24 Ιαν 2026

Θυμὸς καὶ δίκαιος θυμός

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Θυμὸς καὶ δίκαιος θυμός

  «Ὥστε, ἀδελφοί µου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν·» (Ἰακ α΄, 19). (: Ὥστε, ἀδελφοί µου ἀγαπητοί, ἀφοῦ ὁ Θεὸς µᾶς ἀνεγέννησε µὲ τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἂς εἶναι ὁ καθένας γρήγορος καὶ πρόθυµος, ὁσάκις τοῦ παρουσιάζεται εὐκαιρία εἰς τὸ νὰ ἀκούσῃ τὸν σωτηριώδη τοῦτον λόγον, βραδὺς δὲ καὶ ἀργὸς καὶ δύσκολος εἰς τὸ νὰ λαλήσῃ, ὥστε νὰ µὴ λέγῃ τίποτε βλάσφηµον ἡ ἀνάρµοστον κατὰ τοῦ Θεοῦ. Ἂς εἶναι δὲ καὶ βραδὺς εἰς τὸ νὰ ὀργίζεται, ὅταν οἱ ἄλλοι ἔχουν διάφορον γνώµην πρὸς αὐτὸν ἤ δεικνύωνται ἀπρόθυµοι εἰς τὴν διδασκαλίαν του καὶ τὰς συµβουλάς του).

  • Μεγάλο κακὸ εἶναι ὁ θυμός. Ὁ ἱερὸς Χρυσορρήμων ἐπισημαίνει γιὰ τὸν θυμό:

  «Πηγὴ καὶ ρίζα τοῦ φόνου εἶναι ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργή».

  «Πρόσεχε πῶς ἔρχεται τὸ κακό. Ἡ πικρία γέννησε τὸ θυμό, ὁ θυμὸς τὴν ὀργή, ἡ ὀργὴ τὴν κραυγή, ἡ κραυγὴ τὴ βλασφημία, δηλαδὴ τὶς ὕβρεις κατὰ τοῦ πλησίον. Ἡ βλασφημία στὴ συνέχεια τὶς πληγές, οἱ πληγὲς τὰ τραύματα, τὰ τραύματα φέρνουν τὸν θάνατο».

  Ρώτησαν τὸν Ἅγιο Παΐσιο:

– Γέροντα, λέει σὲ κάποιον ψαλμό: «Θυμὸν κινήσαντες τὸν δικαιότατον». Ποιὸς θυμὸς εἶναι δικαιότατος;

– Ὅταν ἀδικοῦνται ἄλλοι καὶ φωνάζη κανεὶς καὶ θυμώνη ἀπὸ πόνο πραγματικό, τότε εἶναι «δικαιότατος ὁ θυμός». Ὅταν ἀδικῆται ὁ ἴδιος καὶ θυμώνη, τότε δὲν εἶναι καθαρὸς ὁ θυμός. Ὅταν βλέπης ἕνα νὰ ὑποφέρη γιὰ ἱερὰ πράγματα, αὐτὸς ἔχει θεῖο ζῆλο. Ἀπὸ αὐτὸ μπορεῖς νὰ καταλάβης καὶ τὸν διὰ τὸν Χριστὸν σαλό. Ἂν πάρης λ.χ. μία εἰκόνα καὶ τὴν βάλης μπροστά του ἀνάποδα, θὰ τιναχθῆ ἐπάνω ὁ διὰ Χριστὸν σαλός, ἔτσι τοῦ κάνεις τέστ. Ὑπάρχει δηλαδὴ καὶ δικαία, θεία ἀγανάκτηση, καὶ μόνον αὐτὴ ἡ ἀγανάκτηση δικαιολογεῖται στὸν ἄνθρωπο. Ὁ Μωυσῆς, ὅταν εἶδε τὸ λαὸ νὰ θυσιάζη στὸ χρυσὸ μοσχάρι, ἀγανάκτησε καὶ πέταξε κάτω τὶς πλάκες μὲ τὶς ἐντολές, ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἔσπασαν. Ὁ Φινεές, ὁ ἐγγονὸς τοῦ ἀρχιερέα Ἀαρών, δύο φόνους ἔκανε καὶ ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ ἀπὸ τὴν γενιά του νὰ βγαίνουν οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἰσραήλ!

  Ὅταν εἶδε τὸν Ἰσραηλίτη Ζαμβρὶ νὰ ἁμαρτάνη μὲ τὴν Μαδιανίτιδα Χασβὶ μπροστὰ στὸν Μωυσῆ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες, δὲν κρατήθηκε· σηκώθηκε ἀπὸ τὴν συναγωγὴ καὶ τοὺς φόνευσε, καὶ ἔτσι σταμάτησε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν τοὺς σκότωνε καὶ τοὺς δύο, θὰ ἔπεφτε ὀργὴ τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Φοβερό! Ἐγώ, ὅταν διαβάζω στὸ Ψαλτήρι τὸν στίχο: «Καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις», ἀσπάζομαι πολλὲς φορὲς τὸ ὄνομά του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστός, ὅταν εἶδε νὰ πουλοῦν μέσα στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ βόδια, πρόβατα, περιστέρια, καὶ τοὺς κερματιστὲς νὰ ἀνταλλάσσουν χρήματα, πῆρε τὸ φραγγέλιο καὶ τοὺς ἔδιωξε.

  Ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὅταν πάη μὲ ἀγανάκτηση νὰ ὑπερασπίση τὸν ἑαυτό του γιὰ ἕνα ἀτομικό του θέμα, αὐτὸ εἶναι καθαρὰ ἐγωιστικό, εἶναι ἐνέργεια τοῦ πειρασμοῦ. Δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικὲς ἐξωτερικές. Ἂν κάποιοι τὸν ἀδικοῦν ἢ τὸν κοροϊδεύουν, αὐτὸν πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ τὸν ὑπερασπίζωνται, γιὰ τὸ δίκιο, ὄχι γιὰ προσωπικό τους συμφέρον. Δὲν ταιριάζει νὰ μαλώνης γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἄλλο τὸ νὰ ἀντιδράσης, γιὰ νὰ ὑπερ­ασπισθῆ σοβαρὰ πνευματικὰ θέματα, ποὺ ἀφοροῦν τὴν πίστη μας, τὴν Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον σου. Ὅταν σκέπτεσαι τοὺς ἄλλους καὶ ἀντιδρᾶς, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσης, τότε αὐτὸ εἶναι καθαρό, γιατί γίνεται ἀπὸ ἀγάπη…

  • «ΕΝΑ χειμωνιάτικο βράδυ, στὸ καφενεῖο ἑνὸς ὀρεινοῦ χωριοῦ, τρεῖς χωριανοί, ποὺ ἔπιναν ἀπὸ τὸ μεσημέρι, ἄρχισαν νὰ ἐπιτίθενται φραστικὰ σὲ ἕνα συγχωριανό τους, ὁ ὁποῖος καθόταν παρέα μὲ ἕνα φίλο του. Τὸ καφενεῖο ἦταν γεμᾶ­το. Στὴν ἀρχὴ καὶ οἱ δύο ἀδιαφόρησαν, μὰ ὅταν οἱ κατηγορίες μετατράπηκαν σὲ βρισιὲς γιὰ τὸν συγχωριανό τους, ὁ φίλος του (πανύψηλος καὶ γεροδεμένος) ἔκανε νὰ σηκωθῆ ἐπάνω, γιὰ νὰ πάη στὸ τραπέζι τους. “Κάθισε κάτω” τοῦ εἶπε χαμηλόφωνα μὰ ἀποφασιστικὰ ὁ ὑβριζόμενος, κρατώντας του μὲ δύναμη τὸ χέρι. “Μὰ δὲν ἀκοῦς τί σοῦ λένε;”, ἐπέμεινε μὲ ἀπορία ὁ φίλος του. “Ἀκούω, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ μαλώσω. Δὲν μιλᾶνε αὐτοί. Μιλάει τὸ κρασί. Οὔτε ξέρουν πόσο ἔχουν πιεῖ”.

  Οἱ βρισιὲς συνεχίζονταν σὲ ἀκόμα πιὸ ἔντονο ὕψος τώρα. Ὅλο τὸ καφενεῖο εἶχε παγώσει. Κανένας συγχωριανὸς δὲν κουνιόταν ἀπὸ τὴν θέση του. Σὲ κάποια στιγμὴ ὁ ὑβριζόμενος, λέει στὸν φίλο του, μὲ ὕφος ποὺ δὲν σήκωνε ἀντίρρηση: “Σήκω, πᾶμε νὰ φύγουμε”. “Νὰ φύγουμε μετὰ ἀπὸ τόσες βρισιές; Ρεζίληδες εἴμαστε; Δὲν ἔχεις αἷμα μέσα σου;”. “Κάνε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω” ἐπέμεινε ἐκεῖνος. “Σήκω τώρα. Θὰ πληρώσουμε αὔριο τὰ ποτά μας”.

  Σηκώθηκαν καὶ ἔφυγαν, ἐνῶ οἱ προσ­βολὲς καὶ οἱ ὕβρεις συνεχίζονταν.

  Τὸ μεσημέρι τῆς ἑπόμενης ἡμέρας, ὅταν ξύπνησαν οἱ τρεῖς “νταῆδες” καὶ ξαναβρέθηκαν στὸ καφενεῖο, νηφάλιοι τώρα, δέχτηκαν τὶς αὐστηρὲς παρατηρήσεις τοῦ καφετζῆ: “Δὲν ντρέπεστε, ποὺ ἐπιτεθήκατε μὲ τόσες βρισιὲς σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο; Τί σᾶς ἔφταιξε καὶ τοῦ ἀπευθύνατε τόσες ἀνυπόστατες κατηγορίες; Τόσα ψέματα. Ὁ Χρῆστος εἶναι τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ χωριοῦ. Ντροπή σας”».

  Ἐκεῖνοι ἔσκυψαν τὰ κεφάλια μετανοιωμένοι. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. “Ἔχει δίκιο ὁ μπάρμπα-Μιχάλης. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ κάναμε;”. “Τώρα εἶναι ἀργά. Τίποτε δὲν διορθώνεται”. “Ποτὲ δὲν εἶναι ἀργά”, εἶπε ὁ τρίτος καὶ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία. “Σηκωθεῖτε. Θὰ πᾶμε στὸ σπίτι του νὰ τοῦ ζητήσουμε συγγνώμη. Γονυπετεῖς”. “Εἶσαι μὲ τὰ καλά σου; Θὰ μᾶς πετάξη μὲ τὶς κλωτσιὲς ἔξω”. “Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ λιγότερο. Τὴν καραμπίνα θὰ πάρη”. “Ἂς πάρη καὶ πολυβόλο. Τοῦ ὀφείλουμε μία συγγνώμη καὶ θὰ τὸ κάνουμε. Πᾶμε”.

  Ἤπιαν γρήγορα τοὺς καφέδες τους κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ σπίτι του. Δύο τρεῖς φορὲς στὸ δρόμο, ἔκαναν νὰ γυρίσουν πίσω. Μὰ ὄχι. “Ὅ,τι εἶναι νὰ γίνη, ἂς γίνη”.

  Κτύπησαν τὴν πόρτα, τοὺς ἄνοιξε ἡ γυναίκα του, ἡ ὁποία δὲν γνώριζε τίποτε. “Ναὶ μέσα εἶναι ὁ Χρῆστος. Χρῆστοοοο”. Ἐμφανίστηκε στὴν πόρτα. Κατέβασαν ἀμέσως τὰ κεφάλια τους, κοιτώντας τὸ δάπεδο. Μίλησε πάλι ὁ μεγαλύτερος, μὲ φωνὴ σιγανὴ καὶ σπασμένη: “Χρῆστο, συγχώρεσέ μας. Ἦταν ἄθλιο αὐτὸ ποὺ κάναμε, καὶ δὲν θυμόμαστε σχεδὸν τίποτε ἀπὸ τὶς ψεύτικες κατηγορίες πού σοῦ λέγαμε. Ὁ κυρ-Μιχάλης ὁ καφετζὴς μᾶς τὰ θύμισε. Κοίτα Χρῆστο, ἐμεῖς δέν…..”. “Τώρα δὲν εἶναι ὥρα γιὰ συγγνῶμες” τοὺς διέκοψε, “εἶναι ὥρα γιὰ ἕνα τσιπουράκι. Μεσημέριασε. Ἐντάξει, τίποτε δὲν ἔγινε. Κακιὰ στιγμή. Οὔτε ἐγὼ θυμᾶμαι τίποτε. Ὅλα ξεχασμένα. Ἐλᾶτε, περάστε μέσα. Κάτιαααα. Ἑτοίμασε τὰ τσίπουρα καὶ μεζέδες στοὺς φίλους μου”.

  Ο ΧΡΗΣΤΟΣ τηλεφώνησε καὶ στὸν φίλο του, ὁ ὁποῖος ἦλθε ἀμέσως. Τελείωσαν τὴν εὐλογημένη συνάντησή τους, ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Ἡ Κάτια δὲν κατάλαβε, οὔτε ποτὲ ἔμαθε, ἂν καὶ ρώτησε τὸν Χρῆστο, γιατί οἱ τρεῖς ἔφυγαν σὰν κλαμένοι, σὰν ντροπιασμένοι. Μὲ πρωτοβουλία τοῦ κυρ-Μιχάλη ἔγινε μεγάλη προσ­πάθεια νὰ μὴ γνωστοποιηθεῖ τὸ θέμα στὸ ὑπόλοιπο χωριό, καὶ ὅσοι κάτι εἶχαν πληροφορηθῆ, τοὺς ἀπαντοῦσαν: “Βρὲ τίποτε. Μία μικροπαρεξήγηση ἄνευ οὐσίας γιὰ τὰ πολιτικά. Πάει τελείωσε”.

  ΟΙ ΠΕΝΤΕ ἄντρες ἔγιναν πλέον παρέα καὶ περνώντας τὰ χρόνια ἀδελφικοὶ φίλοι. Μάλιστα ὁ φίλος τοῦ Χρήστου, συμπεθέριασε μὲ τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς τρεῖς. Ἡ κόρη του παντρεύτηκε τὸν γιό του».

«Μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ» (Ρωμ. ιβ΄, 19).

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com