ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
α. Εγώ ήθελα, βέβαια, σήμερα να εκπληρώσω την
υπόσχεση που σας είχα δώσει, όταν βρέθηκα εδώ την προηγούμενη φορά· αλλά τι να κάνω;
Παρουσιάστηκε στο μεταξύ ο μακάριος Βαβύλας και μας κάλεσε κοντά του, όχι με τη
φωνή του, αλλά ελκύοντάς μας με την πνευματική λάμψη που εκπέμπει η μορφή του.
Μη δυσανασχετείτε, λοιπόν, που αναβάλλεται η εξόφληση του χρέους· όσο
περισσότερο παρατείνεται, τόσο περισσότερο αυξάνεται και ο τόκος που θα λάβετε.
Γιατί θα σας το εξοφλήσουμε το χρέος μαζί με τον τόκο του, όπως ακριβώς διέταξε
και ο Δεσπότης, που μας το εμπιστεύθηκε ως
παρακαταθήκη [βλ. Ματθ. 25,27:
«Ἔδει
οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν
σὺν τόκῳ (:Έπρεπε, λοιπόν, εσύ να καταθέσεις το χρήμα μου στους τραπεζίτες,
κι όταν θα ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα με τόκο αυτό που μου ανήκει)»]. Να είστε, λοιπόν, ήσυχοι για
όσα σας οφείλονται, αφού και το κεφάλαιο και το κέρδος του παραμένουν δικά σας·
ας μην αφήσουμε να περάσει
ανεκμετάλλευτο το κέρδος που μας προέκυψε σήμερα, αλλά ας εντρυφήσουμε στα
θαυμαστά επιτεύγματα του μακαρίου Βαβύλα.
Το πώς, λοιπόν, ποίμανε την Εκκλησία του τόπου μας και διέσωσε το ιερό, αυτό, σκάφος μέσα από θύελλες, τρικυμίες και κύματα, πόση παρρησία έδειξε απέναντι στον αυτοκράτορα, πώς έδωσε τη ζωή του για το ποίμνιό του και δέχθηκε εκείνον τον μακάριο μαρτυρικό θάνατο, αυτά και άλλα παρόμοια θα τα αφήσουμε να τα διηγηθούν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία διδάσκαλοι και ο κοινός μας πνευματικός πατέρας[Με την έκφραση “κοινὸς πατὴρ ἡμῶν” ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέρεται στον επίσκοπο Αντιοχείας Φλαβιανό, τον κοινό πνευματικό πατέρα της τοπικής Εκκλησίας (ο λόγος αυτός εκφωνήθηκε περίπου το 387 μ.Χ.), στον οποίο αναθέτει, μαζί με τους πρεσβύτερους διδασκάλους, τη διήγηση των παλαιότερων γεγονότων της ζωής του αγίου Βαβύλα]. Γιατί τα παλαιότερα γεγονότα μπορούν να σας τα αφηγηθούν καλύτερα οι μεγαλύτεροι στην ηλικία. Όσα, όμως, συνέβησαν πιο πρόσφατα, στη δική μας εποχή, θα σας τα διηγηθώ εγώ, ο νεότερος· εννοώ όσα έγιναν μετά τον θάνατο και την ταφή του μάρτυρα, όταν τα λείψανά του βρίσκονταν στο προάστιο[Εννοεί εδώ το γνωστό προάστιο της Αντιόχειας, τη Δάφνη].
Γνωρίζω βέβαια ότι οι ειδωλολάτρες θα περιγελάσουν την υπόσχεσή μας,
όταν μας ακούσουν να λέμε ότι θα μιλήσουμε για τα θαυμαστά επιτεύγματα που επιτέλεσε μετά τον θάνατο και την ταφή του
εκείνος που τάφηκε και το σώμα του διαλύθηκε σε σκόνη. Αυτό, όμως, δεν θα μας
κάνει να σωπάσουμε· αντίθετα, ακριβώς γι’ αυτό θα μιλήσουμε ακόμη περισσότερο,
ώστε, αποδεικνύοντας ότι το παράδοξο αυτό γεγονός είναι αληθινό, να στρέψουμε
τελικά τον χλευασμό εναντίον τους. Γιατί
ένας απλός άνθρωπος δεν μπορεί να πραγματοποιεί ανδραγαθήματα μετά τον θάνατό
του· ένας μάρτυρας, όμως, μπορεί να πραγματοποιεί πολλά και μεγάλα. Και αυτό δεν γίνεται για να αποκτήσει ο
μάρτυρας μεγαλύτερη δόξα — γιατί δεν έχει καμία ανάγκη από την ανθρώπινη δόξα —
αλλά για να μάθεις εσύ, ο άπιστος, ότι ο θάνατος των μαρτύρων δεν είναι
θάνατος· είναι η αρχή μιας καλύτερης ζωής, το προοίμιο ενός πνευματικότερου
βίου και η μετάβαση από μια κατώτερη σε μια καλύτερη κατάσταση. Μη βλέπεις,
λοιπόν, μόνο αυτό, ότι το σώμα του μάρτυρα κείται απογυμνωμένο και στερημένο
από την ζωτική ενέργεια της ψυχής. Αλλά να προσέξεις κάτι άλλο: στη θέση της ψυχής παραμένει κοντά στο σώμα
μια άλλη και μεγαλύτερη δύναμη, η χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία με τα
θαύματα που επιτελεί μαρτυρεί σε όλους την αλήθεια της αναστάσεως. Γιατί,
αν ο Θεός χάρισε ακόμη και σε σώματα νεκρά και διαλυμένα σε σκόνη δύναμη
μεγαλύτερη από εκείνη όλων των ζωντανών, πολύ περισσότερο, όταν έρθει ο καιρός
των στεφάνων, θα τους χαρίσει μια ζωή καλύτερη και μακαριότερη από την
προηγούμενη.
Ποια είναι λοιπόν τα κατορθώματά του; Μην παραξενευτείτε όμως, αν
γυρίσουμε για λίγο την αφήγησή μας πιο πίσω. Άλλωστε, κι εκείνοι που θέλουν να
παρουσιάσουν σωστά μια ζωγραφική εικόνα απομακρύνουν λίγο τους θεατές από τον
πίνακα και τότε την αποκαλύπτουν, ώστε η απόσταση να τους επιτρέπει να τη
βλέπουν καθαρότερα. Κάντε λοιπόν κι εσείς λίγη υπομονή, καθώς γυρίζουμε την
αφήγησή μας πίσω στον χρόνο. Όταν, λοιπόν, ο
Ιουλιανός, που ξεπέρασε όλους στην ασέβεια, ανέβηκε στον αυτοκρατορικό
θρόνο και πήρε στα χέρια του τα σκήπτρα της εξουσίας, αμέσως σήκωσε τα χέρια
του εναντίον του Ίδιου του Θεού που τον δημιούργησε και αρνήθηκε να αναγνωρίσει
Τον ευεργέτη του. Και από τη γη, κοιτάζοντας προς τον ουρανό, γάβγιζε σαν
λυσσασμένο σκυλί, που στρέφεται με την ίδια μανία τόσο εναντίον εκείνων που δεν
το τρέφουν, όσο και εναντίον εκείνων που το τρέφουν- ή μάλλον κυριεύτηκε από
μανία ακόμη αγριότερη και από εκείνη των λυσσασμένων σκύλων. Γιατί τα
λυσσασμένα σκυλιά αποστρέφονται και μισούν εξίσου τους δικούς τους και τους
ξένους.
Ο
Ιουλιανός, όμως, κολάκευε τους δαίμονες, τους εχθρούς της σωτηρίας του, και
κάθε είδους λατρεία τούς απέδιδε. Τον ευεργέτη και σωτήρα του, όμως, που δεν δίστασε να προσφέρει ακόμη και τον
Μονογενή Υιό Του για χάρη του[Ρωμ. 8,32: «ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾽ ὑπὲρ
ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν…
(:Αυτός, ο Οποίος δεν λυπήθηκε τον ίδιο το μονογενή Υιό Του, αλλά για χάρη όλων
μας Τον παρέδωσε σε θάνατο)»], Τον αποστράφηκε και Τον μισούσε, ενώ
παράλληλα χλεύαζε τον Σταυρό. Χλεύαζε τον Σταυρό, που ανόρθωσε ολόκληρη την
οικουμένη, όταν βρισκόταν πεσμένη με το πρόσωπο στη γη, και έδιωξε από παντού
το σκοτάδι και μας χάρισε φως λαμπρότερο κι από τις ακτίνες του ήλιου. Και
ούτε σ᾽ αυτό το σημείο σταματούσε η μανία του, αλλά διακήρυσσε ότι θα εξαφάνιζε
από προσώπου γης το γένος των «Γαλιλαίων»[ «Γαλιλαίοι»: περιφρονητική ονομασία
που χρησιμοποιούσε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός για τους Χριστιανούς, αποφεύγοντας
σκόπιμα την ονομασία «Χριστιανοί»]. Γιατί έτσι
συνήθιζε να μας αποκαλεί. Και όμως, αν πίστευε ότι το όνομα «Χριστιανοί»
ήταν τόσο επαίσχυντο και ότι η ίδια η χριστιανική ιδιότητα ήταν γεμάτη ντροπή,
γιατί δεν χρησιμοποιούσε αυτό ακριβώς το όνομα για να μας προσβάλει, αλλά
προτιμούσε να μας αποκαλεί με ένα άλλο, ξένο όνομα; Γνώριζε όμως πολύ καλά ότι το να ονομάζεται κανείς Χριστιανός, εξαιτίας
της σχέσης του με τον Χριστό, αποτελεί μεγάλη τιμή όχι μόνο για τους ανθρώπους,
αλλά ακόμη και για τους αγγέλους και τις ουράνιες δυνάμεις. Γι’ αυτό
επιστράτευε κάθε μέσο, για να μας στερήσει αυτό το τιμητικό κόσμημα και να
εξαλείψει τη χριστιανική διδασκαλία.
Αλλά αυτό ήταν αδύνατο, άθλιε και ταλαίπωρε· τόσο αδύνατο όσο να γκρεμίσεις τον ουρανό, να σβήσεις τον ήλιο και να
κλονίσεις και να καταρρίψεις τα θεμέλια της γης. Και αυτό το είχε
προαναγγείλει ο Χριστός, λέγοντας: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται· οἱ δὲ
λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν (:Ο
ουρανός και η γη, που σας φαίνονται τόσο μόνιμα και στερεά, θα περάσουν και θα
εκλείψουν, οι λόγοι μου, όμως, δεν θα περάσουν, αλλά θα επαληθευθούν επακριβώς)»[Ματθ. 24,35]. Αλλά, αφού δεν
δέχεσαι να ακούσεις τον Χριστό που το λέει, άκου, λοιπόν, την μαρτυρία των ίδιων των γεγονότων. Εγώ, λοιπόν, που αξιώθηκα να
γνωρίσω τι σημαίνει απόφαση του Θεού και πόσο ισχυρή και ακατανίκητη είναι, είμαι πεπεισμένος ότι αυτή είναι πιο
αξιόπιστη ακόμη και από τη φυσική τάξη των πραγμάτων και από όσα μας διδάσκει η
ίδια η εμπειρία. Εσύ όμως, που ακόμη
σέρνεσαι χαμηλά και παραμένεις προσκολλημένος στα γήινα και εμπιστεύεσαι μόνο
τους ανθρώπινους συλλογισμούς, δέξου τουλάχιστον τη μαρτυρία των ίδιων των
γεγονότων. Δεν θα σου φέρω αντίρρηση, ούτε θα φιλονικήσω μαζί σου.
β.
Τι λένε, λοιπόν, τα ίδια τα γεγονότα; Είπε ο Χριστός ότι είναι ευκολότερο να
χαθούν ο ουρανός και η γη παρά να μείνει ανεκπλήρωτος έστω και ένας από τους
λόγους Του[βλ. Λουκά 16,17: «Εὐκοπώτερον δέ ἐστι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν
παρελθεῖν ἢ τοῦ νόμου μίαν κεραίαν πεσεῖν (:Είναι ευκολότερο ο ουρανός και η γη να χαθούν και να καταστραφούν,
παρά να ξεπέσει έστω και ένα κόμμα, να χάσει δηλαδή το κύρος της ακόμα και η πιο μικρή από τις
εντολές)» και Ματθ. 24,35: «Ὁ οὐρανὸς
καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι (:Ο ουρανός και η γη, που σας φαίνονται τόσο
μόνιμα και στερεά, θα περάσουν και θα εκλείψουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα
περάσουν, αλλά θα επαληθευθούν επακριβώς)»].
Αντιτάχθηκε στους λόγους αυτούς ο
αυτοκράτορας αντιτάχθηκε και απείλησε ότι θα εξαλείψει τα δόγματα της
χριστιανικής πίστης. Πού είναι λοιπόν ο αυτοκράτορας που απείλησε ότι θα τα
κάνει αυτά; Χάθηκε και αφανίστηκε, και τώρα βρίσκεται στον Άδη, αναμένοντας την
τιμωρία από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή. Και πού είναι ο Χριστός, που
διακήρυξε εκείνα τα λόγια; Βρίσκεται
στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα, κατέχοντας τον ύψιστο θρόνο της δόξας
[βλ. Μάρκ. 16,19: «Ὁ μὲν οὖν Κύριος μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν
ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ (:Αφού, λοιπόν, ο
Κύριος τούς μίλησε επανειλημμένα και τους είπε μεταξύ άλλων κι αυτά, αναλήφθηκε
στον ουρανό και κάθισε στα δεξιά του Θεού Πατρός)»]. Πού είναι του αυτοκράτορα τα βλάσφημα λόγια
και η αχαλίνωτη γλώσσα του; Στάχτη έγινε και σκόνη και για τα σκουλήκια τροφή.
Και πού είναι η απόφαση του Χριστού; Λάμπει μέσα από την ίδια την αλήθεια των
γεγονότων, καθώς η έκβασή τους την κάνει να αστράφτει σαν πάνω σε χρυσή στήλη [Η
«στήλη» στην αρχαιότητα μπορούσε
να φέρει χαραγμένη μια επιγραφή, ένα ψήφισμα, μια διακήρυξη ή κάτι που
προοριζόταν να μείνει ως δημόσια και μόνιμη μαρτυρία. Και επειδή εδώ είναι χρυσή, η εικόνα γίνεται ακόμη εντονότερη: κάτι που λάμπει, είναι περίβλεπτο
και δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο· άρα «χρυσή στήλη» εδώ: μεταφορική
εικόνα της ίδιας της έκβασης των γεγονότων, η οποία προβάλλει λαμπρά και
ολοφάνερα την αλήθεια των λόγων του Χριστού].
Και όμως, όταν ετοιμαζόταν να
εξαπολύσει πόλεμο εναντίον μας, ο αυτοκράτορας δεν άφησε κανένα μέσο
αχρησιμοποίητο: Και μάντεις καλούσε και μάγους συγκέντρωνε, και τα πάντα
ήταν γεμάτα από δαίμονες και πονηρά πνεύματα. Και ποια ανταμοιβή έλαβε, λοιπόν, για όλην αυτήν τη λατρεία και
υπηρεσία προς τους δαίμονες; Αφανισμοί πόλεων και λιμός, ο δριμύτερος και
φοβερότερος από όλους τους λιμούς. Άλλωστε γνωρίζετε και θυμάστε πως η
αγορά είχε αδειάσει από τρόφιμα και στα καταστήματα επικρατούσε αναστάτωση,
καθώς όλοι προσπαθούσαν να προλάβουν να αρπάξουν ό,τι εμφανιζόταν διαθέσιμο και
να φύγουν. Και γιατί να μιλώ μόνο για την πείνα, όταν είχαν αρχίσει να στερεύουν ακόμη και πηγές τόσο άφθονες σε νερό, ώστε
ξεπερνούσαν ακόμη και ολόκληρους ποταμούς;[Στο σημείο αυτό ο Ιερός
Χρυσόστομος αναφέρεται στον μεγάλο λιμό και στη λειψυδρία και ξηρασία που
έπληξαν την Αντιόχεια κατά την παραμονή του Ιουλιανού στην πόλη (362–363 μ.Χ.).
Τις παρουσιάζει αυτές τις συμφορές μέσα στο ευρύτερο σχήμα της θείας τιμωρίας
που συνόδευσε την αποστασία και την αντιχριστιανική πολιτική του Ιουλιανού. Η
μνεία των πηγών λειτουργεί συγχρόνως ως ρητορική μετάβαση προς τη Δάφνη,
περίφημη για τις πλούσιες πηγές της, όπου βρισκόταν το ιερό του Απόλλωνα και
είχαν μεταφερθεί τα λείψανα του αγίου Βαβύλα].
Εφόσον, όμως, ο λόγος έφτασε στις πηγές, ας ανεβούμε τώρα στη Δάφνη [:περίφημο
προάστιο της Αντιοχείας, φημισμένο για τα νερά και τις πηγές του] και ας
στρέψουμε πλέον τον λόγο μας στα κατορθώματα του μάρτυρα. Ξέρω βέβαια ότι θα
θέλατε να συνεχίσουμε να ξεσκεπάζουμε και να διαπομπεύουμε τις αισχρότητες των
ειδωλολατρών· ωστόσο, παρόλο που κι εγώ θα ήθελα το ίδιο, ας προχωρήσουμε
παρακάτω. Άλλωστε, όπου προβάλλεται και
τιμάται η μνήμη των μαρτύρων, εκεί αποκαλύπτεται συγχρόνως και η καταισχύνη των
ειδωλολατρών. Ο αυτοκράτορας, λοιπόν, αυτός, ανέβαινε συχνά στη Δάφνη και
απευθυνόταν επίμονα με επανειλημμένες παρακλήσεις στον Απόλλωνα, παρακαλώντας,
ικετεύοντας και εκλιπαρώντας τον να του αποκαλύψει κάτι για όσα επρόκειτο να
του συμβούν. Και τι απάντησε, λοιπόν, ο μάντης, ο μεγάλος «θεός» των
ειδωλολατρών; «Οι νεκροί με εμποδίζουν να μιλήσω», λέει· «άνοιξε, λοιπόν, τους τάφους, ξέθαψε τα οστά
και απομάκρυνε τους νεκρούς από εδώ».
Τι θα μπορούσε να υπάρξει πιο
ανίερο από αυτές τις διαταγές; Πρωτοφανείς
νόμους σύλησης τάφων ο δαίμονας [:ο
Απόλλων, τον οποίο ο Ιερός Χρυσόστομος αποκαλεί πλέον ευθέως «δαίμονα»]
θεσπίζει και νέους τρόπους ξενηλασίας
[:εκδίωξης] ακόμη και των νεκρών επινοεί
[«Ξενηλασία»: η απέλαση ξένων από έναν τόπο· εδώ χρησιμοποιείται ειρωνικά,
καθώς ο Απόλλων απαιτεί την απομάκρυνση όχι ζωντανών ξένων, αλλά των ίδιων των
νεκρών]. Ποιος άκουσε ποτέ να εκτοπίζονται νεκροί; Ποιος είδε ποτέ νεκρά και
άψυχα σώματα να διατάσσονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, όπως απαιτούσε
αυτός, ανατρέποντας εκ θεμελίων τους κοινούς νόμους της φύσης;[Υπάρχει πάλι
ειρωνεία: μιλά για τους νεκρούς σαν να μπορούσαν να υπακούσουν σε διαταγή
και να μετακομίσουν!]. Γιατί για
όλους τους ανθρώπους αποτελεί κοινό νόμο της φύσης εκείνος που φεύγει από τη
ζωή να παραδίδεται στη γη και στην ταφή και να αναπαύεται στην αγκαλιά της γης,
της μητέρας όλων. Κι όμως, αυτούς τους νόμους δεν τους παραβίασε ποτέ ούτε
ειδωλολάτρης ούτε βάρβαρος ούτε Σκύθης ούτε άνθρωπος ακόμη αγριότερος από
αυτούς· όλοι τους σέβονται και τους τηρούν, γιατί θεωρούνται από όλους ιεροί
και απαραβίαστοι.
Αλλά ο δαίμονας βγάζει πλέον το προσωπείο και, απροκάλυπτος πια, στρέφεται εναντίον των ίδιων των νόμων
της φύσεως. Γιατί, ισχυρίζεται, η παρουσία των νεκρών αποτελεί μίασμα. Δεν αποτελούν οι νεκροί το μίασμα,
πονηρότατε δαίμονα· μίασμα είναι η διεστραμμένη ανθρώπινη βούληση. Και, αν
πρέπει να πούμε κάτι παράδοξο, πιο μιαρά
είναι τα σώματα των ζωντανών που είναι γεμάτα κακία, παρά εκείνα των νεκρών.
Γιατί τα σώματα των ζωντανών υπηρετούν όσα προστάζει η ψυχή, ενώ τα σώματα των
νεκρών κείτονται ακίνητα. Και ό,τι είναι ακίνητο και στερημένο από κάθε αίσθηση
δεν μπορεί να κατηγορηθεί για τίποτε. Ωστόσο
ούτε τα σώματα των ζωντανών είναι από τη φύση τους μιαρά· εκείνο που είναι
πάντοτε υπεύθυνο για το κακό είναι η πονηρή και διεστραμμένη προαίρεση [πρβ. Ματθ. 15,18–20: «Τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς
καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται
διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι,
βλασφημίαι· ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον (:Όσα, όμως, βγαίνουν απ’ το στόμα, προέρχονται από την καρδιά, κι αυτά
είναι που μολύνουν τον άνθρωπο. Διότι απ’ την καρδιά βγαίνουν σκέψεις πονηρές,
φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες. Όλες αυτές οι
παραβάσεις αρχικώς φυτρώνουν στην καρδιά ως λογισμοί και επιθυμίες και
αποφάσεις, κι από εκεί πηγάζουν. Αυτά είναι εκείνα που μολύνουν την πνευματική
φύση του ανθρώπου, δηλαδή την ψυχή)»].
Δεν είναι το νεκρό σώμα μίασμα, Απόλλωνα. Μίασμα είναι να καταδιώκεις μια
κόρη που θέλει να μείνει αγνή, να επιχειρείς να προσβάλεις την παρθενική της
τιμή και, όταν αποτυγχάνεις στην αισχρή σου επιδίωξη, να θρηνείς γι’ αυτό· αυτό
είναι που αξίζει καταδίκη και τιμωρία[:Ο
Ιερός Χρυσόστομος υπαινίσσεται τον γνωστό μύθο κατά τον οποίο ο Απόλλων
καταδίωξε τη νύμφη Δάφνη, που ήθελε να διαφυλάξει την παρθενική
της αγνότητα. Όταν εκείνη διέφυγε από την καταδίωξή του με τη μεταμόρφωσή της
σε δέντρο δάφνης, ο Απόλλων θρήνησε για την αποτυχία του. Ο Ιερός Χρυσόστομος
χρησιμοποιεί ειρωνικά τον ίδιο τον ειδωλολατρικό μύθο για να αποδείξει ότι μίασμα δεν είναι το νεκρό σώμα, αλλά η
ανήθικη προαίρεση και πράξη].
Πολλοί, λοιπόν, υπήρξαν ανάμεσά μας μεγάλοι
και θαυμαστοί προφήτες, οι οποίοι προείπαν πολλά για το μέλλον, χωρίς ποτέ να
ζητήσουν από όσους απευθύνονταν σ’ αυτούς να ξεθάψουν τα οστά των νεκρών. Ο
Ιεζεκιήλ, αντίθετα, στάθηκε ανάμεσα στα ίδια τα οστά και όχι μόνο δεν
εμποδίστηκε από αυτά, αλλά τα είδε να
αποκτούν νεύρα, σάρκα και δέρμα και να επανέρχονται στη ζωή [βλ.
Ιεζ.37,1-10· ειδικότερα Ιεζ.37,6-10: «Καὶ δώσω ἐφ᾽ ὑμᾶς νεῦρα καὶ ἀνάξω ἐφ᾽ ὑμᾶς
σάρκας, καὶ ἐκτενῶ ἐφ᾽ ὑμᾶς δέρμα καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε, καὶ
γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος.Καὶ ἐπροφήτευσα καθὼς ἐνετείλατό μοι· καὶ ἐγένετο
φωνὴ ἐν τῷ ἐμὲ προφητεῦσαι, καὶ ἰδοὺ σεισμός, καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ ἑκάτερον πρὸς
τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ ἐπ᾽ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν
ἐπ᾽ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω, καὶ πνεῦμα οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς. Καὶ εἶπε πρός με· προφήτευσον ἐπὶ
τὸ πνεῦμα, προφήτευσον, υἱὲ ἀνθρώπου, καὶ εἰπὸν τῷ πνεύματι· τάδε λέγει Κύριος·
ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθὲ καὶ ἐμφύσησον εἰς τοὺς νεκροὺς τούτους, καὶ ζησάτωσαν.
Καὶ ἐπροφήτευσα καθότι ἐνετείλατό μοι· καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτοὺς τὸ πνεῦμα, καὶ ἔζησαν
καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα (: Θα σας δώσω νεύρα, θα βάλω πάνω σας
σάρκες, θα απλώσω πάνω σας δέρμα· θα σας δώσω και τη ζωογόνο πνοή μου και θα
ζήσετε πάλι. Τότε θα γνωρίσετε ότι Εγώ, που σας έδωσα ζωή, είμαι ο Κύριος των
πάντων’’. Πράγματι προφήτευσα, όπως μου έδωσε εντολή ο Κύριος. Κι ενώ εγώ
μιλούσα, έγινε ξαφνικά ένας φοβερός σεισμός και καθένα από τα οστά αυτά
πλησίαζε εκείνο με το οποίο έπρεπε να προσαρμοσθεί· κι έτσι σχηματίσθηκαν
ανθρώπινοι σκελετοί. Καθώς τα παρατηρούσα, είδα να φυτρώνουν πάνω στα οστά
νεύρα και σάρκες και να ντύνονται με δέρμα. Δεν είχαν, όμως, πάνω τους πνοή
ζωής. Ήταν σώματα άψυχα. Και μου είπε ο Κύριος: ‘’Μίλησε, άνθρωπε, εκ μέρους
μου στο Πνεύμα της ζωής ,προφήτευσε και πες στο Πνεύμα: «Αυτά λέει ο Κύριος του
παντός. Έλα, Πνεύμα ζωής, από τους τέσσερις ανέμους, από όλα τα σημεία του
ορίζοντα και εμφύσησε πνοή ζωής μέσα στους νεκρούς αυτούς ανθρώπους, ώστε να
αποκτήσουν ζωή». Προφήτευσα, λοιπόν, όπως με διέταξε ο Κύριος. Και τότε μπήκε
μέσα στους νεκρούς αυτούς ανθρώπους η πνοή της ζωής και απέκτησαν ζωή και αναστήθηκαν
και στάθηκαν στα πόδια τους. Κι όλοι αυτοί ήταν πλήθη ανθρώπων αναρίθμητα)»].
Ο
μέγας Μωυσής μάλιστα δεν είχε απλώς κοντά του οστά νεκρών, αλλά μετέφερε μαζί
του τα ίδια τα λείψανα του νεκρού Ιωσήφ,
και όμως προέλεγε τα μέλλοντα [Έξ.13,19: «Καὶ ἔλαβε Μωυσῆς τὰ ὀστᾶ Ἰωσὴφ μεθ᾽ ἑαυτοῦ·
· ὅρκῳ
γὰρ ὥρκισε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ λέγων· ἐπισκοπῇ ἐπισκέψεται ὑμᾶς Κύριος καὶ
συνανοίσετέ μου τὰ ὀστᾶ ἐντεῦθεν μεθ᾿ ὑμῶν (:Και πήρε ο Μωυσής τα οστά του Ιωσήφ μαζί του. Διότι ο Ιωσήφ είχε
ορκίσει τους Ισραηλίτες λίγο πριν τον θάνατό του και τους είχε πει:
‘’Οπωσδήποτε κάποτε ο Θεός θα δείξει την προστασία Του σε σας και θα σας
επαναφέρει στην Χαναάν. Θέλω λοιπόν να πάρετε μαζί σας από εδώ τα οστά μου)»]. Και πολύ εύλογα. Γιατί τα λόγια εκείνων [:εννοεί των
προφητών] προέρχονταν από τη χάρη του
Αγίου Πνεύματος· ενώ τα λόγια αυτών [:των ειδωλολατρικών χρησμών] ήταν απάτη και ψεύδος που δεν μπορούσε με
κανέναν τρόπο να συγκαλυφθεί.
Ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μια πρόφαση και
ότι στην πραγματικότητα φοβόταν τον μακάριο Βαβύλα, φαίνεται καθαρά από όσα
έκανε ο αυτοκράτορας. Γιατί όλους τους άλλους νεκρούς τους άφησε στη θέση τους
και μόνο εκείνον τον μάρτυρα Βαβύλα διέταξε να μετακινήσουν. Και όμως, αν
τα έκανε αυτά επειδή τον αποστρεφόταν και όχι επειδή τον φοβόταν, θα έπρεπε
τότε να είχε διατάξει να γίνει κομμάτια η λάρνακα, να καταποντιστεί, να
μεταφερθεί σε κάποιον έρημο τόπο ή να αφανιστεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Γιατί έτσι θα ενεργούσε κάποιος που πραγματικά τον αποστρεφόταν. Έτσι ενήργησε
και ο Θεός, όταν μιλούσε στους Εβραίους για τα βδελύγματα των ειδωλολατρικών
εθνών· διέταξε να συντριβούν οι ειδωλολατρικές στήλες τους, όχι να μεταφέρονται
τα μιάσματα από τα προάστια στις πόλεις [βλ. Έξ. 34,13: «Τούς βωμοὺς αὐτῶν
καθελεῖτε καὶ τάς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε, καὶ τὰ
γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε ἐν πυρί (:Τους βωμούς τους στους οποίους τελούν θυσίες στους θεούς τους να τους
γκρεμίσετε και τις λατρευτικές στήλες που έχουν ως σύμβολα των θεών τους να τις
συντρίψετε και να κόψετε τελείως τα ιερά τους δασύλλια, όπου λατρεύουν τους
θεούς τους και να κατακάψετε με φωτιά τα αγάλματα των θεών τους)»]. [Ο Ιερός Χρυσόστομος κάνει μια πολύ
συγκεκριμένη σύγκριση με όσα συνέβησαν στον Άγιο Βαβύλα: ο Ιουλιανός μετέφερε το λείψανο από τη Δάφνη,
δηλαδή από το προάστιο, προς την Αντιόχεια. Αν λοιπόν το λείψανο ήταν πράγματι «μίασμα», όπως ισχυριζόταν ο
Απόλλων, θα ήταν παράλογο να το μεταφέρουν απλώς από το προάστιο στην πόλη!].
γ. Ο μάρτυρας, λοιπόν,
απομακρυνόταν, αλλά ούτε και έτσι ο
δαίμονας έμενε ανενόχλητος· αλλά αμέσως διαπίστωνε ότι, ενώ μπορεί κανείς να
μετακινήσει τα οστά ενός μάρτυρα, είναι αδύνατο να ξεφύγει από τα χέρια του.
Γιατί, την ίδια στιγμή που η λάρνακα μεταφερόταν προς την πόλη, κεραυνός κατέβαινε
από ψηλά πάνω στην κεφαλή του ξοάνου (του Απόλλωνα) και κατέκαιγε τα πάντα.
Και όμως, αν όχι νωρίτερα, τουλάχιστον τότε θα περίμενε κανείς να οργιστεί ο
ασεβής αυτοκράτορας και να ξεσπάσει την οργή του στον ναό του μάρτυρα. Αλλά ούτε τότε τόλμησε να το κάνει· τόσο πολύ
τον είχε κυριεύσει ο φόβος. Και όμως, παρόλο που έβλεπε πόσο φοβερή ήταν η
πυρκαγιά και γνώριζε πολύ καλά την αιτία της, παρέμενε αδρανής και δεν
αντιδρούσε. Και δεν είναι αξιοθαύμαστο
μόνο το ότι δεν τόλμησε να γκρεμίσει τον ναό του μάρτυρα, αλλά και το ότι δεν
τόλμησε ούτε καν να ξαναστεγάσει τον ναό του Απόλλωνα. Γιατί γνώριζε πολύ καλά
ότι το πλήγμα ήταν θεόσταλτο και φοβόταν μήπως, αν επιχειρούσε κάτι περισσότερο,
επισύρει εκείνη τη φωτιά πάνω στο δικό του κεφάλι. Γι’ αυτό ανεχόταν να
βλέπει τον ναό του Απόλλωνα να έχει περιέλθει σε τόσο μεγάλη ερήμωση. Γιατί ο
μόνος λόγος που δεν αποκατέστησε την καταστροφή ήταν ο φόβος, που τον ανάγκαζε, παρά τη θέλησή του, να μην αντιδρά. Και μάλιστα γνώριζε πολύ καλά ότι με αυτόν
τον τρόπο άφηνε πίσω του μεγάλη καταισχύνη για τον δαίμονα και μεγάλη δόξα για
τον μάρτυρα. Γιατί οι τοίχοι στέκουν
ακόμη και σήμερα σαν τρόπαια νίκης και διαλαλούν το μήνυμά τους με φωνή πιο
δυνατή κι από σάλπιγγα. Με την ίδια
τους την όψη οι τοίχοι διηγούνται σε όλους —σε όσους βρίσκονται στη Δάφνη
και στην πόλη, σε όσους έρχονται από μακριά, στους συγχρόνους και στις
μελλοντικές γενιές— ολόκληρη την ιστορία: τον αγώνα, τη σύγκρουση και τη νίκη
του μάρτυρα.
Γιατί όποιος αντικρίζει από μακριά το
προάστιο και βλέπει τον (παλαιό) ναό του αγίου χωρίς τη λάρνακά του και τον ναό
του Απόλλωνα χωρίς τη στέγη του, είναι φυσικό να αναρωτηθεί ποια είναι η αιτία
και των δύο·
και έπειτα, αφού μάθει ολόκληρη την ιστορία, να αναχωρήσει από εκεί γνωρίζοντας
πλέον τι συνέβη. Τέτοια είναι τα
κατορθώματα που επιτέλεσε ο μάρτυρας ακόμη και μετά τον θάνατό του.
Γι’
αυτό μακαρίζω και την πόλη σας για τη μεγάλη αφοσίωση που δείξατε προς τον άγιο
αυτόν. Γιατί και τότε, όταν τα λείψανα
του μάρτυρα επέστρεφαν από τη Δάφνη, ολόκληρη η πόλη μας ξεχύθηκε στους δρόμους.
Και οι αγορές ήταν άδειες από άνδρες, τα σπίτια άδεια από γυναίκες και οι
θάλαμοι έρημοι από παρθένες. Έτσι ολόκληρη η πόλη, άνθρωποι κάθε ηλικίας,
άνδρες και γυναίκες, ξεχύθηκαν έξω για να τον υποδεχθούν, σαν παιδιά που
ξαναβλέπουν τον πατέρα τους να επιστρέφει ύστερα από μακρόχρονη απουσία. Και
εσείς τον αποθέσατε μαζί με τη χορεία των άλλων μαρτύρων, των ομοζήλων του [:«ομόζηλοι»: οι άλλοι μάρτυρες, που διακρίθηκαν
για τον ίδιο ζήλο στην πίστη]. Η χάρη,
όμως, του Θεού δεν επέτρεψε να παραμείνει εκεί για πάντα, αλλά οδήγησε και πάλι
τον μάρτυρα αυτή τη φορά στην απέναντι όχθη του ποταμού, ώστε πολλοί τόποι να γεμίσουν από την
πνευματική ευωδία και τη χάρη του μάρτυρα [: Ο Ιερός Χρυσόστομος εννοεί ότι τα λείψανα του Αγίου Βαβύλα μεταφέρθηκαν
αργότερα ξανά σε νέο τόπο, πέρα από τον ποταμό Ορόντη, δηλαδή στην
απέναντι πλευρά του ποταμού από την Αντιόχεια. Εκεί ανεγέρθηκε νέος ναός προς
τιμήν του Αγίου Βαβύλα και εκεί τοποθετήθηκαν τα λείψανά του. Η σειρά των
μετακινήσεων είναι περίπου αυτή: αρχικά τα λείψανα βρίσκονταν στην Αντιόχεια·
το 351 μεταφέρθηκαν στη Δάφνη, στο προάστιο της Αντιόχειας. Το 362, με διαταγή του Ιουλιανού,
επέστρεψαν από τη Δάφνη στην πόλη. Και ύστερα, όπως λέει εδώ ο Ιερός
Χρυσόστομος, «ἡ τοῦ Θεοῦ χάρις… πάλιν αὐτὸν τοῦ ποταμοῦ πέραν μετέστησεν»,
δηλαδή μεταφέρθηκαν για ακόμη μία φορά, αυτήν την φορά πέρα από τον Ορόντη,
στον νέο ναό του Αγίου Βαβύλα. Ο νέος αυτός ναός συνδέεται με τον Άγιο Μελέτιο
Αντιοχείας, ο οποίος είχε μεριμνήσει ιδιαίτερα για την ανέγερσή του και αργότερα
τάφηκε κοντά στον Άγιο Βαβύλα.].
Και
ούτε εδώ έμελλε να μείνει μόνος· πολύ γρήγορα απέκτησε δίπλα του, ως γείτονα
και ομόσκηνό του, έναν άνθρωπο με το ίδιο φρόνημα [Εδώ εμφανίζεται πια καθαρά ο
«ὁμότροπος» και «ζηλωτής» του Αγίου Βαβύλα, δηλαδή ο Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας. Ο Ιερός Χρυσόστομος τον παρουσιάζει ως
άνθρωπο συγγενή στο φρόνημα με τον μάρτυρα: ίδια αρχιερατική διακονία, ίδια
παρρησία, ίδιος ζήλος για την πίστη]. Γιατί
και εκείνος είχε την ίδια επισκοπική διακονία και έδειξε την ίδια παρρησία
υπερασπιζόμενος την πίστη. Γι’
αυτό και, όπως φαίνεται, δεν ήταν καθόλου τυχαίο που ο θαυμαστός αυτός μιμητής
του μάρτυρα αξιώθηκε να αναπαυθεί στον ίδιο τόπο μαζί του. Γιατί αγωνίστηκε πολύ για το έργο αυτό: έγραφε συνεχώς στον
αυτοκράτορα, πίεζε τους άρχοντες και υπηρετούσε ο ίδιος προσωπικά τον μάρτυρα
με τον σωματικό του κόπο. Γιατί ασφαλώς γνωρίζετε και θυμάστε ότι, ακόμη και
μέσα στο κατακαλόκαιρο, με τον ήλιο ψηλά στο μέσο του ουρανού, πήγαινε εκεί
κάθε μέρα μαζί με τους συνοδούς του. Και δεν πήγαινε απλώς για να βλέπει τις
εργασίες, αλλά για να παίρνει και ο ίδιος ενεργό μέρος σε αυτές. Γιατί πολλές
φορές έβαζε κι ο ίδιος τα χέρια του στη δουλειά, βοηθώντας να σηκώσουν πέτρες
και τραβώντας σχοινιά. Και κάθε φορά
που κάποιος χρειαζόταν βοήθεια στην οικοδομή, εκείνος έτρεχε να βοηθήσει πριν
ακόμη προλάβουν οι ίδιοι οι εργάτες. Γιατί γνώριζε πολύ καλά πόσο μεγάλη
ανταμοιβή τού είχε φυλαγμένη ο Θεός για όλους αυτούς τους κόπους.
Γι’ αυτό και τιμούσε αδιάκοπα τους μάρτυρες,
όχι μόνο ανεγείροντας λαμπρούς ναούς και τελώντας αλλεπάλληλες εορτές, αλλά με
έναν τρόπο πολύ ανώτερο από αυτά. Και ποιος είναι αυτός ο τρόπος; Μιμείται τον βίο τους, αγωνίζεται να φτάσει
την γενναιότητά τους και, όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, διατηρεί μέσα του
ζωντανή την εικόνα των μαρτύρων.
Πρόσεξε· εκείνοι παρέδωσαν τα σώματά τους στον μαρτυρικό θάνατο· αυτός νέκρωσε
τα επίγεια μέλη της σάρκας[Κολ. 3,5: «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς,
πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία (:Νεκρώστε,
λοιπόν, τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές. Νεκρώστε
την πορνεία, την ακαθαρσία, κάθε πάθος και υποδούλωση στο κακό, κάθε κακή
επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος)»].
Εκείνοι στάθηκαν ατρόμητοι μπροστά στις φλόγες της φωτιάς· αυτός έσβησε μέσα
του την φλόγα της εμπαθούς επιθυμίας. Εκείνοι αναμετρήθηκαν με τα δόντια των
θηρίων· αυτός, όμως, κοίμισε το φοβερότερο από τα πάθη που υπάρχουν μέσα μας,
την οργή.
Για όλα αυτά, λοιπόν, ας αναπέμψουμε ευχαριστία στον Θεό, επειδή
μας χάρισε όχι μόνο τόσο γενναίους μάρτυρες, αλλά και ποιμένες αντάξιούς τους
για την πνευματική τελείωση των πιστών και την οικοδόμηση της Εκκλησίας, του
σώματος του Χριστού[βλ. Εφεσ. 4,12: «πρὸς τὸν
καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ
(:για να καταρτίζονται οι Χριστιανοί και να
επιτελείται το έργο της διακονίας, με το οποίο οικοδομείται το σώμα του
Χριστού)»], μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα ανήκει δόξα, τιμή και κράτος, μαζί με το
Άγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση, σχόλια και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη,
φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ
· Ιωάννου του
Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν ἅγιον Ἱερομάρτυρα Βαβύλαν (De sancto
hieromartyre Babyla), J.-P. Migne (ed.), Patrologiae Cursus Completus,
Series Graeca, τ. 50, Paris 1862, στ. 527–534.
- http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
- Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία
(απόδοση στην κοινή νεοελληνική),
εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
- Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και
ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις
αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
- Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και
σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος
θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
- Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης
Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
- Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση
στην κοινή νεοελληνική),
εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
- https://www.antiochpatriarchate.org/en/page/1211/?utm_source
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου