τῆς σοβιετικῆς ἐκκλησίας… Ἔζησα πάρα πολλά, ἀλλὰ τὸ πιὸ βαρὺ εἶναι ἡ ἐικονικὴ ἐκτέλεση, καὶ κατόπιν ἡ ἑξάμηνη παραμονὴ σὲ σκοτεινὸ πειθαρχεῖο… Με ρωτᾶτε ποιὲς εἶναι οἱ μέθοδοι «ἐπηρεασμοῦ» τους; Θὰ τὸ πῶ εὐθέως – ἀποτρόπαιες καὶ φρικτές, μερικές φορές ἐντελῶς ἀνυπόφορες… Τώρα πιὰ δὲν μοῦ πάει ἡ καρδιὰ νὰ κατηγορήσω ἐκείνους ποὺ πρόδωσαν φίλους μὲ τὶς καταθέσεις τους, ἢ ἀκόμη καὶ ἐκείνους ποὺ τοὺς συκοφάντησαν…

Θὰ δοῦμε, εἶπε ὁ καθηγητὴς Β. σκεφτικός. – Ἂς μὲ σκοτώσουν, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπογράψω πρωτόκολλο, ἂν αὐτὸ εἶναι ψέμα

Τὸ βράδυ τὸν κάλεσαν γιὰ ἀνάκριση. Ὅλη τὴ νύχτα δὲν κοιμήθηκα καὶ ἀνησυχοῦσα γι’ αὐτόν. Τὸ πρωὶ τοῦ ἄφησα ζεστὸ νερὸ καὶ ψωμί. Τὸ μεσημέρι τοῦ ἄφησα τὸ γεῦμα, τὸ βράδυ – τὸ δεῖπνο. Ἀλλὰ δὲν ἦρθε… Πέρασε ἡ δεύτερη, ἡ τρίτη, ἡ τέταρτη, ἡ πέμπτη μέρα… Τὸ παλτό του ἦταν κρεμασμένο στὴν κρεμάστρα. Κάθε ὥρα περίμενα ὅτι θὰ ἔρθουν νὰ πάρουν τὰ πράγματά του: αὐτὸ θὰ σήμαινε ὅτι δὲν βρισκόταν πιὰ στὴ ζωή… Τὸ πρωὶ τῆς ἕκτης μέρας τὸν ἔφεραν ἀπὸ τὴν ἀνάκριση. Δὲν τὸν ἀναγνώρισα. Τὸ πρόσωπο ἦταν πρησμένο, πράσινο. Τὰ πόδια εἶχαν οἰδήματα σὰν κορμοί. Ἦρθε μόλις μετακινώντας τὰ πόδια του καὶ στὰ χέρια κρατοῦσε τὰ παπούτσια του. Τὸν εἰσήγαγαν δύο δεσμοφύλακες. Πίσω τους ἐρχόταν ὁ ἀρχίατρος, ὁ δόκτωρ Ἀρόνκιν, ἕνας νεαρὸς Ἑβραῖος.

Τοῦ ἐπιτρέπω νὰ ξαπλώνει κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, εἶπε ὁ γιατρός.

Κατέβασαν τὸ κρεβάτι καὶ ὁ καθηγητὴς Β. ξάπλωσε. Οἱ δεσμοφύλακες ἔφυγαν. Ἀποδείχθηκε ὅτι τὸν βασάνισαν μὲ «ὀρθοστασία» (κι ἐγὼ ὁ ἴδιος κάποτε «στάθηκα» 36 ὧρες). Ὅταν ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει τὸ πρωτόκολλο, τὸ ὁποῖο ἦταν ἐξ ολοκλήρου ἐπινόηση τοῦ ἀνακριτῆ, τὸν ἔβαλαν σὲ μιὰ γωνία καὶ τοῦ εἶπαν:

– Σταθεῖτε καὶ σκεφτεῖτε, ἴσως θυμηθεῖτε.

Μετὰ ἀπὸ ἕξι ὧρες τὸν ρώτησαν – μήπως θυμήθηκε ἐκεῖνα ποὺ εἶναι γραμμένα στὸ πρωτόκολλο; Καὶ ἔτσι πέρασαν πέντε μερόνυχτα. Τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ πηγαίνει στὴν τοουαλέτα καὶ νὰ πίνει νερό. Κάθε 6-8 ὧρες τὸν ρωτοῦσαν, μήπως θυμήθηκε; Ἢ στέκεσαι, ἢ θυμᾶσαι… Τὸν ἀπείλησαν ὅτι ἡ ἄρνηση τῆς ὀρθοστασίας θὰ τιμωρηθεῖ σκληρὰ μὲ πειθαρχεῖο. Κι ἐκεῖνος στεκόταν, στεκόταν, ἀποκοιμιόταν, ξυπνοῦσε, πάλι στεκόταν. Πῶς ἄντεξε πέντε μερόνυχτα – ἐγώ, ὡς γιατρός, δὲν τὸ καταλαβαίνω καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω.

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ καθηγητὴς μοῦ διηγοῦνταν τὴν «ἀνάκρισή» του, ἔγινε ἡ ἀλλαγὴ τῶν δεσμοφυλάκων. Ὁ νέος δεσμοφύλακας μπῆκε στὸ κελί μας καὶ διέταξε νὰ «σηκωθεῖ» τὸ κρεβάτι καὶ νὰ σταθεῖ ὄρθιος:

Τὴν ἡμέρα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ξαπλώνετε.

Μὰ εἶναι ἄρρωστος, ἀναφώνησα ἐγώ. – Ἦταν 5 μερόνυχτα στὴν ἀνάκριση, καὶ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ξαπλώνει ὁ ἀρχίατρος.

Σιωπή! φώναξε ὁ δεσμοφύλακας.

Εἶμαι κι ἐγὼ γιατρός! φώναξα κι ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου. – Αὐτὸ εἶναι σκληρό. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα…

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶδα μέσα ἀπὸ τὴ χαραμάδα τῆς ὄχι ἐντελῶς κλειστῆς πόρτας, ὅτι πέρασε ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ ὁ ἀρχίατρος τοῦ DPZ, καὶ τοῦ φώναξα:

Συνάδελφε! Δόκτωρ Ἀρόνκιν! Ὁ γιατρὸς κοίταξε μέσα στὸ κελί μας. Τοῦ ἐξήγησα. Ἐκεῖνος συνοφρυώθηκε καὶ εἶπε ἐκνευρισμένα στὸν δεσμοφύλακα:

– Ἐγὼ ἐπέτρεψα νὰ ξαπλώνει.

Ἔφυγαν ὅλοι, καὶ ὁ καθηγητὴς συνέχισε τὴ διήγησή του.

Γιατί δὲν μὲ προειδοποιήσατε ὅτι ὑπάρχουν τέτοια βασανιστήρια ὀρθοστασίας… Ἀλλὰ ἐγὼ τὸ πρωτόκολλο δὲν τὸ ὑπέγραψα καὶ δὲν θὰ τὸ ὑπογράψω

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ καθηγητὴς ἄρχισε νὰ παραληρεῖ, ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ κάποιον σκύλο ποὺ θέλει νὰ κοιμηθεῖ… Μετὰ ἀποκοιμήθηκε καὶ κοιμόταν ἐνάμιση μερόνυχτο.

Μετὰ ἀπὸ ἕναν μήνα τὸν κάλεσαν ξανὰ γιὰ ἀνάκριση. Τὸν ἀνέκριναν ἀπὸ τὶς ἕξι τὸ ἀπόγευμα μέχρι τὶς τρεῖς τὴ νύχτα. Στὶς τρεῖς τὴ νύχτα ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν ἀνάκριση ὠχρός, μὲ μιὰ ἔκφραση μαρτυρικοῦ πόνου στὸ πρόσωπο. Ἀφοῦ σιώπησε γιὰ ἕνα λεπτό, εἶπε μὲ ξερή, βραχνή, διακοπτόμενη φωνή: – Τώρα θὰ τὰ ὑπογράψω ὅλα.

– Τί σᾶς συνέβη; τὸν ρώτησα.

– Ὁ ἀνακριτὴς μοῦ πρότεινε ξανὰ νὰ ὑπογράψω τὸ ἤδη ἀπὸ πρὶν προετοιμασμένο ἀπὸ ἐκεῖνον πρωτόκολλο, στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε ἡ «δικιά μου εἰλικρινὴς ὁμολογία» γιὰ δολιοφθορά… Τὸ νὰ ὑπογράψει κανεὶς ἕνα τέτοιο πρωτόκολλο ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ὑπογραφὴ τῆς δικῆς του θανατικῆς καταδίκης… Ἐγώ, φυσικά, ἀρνήθηκα… Τότε ὁ ἀνακριτὴς ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ διπλανοῦ δωματίου, καὶ εἶδα ἐκεῖ καὶ τὰ δύο μου παιδιά… Μετὰ ὁ ἀνακριτὴς ἔκλεισε τὴν πόρτα καὶ μοῦ πρότεινε ξανὰ νὰ ὑπογράψω τὸ πρωτόκολλο. Ἀρνήθηκα ξανά… Τότε πάτησε τὸ κουμπὶ τοῦ ηλεκτρικοῦ κουδουνιοῦ, καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα λεπτὸ ἄκουσα τὴν ἀπελπισμένη κραυγὴ καὶ τὸ κλάμα τῶν παιδιῶν μου… Ἀκούσια πετάχτηκα ἐπάνω. Ἤθελα νὰ ὁρμήσω στὴν πόρτα. Μετὰ ἤθελα νὰ ὁρμήσω στὸν ἀνακριτή. Μᾶς χώριζε ἕνα μεγάλο γραφεῖο. Ὁ ἀνακριτὴς κρατοῦσε τὸ χέρι του στὸ περίστροφο, ποὺ βρισκόταν πάνω στὸ γραφεῖο. Τὸ ἄλλο χέρι βρισκόταν πάνω ἀπὸ τὸ κουμπὶ τοῦ ηλεκτρικοῦ κουδουνιοῦ. Οἱ κραυγὲς στὸ διπλανὸ δωμάτιο σώπασαν.

– Μπορῶ νὰ τὰ καταστρέψω μὲ τὴν ἀπρόσεκτη συμπεριφορά μου, σύρθηκε σιγὰ στὸ μυαλό μου ἡ σκέψη… Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ ἀνακριτής, κοιτάζοντάς με ἐπίμονα στὰ μάτια, ἀργά, μὲ ρώτησε:

– Γιὰ πόσο ἀκόμη θὰ βασανίζετε τὰ παιδιά σας; Πηγαίνετε στὸ κελὶ καὶ σκεφτεῖτε… σὲ μισὴ ὥρα θὰ σᾶς φωνάξω… Μόνος σας μένετε;

– Ὄχι, μαζί μου μένει ἕνας γιατρός.

– Πηγαίνετε…

Εἶμαι βέβαιος, – βιάστηκε νὰ εἴπῃ ὁ συγκινημένος καθηγητής, – ὅτι θὰ μᾶς χωρίσουν ἀμέσως. Εἶναι θεόσταλτο θαῦμα τὸ ὅτι μπόρεσα νὰ σᾶς τὰ διηγηθῶ αὐτά… Σᾶς παρακαλῶ, γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν ἔχετε ὁποιαδήποτε δυνατότητα, ἐὰν, γιὰ παράδειγμα, σᾶς ἐπιτρέψουν ἐπισκεπτήριο μὲ τοὺς συγγενεῖς σας, εἰδοποιῆστε τὰ παιδιά μου (μοῦ ἔδωσε τὴν ἀκριβῆ διεύθυνση), ὥστε νὰ μὴν πιστέψουν οὔτε μία λέξη ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θὰ δημοσιευθοῦν στὶς ἐφημερίδες ὡς δική μου «ὁμολογία»… Ἐξηγῆστε τους ὅτι τὰ ὑπέγραψα ὅλα μόνο γιὰ χάρη τους, καὶ νὰ μὴ μὲ περιμένουν… δὲν θὰ ἐπιστρέψω σπίτι…

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκούστηκε ὁ κρότος τῆς πόρτας ποὺ ἄνοιγε, μὲ κάλεσαν μαζὶ μὲ ὅλα μου τὰ πράγματα καὶ μὲ μετέφεραν σὲ ἄλλο κελί.

Μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα τελείωσε ἡ ἀνάκρισή μου καὶ μοῦ ἐπέτρεψαν ἐπισκεπτήριο μὲ τὴ σύζυγό μου. Κατάφερα νὰ τῆς διηγηθῶ ὅλο τὸ περιστατικό. Πῆγε στὴν ὑποδειχθεῖσα διεύθυνση καὶ στὸ ἑπόμενο ἐπισκεπτήριο μοῦ διηγήθηκε μὲ λυγμοὺς γιὰ τὴν ἐπίσκεψη στὰ παιδιὰ τοῦ καθηγητοῦ Β.

Μετὰ ἀπὸ μερικοὺς μῆνες δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ἀρχικὰ ἡ «ὁμολογία τοῦ καθηγητοῦ Β.», κατόπιν ἡ καταδίκη στὴν «ἔσχατη τῶν ποινῶν» (τυφεκισμὸς) καὶ, τέλος, ἡ εἴδηση ὅτι ἡ ποινὴ ἐκτελέστηκε.

Κι ἐγὼ ἔφυγα γιὰ τὴν ἐξορία, στὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης…

*    Ἡ NKVD (Λαϊκὸ Κομισαριᾶτο Ἐσωτερικῶν Ὑποθέσεων) ἦταν ἡ κύρια ὑπηρεσία ἀσφαλείας τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης, ὑπεύθυνη γιὰ τὴν καταστολὴ καὶ τὸν ἔλεγχο. Διαδραμάτισε κεντρικὸ ρόλο στὶς πολιτικὲς διώξεις τοῦ Στάλιν, τὴ διαχείριση τῶν γκουλάγκ καὶ τὴν ἐπιβολὴ τῆς κρατικῆς τάξης.

 Πηγή: Иван Михайлович Андреевский И.Μ. Православный еврей-исповедник. Православный еврей-исповедник – Иван Михайлович Андреевский – читать, скачать
Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. https://www.entaksis.gr

Δείτε σχετικά και -Μια ομάδα μοναζουσών στο Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Σολοβκὶ

-Ένας ορθόδοξος Εβραίος ομολογητής (Από την ιστορία τού θρησκευτικού αγώνα κατά τού μπολσεβικισμού)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com