ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΓΥΡΩ ΜΑΣ
π. Δημητρίου
Μπόκου
Μια θαυμάσια παραβολή είπε ο Χριστός, για να δείξει
ότι μπροστά στον Θεό ο πλούσιος δεν έχει κανένα πλεονέκτημα, αλλά και ο φτωχός
κανένα μειονέκτημα. Ένας πλούσιος, ανώνυμος για τον Θεό, πέρασε τη ζωή του με
άνεση, ενώ ένας φτωχός, ο Λάζαρος, έζησε στην απόλυτη στέρηση, ριγμένος στην
πόρτα του πλούσιου. Μετά θάνατον όμως η κατάσταση αντιστράφηκε άρδην. Ο
πλούσιος βρέθηκε στη φλόγα και τα βάσανα του Άδη, ενώ ο Λάζαρος στην άνεση και
τη χαρά του Παραδείσου, στην αγκαλιά του Αβραάμ (Κυριακή Ε΄ Λουκά).
Ο πλούσιος δεν έκανε κάποιο ειδικό κακό στον Λάζαρο.
Απλώς τον αγνόησε. Δεν θεώρησε πως άξιζε να ασχοληθεί μαζί του. Είχε τη δική
του αξιολογική κλίμακα για τον καθένα. Μπροστά του δεν είχαν όλοι την ίδια
αξία. Διαβάθμιζε τους ανθρώπους με κριτήρια διαφορετικά από αυτά του Θεού. Έτσι
τον φτωχό Λάζαρο δεν τον είχε καν για άνθρωπο. Και ναι μεν, δεν προέβη σε
κάποια ενέργεια εναντίον του, θα λέγαμε ότι τον ανέχτηκε κιόλας να ζητιανεύει
στην πόρτα του, αλλά και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι’ αυτόν. Για τον πλούσιο ο Λάζαρος
απλώς δεν υπήρχε.
Ο Χριστός όμως έπραξε το αντίθετο. Διήνυσε την
τεράστια απόσταση από τον ουρανό μέχρι τη γη, για να βρει τον φτωχό άνθρωπο.
Ήρθε φτωχός ο ίδιος, ξένος και κατατρεγμένος από την στιγμή της Γέννησής του,
για να δώσει ανάσα ζωής στους ανθρώπους που δεν είχαν στήριγμα και βοήθεια από
πουθενά. «Ευαγγελίσαθαι πτωχοίς απέσταλκέ με» (Λουκ 4, 18). Ήρθα, λέει, για να
φέρω στους φτωχούς το χαρμόσυνο νέο, ότι η Βασιλεία του Θεού είναι πλέον εδώ,
παρούσα ήδη γι’ αυτούς. Ο Θεός δεν τους αποστρέφεται, αλλά τους τιμά ιδιαίτερα,
καλώντας τους να γίνουν συνδαιτημόνες του, ομοτράπεζοι στο πανευφρόσυνο τραπέζι
της Βασιλείας του. Τους θεωρεί όχι δούλους, αλλά αδελφούς του. Και μας καλεί να
τους βλέπουμε με τον ίδιο τρόπο κι εμείς.