Σκιές
αμεροληψίας στο Δικαστήριο της ΕΕ: Δικαστές με συμφέροντα σε οικονομικούς
κολοσσούς
Γράφει ο Νικόδημος
Καλλιντέρης, Νομικός
Στο Δικαστήριο της ΕΕ στο Λουξεμβούργο οι δικαστές αποφασίζουν για υποθέσεις μείζονος σημασίας που διαμορφώνουν τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο. Πολλοί εξ αυτών έχουν δηλώσει ότι έχουν οικονομικά συμφέροντα σε εταιρείες και οικονομικούς τομείς που εμπίπτουν στην δικαιοδοτική τους αρμοδιότητά.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα
του Investigate Europe που αφορά την περίοδο 2018-2024 πάνω από το 40%
των δικαστών και γενικών εισαγγελέων του Δικαστηρίου της ΕΕ έχουν δηλώσει ότι
διαθέτουν οικονομικά συμφέροντα στα οποία περιλαμβάνονται μερίδια σε
πετρελαϊκούς κολοσσούς όπως η Eni, η Total και η Repsol αλλά και άλλες
εταιρείες όπως η AstraZeneca, η Merck, η BioNTech, η Amazon, η Airbus, η
Boeing, η Novo Nordisk, καθώς και σε τράπεζες και χρηματοοικονομικούς
οργανισμούς.
Τα περίπου 90 μέλη
του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) μπορούν με τις αποφάσεις που
λαμβάνουν να υποχρεώσουν τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να αλλάξουν τις
εθνικές τους νομοθεσίες, να αναγκάσουν τις εταιρείες να πληρώσουν
δισεκατομμύρια και να έχουν τον τελευταίο λόγο στους κανόνες ευρωπαϊκής αγοράς.
Ο κώδικας
δεοντολογίας του δικαστηρίου ορίζει ότι οι δικαστές πρέπει να αποφεύγουν όλες
τις καταστάσεις «που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων... ή να
εκληφθούν ως τέτοιες».
«Το Δικαστήριο της
Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται στα πρότυπα διαφάνειας που
αναμένονται από τα ανώτατα δικαστήρια», δηλώνει ο Alberto Alemanno, Καθηγητής
ευρωπαϊκού δικαίου στο HEC Paris και στο Κολλέγιο της Ευρώπης, ο οποίος έχει γράψει
πολλά για τη δικαστική διαφάνεια και την ακεραιότητα των θεσμών για περισσότερο
από μια δεκαετία.
Η έρευνα εντόπισε
επίσης προβλήματα διαφάνειας στις ίδιες τις δηλώσεις συμφερόντων. Συγκεκριμένα,
36 δικαστικοί λειτουργοί δήλωσαν συμφέροντα σε 124 οντότητες, αλλά στις
περισσότερες περιπτώσεις δεν περιλαμβάνονται λεπτομέρειες για το μέγεθος ή τη
φύση των συμμετοχών. Περίπου το ένα τρίτο των δηλώσεων ήταν ανεβασμένες για
πάνω από τρία χρόνια, κάτι που φαίνεται να έρχεται σε ένταση με την ίδια την
πολιτική διαφάνειας του Δικαστηρίου.
Μετά την επικοινωνία των δημοσιογράφων με το ΔΕΕ, πάνω από 35 δημόσιες δηλώσεις
επαναφορτώθηκαν με νέες εκδόσεις, αλλά κάποιες εξακολουθούσαν να μην έχουν
ημερομηνία ή να μην έχουν δημοσιευθεί καθόλου.
Η έρευνα του
Investigate Europe ώθησε την Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια να ανακοινώσει ότι θα
προβεί στις δέουσες ενέργειες ώστε να διαλευκάνει για ποιους λόγους το
Δικαστήριο της ΕΕ αρνείται να δημοσιοποιήσει παλαιότερες δηλώσεις συμφερόντων
των δικαστών.
Ένα δεύτερο σκέλος
της έρευνας αφορά τους δεσμούς των δικαστών με τις χώρες που τους διορίζουν. Οι
δικαστές του ΔΕΕ προτείνονται από τα κράτη-μέλη τους και έχουν ανανεώσιμη
εξαετή θητεία. Αρκετοί είχαν
προηγουμένως πολιτικά ή κυβερνητικά αξιώματα στη χώρα τους, γεγονός που μπορεί
να δημιουργεί ερωτήματα όταν συμμετέχουν σε υποθέσεις που αφορούν το ίδιο
κράτος.
Παρότι δεν
απαγορεύεται ένας δικαστής να συμμετέχει σε υπόθεση που αφορά τη χώρα του, το
ΔΕΕ προσπαθεί συνήθως να αποφεύγει να είναι ο δικαστής αυτός εισηγητής
(rapporteur), δηλαδή εκείνος που προετοιμάζει το σχέδιο απόφασης. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την ανάλυση
της βάσης δεδομένων IUROPA, δικαστές υπηρέτησαν ως εισηγητές περίπου 30 φορές
σε υποθέσεις που αφορούσαν άμεσα τη χώρα τους κατά την περίοδο 2018–2024.
Η απάντηση του
Δικαστηρίου της ΕΕ στα ανωτέρω είναι ότι οι δικαστές και οι γενικοί εισαγγελείς
έχουν ιδιωτική ζωή και μπορούν να διαχειρίζονται την περιουσία τους όπως
επιθυμούν, αρκεί αυτό να μην επηρεάζει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εκπρόσωπος του Δικαστηρίου ανέφερε
ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με την κατοχή μετοχών ή συμφερόντων όταν αυτά δεν
επηρεάζουν την απονομή δικαιοσύνης, και ότι μέχρι σήμερα δεν έχει χρειαστεί
εξαίρεση για τέτοιο λόγο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου