Η ΕΠΙΣΚΟΠΗ ΩΣ ΚΛΗΣΗ ΚΑΙ
ΟΧΙ ΩΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ
ΜΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ
ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΥΧΙΚΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
Γεώργιος
Επιφανίου καθηγητής Θεολογίας
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αντιλήφθηκε την επισκοπή ως δικαίωμα ή προσωπική κατάκτηση. Η επισκοπή είναι κλήση του Θεού μέσα από την Εκκλησία, διακονία, σταυρός και ευθύνη ενώπιον του Χριστού.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται, καλοῦ ἔργου ἐπιθυμεῖ» (Α΄ Τιμ.
3,1). Οι Πατέρες όμως διευκρινίζουν ότι ο λόγος αυτός δεν αποτελεί άδεια
φιλαρχίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει ότι ο Απόστολος μιλά για την
επιθυμία της διακονίας και της θυσίας και όχι για την επιθυμία εξουσίας,
πρωτείων ή δόξας.
Ο ίδιος ο Χρυσόστομος, στο
έργο του «Περί Ιερωσύνης», παρουσιάζει την επισκοπή ως φοβερό λειτούργημα,
μπροστά στο οποίο ο άνθρωπος οφείλει να τρέμει και όχι να φιλοδοξεί. Δεν
επαινείται εκείνος που αναζητεί θρόνους αλλά εκείνος που αναλαμβάνει υπακοή
στην κλήση της Εκκλησίας.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος,
στον περίφημο λόγο του «Περί Φυγής», περιγράφει πώς απέφυγε τη χειροτονία
επειδή θεωρούσε τον εαυτό του ανεπαρκή για τόσο μεγάλο έργο. Η στάση αυτή έγινε
υπόδειγμα για την Ορθόδοξη παράδοση. Ο άγιος δεν παρουσιάζεται ως διεκδικητής
επισκοπής αλλά ως άνθρωπος που φοβάται την ευθύνη της.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος
διδάσκει στην «Ποιμαντική» ότι συχνά όσοι επιζητούν την εξουσία είναι
ακατάλληλοι γι’ αυτήν, ενώ όσοι την αποφεύγουν από ταπείνωση αποδεικνύονται οι
καταλληλότεροι ποιμένες.
Η
κανονική παράδοση κινείται στο ίδιο πνεύμα.
Ο 30ός Αποστολικός Κανόνας
καταδικάζει την απόκτηση επισκοπής μέσω εξωτερικών παρεμβάσεων και επιρροών.
Ο 2ος Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και
οι σχετικοί κανόνες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου καταδικάζουν κάθε μορφή
επιδίωξης εκκλησιαστικών αξιωμάτων με κοσμικό τρόπο και κάθε νοοτροπία που
μετατρέπει την Εκκλησία σε χώρο προσωπικών φιλοδοξιών.
Το πνεύμα όλων αυτών των κανόνων είναι σαφές: ο επίσκοπος δεν καταλαμβάνει θρόνο αλλά καλείται σε αυτόν.
Υπό το φως αυτής της πατερικής και κανονικής
παραδόσεως, πολλοί πιστοί βλέπουν στην περίπτωση του Τυχικού ένα πρότυπο που
βρίσκεται πλησιέστερα στο παραδοσιακό εκκλησιαστικό ήθος. Ο Τυχικός δεν
εμφανίσθηκε ως διεκδικητής της Μητροπόλεως Πάφου. Το όνομά του προήλθε από την
εκκλησιαστική εκλογική διαδικασία και η εκλογή του πραγματοποιήθηκε από τα
αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα χωρίς προηγούμενη δημόσια προσωπική διεκδίκηση του
θρόνου.
Αντίθετα, στην περίπτωση του Γρηγορίου, η
δημόσια εκδήλωση επιθυμίας για κατάληψη συγκεκριμένης μητροπολιτικής έδρας
δημιουργεί αναπόφευκτα ένα θεολογικό ερώτημα: συμβαδίζει άραγε η ενεργός διεκδίκηση συγκεκριμένου θρόνου
με το πνεύμα των Πατέρων, οι οποίοι θεωρούσαν την επισκοπή κλήση και όχι
επιδίωξη;
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά τη νομιμότητα μιας
υποψηφιότητας αλλά το εκκλησιαστικό ήθος. Διότι άλλο είναι το τι επιτρέπεται
από μια διαδικασία και άλλο το ποιο πρότυπο προβάλλουν οι Άγιοι Πατέρες.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας τιμούν τον καλούμενο
και όχι τον διεκδικητή. Τον άνθρωπο που οδηγείται στον θρόνο από την
εμπιστοσύνη της Εκκλησίας και όχι εκείνον που πορεύεται προς τον θρόνο με
προσωπική πρωτοβουλία.
Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από
αγίους επισκόπους που δεν ζήτησαν ποτέ επισκοπές αλλά αναζητήθηκαν από την
Εκκλησία. Αυτή υπήρξε η οδός του Αγίου Επιφανίου, του Αγίου Γρηγορίου του
Θεολόγου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και αναρίθμητων άλλων αγίων
ποιμένων.
Το πατερικό ιδεώδες είναι σαφές: η επισκοπή
είναι κλήση, όχι διεκδίκηση· διακονία, όχι αξίωμα· σταυρός, όχι θρόνος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου