
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
«...
ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε».
Ἀληθινά σᾶς λέγω, ὅτι κάθε τί πού ἐκάματε εἰς ἕνα ἀπό τούς πτωχούς ἔχοντας ἀνάγκη ἀδελφούς μου, τό ἐκάματε εἰς ἐμένα.
Ὁ Κύριος ὁρίζει στόν καθένα τό μέρος πού τοῦ
ἁρμόζει σύμφωνα μέ τά χριστιανικά του γνωρίσματα καί κυρίως σύμφωνα μέ τήν ἁγία
εὐαγγελική του ἀγάπη καί τήν ἐλεήμονα καρδία τήν ὁποία ἑκουσίως καλλιεργεῖ καί
ἐδραιώνει στόν ἑαυτό του. Σ’ αὐτήν τήν ἑνότητα ὁ καθένας οἰκοδομεῖ τόν ἑαυτό
του μέ τήν βοήθεια ὅλων καί αὐτό ἐν ἀγάπῃ ἐνῶ οἱ πάντες βοηθοῦν ὁ ἕνας τόν
ἄλλον· γι’ αὐτό καί οἱ προσευχές τῶν ἐλαχίστων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι
ἀπαραίτητες ἀκόμη καί σ’ ἕνα Ἀπόστολο.
Ἔτσι
ὁ καθένας, σύμφωνα μέ τά ἔργα ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης, παραμένει ἐνεργό μέλος
ἁγιασμένο στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἴδιος δέ ὁ Κύριος τοῦ κατανέμει τήν θέση
πού τοῦ ἀνήκει στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ-τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καθιστῶντάς τον
συστατικό μέρος, της τίμιον καί ἁγνόν ἀδελφόν Του.
Ὁ
ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διαχέοντας ἀφθόνους τούς οὐρανίους μαργαρῖτες τῆς
θείας σοφίας καί εὐγλωττίας του, διδάσκει: τό Πνεῦμα ἐκχεόμενο καί ἁπτόμενο
ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί κατανεμόμενο σέ ὅλα τά μέλη αὐτά
κατά τό μέτρο πού εἶναι ἱκανά νά τό δεχθοῦν, ἀναπτύσσονται· ὅμως «ἐν ἀγάπῃ».
Τό
ἴδιο ἀκούσαμε καί σήμερα ἀδελφοί στό Εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως· ἄν εἴμαστε
συνδεδεμένοι ὅλοι γιά τόν ἕνα καί ἕνας γιά ὅλους μέ τήν Ἀγάπη-τόν Χριστόν καί
καρδιά ἐλεήμονα, καιομένη στούς οἰκτιρμούς καί τῆς ἀρετῆς τῆς ἐλεημοσύνης,
σωζόμαστε. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλήρης μόνο ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί ἔχει ὅ,τι τοῦ
χρειάζεται γιά τήν αἰώνια ζωή τηρῶντας τίς ἐντολές, μέ ἀποκορύφωμα τήν ἀγάπη
καί τήν ἐλεημοσύνη.
Οἱ
χριστιανοί εἶναι ἀθάνατοι ἐπειδή οἱ σκέψεις καί ἡ μέριμνά τους εἶναι στραμμένες
πρός τήν ἀθανασία, τό θεῖο καί τήν ἀφθαρσία. «καί ἀπελεύσονται οὗτοι…, οἱ δέ
δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον».
Ἐκτός
Ἐκκλησίας τό ἄτομο νιώθει κενός και ἔρημος· στήν καρδιά του δέν ὑπάρχει καρδιά,
στήν ψυχή του δέν ὑπάρχει ψυχή, στή
συνείδησή του δέν ὑπάρχει συνείδηση καί ὅλο αὐτό ἐπειδή δέν ὑπάρχει ὁ
Θεός. Ὑπάρχει μονότατον τό ἀτομικό συμφέρον, ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ σκληροκαρδία, πού
δέν ἀφήνουν τή θεϊκή φλόγα, τό ἀνώτερο μέρος τῆς ψυχῆς, τό θεϊκόν καί
πνευματικόν στοιχεῖον νά ἐνεργήσει· γιατί πνίγεται στά κατώτερα καί κτηνώδη
ἔνστικτα. Καί πράγματι, ἔτσι εἶναι· ὅλος ὁ ὁρατός καί ἀόρατος κόσμος
προαναγγέλει κατ’ ἀρχήν τόν σαρκωθέντα Θεόν Λόγον καί κατά τέλος τήν ἔνδοξον
Δευτέρα παρουσία Του, πού θά κρίνει δικαίως καί θεοπρεπῶς τούς τά ἀγαθά
πράξαντες, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἀγνόησαν τά λόγια Του καί ἔκαναν τά φαῦλα.
Δηλαδή, ὅλους αὐτούς πού ἐξέπεσαν στήν εἰδωλολατρεία καί εἶχαν στήν ζωή τους τό
σαρκικό φρόνημα «τόν νοῦ τῆς σαρκός».
Γιατί
τί ἄλλο εἶναι, ἁγία γερόντισσα, ὁ Μετανθρωπισμός, ἡ τεχνητή Νοημοσύνη, τά UFO(οἱ
δῆθεν ἐξωγήϊνοι),ἡ μετενσάρκωση, ὁ διαλογισμός, ἡ γιόγκα, ἡ ἀστρολογία, ἡ μαντεία καί ἄλλα πολλά ὧν οὐκ
ἔστιν ἀριθμός, πού ὁ διάβολος ἐμφύσησε στούς δούλους τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος
καί κατάφερε νά ἐπαληθευθεῖ τό ρητό: «φάσκοντες εἶναι σοφοί ἐμωράνθησαν,…».
Ἐν
τούτοις ἐμεῖς, χριστιανοί μου, μποροῦμε καί θέλουμε νά παραμείνουμε ἑνωμένοι μέ
τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, μέ τόν Χριστό, ζῶντας μέ τίς ἅγιες σκέψεις, τίς ἅγιες
αἰσθήσεις, τίς ἅγιες ἐλεημοσύνες, τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης.
Ἐκπληρώνοντας
τήν θείαν Τριαδική βούλησιν καί τήν ἐν Χριστῷ θεία διδασκαλία, ἡ ὁποία ἔχει
ἐκφραστεῖ στό ἱερό Εὐαγγέλιο, καθοδηγούμενοι ἀπό τήν ἁγίαν καί Ἱερά Παράδοσιν
τήν Ὀρθόδοξον, πληρούμεθα Χάριτος, σέ ὁλόκληρη τή ζωή μας, τό εἶναι μας.
Τότε
καί τό ὑπερβολικό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς γίνεται πολύ καλά
φανερό καί μέ τήν σημερινήν Εὐαγγελική Περικοπή περί Κρίσεως.
Φρονοῦμε ἀδελφοί μου, ὅτι ἡ ἕνωσις τοῦ
Τριαδικοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀξιωμένους Ὀρθοδόξους ξεπερνῶντας κάθε τρόπο ἑνώσεως
μέ τό νά εἶναι τελεία, καθώς καί τοῦ Πνεύματος τό ὁποῖο προχωρεῖ πάνω ἀπό τήν
λογική διά μέσου ὅλων τῶν καθαρῶν πνευμάτων, δείχνει ἀνώτερη τήν ἀγάπη τοῦ
Χριστοῦ καί Θεοῦ· καί μοναδική πράγματι τήν ἀγάπη αὐτή, διότι μόνη αὐτή
συμπτύσσει ὑπερκοσμίως καί συνάγει σ’ ἕνα ἀδιάσπαστο τούς ἐραστές τῆς ἀγάπης
καί ἐλεημοσύνης.
Καί
γιά νά ἐκφρασθῶ κατά τόν Μέγα Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη: «ἀπό ὑπερβολή ἀγαθότητος
ἔρχεται ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, μέ τίς πρόνοιες πρός ὅλα τά ὄντα καί κατά
κάποιον τρόπο θέλγεται ἀπό τήν ἀγαθότητα, τήν ἀγάπησιν καί τόν ἔρωτα· καί ἀπό
τόν χῶρο τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό ὅλα καί ἐπάνω ἀπό ὅλα κατέρχεται στόν χῶρο τῶν
πάντων κατά τήν ἐκστατική ὑπερούσια δύναμή Του, χωρίς νά φεύγει ἀπό τόν ἑαυτό
του».
Ἀφοῦ
λοιπόν ἀδελφοί μου, τέτοια εἶναι ἡ ἕνωσις τοῦ Θεοῦ πρός τούς Ἁγίους, τούς
ἔχοντας ἐλεήμονα καρδιά καί σπλάχνα οἰκτιρμῶν, ὑποδηλώνει ὅτι μόνο αὐτή εἶναι
πράγματι ἀγάπη. Συνάγει δέ ἀδιασπάστως σ’ ἕνα μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ τούς φίλους
Του, πού θά λάμψουν ὅπως ὁ Χριστός ἐπάνω στό ὅρος Θαβώρ, τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως·
«διότι ἡ λαμπρότης τοῦ Θεοῦ μας ἐπάνω σ’ ἐμᾶς»[1].
Ὁ
δέ Ἀπόστολος Παῦλος, διδάσκει καί λέγει: «Σωτῆρα περιμένουμε, τόν Κύριο Ἰησοῦ
Χριστό, ὁ Ὁποῖος θά μετασχηματίσει τό σῶμα τῆς ταπεινώσεώς μας, ὥστε νά γίνει
σύμμορφο μέ τό σῶμα τῆς δόξης Του»[2].
Παίρνουμε
δηλαδή, σῶμα δοξασμένο καί ἀκήρατο, σάν αὐτό πού προσέλαβε καί ἔχει ὁ Χριστός
μας μετά τήν Ἀνάστασή Του, αἰώνια.
Ναί
Κύριε Ἰησοῦ, ἔρχου. Ἀμήν.
Στόν Κύριον τῆς Δόξης, τόν Μεσσίαν καί Κριτήν τῆς Οἰκουμένης Ἰησοῦν τόν Θεόν ἡμῶν, ἡ Δόξα, ἡ Βασιλεία καί ἡ Προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
[1](Ψαλμ. 39, 17)
[2](Φιλιπ. 3, 20)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου