ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ν. ΣΙΜΩΤΑ
Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου
Ο ΔΑΥΙΔ ΑΥΤΟΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΧΩΡΑΝ ΤΩΝ ΦΙΛΙΣΤΑΙΩΝ
Εἰς τὸ ἀπό Α΄ Βασ. 18 ἕως Β΄ Βασ. 2 βιβλικὸν κείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος περὶ τῶν γνωστῶν περιπετειῶν τοῦ Δαυΐδ, ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι οὗτος, καταδιωκόμενος ὑπὸ τοῦ ἀσπόνδου ἐχθροῦ του Σαούλ, κατέφευγεν ὁπουδήποτε ἠδύνατο, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς ἰσραηλιτικῆς ἐπικρατείας, διὰ νὰ διασωθῇ. Δὲν ἐδίστασε δὲ νὰ ζητήσῃ καταφύγιον ἀκόμη καὶ εἰς τὴν γῆν τῶν Φιλισταίων, τῶν γνωσίμων ἐκείνων πολεμίων τοῦ Ἰσραήλ. Ἔτυχε μάλιστα εὐνοϊκῆς μεταχειρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἀγχοῦς, βασιλέως τῆς Γέθ.
Τὸ θέμα ὅμως τοῦτο παρουσιάζει ἰδιάζουσαν δυσχέρειαν, λόγῳ τῆς ἰδιομορφίας τοῦ σχετικοῦ βιβλικοῦ κειμένου, μὴ ὄντος ἑναίου ἀλλὰ προερχομένου ἐκ διαφόρων πηγῶν καὶ παραδόσεων. Ὡς εἶναι σήμερον γενικῶς παραδεκτὸν ὑπὸ τῶν συγχρόνων ἐρευνητῶν, τὸ ἀφηγηματικὸν ὑλικὸν τῶν βιβλίων Α΄ καὶ Β΄ Βασιλειῶν προέρχεται ἀπὸ πολλοὺς συγγραφεῖς καὶ ὄχι, ὡς ἤθελεν ἡ παλαιὰ παράδοσις, ἀπὸ ἕνα μόνον. Ἡ εἰς τὰ βιβλία ταῦτα ἔκθεσις τῶν σχετικῶν γεγονότων περιέχει ἐπαναλήψεις καὶ διπλᾶς διηγήσεις, παραλλαγάς, ἀσυμβίβαστα μεταξύ των κείμενα, σχόλια πρὸς συμβιβασμὸν τοιούτων ἑτεροκλήτων κειμένων, μεταγενεστέρας καὶ δὴ ποικίλας προσθήκας, ἀσυμφωνίας καὶ ἀντιφάσεις, συρραφὰς δυσπροσαρμόστους πρὸς τὴν φυσικὴν συνέχειαν τοῦ κειμένου, χάσματα κλπ. Τὰ φαινόμενα ταῦτα, παρατηρούμενα κυρίως εἰς τὰς ἰδιαιτέρως ἐνδιαφερούσας ἡμᾶς διηγήσεις περὶ τῆς γνωριμίας καὶ τῶν σχέσεων Δαυΐδ καὶ Σαούλ, ἐπιμαρτυροῦν, ἀναμφιβόλως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑνότης εἰς τὸ σχετικὸν κείμενον.
Ἐξ ἄλλου αἱ ἐν προκειμένῳ πληροφορίαι τοῦ βιβλικοῦ κειμένου δὲν ἐπαρκοῦν πρὸς διαλεύκανσιν τοῦ ὑφισταμένου προβλήματος, τοσούτῳ μᾶλλον καθ᾿ ὅσον καὶ τὰ βιβλία τῶν Παραλειπομένων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκτίθενται αἱ παράλληλοι τῶν ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν Βασιλειῶν διηγήσεις, οὐδόλως συμβάλλουν εἰς τὴν διαφώτισίν μας, ἐπὶ τῶν σημείων εἰς τὰ ὁποῖα παρατηροῦνται ἀσάφειαι, κενὰ καὶ πάσης φύσεως δυσχέρειαι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ὡς γνωστὸν δὲ ἡ Π. Διαθήκη δὲν εἶναι ἐγχειρίδιον πολιτικῆς ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, ὥστε νὰ παραθέτῃ πλήρως καὶ συστηματικῶς ταύτην. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐκθέτει διηγήσεις, μὲ σκοπὸν ἐποικοδομητικόν, σχετικῶς πρὸς τὰ γεγονότα τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς βασιλείας ἐν τῇ χώρᾳ καὶ τῆς ἑδραιώσεώς της ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Δαυΐδ.
Λόγῳ τῆς τοιαύτης φύσεως τοῦ κειμένου, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ διαφωτίσωμεν τοῦτο κατὰ τὸ δυνατόν, πρὸς διερεύνησιν τῶν σχετικῶν γεγονότων, καθ᾿ ἣν θὰ διατυπωθοῦν χρήσιμοι διὰ τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Π. Διαθήκης ἐπιστημονικαὶ παρατηρήσεις. Λαμβανομένου δὲ ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι ἡ ἀπὸ τῶν Κριτῶν μέχρι τῆς βασιλείας χρονικὴ περίοδος εἶναι μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων διὰ τὸν Ἰσραήλ, μετὰ τὴν περιπέτειαν τῆς ἐξ Αἰγύπτου ἐξόδου, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ παροῦσα ἐργασία θὰ προκαλέσῃ ἀνάλογον ἐνδιαφέρον ἐκ μέρους τῶν μελετητῶν τῆς βιβλικῆς ἱστορίας τῆς ἐν λόγῳ περιόδου.
* * *
Συμφώνως πρὸς τὸ κατὰ τὴν σημερινὴν μορφήν του ἐκτιθέμενον ἐν Α΄ Βασ. 16 ἑξ. βιβλικὸν κείμενον, μετὰ τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ βασιλέως Σαοὺλ ὑπὸ τοῦ προφήτου Σαμουὴλ καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταξύ των ὁριστικὴν ρῆξιν, λόγῳ τῆς μὴ πλήρους ἐφαρμογῆς ὑπὸ τοῦ πρώτου τοῦ ἀναθέματος κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν, ὁ δεύτερος ἔχρισε κατὰ θείαν ἐντολὴν νέον βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τὸν ταπεινόν, ἀλλ᾿ ἐνδυναμωθέντα ὑπὸ «πνεύματος Κυρίου», Δαυΐδ.
Ὁ οὕτως ἀποδοκιμασθεὶς Σαοὺλ περιέπεσεν εἰς κατάστασιν μελαγχολίας καὶ βασανιστικῆς ἀνησυχίας καὶ ἐκυριεύθη ὑπὸ φθόνου πρὸς τὸν ἀνεπισήμως χρισθέντα διάδοχόν του, τὸν Δαυΐδ, τὸν ὁποῖον ἠγνώνισθη μετὰ μανιώδους πάθους νὰ ἐξοντώσῃ. Οὗτος ὅμως, ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνον, ἐγκατεστάθη εἰς δυσκόλους στιγμὰς τῆς ζωῆς τοῦ ἐφ᾿ ὅσον χρόνον διέμενεν εἰς τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἀρχικῶς μὲν τοῦ μουσικοῦ, βραδύτερον δὲ καὶ τοῦ ἐπὶ θυγατρὶ γαμβροῦ του. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι τὴν συγγενικὴν ταύτην ἰδιότητα ἀπέκτησεν ὁ Δαυΐδ κατόπιν πολλῶν δοκιμασιῶν καὶ ταλαιπωριῶν καὶ κινδύνων τῆς ζωῆς του, εἰς τοὺς ὁποίους τὸν ἐξέθετεν ὁ Σαούλ, παντοιοτρόπως παγιδεύων αὐτόν. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ ὅτι, διὰ νὰ καταστήσῃ τοῦτον γαμβρόν του, ἀπήτησε παρ᾿ αὐτοῦ νὰ φονεύσῃ προηγουμένως ἑκατὸν Φιλισταίους, μὲ τὸν προφανῆ σκοπὸν νὰ τὸν ρίψῃ εἰς χεῖρας αὐτῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ δὲν ἔπαυσε καὶ νὰ τὸν καταδιώκῃ ἀπηνῶς.
Ὁ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου, τοῦ τρόμου καὶ τῆς ἀγωνίας διατελῶν Δαυΐδ, βεβαιωθεὶς ὅτι ἡ ζωή του διέτρεχε τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα, ἀφοῦ προηγουμένως συνεβουλεύθη τὴν σύζυγόν του Μελχόλ καὶ τὸν ἀδελφὸν ταύτης Ἰωνάθαν, ἀμφοτέρους τέκνα τοῦ Σαούλ. Οὕτως, ἀναζητῶν προστασίαν εἰς διαφόρους ὁμόρους χώρας, κατέφυγε καὶ εἰς τὴν γῆν τῶν Φιλισταίων, παρὰ τὰς πολεμικὰς κατ᾿ αὐτῶν πράξεις του. Τὸ κείμενον ἀναφέρει ὅτι κατέφυγε δὶς εἰς τοὺς Φιλισταίους. Κατὰ τὸ Α΄ Βασ. 21,10 (11) ἑξ. «ἦλθε… πρὸς Ἀγχοῦς βασιλέα Γέθ» καὶ ἐζήτησεν ἄσυλον παρ᾿ αὐτῷ. Ἐκεῖ ὅμως ἀνεγνωρίσθη ὑπό τινων ὅτι ἦτο ὁ μονομαχήσας πρὸς τὸν Γολιὰθ καὶ φονεύσας αὐτόν. Ἀντιληφθεὶς δὲ τοῦτο, προσεποιήθη τεχνηέντως, μὲ διαφόρους ἀσυναρτήτους πράξεις καὶ κινήσεις του, τὸν παράφρονα καὶ ἐπέτυχε νὰ διαφύγῃ τὸν κίνδυνον νὰ φονευθῇ ἐξ ἀντεκδικήσεως.
Κατὰ τὸ 27,1 ἑξ. (ἀφοῦ περιεπλανήθη εἰς τινας περιοχὰς τῆς νοτίου Παλαιστίνης, κινούμενος, οἱονεί, ὡς ἐλεύθερος σκοπευτής, καὶ καταδιωκόμενος συνεχῶς ὑπὸ τοῦ Σαούλ), «ἐπορεύθη πρὸς Ἀγχοῦς, υἱὸν Ἀμμάχ, βασιλέα Γέθ». Τὴν φορὰν αὐτὴν συνωδεύετο ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἑξακοσίων σχεδὸν ἀνδρῶν, ὁμοεθνῶν του, πιστῶν εἰς αὐτὸν καὶ δυσηρεστημένων ἀπὸ τὸν Σαούλ. Οὗτοι εἶχον μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν των, ὁ δὲ Δαυΐδ τὰς συζύγους του Ἀχινάαμ τὴν Ἰεζραελίτιδα καὶ Ἀβιγαίαν τὴν Καρμηλίτιδα, χήραν τοῦ Νάβαλ. Ὁ Ἀγχοῦς, σκεπτόμενος, προφανῶς, ὅτι θὰ ἦτο καὶ εἰς αὐτὸν συμφέρον νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀντίπαλον τοῦ Σαοὺλ δύναμιν, εὐχαρίστως ἐδέχθη νὰ παράσχῃ ἄσυλον εἰς τὸν Δαυΐδ. Καὶ τοῦ παρεχώρησεν ὡς τόπον διαμονῆς αὐτοῦ καὶ τῶν μετ᾿ αὐτοῦ τὴν πόλιν Σεκελάκ, ἡ ὁποία ἀνῆκεν ἀρχικῶς μὲν εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα, βραδύτερον δὲ εἰς τοῦ Συμεών, καταληφθεῖσα ἐν συνεχείᾳ ὑπὸ τῶν Φιλισταίων. Εἰς τὴν ἐνέργειάν του ταύτην προέβη ὁ Ἀγχοῦς ὑπολογίζων, προφανῶς, καὶ εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Δαυΐδ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀστυνόμευε τὴν ἔρημον.
Πρέπει νὰ θεωρηθῇ βέβαιον, ὅτι εἰς τὰ δύο κείμενα σῴζονται ἰσάριθμοι παραδόσεις, ἀνεξάρτητοι ἀλλήλων. Ἐν Α΄ Βασ. 21,10 (11) ἑξ. πρόκειται περὶ τινος τοπικῆς παραδόσεως, ἀναφερομένης εἰς τὴν διάσωσιν τοῦ Δαυΐδ εἰς τὴν χώραν τῶν Φιλισταίων, ὅτε οὗτος διήρχετο μίαν δύσκολον περίοδον τῆς πολυκυμάντου ζωῆς του. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ Δαυΐδ ἐμφανίζεται μόνος ὡς φυγὰς εἰς τὴν Γέθ, διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ἀγχοῦς πολιτικὸν ἄσυλον, ἀλλ᾿ ἀναγνωρισθεὶς ὑπό τινων ἠναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν δι᾿ ἀναζήτησιν ἄλλου καταφυγίου. Ἐν τῇ ἐν 27,1 ἑξ. παραλλήλῳ διηγήσει ὁ Δαυΐδ ἐμφανίζεται ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν πολεμιστῶν του καὶ τῶν οἰκογενῶν των. Αἰτεῖται δὲ παρὰ τοῦ βασιλέως Ἀγχοῦς ἰδιαίτερόν τινα τόπον διαμονῆς, καὶ οὕτω παρεχωρήθη εἰς αὐτὸν ἡ προαναφερθεῖσα πόλις Σεκελάκ. Δὲν ὑπάρχει, λοιπόν, ἀμφιβολία ὅτι ἔχομεν πρὸ ἡμῶν δύο διαφόρους παραδόσεις. Κατὰ τὸν R. de Vaux ἡ πρώτη προδικάζει τὴν ἐν κεφ. 27 διήγησιν.
Ὁπωσδήποτε κατὰ τὸ διάστημα τῆς εἰς τὴν γῆν τῶν Φιλισταίων παραμονῆς του, ὁ Δαυΐδ ἀνέπτυξε μεγάλην δραστηριότητα. Χρησιμοποιῶν ὡς πολεμικὸν ὁρμητήριόν του τὴν Σεκελάκ, ἐπεχείρει ἐπιδρομὰς εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Negeb, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἰσραήλ, χωρὶς τοῦτο νὰ γίνεται ἀντιληπτὸν ὑπὸ τῶν Φιλισταίων. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπετίθετο ἐναντίον τῶν πολλαχόθεν γνωστῶν Ἀμαληκιτῶν καὶ τῶν ὀλιγώτερον γνωστῶν Γεσουριτῶν καὶ Γερζαίων, οἵτινες κατῴκουν, πιθανώτατα, εἰς τὰ νότια μέρη τῆς Παλαιστίνης. Τούτους ἐλεηλάτει καὶ ἀπεδεκάτιζε, φονεύων μάλιστα καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν αἰχμαλώτους ἅπαντας, ὥστε νὰ μὴ ἀποκαλύπτεται ὅτι ἐπιτίθεται κατ᾿ αὐτῶν. Οὕτως, ὁσάκις ἠρωτᾶτο ὑπὸ τοῦ Ἀγχοῦς, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐπιδρομάς του αὐτάς, ἀπήντα εὐχερῶς, ὅτι εἶχεν ἐπιτεθῆ κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἢ τῶν συμμάχων των καὶ ὄχι, ὡς συνέβαινεν εἰς τὴν πραγματικότητα, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ Ἀγχοῦς, ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς λόγους τοῦ Δαυΐδ, ἦτο διττῶς ἱκανοποιημένος καὶ ἔχαιρε, σκεπτόμενος ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ὅτι ἀπεδυναμοῦντο βαθμηδὸν οἱ ἐχθροί του, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὅτι ὁ Δαυΐδ, διὰ τῶν (ὑποτιθεμένων τούτων) κατὰ τοῦ Ἰσραὴλ ἐπιδρομῶν του, θὰ ἐγίνετο μισητὸς εἰς τοὺς ὁμοφύλους του καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶχε πάντοτε ἀνάγκην τῆς προστασίας του, παραμένων ὑποτελὴς εἰς αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὁ Ἀγχοῦς ἐπλανήθη. Καὶ ἐὰν δὲν ἐπενέβαινον οἱ ἀνησυχοῦντες στρατηγοί του καὶ δὲν ἀπήτουν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κατ᾿ αὐτοὺς ὑπόπτου Ἰσραηλίτου ἐκ τοῦ φιλισταϊκοῦ στρατοπέδου, ὅτε ἀνεχώρουν εἰς πόλεμον κατὰ τοῦ Ἰσραήλ, θὰ εἶχεν, ἐνδεχομένως, δυσαρέστους συνεπείας διὰ τοὺς Φιλισταίους ἡ ἀπόλυτος αὕτη ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀγχοῦς πρὸς τὸν Δαυΐδ.
Ἐν Σεκελὰκ παρέμεινεν ὁ Δαυΐδ ἐπὶ χρονικὸν διάστημα μεγαλύτερον τῶν τεσσάρων μηνῶν. Ἐν Α΄ Βασ. 27,7 ἀναφέρεται, κατὰ τὸ κείμενον τῶν Ο΄, ὅτι παρέμεινεν αὐτόθι τέσσαρας μῆνας, ἐνῷ κατὰ τὸ μασωριτικὸν ἑβραϊκὸν ἓν ἔτος καὶ τέσσαρας μῆνας. Τὸ δεύτερον εἶναι πιθανώτερον, διότι πρὸς αὐτὸ συμφωνεῖ καὶ τὸ 29,3, τὸ ὁποῖον, κατ᾿ ἀμφότερα τὰ κείμενα, ὁμιλεῖ διὰ δύο ἔτη. Ἐκ τῆς πόλεως ταύτης ὁ Δαυΐδ θὰ μεταβῇ εἰς Χεβρών, ἔνθα θὰ ἀναγορευθῇ ὑπὸ τῶν συμπατριωτῶν του βασιλεὺς τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα.
* * *
Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παραμονῆς τοῦ Δαυΐδ ἐν Σεκελάκ, ὁ Ἀγχοῦς ἐξεστράτευσε μετὰ μεγάλης στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἐζήτησε παρ᾿ αὐτοῦ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, διαθέτων συγχρόνως καὶ τοὺς πολεμιστὰς αὐτοῦ. Ὁ Δαυΐδ εὑρέθη τότε εἰς δυσάρεστον θέσιν. Καὶ τοῦτο διότι ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ὤφειλε πολλὰ εἰς τὸν Ἀγχοῦς, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὸν εἶχε διαβεβαιώσει πολλάκις, ὅτι κατὰ τὰς ἐκ Σεκελὰκ ἐπιδρομάς του ἐμάχετο ὑπὲρ τῶν Φιλισταίων. Ἔπρεπε, λοιπόν, τώρα νὰ ἀποδείξῃ τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὸν Ἀγχοῦς, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν διαβεβαιώσεών του ἐκείνων. Οὕτω δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ συμπαράστασιν πρὸς τὸν Φιλισταῖον προστάτην του, τουλάχιστον διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ ἀνέντιμος ἀπέναντί του. Ἀλλὰ πάλιν θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ποτε νὰ πολεμήσῃ μετ᾿ αὐτοῦ κατὰ τῆς πατρίδος του. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀμηχανίας διατελῶν, τοῦ ἀπήντησε μὲν μετὰ προθυμίας ὅτι θὰ εἶναι παρὰ τὸ πλευρόν του, δὲν διηυκρίνιζεν ὅμως κατὰ ποῖον συγκεκριμένον τρόπον θὰ ἐνήργει εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης. Περιωρίσθη ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ τὸν βεβαιώσῃ κατά τινα διπλωματικόν, θὰ ἐλέγομεν, τρόπον, ὅτι μετ᾿ οὐ πολὺ θὰ τοῦ ἀπεδείκνυε τὰς πολεμικάς του ἱκανότητας, λέγων ἀσαφῶς πως καὶ ἀορίστως πρὸς αὐτόν, «τώρα, εἰς τὸν πόλεμον, θὰ ἴδῃς τί θὰ πράξω».
Οἱ Φιλισταῖοι ἐστρατοπέδευσαν εἰς τὴν πόλιν Ἀφέκ, ταυτιζομένην πρὸς τὴν σημερινὴν Ras el-‘En, πλησίον τῆς Σωμάν, κειμένης νοτιοδυτικῶς τοῦ ὄρους Θαβώρ, εἰς τὴν πεδιάδα Ἰεζράελ, οἱ δὲ Ἰσραηλῖται εἰς τὸ ὄρος Γελβουέ (τὸ ὁποῖον κλείει τὴν πεδιάδα εἰς τὰ νότια τῆς Σωμάν), ἔναντι τοῦ ἐχθροῦ. Οἱ πρῶτοι, διαθέτοντες πολεμικὰ ἅρματα, εἶχον ἐπιλέξει πλεονεκτικὴν τοποθεσίαν στρατοπεδεύσεώς των, ἐνῷ οἱ δεύτεροι, στερούμενοι τότε τοιούτων, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀντιπαραταχθοῦν εἰς παρομοίαν θέσιν. Ὅταν οἱ στρατηγοὶ τῶν Φιλισταίων διεπίστωσαν ἔκπληκτοι, ὅτι ὁ Ἀγχοῦς ἠκολούθει ἀνυπόπτως τὸν Δαυΐδ εἰς τὴν κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐκστρατείαν, ἀνησύχησαν σοβαρῶς, ἀφοῦ μάλιστα οὕτως ἢ ἄλλως ὁ αὐτοεξόριστος Ἰσραηλίτης δὲν τοὺς ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην.
Φοβηθέντες δὲ μήπως τοὺς ρίψῃ τεχνηέντως εἰς χεῖρας τοῦ Σαούλ, αὐτομολῶν εἰς τὰς ἰσραηλιτικὰς γραμμάς, ἐζήτησαν ἐπιμόνως ἀπὸ τὸν Ἀγχοῦς νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸ στρατόπεδον, λέγοντες προσέτι εἰς αὐτόν, ὅτι ὁ ὕποπτος οὗτος ἀνὴρ ἦτο πιθανὸν νὰ ἐπιδιώκῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς καλῆς ἐκείνης εὐκαιρίας, διὰ νὰ προσεγγίσῃ τὸν Σαούλ, συμφιλιούμενος μετ᾿ αὐτοῦ, εἰς βάρος βεβαίως τῶν Φιλισταίων. Οἱ στρατηγοὶ οὗτοι, ἔχοντες πιθανῶς ὑπ᾿ ὄψιν των καὶ τὸ ἐν Α΄ Βασ. 14,21 προηγούμενον, καθ᾿ ὃ Ἰσραηλῖταί τινες, οἵτινες εἶχον κάποτε αὐτομολήσει πρὸς τοὺς Φιλισταίους, ἐπανῆλθον εἰς τὸ ἰσραηλιτικὸν στρατόπεδον, ἦτο φυσικὸν νὰ ἀνησυχοῦν. Ἀλλ᾿ ὁ Ἀγχοῦς, ἐμπιστευόμενος πλήρως τὸν Δαυΐδ, δὲν ἔδειξε διάθεσιν νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ. Προσεπάθησε μάλιστα νὰ πείσῃ τοὺς στρατηγούς, ὅτι δὲν ἀμφέβαλλε περὶ τῆς εἰλικρινείας τοῦ Δαυΐδ, ἀφοῦ τὸν εἶχε δοκιμάσει ἤδη ἐπὶ μίαν σχεδὸν διετίαν. Τῇ ἐπιμόνῳ ὅμως ἀπαιτήσει τούτων, τὸν ἀπεμάκρυνεν ἐν τέλει. Τοῦτο ἐγένετο μετὰ πολλῆς ἐκ μέρους του λεπτότητος. Τὸν ἐβεβαίωσε μεθ᾿ ὅρκου ὅτι οὐδεμίαν ὑποψίαν ἔχει εἰς βάρος του καὶ ὅτι τὸν θεωρεῖ ἀπολύτως ἔντιμον ἀπέναντί του, πλὴν ὅμως ἀδύνατον νὰ πράξῃ ἄλλως.
Εἰς τὴν πραγματικότητα, πάντως, ὁ Δαυΐδ ἀπηλλάγη μιᾶς δυσαρέστου, δυσχεροῦς καὶ ἐπικινδύνου δι᾿ αὐτὸν καταστάσεως. Διότι ἐὰν συμμετεῖχεν εἰς τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῇ ὕποπτος εἰς ἀμφοτέρους τοὺς ἀντιπάλους. Καὶ παρ᾿ ὅτι θὰ ἐπεθύμει, καὶ θὰ ηὔχετο ἴσως, νὰ μὴ ἐμπλακῇ εἰς μίαν τοιαύτην περιπέτειαν, προσεποιήθη ὅτι δυσηρεστήθη ἐκ τῆς γενομένης εἰς αὐτὸν ὑποδείξεως νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ στρατόπεδον. Τώρα ἦλθεν ἡ κατάλληλος δι᾿ αὐτὸν στιγμὴ νὰ ἀποδεσμευθῇ ἀνωδύνως ἔναντι τοῦ Ἀγχοῦς, χωρὶς νὰ τὸ ζητήσῃ ὁ ἴδιος. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐν προκειμένῳ, ὅτι τὸν ἐβοήθησεν ὁ Θεός, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ μέρος εἰς πόλεμον κατὰ τῆς πατρίδος του, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἔναντι τοῦ Ἀγχοῦς. Καὶ ὀρθῶς σημειώνει Προκόπιος ὁ Γαζαῖος: «Θείας καὶ τοῦτο προνοίας». Οὕτως ἀνεχώρησεν εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐγκατασταθῆ, ἤτοι εἰς Σεκελάκ, κατὰ βάθος εὐχαριστημένος διὰ τὴν μὴ συμμετοχήν του εἰς τὴν κατὰ τοῦ Ἰσραὴλ ἐκστρατείαν.
Πρὶν ἢ ἐπανέλθῃ ὁ Δαυΐδ εἰς Σεκελάκ, οἱ Ἀμαληκῖται εἰσέβαλον εἰς τὴν πόλιν, τὴν ὁποίαν ἐλεηλάτησαν καὶ ἐπυρπόλησαν, ἐκδικούμενοι, προφανῶς, τοῦτον διὰ τὰς ἐναντίον των ἐπιδρομάς του. Ἐπὶ πλέον ᾐχμαλώτισαν τὸν ἄμαχον πληθυσμὸν καὶ τὰς δύο μνημονευθείσας συζύγους τοῦ Δαυΐδ. Οὗτος, ἰδὼν τὰ γενόμενα, κατεθλίβη καὶ ἀνησύχησε διὰ τὴν τύχην τῶν ἀπαχθέντων. Ἠκολούθησεν ὅμως τὰ ἴχνη τῶν εἰσβολέων καὶ χάρις εἰς μίαν αἰφνιδιαστικὴν ἐπίθεσίν του, τοὺς ἐξώντωσε πάντας, πλὴν ἐλαχίστων, ἀπελευθερώσας καὶ τοὺς αἰχμαλώτους. Ἀλλ᾿ ὁπωσδήποτε ἡ ἀπὸ μέρους του ἐγκατάλειψις ἀνυπερασπίστου τῆς Σεκελὰκ καὶ ἡ παραμονή του εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Φιλισταίων ὀλίγον πρὸ τῆς μεγάλης τούτων κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐπιθέσεως, εἶχε δυσαρέστους δι᾿ αὐτὸν συνεπείας. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐγκαταλειφθείσης πόλεως, θεωρήσαντες τοῦτον ὑπεύθυνον διὰ τὴν συμφορὰν των ἐκείνην, εἶχον ἐξοργισθῆ κατ᾿ αὐτοῦ. Ἡ δὲ ὀργή των εἶχεν ἐξαφθῆ τόσον, ὥστε ἦσαν ἕτοιμοι νὰ τὸν λιθοβολήσουν. Ἀλλ᾿ εὐτυχῶς συνεκρατήθησαν τελικῶς καὶ δὲν διέπραξαν τὸ φοβερὸν τοῦτο ἔγκλημα.
Ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸ μέτωπον τοῦ πολέμου οἱ Φιλισταῖοι κατήνεγκαν σοβαρώτατα πλήγματα κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἡττηθέντες κατὰ κράτος παρὰ τὸ ὄρος Γελβουέ, ἐτράπησαν εἰς φυγὴν μὲ σημαντικὰς ἀπωλείας. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐφονεύθη καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Σαοὺλ καὶ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Δαυΐδ, Ἰωνάθαν. Ἐτραυματίσθη δὲ καὶ ὁ Σαοὺλ βαρύτατα, καὶ ὑπὸ ἀπογνώσεως κυριευθείς, ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ ξίφους του καὶ ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν ζωήν του. Εἰς τὴν ἀπονενοημένην ταύτην πρᾶξίν του προέβη οὗτος διὰ νὰ μὴ πέσῃ, εἰς ἣν οἰκτρὰν κατάστασιν εὑρίσκετο, εἰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν του.
Μετὰ τὸν τραγικὸν θάνατον τοῦ Σαούλ, ὁ Δαυΐδ παρέμεινεν ἐπί τινας ἡμέρας εἰς τὴν Σεκελάκ. Ἡ θέσις του ἔναντι τῶν ὁμοεθνῶν του Ἰσραηλιτῶν εἶχε καταστῆ δυσχερεστέρα τώρα, μετὰ τὴν μεγάλην καταστροφήν των ὑπὸ τῶν Φιλισταίων, μεθ᾿ ὧν οὗτος συνειργάζετο. Ἔβλεπεν ὅτι μὲ τὸν θάνατον τοῦ Σαοὺλ εἶχεν ἐπιστῇ ὁ καιρὸς νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πατρίδα του καὶ νὰ ἀναλάβῃ, ὡς διάδοχος ἐκείνου, τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας, τοσούτῳ μᾶλλον καθ᾿ ὅσον ἦτο κεχρισμένος ἤδη ὑπὸ τοῦ Σαμουὴλ διὰ τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα. Ἐδίσταζεν ὅμως νὰ ἐπιστρέψῃ, γνωρίζων καλῶς τί θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ εἰς αὐτόν. Τοῦτο καταφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐπηρώτα τὸν Γιαχβὲ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψῃ καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Τὰ πράγματα κατέστησαν περισσότερον δυσχερῆ δι᾿ αὐτὸν ὅταν, μετὰ τὴν ἐπιστροφήν του, ἠναγκάσθη νὰ στραφῇ κατὰ τῶν Φιλισταίων. Ἐπ᾿ αὐτοῦ ἦτο ἐπίσης διστακτικός, ἐπραγματοποίησε δὲ τὴν ἀπόφασίν του ταύτην μόνον μετὰ τὴν συναίνεσιν τοῦ Γιαχβὲ καὶ τὴν διαβεβαίωσίν του ὅτι θὰ τὸν ἐνισχύσῃ διὰ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσῃ ἐπιτυχῶς, τοῦθ᾿ ὅπερ καὶ ἐγένετο. Πάντως, ἦλθεν εἰς Χεβρών, ἐνῷ ἑξηκολούθει νὰ εἶναι ὑποτελὴς εἰς τοὺς Φιλισταίους, καὶ μάλιστα ἐθελουσίως τώρα πλέον, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐγκαταλείψει ὁριστικῶς τὴν Σεκελάκ, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν δύο συζύγων του καὶ τῶν πολεμιστῶν του, καὶ ἐχρίσθη ἐκεῖ βασιλεὺς τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα.
Πιθανώτατα ὁ Δαυΐδ προετίμα ὁ ἐξακολουθῇ νὰ παραμένῃ, καὶ μετὰ τὴν μετάβασίν του εἰς Χεβρών, ὑποτελὴς εἰς τοὺς Φιλισταίους, διότι ὑπὸ τὴν προστασίαν τούτων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ εὐχερέστερον τὴν ἀνάρρησίν του εἰς τὸν θρόνον μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Σαούλ. Τουλάχιστον δὲν θὰ ἠνωχλεῖτο ὑπ᾿ αὐτῶν. Ἡ προτίμησίς του πρὸς τὴν Χεβρῶν πρέπει νὰ ὠφείλετο κυρίως εἰς τὸ ὅτι ἡ πόλις αὕτη ἦτο ἡ σπουδαιοτέρα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ εὑρίσκετο εἰς θέσιν κατάλληλον διὰ τὴν δραστηριότητά του· ἦτο δὲ καὶ ὁ τόπος τῆς γεννήσεώς του. Ἐξ ἄλλου εἶχεν αὐτόθι, ἐκτὸς τῶν συγγενῶν, πολλοὺς φίλους καὶ γνωρίμους. Ἐπίσης εἰς τὴν Χεβρῶν ὑπῆρχον πολλοὶ δυσηρεστημένοι ἔναντι τοῦ Σαούλ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διατεθειμένοι νὰ προσχωρήσουν τώρα εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Δαυΐδ. Κατὰ τὸν Leimbach ἦτο δυσάρεστον δι᾿ αὐτὸν νὰ συνεχίζῃ νὰ παραμένῃ καὶ μετὰ τὴν μνημονευθεῖσαν μάχην τῆς Γελβουὲ εἰς τοὺς Φιλισταίους, καὶ ἴσως δι᾿ αὐτὸ ἀπεφάσισε νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Ἰούδα. Ἡ ἄποψις αὕτη φαίνεται λογική. Ἀλλ᾿ ὡς ἤδη εἴδομεν, ὁ Δαυΐδ δὲν ἠσθάνετο ἀκόμη ἀσφαλὴς ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τῶν Φιλισταίων ἐλεγχομένης περιοχῆς.
Διὰ τοῦτο μὲ πολὺν διστακμὸν μετέβη εἰς Χεβρῶν διὰ νὰ χρισθῇ βασιλεὺς καὶ δὴ καὶ κατόπιν σχετικῆς διερευνήσεως τῆς κρατούσης καταστάσεως, καὶ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἦτο λίαν συμπαθὴς εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα καὶ εἶχε διευρύνει τοὺς φιλικοὺς δεσμούς του εἰς τὴν Χεβρών, κυρίως μετὰ τὴν ἀποστολὴν εἰς τοὺς ἄρχοντας αὐτῆς μέρους τῶν λαφύρων, τὰ ὁποῖα εἶχον περιέλθει εἰς χεῖράς του κατὰ τὴν πρόσφατον νικηφόρον μάχην του ἐναντίον τῶν Ἀμαληκιτῶν.
Ἡ ἀπροθυμία, πάντως, τοῦ Δαυΐδ νὰ ἀπομακρυνθῇ ὁριστικῶς τῆς Σεκελάκ, εἰς τὴν πραγματικότητα, ἔβλαψεν αὐτόν. Διότι ἀντιλαμβανόμενοι οἱ Φιλισταῖοι ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς προστασίας των, προσεπάθουν νὰ διατηρήσουν καὶ περαιτέρω τὴν ἐπ᾿ αὐτοῦ ἐπιρροήν των. Διαπιστώσαντες ὅμως ὅτι οὗτος δὲν ἦτο διατεθειμένος νὰ συνεχίσῃ τὴν ὑποτέλειάν του εἰς αὐτούς, ὅταν μάλιστα ἐπληροφορήθησαν ὅτι ἀνεκηρύχθη καὶ βασιλεὺς ὁλοκλήρου τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ μονίμου τούτου ἐχθροῦ των, ἐστράφησαν ἐναντίον του. Κατὰ τοὺς ἐπακολουθήσαντας πολέμους, ὁ Δαυΐδ ὄχι μόνον δὲν κατυπετάγη, ἀλλὰ συνέτριψε κατὰ κράτος τοὺς Φιλισταίους καί, ἀπηλλαγμένος πάσης ἐκεῖθεν ἀπειλῆς, ἐστερεώθη καλῶς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Διὰ τῶν πολέμων δὲ τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν ἐναντίον καὶ ἄλλων γειτονικῶν λαῶν, ὡς οἱ Ἀμμωνῖται, οἱ Ἀραμαῖοι, οἱ Μωαβῖται καὶ οἱ Ἐδωμῖται, ἐπέτυχε νὰ ἐπεκτείνῃ σημαντικῶς τὰ ὅρια τοῦ κράτους του καὶ δὴ καὶ μέχρι τοῦ Εὐφράτου.
* * *
Ἡ ὡς ἄνω ἐκτεθεῖσα δραστηριότης τοῦ Δαυΐδ, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πλησίον τῶν Φιλισταίων διαμονῆς του, καὶ ἡ ἐν ταὐτῷ διεξαχθεῖσα περὶ αὐτὴν ἔρευνα πρέπει νὰ ὁδηγήσουν, διὰ τῆς διερευνήσεως καὶ τῆς προσωπικότητος τοῦ μεγάλου Ἰσραηλίτου βασιλέως, εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν εὐλόγως προκαλουμένων ἐκ τῆς τοιαύτης δραστηριότητός του ἀποριῶν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ Δαυΐδ ὡς ἐμφανίζεται ἐν τῇ Π. Διαθήκῃ, δυσχεραίνεται ἡ ἐξακρίβωσις τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους συνῆψεν οὗτος τὰς γνωστὰς μετὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρίδος του, τῶν Φιλισταίων, σχέσεις.
Θὰ ἦτο, πάντως, σφάλμα νὰ ἐξομοιωθῇ ἢ νὰ παραλληλισθῇ ἡ ὑπὸ ἐξέτασιν περίπτωσις πρὸς ἐκείνην ἄλλων Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι αὐτομολοῦν πρὸς τοὺς Φιλισταίους, ἕνεκα καταπτώσεως τοῦ ἠθικοῦ των ἢ καὶ δι᾿ ἄλλους λόγους. Ἐπίσης δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὁ βαθέως προσηλωμένος εἰς τὴν θρησκείαν τοῦ Γιαχβὲ καὶ δι᾿ ἔνθερμον πατριωτισμὸν ἀλλὰ καὶ διὰ σωφροσύνην καὶ σύνεσιν διακρινόμενος Δαυΐδ θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ διαπράξῃ τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐμπεριεῖχε τὸ στοιχεῖον τῆς οἱονεὶ ἀπιστίας πρὸς τὴν πατρίδα του ἢ ἔστω τοῦ καιροσκοπισμοῦ. Ὁ θεοσεβὴς καὶ φιλόπατρις οὗτος ἀνὴρ θὰ ἦτο ἀδιανόητον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον ἐλατρεύετο ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ νὰ ζήσῃ ἐν χώρᾳ εἰδωλολατρικῇ. Ἐν Α΄ Βασ. 26,19 ἀναφέρεται ὅτι οὗτος διαμαρτύρεται εἰς τὸν βασιλέα Σαοὺλ καὶ ἐξοργίζεται κατὰ τῶν ἐχθρῶν του, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξεδίωξαν ἐκ τῆς πατρῴας γῆς, ἀναγκάζοντες αὐτὸν νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς ξένην χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ λατρεύῃ τὸν Γιαχβέ. Διότι, ὡς γνωστόν, ἡ λατρεία αὐτοῦ ἐτελεῖτο μόνον ἐπὶ ἰσραηλιτικοῦ ἐδάφους.
Γνωρίζομεν, βεβαίως, ὅτι ὁ Δαυΐδ παρουσιάζει πολλὰς μεταπτώσεις ἐν τῇ ζωῇ του, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ἔχει κριθῇ αὐστηρῶς, καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἀσταθείας τοῦ χαρακτῆρός του συνέβησαν δυσάρεστα καὶ ἀτυχῆ γεγονότα εἰς τὸν ἐν γένει πολυκύμαντον βίον του καὶ ἰδίως εἰς τὸν πολιτικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν μεταξὺ αὐτῶν συμπεριλάβωμεν καὶ τὴν πρὸς τῶν Φιλισταίων ἐπαφὴν καὶ συνεργασίαν του, θὰ πρέπει ἐν τούτοις νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἐκινεῖτο ὑπὸ ἰδιοτελείας ἢ ἄλλων ταπεινῶν ἐλατηρίων, πρὸς ἐπιδίωξιν εὐτελῶν σκοπῶν. Ἡ ἀπόφασίς του νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Γὲθ δὲν ἦτο μικρᾶς σημασίας δι᾿ αὐτόν. Ὁ θριαμβευτὴς οὗτος εἰς τὸν κατὰ τῶν Φιλισταίων πόλεμον ἠναγκάσθη νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ βοήθειαν παρὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ ταπεινωθέντων! Ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετώπιζε μεγάλην ἀνάγκην διὰ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἐσχάτην αὐτὴν λύσιν, ἐπὶ πλέον δὲ νὰ διέθετε καὶ μεγάλην ψυχικὴν ἀντοχήν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ταπείνωσιν, ἀφοῦ, ὡς ἤδη εἴπομεν, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ προσποιηθῇ τὸν παράφρονα, προκειμένου νὰ μὴ συλληφθῇ καὶ κακοποιηθῇ ὑπὸ τῶν Φιλισταίων, ὡς ὁ φονεὺς τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῶν ἥρωος Γολιάθ. Καὶ δὲν ἀποκλείομεν μὲν καὶ τὴν περίπτωσιν νὰ διέβλεπεν ὁ ὀξυδερκὴς οὗτος ἀνήρ, ὅτι οἱ Φιλισταῖοι ἦσαν σημαντικὸς παράγων εἰς τὴν ρύθμισιν καὶ τῆς ἐν τῷ Ἰσραὴλ πολιτικῆς καταστάσεως καὶ ὅτι θὰ ἐξηρτᾶτο καὶ ἐξ αὐτῶν ἡ ἑδραίωσις ἢ μὴ τοῦ Σαοὺλ εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ ἰδική του, τρόπον τινά, τύχη. Δὲν ἔχομεν ὅμως ἐνδείξεις περὶ τοῦ ὅτι ἠσθάνετο οὗτος συμπάθειαν πρὸς αὐτούς.
Διὰ νὰ κατανοήσῃ τις πληρέστερον τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Δαυΐδ ἀπεφάσισε νὰ ζήσῃ ἐπί τινα χρόνον μετὰ τῶν Φιλισταίων, θὰ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ λάβῃ ὑπ᾿ ὄψιν του τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας διῆγε τὸν βίον του εἰς τὴν πατρίδα του καὶ δὴ εἰς τὸ περιβάλλον τοῦ βασιλέως Σαούλ.
Ὁ τελευταῖος οὗτος ὑπῆρξεν ἡ μοναδικὴ αἰτία διὰ τὴν ἀπόδρασιν τοῦ Δαυΐδ ἐκ τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Ἐξ ὅσων ἀναφέρει ἡ Π. Διαθήκη, τὸ πρόσωπον τοῦτο δυσκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ψυχικῶς καὶ ἠθικῶς ὁμαλόν. Ἐνῷ δὲν ἐστερεῖτο προτερημάτων καὶ δὴ καὶ ἀξιολόγων, ἐκυριεύετο ἐν τούτοις ὑπὸ φοβερῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα εἰς πλείστας περιπτώσεις δὲν κατώρθωνε νὰ δαμάζῃ. Καὶ ἐνῷ ἐθλίβετο καὶ μετεμελεῖτο διὰ τὰ ἐγκληματικά σφάλματά του, ὑπέπιπτεν ἐκ νέου καὶ εἰς ἄλλα, χωρὶς νὰ δύναται νὰ συγκρατηθῇ. Τῆς ἐν αὐτῷ ἀντινομίας εἶχεν ἐπίγνωσιν καὶ ὁ ἴδιος καὶ ὑπέφερε διὰ τὴν τοιαύτην ψυχικήν του κατάστασιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐξωθεῖτο εἰς ἐκδήλωσιν ἰσχυρῶν παθῶν καὶ εἰς πράξεις ἐπικινδύνους διὰ τοὺς ἄλλους καὶ ἐγκληματικάς. Οὕτω καθίστατο ἀληθῶς τραγικὸν πρόσωπον. Ἡ ἀτμόσφαιρα τὴν ὁποίαν εἶχε δημιουργήσει ὁ θλιβερὸς ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνος Σαοὺλ εἶχε φέρει τὸν Δαυΐδ εἰς ἄκρως δυσχερῆ θέσιν, προκαλοῦσα αὐτῷ μεγίστην ἀνησυχίαν. Διότι ἐκτὸς τῶν ἐνδεχομένων ἄλλων, δυσαρέστων δι᾿ αὐτόν, ἐπιπτώσεων, ἐκινδύνευεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ὡς εἴπομεν, καὶ ἡ ζωή του. Καὶ ἔπρεπεν ἢ νὰ συγκρουσθῇ εὐθέως μετὰ τοῦ Σαούλ, ἢ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐξ αὐτοῦ. Τοῦ ὑπεδείχθη δὲ ἡ ἀπομάκρυνσίς του καὶ μάλιστα ὑπὸ προσώπων ὄχι ξένων ἀλλὰ τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος καὶ γνωριζόντων ὁποῖον μῖσος ἠσθάνετο κατ᾿ αὐτοῦ ὁ σκληρὸς καὶ ζηλότυπος Σαούλ.
Ὁ Δαυΐδ, ἀντιθέτως, συμπεριφερόμενος πρὸς τὸν Σαοὺλ εὐπρεπῶς καὶ ἀψόγως, ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος διὰ τὴν δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν καὶ τὴν ἐν τέλει ἀπόδρασίν του ἐκ τῶν βασιλικῶν ἀνακτόρων. Διότι καίτοι ἐξεδήλωνεν ἀδυναμίας τινάς, διέπραττε δὲ καὶ σφάλματα, ἐνίοτε καὶ σοβαρά, οὐδέποτε ἐν τούτοις ὑπῆρξεν αἴτιος προκλήσεως κακοῦ τινος κατὰ τοῦ Σαούλ, καὶ οὐδεμίαν κατ᾿ αὐτοῦ εἶχε πρόθεσιν, ἐνῷ πολλάκις ἀπέδειξεν ὅτι τὸν ἐσέβετο, ἐπιδείξας ἔναντι αὐτοῦ καὶ μεγίστην μεγαλοψυχίαν. Ἐτιμώρησε δὲ διὰ θανάτου τοὺς δολοφόνους τοῦ Ἰσβοθέ, υἱοῦ τοῦ Σαούλ, καὶ ἔπραξεν ὁμοίως καὶ διὰ τὸν Ἀμαληκίτην στρατιώτην, τὸν θανατώσαντα τὸν ἐν πολέμῳ τραυματισθέντα τοῦτον βασιλέα.
Ἐξ ἄλλου ἡ στάσις τοῦ Δαυΐδ ἔναντι τῶν φιλοξενούντων αὐτὸν Φιλισταίων ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ καταδεικνύῃ ὅτι οὗτος ὄχι μόνον δὲν ἔβλαψε τὴν πατρίδα του ἀλλά, τοὐναντίον, μὲ κίνδυνον νὰ ἀποπεμφθῇ ἢ καὶ νὰ κακοποιηθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀγχοῦς, ἐβοήθει ταύτην ὡς ἠδύνατο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν τοῦ ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ Ἀγχοῦς νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν κατὰ τοῦ Σαοὺλ ἐκστρατείαν, ἔδωσεν ἀπάντησιν διπλωματικὴν καὶ ἀόριστον, διὰ τοῦ «οὕτω νῦν γνώσῃ ἃ ποιήσει ὁ δοῦλός σου», ἐνδέχεται νὰ προεκάλεσεν ἀπορίας καὶ τὰς πρώτας ὑποψίας εἰς τοὺς Φιλισταίους, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν του ἔναντι αὐτῶν. Καὶ τὸ ὅτι καὶ οἱ στρατηγοὶ τῶν Φιλισταίων τὸν ὑπωψιάζοντο καὶ ἐζήτησαν ἐπιμόνως τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τοῦ στρατοπέδου των κατὰ τὴν ἐκστρατείαν των ἐκείνην, μαρτυρεῖ περιτράνως, ὅτι δὲν ἐθεώρουν τοῦτον φιλικῶς διακείμενον πρὸς αὐτούς. Θὰ εἶχον, ἀσφαλῶς, παρατηρήσει, ὅτι οὗτος οὐδέποτε εἶχεν ἐκδηλώσει ἀρνητικὰς ἔναντι τοῦ Ἰσραὴλ διαθέσεις. Ἐὰν οἱ Φιλισταῖοι τὸν ἐθεώρουν εἰλικρινῆ φίλον καὶ διησθάνοντο ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ἔχουν αὐτὸν περαιτέρω ὑποτελῆ των, δὲν θὰ ἐπετίθεντο κατ᾿ αὐτοῦ, ὅταν ἐπληροφορήθησαν ὅτι ἐγένετο βασιλεύς. Ἐπίσης τὸ ὅτι, ὅταν τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῶν στρατηγῶν ἀπεμακρύνετο ὑπὸ τοῦ Ἀγχοῦς, δὲν προσεπάθησε νὰ ἐπικαλεσθῇ τεκμήρια πραγματικῆς καὶ οὐσιαστικῆς μετ᾿ αὐτοῦ συνεργασίας εἰς βάρος τοῦ Σαούλ, μαρτυρεῖ ὅτι δὲν εἶχεν ἐκδηλώσει ποτε πρόθεσιν νὰ ἐργασθῇ κατὰ τῆς πατρίδος του. Ἡ ἁπλῆ δὲ πεισπάθειά του νὰ πείσῃ τὸν Ἀγχοῦς ὅτι εἶναι πιστὸς εἰς αὐτὸν κλπ. ἦτο τυπικὴ μᾶλλον καὶ ἐγένετο ἴσως διότι εἶχε θιγῇ, θεωρηθεὶς ὕποπτος αὐτομολήσεως εἰς τὸ ἰσραηλιτικὸν στρατόπεδον, καὶ ἠσθάνετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἦτο εὐγνώμων πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διασώσει ἐκ τῶν ἐγκληματικῶν χειρῶν τοῦ Σαούλ, καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ τώρα μέρος τι τῆς πρὸς τὸν σωτῆρά του ὀφειλῆς του.
Ὁ Δαυΐδ, καταφυγὼν εἰς τὴν γῆν τῶν Φιλισταίων, δὲν ἔπραξέ τι διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἀποδυνάμωσιν τοῦ Σαούλ, οὐδὲ ἐπεδίωξε καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον αὐτήν. Ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον ἱκανοποιημένος διότι εὗρε καταφύγιον καὶ διεσώθη. Ἄλλως τε τὴν ἰσχὺν τοῦ Σαοὺλ ἐξησθένησαν οἱ πόλεμοι κατὰ τῶν Φιλισταίων καὶ ὄχι ὁ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐβοήθησεν αὐτοὺς εἰς ἐπιθέσεις των κατὰ τοῦ Ἰσραήλ, οὐδὲ ἐδέχθη βοήθειάν τινα ἐκ μέρους των πρὸς ἀνατρεπτικήν τινα κατὰ τοῦ Σαοὺλ ἐνέργειαν. Θεωροῦμεν σημαντικὸν ὅτι οὐδέποτε ἐχρησιμοποίησε τοὺς πολεμιστάς του ἐναντίον τοῦ Σαούλ. Εὐφυὴς ὢν ὁ Δαυΐδ, εἶχεν ἀντιληφθῇ ὅτι ἡ εὐμενὴς καὶ φιλικὴ στάσις τῶν Φιλισταίων ἔναντι αὐτοῦ δὲν ὠφείλετο εἰς ἄλλο τι ἀλλ᾿ εἰς τὴν ἐπιδίωξίν των νὰ φθείρουν τὸν Σαοὺλ δι᾿ ἐνισχύσεως τοῦ πολιτικοῦ του ἀντιπάλου. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι παρομοίαν φιλικότητα εἶχε συναντήσει ἐκ μέρους καὶ τοῦ Θολμί, Ἀραμαίου βασιλέως τῆς Γεσίρ, καὶ τοῦ Ἀμμωνίτου βασιλέως Νάας. Ταῦτα ὅμως οὐδόλως ἐδημιούργησαν εἰς τὸν Δαυΐδ συναισθηματικὰς καὶ φιλικὰς ὑποχρεώσεις ἔναντι οἱουδήποτε ἐξ αὐτῶν. Οὕτως, ὅταν ἐπείσθη ὅτι οἱ Φιλισταῖοι δὲν παρητοῦντο τῆς προσπαθείας νὰ καθυποτάξουν τὸν Ἰσραήλ, δὲν ἐδίστασε νὰ στραφῇ κατ᾿ αὐτῶν, ὥστε νὰ ἀποτρέψῃ τὸν κατὰ τῆς πατρίδος του ἐπικρεμάμενον κίνδυνον.
Ἐξ ἄλλου, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἀγχοῦς νὰ τοῦ ἐκχωρήσῃ μίαν ἰδιαιτέραν περιοχήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐγκατασταθῇ μετὰ τῶν πολεμιστῶν του κλπ., μαρτυρεῖ ὅτι δὲν ἐπεθύμει στενὰς μετὰ τῶν Φιλισταίων σχέσεις καὶ συγχρωτισμόν. Προφανῶς ἐνδιεφέρετο νὰ μὴ ἐπηρεασθοῦν οἱ μετ᾿ αὐτοῦ Ἰσραηλῖται ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα τῶν ἀλλοφύλων, ὑφιστάμενοι κυρίως τὰς οἱασδήποτε θρησκευτικὰς ἐπιδράσεις των. Ἄλλως τε, ἔχων ὑπ᾿ ὄψιν του νὰ κινῆται καὶ νὰ δρᾷ ἀφανῶς ὑπὲρ τῆς φυλῆς του, ἐπεδίωκε νὰ ἀποφεύγῃ νὰ εὑρίσκεται πλησίον τῶν Φιλισταίων. Οὕτω παραμείνας μακρὰν τοῦ περιβάλλοντος τοῦ Ἀγχοῦς, ἠδυνήθη ἄνευ πολλῶν δυσχερειῶν νὰ βοηθῇ τὴν πατρίδα του καὶ νὰ μὴ ὑπηρετῇ τοὺς Φιλισταίους εἰς βάρος αὐτῆς. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ προφήτου Σαμουὴλ βεβαιώνει διὰ στόματος τῆς νεκρομάντιδος τῆς Ἀενδώρ, ὅτι ὁ Γιαχβὲ θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν ἀντίπαλόν του Δαυΐδ, καθ᾿ ὃν χρόνον μάλιστα ὁ τελευταῖος οὗτος εὑρίσκετο εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Φιλισταίων, δὲν ἀφήνει ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τῆς φιλοπατρίας τοῦ Δαυΐδ, οὐδὲν διαπράξαντος, καὶ τότε ἀκόμη, εἰς βάρος τῆς χώρας του.
Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ Δαυΐδ εἰς τὴν πολεμικὴν προετοιμασίαν τῶν Φιλισταίων διὰ τὸν κατὰ τοῦ Ἰσραὴλ πόλεμον, ἀπετέλεσεν ἀτυχίαν δι᾿ αὐτόν. Καὶ τοῦτο διότι ἐξ ἑνὸς μὲν ἐθεωρήθη ὕποπτος ὑπὸ τῶν Φιλισταίων καὶ ἀπεπέμφθη ὑπ᾿ αὐτῶν, ἐξ ἑτέρου δὲ ἐγένετο αἴτιος νὰ προκληθῇ ἐπικίνδυνος κατάστασις ἐν Σεκελάκ, ἔνθα ἐγκατέλειψεν ἀνυπεράσπιστον τὸν ἄμαχον πληθυσμόν, τὸν ὁποῖον ἐλεηλάτησαν οἱ Ἀμαληκῖται. Ἀλλὰ ταῦτα οὐδόλως στοιχειοθετοῦν προδοσίαν κατὰ τοῦ ἔθνους. Λαμβανομένης ὑπ᾿ ὄψιν τῆς δυσχεροῦς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν εὑρεθῆ τότε ὁ Δαυΐδ, δύναται ἡ στάσις του νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀτυχής μόνον.
* * *
Τὰ ἀνωτέρω ἐπιτρέπουν νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι ὁ Δαυΐδ, διαφυγὼν εἰς τὴν ξένην χώραν, δὲν ἀπέβλεπεν εἰς ἄλλον τινὰ σκοπὸν εἰ μὴ μόνον εἰς τὴν προσωπικήν του ἀσφάλειαν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν μεμφθῇ τις ὅτι ἐγκατεστάθη αὐτόθι χωρὶς σοβαρὸν λόγον. Βεβαίως ἡ ἀποτολμηθεῖσα ἐκ μέρους του ἐνέργεια αὕτη δὲν συνιστᾶται πρὸς μίμησιν, συγχωρεῖται ὅμως ὡς ἀναγκαῖον κακόν, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας αὕτη ἀπεφασίσθη. Εὐτυχῶς δὲ ἐβοήθησαν αὐτὸν παντοιοτρόπως καὶ αἱ συγκυρίαι, ὥστε νὰ μὴ βλάψῃ τὴν πατρίδα του, ἐνῷ χάρις εἰς τὴν ἐπιδεξιότητα καὶ τὴν εὐφυΐαν του ἀπέφευγεν ἐπικινδύνους δι᾿ αὐτὸν καταστάσεις. Ἐξ ἄλλου, ἐπωφεληθεὶς τῆς εὐκαιρίας τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ κινῆται ἀνέτως ἐν μέσῳ τῶν Φιλισταίων καὶ νὰ παρακολουθῇ τὴν στρατιωτικήν των κατάστασιν, ἀπέκτησε τὰς προϋποθέσεις διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πλήξῃ αὐτοὺς ἐπιδεξίως καὶ ἀποτελεσματικῶς, ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Ἰσραήλ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αὐτὸς μόνος τοὺς κατετρόπωσε καὶ ὑπέταξεν, ἐνῷ ὁ Σαοὺλ ἀπέτυχεν εἰς τοὺς κατ᾿ αὐτῶν ἀγῶνάς του. Πρέπει δὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ Φιλισταῖοι ἦσαν μία πραγματικότης, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀγνοῇ. Διεδραμάτιζον σημαντικὸν ρόλον εἰς τὴν ζωὴν τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἐπηρεάζοντες σοβαρῶς καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας των. Ἀρκεῖ νὰ ὑπενθυμίσωμεν, ἐν προκειμένῳ, ὅτι καὶ ὁ θεσμὸς τῆς βασιλείας ἐν τῷ Ἰσραὴλ ἐγκαθιδρύθη ἐξ αἰτίας τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διέτρεχον ἐξ αὐτῶν οἱ μὴ καλῶς τότε διωργανωμένοι Ἰσραηλῖται.
Πέρα τούτων δέον νὰ ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψιν καὶ τὸ ὅτι ἡ Π. Διαθήκη, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ μὲ εἰλικρινείαν περὶ τοῦ Δαυΐδ, παρουσιάζουσα ὄχι μόνον τὰς ἀρετάς του ἀλλὰ καὶ τὰ σκιερὰ σημεῖα τῆς ζωῆς του, οὐδὲν εὑρίσκει ἐπιλήψιμον εἰς τὰς μετὰ τῶν Φιλισταίων ἐπαφάς του· καὶ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι διὰ τῆς προσωρινῆς διαμονῆς του εἰς τὴν χώραν αὐτῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐζημίωσε τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐβοήθησεν αὐτήν. Ἐν τῇ Γ΄ βίβλῳ τῶν Βασιλειῶν ἐγκωμιάζεται ὁ Δαυΐδ ὡς διαλθὼν τὸν βίον του «ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν εὐθύτητι καρδίας» καὶ ὡς ποιήσας «τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου… πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ», καὶ προβάλλεται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Σολομῶντα ὡς ὑπόδειγμα διὰ τὸν βίον του. Ὁ σύγχρονός του δὲ ἰσραηλιτικὸς λαὸς οὐδόλως ἐπηρεάσθη ἐκ τῶν ὡς ἄνω σχέσεών του πρὸς τοὺς Φιλισταίους καὶ ἀπεδέχθη τοῦτον ὡς βασιλέα του, ἀρχικῶς εἰς τὴν φυλὴν τοῦ Ἰούδα καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν. Καὶ ἡ ἰουδαϊκὴ παράδοσις εὐφήμως ὁμιλεῖ περὶ αὐτοῦ. Οὕτω καθίσταται φανερόν, ὅτι ἡ φυγή του εἰς τοὺς Φιλισταίους καὶ ἡ πρόσκαιρος συνεργασία του μετ᾿ αὐτῶν ἦτο μία παρένθεσις μόνον εἰς τὴν ὅλην ἐθνικῶς δραστήριαν ζωήν του, καθ᾿ ἣν ἀντετάσσετο σθεναρῶς εἰς τοὺς ἐχθροὺς τούτους τῆς πατρίδος του, τοὺς ὁποίους καὶ ὑπέταξεν ἐν τέλει.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Τὰ χωρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παρατίθενται καὶ καταριθμοῦνται κατὰ τὸ κείμενον τῶν Ο΄. Ὅπου ὅμως κρίνομεν ἀπαραίτητον, ἀναφερόμεθα καὶ εἰς τὸ μασωριτικὸν ἑβραϊκόν.
- Βλ. καὶ Π. Σιμωτᾶ, Δαυΐδ καὶ Μωαβῖται, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 5.
- Οἱ Φιλισταῖοι, ὁρμώμενοι ἐκ τῆς περιοχῆς τοῦ Αἰγαίου, εἶχον εἰσβάλει εἰς τὰς ἀνατολικὰς ἀκτὰς τῆς Μεσογείου καὶ τελικῶς ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν ἀπὸ τῶν φοινικικῶν μέχρι τῶν αἰγυπτιακῶν συνόρων ἐκτεινομένην παραλιακὴν περιοχήν.
- Αὕτη ἦτο τὸ κέντρον ἑνὸς ἐκ τῶν πέντε κρατιδίων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἱδρύσει οἱ Φιλισταῖοι εἰς τὴν ὑπ᾿ αὐτῶν κατεχομένην περιοχήν.
- Πρβλ. καὶ H.W. Hertzberg, μν ἔργ., σελ. 172.
- Βλ. R. de Vaux, μν. ἔργ., σελ. 112.
- Α΄ Βασ. 27,8-12.
- Α΄ Βασ. 29,1 ἑξ.
- «Γέγονε μεθ᾿ ἡμῶν ἡμέρας τοῦτο δεύτερον ἔτος» (Ο΄).
- Β΄ Βασ. 2,1-4.
- Α΄ Βασ. 28,1.
- «Οὕτω νῦν γνώσῃ ἃ ποιήσει ὁ δοῦλός σου» (Α΄ Βασ. 28,2).
- Βλ. V. Fritz, μν. ἔργ., σελ. 18.
- Βλ. R. de Vaux, μν. ἔργ., σελ. 135.
- Α΄ Βασ. 28,4. Βλ. καὶ 29,1.
- Α΄ Βασ. 29,4.
- «Καὶ οἱ δοῦλοι οἱ ὄντες ἐχθὲς καὶ τρίτην ἡμέραν μετὰ τῶν ἀλλοφύλων οἱ ἀναβάντες εἰς τὴν παρεμβολὴν ἐπεστράφησαν καὶ αὐτοὶ μετὰ Ἰσραὴλ τῶν μετὰ Σαοὺλ καὶ Ἰωνάθαν».
- Α΄ Βασ. 29,3.
- Α΄ Βασ. 29,6 ἑξ.
- Ἑρμηνεία εἰς τὴν Πρώτην τῶν Βασιλειῶν, ἐν J.-P. Migne, PG, τόμ. 87, Ι, στήλ. 1117.
- Α΄ Βασ. 29,11.
- Α΄ Βασ. 30,1 ἑξ.
- Α΄ Βασ. 30,9-26.
- Α΄ Βασ. 30,6.
- Α΄ Βασ. 31,1.
- Α΄ Βασ. 31,4.
- Α΄ Βασ. 31,4α.
- Β΄ Βασ. 1,1 ἑξ.
- Β΄ Βασ. 2,1.
- Β΄ Βασ. 5,17-21.
- Β΄ Βασ. 2,2-4 (βλ. καὶ σελ. 295 ἑξ., ὑποσημ. 8).
- Βλ. καὶ R. de Vaux, μν. ἔργ., σελ. 151.
- Βλ. Κ. Leimbach, μν. ἔργ., σελ. 133.
- Β΄ Βασ. 2,1.
- Α΄ Βασ. 30,26-31.
- Βλ. Β΄ Βασ. 5,17 ἑξ.
- Βλ. W. O. E. Oesterley – M. J. Meek, David, ἐν A Dictionary of the Bible (ἔκδ. J. Hastings κ.ἄ.), 2. ed., Edinburgh 1963, σελ. 203.
- Βλ. Π. Σιμωτᾶ, Δαυΐδ καὶ Μωαβῖται, σελ. 6. Πρβλ. καὶ J. M. P. Smith, The character of king David, ἐν Journal of Biblical Literature, 52 (1933), σελ. 1.
- Βλ. Α΄ Βασ. 14,21 ἑξ. καὶ ἀνωτέρω, σελ. 301.
- «Ἐπικατάρατοι οὗτοι ἐνώπιον Κυρίου, ὅτι ἐξέβαλόν με σήμερον μὴ ἐστηρίχθαι ἐν κληρονομίᾳ Κυρίου λέγοντες· πορεύου, δούλευε θεοῖς ἑτέροις».
- Α΄ Βασ. 26,19.
- Βλ. ἀνωτέρω, σελ. 297 ἑξ.
- Βλ. Β΄ Βασ. 8,18. 15,18. 20,7. Γ΄ Βασ. 1,38.
- Α΄ Βασ. 19,1-18 καὶ ἀνωτέρω, σελ. 297.
- Βλ. Α΄ Βασ. 19,1-18 καὶ ἀνωτέρω, σελ. 297.
- Βλ. Α΄ Βασ. 24,5-23. 26,7-25.
- Β΄ Βασ. 4,5-12.
- Β΄ Βασ. 1,2-16. Βλ. καὶ Π. Σιμωτᾶ, Δαυΐδ καὶ Μωαβῖται, σελ. 6 ἑξ.
- Β΄ Βασ. 28,2. Βλ. καὶ ἀνωτέρω, σελ. 300.
- Α΄ Βασ. 28,2.
- Βλ. Β΄ Βασ. 5,17 ἑξ. Πρβλ. καὶ Α΄ Παρ. 14,8.
- Βλ. Π. Σιμωτᾶ, μν. ἔργ., σελ. 18.
- Βλ. Π. Σιμωτᾶ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 20.
- Βλ. Κ. Leimbach, μν. ἔργ., σελ. 115.
- Βλ. Α΄ Βασ. 28,17-19 καὶ ἀνωτέρω, σελ. 300 ἑξ., ὑποσημ. 31.
- Βλ. Α΄ Βασ. 30,1-6.
- Βλ. π.χ. ἐν Α΄ Βασ. 29,1 ἑξ.
- Βλ. π.χ. ἐν Α΄ Βασ. 27,8 ἑξ. Πρβλ. καὶ R. de Vaux, μν. ἔργ., σελ. 132.
- Γ΄ Βασ. 3,6.
- Γ΄ Βασ. 15,5.
- Γ΄ Βασ. 9,4. Βλ. καὶ Π. Σιμωτᾶ, μν. ἔργ., σελ. 7.
- Φλ. Ἰωσήπου, Ἰουδαϊκὴ Ἀρχαιολογία, 2. ἐκδ. ὑπὸ Β. Niese, τόμ. II, Berolini MCMLV, σελ. 174 .
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δοϊκου Δ., Σαμουήλ, Σαούλ, βασιλεία, ἐν «Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης», ΙΓ΄ (1969).
Kittel R., Das erste Buch Samuel, ἐν E. Kautzsch — A. Bertholet, Die Heilige Schrift des Alten Testaments, 4. Aufl., I. Bd, Tübingen 1922.
Leimbach K., Die Bücher Samuel übersetzt und erklärt, Bonn 1936.
Mazar B., The military elite of king David, ἐν Vetus Testamentum, 13 (1963).
McCarter K., I Samuel. A new translation with introduction, notes and commentary, Garden City, New York 1980.
Oesterley W. O. E. – Meek M. J., David, ἐν A Dictionary of the Bible (ἔκδ. J. Hastings κ.ἄ.), 2. ed., Edinburgh 1963.
Σιμωτᾶ Π., Δαυΐδ καὶ Μωαβῖται, Θεσσαλονίκη 1964.
Σιμωτᾶ Π., Κριτικαὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Γ΄ Βασιλειῶν 11,19, Ἀθῆναι 1986.
Σιμωτᾶ Π., Ἀπὸ τὸν κόσμον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1973.
Smith J. M. P., The character of king David, ἐν Journal of Biblical Literature, 52 (1933).
de Vaux R., Les livres de Samuel, 2. éd., Paris 1961.
Fritz V., Kleines Lexikon der Biblischen Archäologie, Konstanz 1987.
Hertzberg H. W., Die Samuelbücher, 6. Aufl., Göttingen 1982.
Χρυσάνθου Γ. Σαρηγιάννης, Μητροπολίτου Μόρφου, Συνοπτικὴ Ἱστορία τῆς Ἐποχῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Εὐρύχου – Κύπρος, 1990.
Μπρατσιώτη Π., Εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην, Ἀνατύπωσις ἐκ τῆς πρώτης ἐκδόσεως, Ἀθῆναι 1975.
Μπρατσιώτου Π., Οἱ Φιλισταῖοι καὶ ὁ αἰγαιοκρητικὸς πολιτισμὸς ἐν Παλαιστίνῃ, Ἀθῆναι 1926.
Σιμωτᾶ Π., Ἀμαληκῖται καὶ Ἰσραηλῖται ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ, ΦΙΛΙΑ εἰς Κωνσταντῖνον Μπόνην, Θεσσαλονίκη 1989.
Φλαβίου Ἰωσήπου, Ἰουδαϊκὴ Ἀρχαιολογία, 2. ἐκδ. ὑπὸ Β. Niese, τόμ. II, Berolini MCMLV.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
«Θεολογία», τόμο ΜΒ΄ (42), τεύχος 2, 1971 - ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ –
ΜΟΡΦΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ https://www.entaksis.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου