«ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμε, εἰς
ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα»[1]
“Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς δώρισε ἐν τῷ Θεανθρώπῳ καὶ διὰ τοῦ Θεανθρώπου; Ὅλα αὐτὰ μᾶς τὰ ἀποκαλύπτει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ «Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας». Μᾶς διδάσκει ὅλη τὴν Ἀλήθεια περὶ Αὐτοῦ, περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐν Αὐτῷ, καὶ ὅ,τι δι’ Αὐτοῦ μᾶς ἔχει δωρηθεῖ. Καὶ τί εἶναι αὐτό; Τοῦτο ξεπερνᾶ ἀμέτρητες φορὲς ὅ,τι ποτὲ ἀνθρώπινος «ὀφθαλμὸς εἶδε», ὅ,τι ποτὲ «οὖς ἤκουσε» καὶ «ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἀνέβη»[2].
Μὲ τὸν ἐν σαρκὶ βίο Του ἐπὶ τῆς γῆς ὁ Θεάνθρωπος ἵδρυσε τὸ Θεανθρώπινο σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, καὶ μὲ αὐτὸ προετοίμασε τὸν γήινο κόσμο γιὰ τὴν ἕλευση, τὴν ζωὴ καὶ τὴν δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ψυχῆς αὐτοῦ τοῦ σώματος. Τὴν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, τὸ ἅγιον Πνεῦμα κατῆλθε ἐξ οὐρανοῦ στὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ παρέμεινε γιὰ πάντα σὲ αὐτό, ὡς ἡ παν-ζωοποιὸς ψυχή του[3]. Τοῦτο τὸ ὁρατὸ Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τὸ συναποτελοῦν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μὲ τὴν ἁγία τους πίστη στὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὡς τέλειο Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο.











