2 Οκτ 2010

«Θελητής ελέους» (Κυριακή Β΄Λουκά)

[passion.jpg]

«Αυτός χρηστός εστίν έπί τούς αχάριστους και πονηρούς».

Μια όψη της θείας αγάπης: Ό Κύριος στη σημερινή ευαγγελική περικοπή μας αποκαλύπτει ένα ιερό μυστήριο. Μας φανερώνει ένα υπέροχο ιδίωμα της θεότητος. Ό Θεός, με την άπειρη αγιότητα, μας λέει, δεν βιάζεται να πιάσει στο χέρι το ζυγό της δικαιοσύνης, να κρίνει, να δικάσει, να χτυπήσει. Φέρεται και σ’ αυτούς τους πονηρούς και αχάριστους με πατρική αγάπη και καλοσύνη. Ας εμβαθύνουμε στην αλήθεια αυτή με ιερό δέος.

Συμπεριφορά αγάπης.

Για τον Θεό και ό πιο αμαρτωλός άνθρωπος είναι ένα παιδί του. Και του φέρεται πάντα και του μιλάει με απέραντη στοργή και θεϊκή καλοσύνη.Αν θέλετε ένα παράδειγμα ζωντανό, χειροπιαστό, θα το βρείτε στο πρόσωπο του πιο πονηρού και του πιο αποκρουστικού άνθρω που, πού γνώρισαν οι αιώνες, του Ιούδα. Ό Διδάσκαλος γνώριζε με απόλυτη ακρίβεια το βάθος του και τις προθέσεις του και τις κινήσεις του. Και όμως δεν του απευθύνει τον παραμικρό λόγο, πού να φανερώνει αποστροφή. Εξακολουθεί να του φέρεται όπως φερόταν στους έντεκα, να του μιλάει όπως μιλούσε στους έντεκα, να τον άγαπάει όπως αγαπούσε τούς έντεκα.

Με τη χρηστότητά του αύτη ό Θεός φανερώνει πώς είναι γεμάτος στοργή. Πώς βλέπει όλους τούς ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο της απέραντης αγάπης. Ακριβώς όπως ό ήλιος στέλνει με τον ίδιο τρόπο τις ακτίνες του και οπούς χώρους πού φυτρώνουν άνθη και στους βάλτους πού είναι μολυσμένοι από τις βρωμιές.

Ανάμεσα στο πλήθος των ανθρώπων δεν θα υπάρξει ούτε ένας πού με διάθεση μετανοίας θα αναζήτηση τον Κύριο και, απογοητευμένος, θα πει: «εγώ σήκωσα τα μάτια στον Θεό και είδα οργισμένο το βλέμμα του» ή «ένιωσα την καρ διά τον Θεού να είναι αδιάφορη και ασυγκίνητη απέναντι μου». Ένας θείος σπινθήρας αγάπης εκπέμπεται σε κάθε στιγμή από τη θεϊκή καρδιά προς τον άνθρωπο, τον οποιονδήποτε άνθρωπο, ακόμα και τον πιο σκληρό και αμαρτωλό και πωρωμένο. 'Άραγε γιατί;

Γιατί αγαπά το έλεος.

Είναι «θελητής ελέους» (Μιχ. ζ' 18). Επιδιώκει να δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες συναισθήσεως και μετανοίας στον καθένα από τούς αμαρτωλούς ανθρώπους, ώστε να δοθεί ή ευκαιρία να τον ελεήσει και να τον σώσει. Ό προφήτης Ιε ζεκιήλ μας μεταφέρει τον φλογερό πόθο του Θεού: «μή θελήσει θελήσω τον θάνατον του ανόμου, ώς το άποστρέψαι αυτόν έκ της οδού της πονηράς και ζην αυτόν;» (ιη' 23).

Δεν θέλω με κανένα τρόπο και δεν καταδικάζω αμέσως τον αμαρτωλό σε θάνατο, γιατί περι μένω τη στιγμή πού θα επιστρέψει. Και ό θεόπνευστος απόστολος, ό Παύλος, μας μεταφέρει την ίδια αλήθεια. Ό Θεός, λέει, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις έπίγνωαιν αληθείας έλθείν» (Α' Τιμόθ. β' 4).

Σκεφτείτε τον πατέρα, τον πονεμένο πατέρα, πού τον εγκαταλείπει το άσπλαχνο παιδί του. Αυτό γυρίζει έδώ κι εκεί, σκορπίζει τον πατρικό πλούτο, μολύνει το τιμημένο όνομα, δεν γυρίζει να πει ή να γράψει ούτε μια λέξη στον θλιμμένο πατέρα. Κι ό πατέρας, με την ευαίσθητη καρδιά, δέχεται την προσβολή, νιώθει να του σπαράζει τα σπλάχνα κοφτερός πόνος. Κι όμως δεν επιτρέπει να βγει από τα χείλη του ούτε μια πικρή φράση ούτε μια λέξη αποδοκιμασίας και καταδίκης. Με θλιμμένο και μαραμένο πρόσωπο, με κλαμένη καρδιά πιάνει και γράφει στον αποστάτη του γιο λόγια αγάπης και του στέλνει από τα πατρικά αγαθά, για να μπόρεσει να τον τραβήξει και πάλι στην πατρική στέγη και να τον σώσει.

Τέτοια είναι ή χρηστότητα του Θεού απέναντι στους αμαρτωλούς ανθρώπους. Μια πληγωμένη και πονεμένη πατρική αγάπη, πού, παρ' όλες τις προσβολές, εξακο λουθεί να αγαπά και να περιμένει. Να περιμένει την επιστροφή και την μετάνοια.

Προσοχή όμως. Μεγάλη προσοχή, Ή επιείκεια και ή χρηστότητα του Θεού δεν είναι άδεια και ελευθερία για αμαρτία, αλλά προσμονή, πονεμένη προσμονή για την επιστροφή μας. Αν αυτή την προσμονή την περιφρονήσουμε, τότε μπροστά μας θα συναντήσου με τη δικαιοσύνη. Την ακριβή και απόλυτη δικαιοσύνη.

Πρέπει ή επιείκεια και ή αγά πη του Θεού πραγματικά να μας συγκινεί. Να φέρνει μέσα μας ώριμες σκέψεις και να μας κάνη να πέφτουμε μετανιωμένοι μπροστά του, μπροστά στον άγιο Πατέρα, ό όποιος, αν και λυπημένος από τη συμπεριφορά μας, εξακολουθεί να μας άγαπάει και να λαχταράει τη σωτηρία μας.

«ΖΩΗ» 23/09/2010

1 Οκτ 2010

Η Καινή Διαθήκη δωρεάν στους μαθητές της Β´ Γυμνασίου από το Ίδρυμα «Παναγία η Ακρωτηριανή»

Την Παρασκευή 1 Οκτωβρίου ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας και Πρόεδρος του Κοινωφελούς Εκκλησιαστικού Ιδρύματος της Ιεράς Μητροπόλεως κ. Ευγένιος, συνοδευόμενος από τον Αντιπρόεδρο του Ιδρύματος και Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Τοπλού Πανοσ. Αρχιμ. Φιλόθεο Σπανουδάκη, επισκέφθηκε τα δύο Γυμνάσια (1ο καί 2ο) της πόλεως Σητείας, όπου διένειμε στους μαθητές της Β´ τάξεως περίπου 150 αντίτυπα της Καινής Διαθήκης, σε έκδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας που περιλαμβάνει αρχαίο κείμενο και μετάφραση, με την ερμηνεία των τεσσάρων Καθηγητών, η οποία έχει την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μας.

Ο Σεβ. κ. Ευγένιος πέρασε από όλα τα τμήματα της Β´ Γυμνασίου ευχόμενος καλή και δημιουργική χρονιά, ενώ θα ακολουθήσει η διανομή της Καινής Διαθήκης στα τρία Γυμνάσια της πόλεως Ιεράπετρας και στα Γυμνάσια Κουτσουρά, Χανδρά, Τουρλωτής και Παλαικάστρου.

Η έκδοση 2.000 αντιτύπων της Καινής Διαθήκης έγινε με δαπάνη του Εκκλησιαστικού Κοινωφελούς Ιδρύματος «Παναγία η Ακρωτηριανή», και έρχεται να ικανοποιήσει ένα πάγιο αίτημα των Θεολόγων καθηγητών της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας, καθώς το ιερό κείμενο της Καινής Διαθήκης αποτελεί απαραίτητο «εργαλείο» για το μάθημα των Θρησκευτικών στην Γ´ Γυμνασίου, που αφορά τον ερχομό του Ιησού Χριστού στη γη και τον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού.

http://www.imis.gr/

Αναρωτήθηκαν άραγε οι υπεύθυνοι της Ιεράς Συνόδου γιατί πολλοί επίσκοποι δεν προτιμούν να μοιράσουν την Καινή Διαθήκη των έκδόσεων της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος;

«Προκλητική» τουρκική προσευχή σε αρμένικη εκκλησία

Πολλές εκατοντάδες Τούρκοι εθνικιστές τέλεσαν την Παρασκευή μουσουλμανική προσευχή σε παλαιό αρμενικό καθεδρικό ναό, που βρίσκεται στην ανατολική Τουρκία, σε μια πρωτοβουλία που ενέχει τον κίνδυνο να εντείνει περαιτέρω τις σχέσεις ανάμεσα στην Άγκυρα και το Ερεβάν.

Η συλλογική προσευχή, για την οποία είχε αναπτυχθεί αστυνομική δύναμη, διοργανώθηκε από το αντιπολιτευόμενο Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) στον Καθεδρικό Ναό της Ανί, πρωτεύουσας ενός αρμενικού μεσαιωνικού βασιλείου κοντά στο Καρς, σε μικρή απόσταση από τα σύνορα με την Αρμενία.

Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, αρχηγός του κόμματος αυτού, που είναι το τρίτο μεγαλύτερο στο τουρκικό Κοινοβούλιο, παρευρέθηκε στην προσευχή στο ναό αυτό, που χρονολογείται από τις αρχές του 11ου αιώνα και έχει υποστεί πολλές ζημιές. Μια τεράστια τουρκική σημαία κυμάτιζε στο κτίριο.

Οι περιφερειακές αρχές και η κυβέρνηση της Άγκυρας έδωσαν το «πράσινο φως» για την τέλεση της προσευχής αυτής.

protothema.gr/=4 & infognomonpolitics.blogspot.l

Σερβία – Προς το παρόν ένας μόνο επίσκοπος υπέγραψε για την ακύρωση της gay παρέλασης στο Βελιγράδι

Ο επίσκοπος Γεώργιος (Djokic) είναι μέχρι στιγμής ο μόνος αρχιερέας της Σερβικής εκκλησίας που υπέγραψε μια δημόσια έκκληση προς το σερβικό κοινοβούλιο για την ακύρωση της gay παρέλασης που έχει προγραμματιστεί για τις 10 Οκτωβρίου 2010 στο Βελιγράδι.

Όπως αναφέρουν ορθόδοξοι πιστοί , ο Πατριάρχης των Σέρβων Ειρηναίος αλλά και όλοι οι αρχιερείς πρέπει να πάρουν επίσημη θέση για την επικείμενη γκέι παρέλαση στο Βελιγράδι.

Episkop Georgije protiv gej parade

-Σερβία- Συνάντηση με τον Πατριάρχη Σερβίας, Ειρηναίο ζητά η ΜΚΟ «Gay and Lesbian Info Center»

Δημήτριος Τσελεγγίδης, Αι εσφαλμέναι θεολογικαί προϋποθέσεις διά το Πρωτείον του Πάπα (Μέρος Β΄)

Μέ ἀφορμήν τόν διάλογον εἰς τήν Βιέννην μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν.
Ὑπό τοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς τοῦ Α.Π.Θ
Διατί δέν δύναται νά ὑπάρξη τυπική καί οὐσιαστική ἑνότης μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν
Β΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Η οποιαδήποτε μορφή ἑνότητας στήν Ἐκκλησία, χωρίς τήν λειτουργική καί εὐχαριστιακή ἑνότητα, εἶναι σίγουρα μιά ἀτελής ἑνότητα. Ἡ ἴδια ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑνιαίου σώματος, εἶναι κατεξοχήν μυστηριακό γεγονός. Μέ τά μυστήριά της ἡ Ἐκκλησία ἐντάσσει τούς ἀνθρώπους στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τούς συνέχει καί τούς ἑνοποιεῖ μέ τήν κεφαλή τοῦ σώματος ἀλλά καί μεταξύ τους.

Τέλος, τούς κάνει ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσφέροντας σ᾽ αὐτούς τήν χαρισματική θέωσή τους ἀνάλογα μέ τό βαθμό δεκτικότητάς τους, μέ τρόπο δυναμικό, προοδευτικό καί ἀτελεύτητο στό πλαίσιο τῆς ἄκτιστης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, τῆς ἀνέσπερης καί ἀδιάδοχης ὀγδόης ἡμέρας τοῦ μέλλοντα ἀΐδιου αἰώνα.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς συνόλου καί ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τήν αἰσθητή, ὁρατή φανέρωσή της στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη κατά τή Θεία Λατρεία, καί εἰδικώτερα καί κατεξοχήν κατά τή μετοχή τῶν πιστῶν στή Θεία Κοινωνία. Τότε ἀκριβῶς, στό μέτρο τῆς καθαρότητας καί δεκτικότητάς μας κοινωνοῦμε μέ τή μορφή ἀρραβῶνος στήν ἄκτιστη βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἑνωνόμαστε πραγματικῶς, χαρισματικά, διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος καί ἐνεργείας, μέ τόν ὅλο
Τριαδικό Θεό, μέ τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, μέ τούς ἀσώματους νοερούς νόες, μέ τούς ἀπό αἰώνων εὐαρε- στήσαντες τόν Θεό κεκοιμημένους δικαίους καί ἁγίους, ἀλλά καί μέ ὅλους τούς ἀνά τήν οἰκουμένη πιστούς, πού εἶναι ὀργανικά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί δεκτικά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάρι- τός Του. Εἶναι ἐπ᾽ αὐτοῦ χαρακτηριστική ἡ αἰσθητή -λεκτική καί ἀκουστική- ἐμπει- ρία τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως διά τῆς ἀναφορᾶς τοῦ προϊσταμένου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ὄχι μόνο στούς προαπελθόν- τες ἁγίους, ἀλλά ὀνομαστί καί στήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας σήμερα, κατά τήν κορυφαία στιγμή τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων.
Ἐδῶ ὅμως πρέπει νά δώσουμε κάποιες ἀπαραίτητες θεολογικές διευκρινίσεις, ἐπειδή σήμερα κινδυνεύουμε ἀπό μία ὕποπτη, φιλτραρισμένη, μυστηριακή, θά ἔλεγα τολμηρά, εἰδωλολατρεία.Αὐτή προ ωθεῖται ἀπ' ὅσους -γιά λόγους σκοπιμότητας- τονίζουν μονομερῶς τή θεσμική ἔκφραση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἐάν αὐτά λειτουργοῦν ἀπροϋπόθετα, μαγικῶς καί μηχανιστικῶς, ἀκόμη καί ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὅμως παραγνωρίζεται ἡ Πατερική θεώρηση τῶν μυστηρίων ὡς ἐκφάνσεων τῆς Ἐκκλησίας. Τά μυστήρια εἶναι τά κλαδιά τοῦ δέντρου τῆς Ἐκκλησίας, τά μέλη τῆς καρδιᾶς της, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Αὐτά παρέχουν τήν ἄκτιστη ἑνοποιό δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύ- ματος γιά τήν πραγμάτωση καί τή βίωση τῆς ὀντολογικοῦ χαρακτήρα ἑνότητας τῶν πιστῶν- μελῶν ὑπό σαφεῖς προϋποθέσεις.

Πῶς πραγματώνεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν πραγματώνεται διά τῆς ἀκτίστου θεοποιοῦ Χάριτος μυστηριακῶς καί ἰδιαίτερα διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὄχι ὅμως μηχανιστικῶς καί ἀπροϋποθέτως. Ἀπεναντίας ἡ χαρισματική ἕνωση προϋποθέτει ἀπό τούς πιστούς τήν καθαρότητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν ἐλεύθερη συνεργία τους καί τό αὐτό φρόνημα ὡς πρός τήν πίστη. Ἄλλωστε, ὁ Θεός δοξάζεται ὀρθά στό πλαίσιο τῆς Θείας Λατρείας, μόνον ὅταν ἡ δοξολογία γίνεται «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ». Τοῦτο ὅμως προϋποθέτει ὄχι μόνο μία πίστη, ἀλλά καί μία ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ζωή. Αὐτό εἶναι θεολο- γικῶς εὐνόητο, γιατί ὁ Θεός ὡς αὐτοδόξαστος, μπορεῖ πρακτικῶς νά δοξάζεται πραγματικά καί ἀπό ἐμᾶς, μόνον ὅταν ὁ ἴδιος ἐνεργεῖ ἐντός ἡμῶν διά τοῦ Πνεύματός Του.
Αὐτό ὅμως συμβαίνει, μόνον ὅταν ἔχουμε ἐνεργό ἐντός ἡμῶν τό δικό Του Πνεῦμα, πού λάβαμε κατά τήν προσωπική μας Πεντηκοστή, στό ἅγιο Χρίσμα. Ὅταν ὅμως συμβαίνει ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά ἔχει ἄλλο φρόνημα, καί μάλιστα ἀντίθετο μέ τή δογματική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ἐκφράστηκε στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τότε προφανῶς ἡ ἑνότητα τῆς ἡγεσίας μέ τό σῶμα καί τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐμφανίζεται λειτουργικῶς προβληματική. Ἰδιαίτερα προβληματική γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή λατρεία ἐμφανίζεται ἡ κατάσταση ἐκείνη, κατά τήν ὁποία ἡ συγκεκριμένη ἡγεσία, πού μνημονεύεται στή θεία Εὐχαριστία, συμβαίνει νά φρονεῖ, νά ζεῖ καί νά συμπεριφέρεται κατά τρόπο ἀσύμβατο πρός τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν ἱερῶν Κανόνων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ὅταν συμβαίνει, ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας νά προβαίνει σέ συμπροσευχές μέ τούς ἑτεροδόξους καί νά ἀποδέχεται, ἔστω καί σιωπηρῶς, τά κοινά Κείμενα πού ὑπογράφουν οἱ ἀντιπρόσωποί της μέ τούς ἑτεροδόξους, ὅταν δηλαδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς στήν πράξη θεωρεῖ ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι συνιστοῦν ἐκκλησίες, μέ τήν ἐκκλησιολογική ἔννοια τοῦ ὅρου, καί ὅτι ἔχουν κατά συνέπεια γνήσια μυστήρια, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ ἑτερόδοξοι ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς Χάριτος καί ἐνεργείας τῶν μυστηρίων, ἀδειάζοντας ἔτσι κυριολεκτικά τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί τόν θεανθρώπινο χαρακτήρα της καί ὑποβιβάζοντάς το σέ καθαρά ἀνθρώπινο ὀργανισμό, τότε ἀσφαλῶς φαλκιδεύεται σέ κάποιο βαθμό ἡ ἑνότητα τῆς συγκεκριμένης ἡγεσίας μέ τήν Ἐκκλησία καθεαυτήν. Πρακτικῶς, τότε ἡ ἐπιδιωκόμενη ἑνότητα αὐτῆς τῆς ἡγεσίας ἐξαντλεῖται στό κτιστό καί ἀνθρώπινο ἐπίπεδο. Τότε αὐτή ἡ ἑνότητα δέν συμπεριλαμβάνει στήν πραγματικότητα τόν Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ οἱ πρός ἑνότητα Ρωμαιοκαθολικοί ἐξακολουθοῦν νά ἀρνοῦνται δογματικῶς τόν ἄκτιστο χαρακτήρα τῆς θείας Χάριτος, πού ὡς θεότητα γεφυρώνει ὀντολογικῶς τό χάσμα ἀνάμεσα στόν ἄκτιστο Τριαδικό Θεό καί τόν κτιστό ἄνθρωπο.
Ἔτσι ὅμως καταργεῖται στήν πράξη ἡ θεία κοινωνία τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τόν κτιστό ἄνθρωπο. Ἀλλά καί ὅταν συμβαίνει ἡ ζωή ἡμῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας νά μή εἶναι συμβατή μέ τό φρόνημα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἡ ἐμφανιζόμενη κατά τήν θεία λατρεία θεσμική ἑνότητά μας εἶναι ἐξωτερική καί συμβατική. Σαφῶς δέν εἶναι ἐκείνη, πού ὁ Χριστός ζήτησε ἀπό τό Θεό Πατέρα στήν Ἀρχιερατική προσευχή Του, ἐπειδή δέν λαμβάνει σοβαρά ὑπόψη αὐτή ἡ ἑνότητα τίς θεολογικές καί ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις γιά τήν οἰκείωση καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωσή της. Ἀτυχῶς ἡ ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση, σέ συνδυασμό μέ τά προβληματικά θεολογικῶς οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔγινε αἰτία γιά τή διασάλευση τῆς λατρευτικῆς καί διοικητικῆς ἑνότητας τῶν νεοημερολογιτῶν μέ τούς ὀρθόδοξους παλαιοημερολογίτες ζηλωτές. Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι τό πρόβλημα αὐτό θά πρέπει νά ἀπασχολήσει θεολογικά καί ἀγαπητικά τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον συμβαίνει νά εἶναι κοινή μεταξύ μας ἡ ὀρθόδοξη πίστη. Ἡ καταγραμμένη μετά τό 1920 ἱστορία μας μπορεῖ νά βοηθήσει ἀμοιβαίως σέ αὐτοκριτική γύρω ἀπό τό πρόβλημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ σκοπό τήν ἀποκατάσταση τῆς πλήρους ἑνότητας καί κοινωνίας μεταξύ μας.

Γ΄ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Αὐτή ἀναφέρεται συγκεκριμένα στήν ἱεροκανονική καί ὀργανωτική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ἔχει τήν θεολογική θεμελίωσή της οὐσιαστικά στό βασιλικό-ποιμαντικό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ.
Εἰδικώτερα, ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν παραδοσιακή δομή της, τήν ἐσχατολογικοῦ χαρακτήρα ὀντολογία της, ἀλλά καί τήν χαρισματικοῦ χαρακτήρα ταυτότητά της. Ἐκτροπή ἀπό τήν θεσμική ἀποδοχή της συνιστοῦν οἱ παγιωμένες αἱρέσεις καί τά παγιωμένα ἐκκλησιαστικά σχίσματα.
Ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν ἐκφράζεται, ὅπως εἴπαμε ἤδη, μυστηριακῶς κατά τήν Θεία Λατρεία καί πιό συγκεκριμένα καί κατεξοχήν στή Θεία Εὐχαριστία. Ὅμως, ἐξίσου ἡ ὁρατή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώ- νεται διαχρονικά ἀδιαμφισβητήτως στήν κορυφαία διοικητική ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Σ᾽ αὐτές διατυπώνεται συνοδικῶς καί ἀλαθήτως -μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια- τό φρόνημα τῆς Θεανθρώπινης κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει καί τόν ὅλο Τριαδικό Θεό, ἀφοῦ ἕνα εἶναι τό θέλημα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτός ἀκριβῶς ὁ χαρακτήρας τοῦ περιεχομένου τῆς συνοδικῆς ἐκφράσεως τῆς ὅλης Ἐκκλησίας διασώζεται στήν χαρακτηριστική δια τύπωση αὐτῶν τῶν Συνόδων, ὅπως εἶναι λ.χ. ἡ διατύπωση στήν Ἀποστολική Σύνο- δο τῶν Ἱεροσολύμων: «ἔδοξε τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ καί ἡμῖν» (Πρξ. 15,28) ἤ ὅπως στίς Οἰκουμενικές Συνόδους: «ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσι...». Ἔτσι, τό ἕνα φρόνημα τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται ἀπό τό φρόνημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού εἶναι ἐνεργό στά ἐπιμέρους μέλη τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτό πιστοποιεῖται ἀντικειμενικά, ἐφόσον οἱ ἱεράρχες ἐκφράζονται ταπεινά, ὡς «ἑπόμενοι, δηλαδή, τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι κάθε σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ὀφείλει νά εἶναι σύμφωνη καί «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι». Διαφορετικά, ἡ ὁποιαδήποτε ἀπόφανσή της θά εἶναι ὄχι μόνον θεσμικά ἀλλά καί οὐσιαστικά μετέωρη.

Ἁγιοπνευματικαί προϋποθέσεις

«Κλειδί» γιά τήν διαπίστωση τῆς γνησιότητας τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας, πού ἐκφράζει ἡ διοίκηση τῆς ἐπιμέρους τοπικῆς ἤ τῆς σύνολης Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ δογματική συν είδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἡ δογματική συνείδηση τῶν μελῶν τῆς ὅλης Ἐκκλησίας ἀναδεικνύεται σέ ὑπέρτατο κριτήριο τῆς ἀληθείας. Σέ τελευταία δηλαδή ἀνάλυση καί αὐτή ἡ Οἰκουμενικότητα μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται ἀλαθήτως ἀπό τό πλήρωμα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, καί εἰδικώτερα ἀπό τή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τό τελευταῖο τοῦτο παρέχει προσδιοριστική σημασία στήν ἑνότητα τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, τό ὁποῖο ἐκφράζεται ἀδιαμφισβήτως θεσμικά ἀπό τήν ἀνώτατη ἡγεσία τῆς ὅλης Ἐκκλησίας στό πλαίσιο μιᾶς Πανορθοδόξου ἤ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται σαφές, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται θεσμικά μέν, ἀλλά ὄχι μηχανιστικά καί δημοκρατικά. Διασφαλίζεται μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τοῦτο πρακτικῶς σημαίνει, ὅτι ἡ ἑνότητα στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ὀντο- λογικές καί εἰδικώτερα ἁγιοπνευματικές προϋποθέσεις.
Προϋποθέτει δηλαδή τήν ὀντολογική ἑνότητα τῶν πιστῶν στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν πάσῃ αἰσθήσει βίωση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὡς ἄκτιστη θεοποιός Χάρη συνέχει τό μυστηριακό σῶμα καί γεφυρώνει χαρισματικῶς καί ὑπαρξιακῶς (ὀντολογικῶς) τά κτιστά μέλη μέ τήν ἄκτιστη θεότητα τῆς Θεανθρώπινης Κεφαλῆς τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό σημαίνει, ὅτι εἶναι θεολογικῶς θεμιτό καί πνευματικῶς ἐπιβεβλημένο ὁ ὁποιοσδήποτε πιστός νά μπορεῖ νά ἀμφισβητεῖ τήν θεσμικῶς ἐκφρασθεῖσα συνοδική ἀπόφανση τῆς ἀνωτάτης διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον μέ βεβαιότητα διαπιστώνει ὅτι αὐτή ἡ συγκεκριμένη ἀπόφανση δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι».
Σημειωτέον, ὅτι μέ τή στάση του αὐτή παραμένει ἑνωμένος μέ τήν Κεφαλή τοῦ μυστηριακοῦ σώματος, ἀλλά καί μέ τήν ὅλη Ἐκκλησία. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στή διοίκησή της δέ διασφαλίζεται μηχανιστικῶς μέ τόν ἁγιο- πνευματικό πράγματι θεσμό τῆς Συνοδικότητας. Προϋποθέτει ὁπωσδήποτε καί τό αὐτό ἁγιοπνευματικό φρόνημα τῶν συνοδικῶν ἀρχιερέων. Ἄλλωστε, ἀληθινά συνοδικός κατά τό γράμμα καί κυρίως κατά τό πνεῦμα τῆς λέξεως εἶναι αὐτός πού βρίσκεται μαζί στήν Ὁδό, ἡ ὁποία Ὁδός στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ἡ ὑποστατική Ὁδός, ὁ Χριστός. Εἶναι δέ μαζί Του ὁ συνοδικός ὄχι ἁπλῶς τυπικῶς καί θεσμικῶς, ἀλλά κυρίως οὐσιαστικῶς καί ἐνεργῶς μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μόνον ὅταν ἔχει ὄντως «νοῦν Χριστοῦ». Πρακτικῶς, αὐτό συμβαίνει μόνον ὅταν ἔχει προηγουμένως ὁ νοῦς του κα- θαρότητα μέ τό θεῖο καί θεοπτικό φῶς.

Δέν διασφαλίζεται ἀπό τό Πρωτεῖον

Ἀπό τά παραπάνω εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας γενικώτερα -ἀλλά καί εἰδικά στή διοίκησή της- δέ διασφαλίζεται ἀπό τόν Πρῶτο καί Πρόεδρο τῆς ὁποιασδήποτε συνόδου, ἀλλά οὔτε καί ἀπό τό πλῆθος τῶν ἐπισκόπων, ὅταν συμβαίνει αὐτοί νά ὑπηρετοῦν πρόσωπα «ἡγουμένων» τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νά εἶναι ἀρεστοί σ’ αὐτούς. Ἄν ὅμως θεωρήσουμε τόν ἑκάστοτε Πρῶτο στή διοικητική ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκφραστή καί ἐγγυητή τῆς ἑνότητάς της –τόσο κατά τήν πρώτη χιλιετία, λ.χ. τόν πάπα, ὅπως θέλουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, ὅσο καί κατά τήν δεύτερη χιλιετία, στό πλαίσιο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ὅπως φαίνεται νά εἰσηγοῦνται κάποια ἐπώνυμα κείμενα τελευταίως- τότε ἀναπόφευκτα θά πρέπει νά δεχθοῦμε, ὅτι καί κάποιοι Πρῶτοι καταδικασθέντες ὡς αἱρετικοί, τόσο στή Δύση ὅσο καί στήν Ἀνατολή, διασφάλιζαν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν αἵρεσή τους, ἐνόσω βρίσκονταν στήν διοικητική θεσμικά θέση τους.
Τοῦτο ὅμως θά σήμαινε ὅτι ἡ ἑνότητα διασφαλίζονταν μηχανιστικά, ἐρήμην τῆς ἐσφαλμένης προσ ωπικῆς πίστεως τῶν Πρώτων. Ἀλλά θά σήμαινε ἀκόμη ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχει ὀντολογικό καί ἁγιοπνευματικό χαρακτήρα, ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά ὑφίσταται εἴτε διηρημένη εἴτε ἐν αἱρέσει. Κάτι τέτοιο ὅμως ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίφαση μέ τήν δογματικῶς ὁριοθετηθεῖσα πίστη, πού ἐκφράζουμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως γιά τή ΜΙΑ Ἐκκλησία.
Τό κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007, &41) φαίνεται νά ὑποστηρίζει ἔμμεσα πλήν σαφῶς τό θεσμό τοῦ Πρωτείου μέ ἰσχύ ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, παρά τή διαφορετική κατανόησή του σ’ Ἀνατολή καί Δύση κατά τήν πρώτη χιλιετία. Ἀπ’ ὅσο γνωρίζουμε, στούς σχετικούς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων γίνεται λόγος γιά «Πρεσβεία τιμῆς» καί ὄχι γιά Πρωτεῖο διοικητικῆς ἐξουσίας σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Ἡ ὅποια ἀναφορά σέ «Πρῶτο» περιορίζει τίς διοικητικές ἁρμοδιότητές του σέ αὐστηρά τοπικό-ἐπαρχιακό ἐπίπεδο.
Ἔχουμε τή γνώμη, ὅτι δέν εἶναι θεολογικῶς καί πατερικῶς ἐπιτρεπτό νά κάνουμε θεολογικό διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς γιά Πρωτεῖο τοῦ πάπα ἐφόλης τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί κατά τήν πρώτη χιλιετία, ἐνόσῳ οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέν ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας παραμένοντας ἕως σήμερα σταθερά στίς αἱρετικές θέσεις τους γιά τό Filioque καί τήν κτιστή θεία Χάρη, σέ συνδυασμό μέ τό Πρωτεῖο καί τό Ἀλάθητο τοῦ πάπα.

Ορθόδοξος Τύπος 1 Οκτωβρίου ΄10

Αναβάσεις

-Αι εσφαλμέναι θεολογικαί προϋποθέσεις διά το Πρωτείον του Πάπα (Μέρος Α΄)

Υπήρξε τελικά διαφωνία της Ρωσικής αντιπροσωπείας στη 12η Γενική Συνέλευση της Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου στη Βιέννη;

Ρωμαιοκαθολικά δημοσιεύματα αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών της 12ης Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, στη Βιέννη, υπήρξε εμπλοκή όταν ο επικεφαλής της ορθόδοξης ρωσικής αντιπροσωπείας μητροπολίτης Βολοκαλάμσκ Ιλαρίωνας, διαφώνησε ότι η πρώτη αδιαίρετη Εκκλησία αναγνώριζε την υπεροχή του Επισκόπου Ρώμης.

Russia's challenge to Christian unity

The Catholic-Orthodox theological discussions, taking place in Vienna this week, hit a snag when the leader of the Russian Orthodox delegation lodged an emphatic dissent against the consensus that the early, undivided Church recognized the primacy of the Bishop of Rome.

That position is a definite deal-breaker, because the theme for discussion at this session of the joint theological commission is the understanding of papal primacy during the first Christian millennium—that is, prior to the schism that split the Christian world into East and West. The head of the Russian delegation, Metropolitan Hilarion, argued that the primacy of the Bishop of Rome had never been recognized in the East. If that’s the case, the entire discussion is moot.

It’s ironic that such an objection would be lodged by the Moscow Patriarchate, rather than one of the older Orthodox bodies. The Russian Orthodox Church traces its origin back to 988, when Prince Vladimir I made Christianity the official religion of his people. Thus the Russian Orthodox Church entered the Christian world at the tail end of the 1st millennium, and cannot claim any institutional memory of relations with Rome were handled in the early centuries.

Nevertheless a Russian prelate is certainly entitled to his opinions on the history of Eastern Christianity. Moreover, the opinions of the Moscow Patriarchate cannot be lightly dismissed. The Russian Orthodox Church is by far the largest of the Eastern churches. Any movement to restore Christian unity must include the Russian Church; without Russia, the Christian world would remain dramatically divided, East from West.

Relations between Moscow and Rome have improved markedly during the past 5 years, and Vatican officials specializing in ecumenical affairs see real promise for closer ties. But relations between Moscow and the other major Orthodox patriarchates have been troubled recently. The Russian delegation walked out of the last previous round of Catholic-Orthodox theological talks-- not because of any Catholic-Orthodox dispute, but because of a quarrel between Moscow and Constantinople over the seating of an Orthodox delegation from Estonia. The Moscow Patriarchate has frequently challenged claims that the Patriarch of Constantinople should be recognized as the arbiter of disputes among Orthodox prelates.

There is a pattern here. Other Eastern churches agree that the Ecumenical Patriarch of Constantinople has a certain degree of authority over other Orthodox patriarchs—not as a superior, but as a “first among equals. The Moscow Patriarchate objects to that understanding. Other Orthodox churches recognize that in the 1st millennium, before the East-West schism, the Bishop of Rome enjoyed some authority over other bishops—although the extent of that authority is still subject to discussion. But Moscow rejects the premise on which the discussion is based. In short, Moscow rejects claims that any other Christian prelate, in Rome or in Constantinople, has any authority over Russia.

Moscow’s stand on these questions sounds unfamiliar to the Catholic ear, and unhelpful to the cause of ecumenism. But it is consistent with other arguments that have been raised on a regular basis by the Moscow Patriarchate—such as, for example, the complaint that Catholics are meddling in the “canonical territory” of the Russian Orthodox Church when they try to evangelize in Russia or even in neighboring Ukraine. The Russian hierarchy takes a proprietary interest in the welfare of Christianity within the geography boundaries that is has traditionally controlled, and jealously defends against efforts by any other Christian body to establish authority within or beyond those boundaries.

This is not an entirely unreasonable stance. The Catholic Church also teaches that a diocesan bishop has both the authority and the matching responsibility for the welfare of the faithful within his diocese. The Roman Pontiff has a measure of supervisory responsibility for that diocesan bishop, but it is the bishop to whom the local faithful should look for leadership. What’s more, the bishop is responsible not just for the welfare of Roman Catholics who are registered in the parishes of his diocese, but for all of the local Christian community. If Russian Orthodox bishops claim the same jurisdiction, accepting their own moral responsibility for the souls living within their geographical limits of their dioceses, Catholics will have a hard time finding a logically consistent objection. In fact we might applaud their willingness to accept responsibility for evangelizing the people within their regions (if that is what they are doing).

Why, then, does the claim of the Russian Orthodox Church sound so strange to us Catholics? At least in part, the question really can be reduced to one of geography.

The Russian Orthodox Church is perfectly willing to accept the authority of the Holy See over those expatriate Catholics who happen to be living in Russia today, having been baptized into the Catholic Church elsewhere. The tension arises when the Catholic Church in Russia’s “canonical territory” welcomes new members who have not previously been affiliated with any religious community. From the Catholic perspective these are converts: souls newly won for Christ. From the Russian Orthodox perspective they are Russians, and so it follows (again, from the Orthodox perspective) that if they are won for the Christian faith, they should become members of the Russian Orthodox Church.

The question of “canonical territory” is at the heart of the matter. The Holy See, while acutely sensitive to other complaints from Moscow, has resolutely rejected the idea that Russia (let alone Ukraine) can be classified as the “canonical territory” of the Moscow Patriarchate.

Geography and theology do not make for stable mixtures. National boundaries change. Ethnic alliances change. Christ’s Church endures. The ancient Christian patriarchates of Alexandria and Antioch were not national or regional churches, but local communities belonging to a universal Church. The Church of Rome, remember, was founded in Jerusalem.

The history of the Russian Orthodox Church, established by a Slavic prince, suggests an entirely different model: a model for a Church that is not merely located in Russia, not merely the Russian manifestation of a universal Church, but specifically a Russian Church.

How can that Russian model be reconciled with the understanding of a universal Church, founded by the apostles (not the tsars) and dedicated to the universal mission of evangelization? I don’t know the answer to that question. I do know that the question must be answered before we can restore the unity of all Christ's faithful.

catholicculture.org/commentary/otn.cfm?id=712

Όλα έτοιμα για την ενθρόνιση του πατριάρχη των Σέρβων. "Παρακαλεί καθημερινά το Θεό να επιτευχθεί η ενότητα των δύο Εκκλησιών".

Στην επίσημη έδρα του Πατριαρχείου των Σέρβων, στην πόλη Πετς του Κοσόβου, ολοκληρώνονται οι προετοιμασίες για την ενθρόνιση του πατριάρχη Ειρηναίου, που θα τελεστεί μεθαύριο, Κυριακή 3 Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εκκλησιαστικών φορέων, στην τελετή αναμένεται να παραστούν περίπου πέντε χιλιάδες πιστοί από τη Σερβία, οι οποίοι θα μεταβούν στο Πετς, σε οργανωμένα γκρουπ, με λεωφορεία που ναύλωσε η σερβική εκκλησία, στο καθένα από τα οποία θα επιβαίνει και ένας ιερέας.

Στην τελετή αναμένεται, επίσης, να παραστούν 400 επίσημοι προσκεκλημένοι, πολιτικοί, ξένοι διπλωμάτες, εκπρόσωποι όλων των ορθόδοξων Εκκλησιών, αντιπροσωπεία του Βατικανού και εκπρόσωποι άλλων θρησκευτικών δογμάτων.

Από την πολιτική ηγεσία της Σερβίας, στην τελετή ενθρόνισης θα παραστεί ο πρόεδρος της χώρας, Μπόρις Τάντιτς και ενδεχομένως ο αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης, του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος (SNS), Τόμισλαβ Νίκολιτς.

Ο πρωθυπουργός Μίρκο Τσβέτκοβιτς και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου παραιτήθηκαν από την πρόθεσή τους να παραστούν, έπειτα από σχετική παράκληση της Εκκλησίας και του ιδίου του Πατριάρχη, που ζήτησε να μην δοθεί πολιτική διάσταση στο γεγονός.

Στον Τύπο του Βελιγραδίου εικάζεται ότι, τα μέλη της σερβικής κυβέρνησης παραιτήθηκαν από το ταξίδι στην πόλη Πετς, διότι η Πρίστινα απείλησε ότι δεν θα επιτρέψει την είσοδο των Σέρβων πολιτικών, εάν δεν προσκληθεί από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και ο πρωθυπουργός του Κοσόβου, Χάσιμ Θάτσι.

Την ευθύνη για την ασφάλεια των πιστών και των αξιωματούχων που θα παραστούν στην τελετή ενθρόνισης του Πατριάρχη των Σέρβων θα έχει, αποκλειστικά, η ειρηνευτική δύναμη του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο, KFOR, και όχι η αστυνομία του Κοσόβου.

Η σερβική Εκκλησία είχε ζητήσει να αποκλειστεί η παρουσία, στον αύλειο χώρο της μονής, μελών της αστυνομίας του Κοσόβου για να μην προκληθεί ένταση.

Η αστυνομία του Κοσόβου και η ευρωπαϊκή αστυνομική δύναμη -EULEX- ανέλαβαν την ασφάλεια των πιστών, κατά μήκος της διαδρομής, από τα διοικητικά σύνορα με τη Σερβία έως την πόλη Πετς.

Σε συνέντευξή του στο σερβικό πρακτορείο ειδήσεων "Τανγιούγκ" ο πατριάρχης Ειρηναίος εξέφρασε την ελπίδα ότι όλα θα κυλήσουν ομαλά γύρω από την ενθρόνιση, παραδέχθηκε ωστόσο ότι έχει κάποιους φόβους για το ενδεχόμενο να προκληθούν επεισόδια.

"Έχουμε λόγο να φοβόμαστε λίγο, γνωρίζοντας τι συνέβη στο παρελθόν. Ελπίζω ότι θα επιτραπεί η ομαλή προσέλευση των πιστών, χωρίς να προκληθούν επεισόδια", επισήμανε ο κ. Ειρηναίος.

Ο πατριάρχης των Σέρβων, αναφερόμενος στο ζήτημα του Κοσόβου, εξέφρασε την ανάγκη να επιλυθεί με διάλογο. "Επιθυμούμε να αρχίσει άμεσα ο διάλογος μεταξύ των εκπροσώπων των Σέρβων και της αυτοαποκαλούμενης κυβέρνησης του Κοσόβου και να βρεθεί από κοινού μία δίκαιη λύση", τόνισε, επισημαίνοντας πως "δίκαιη λύση σημαίνει ότι οι Σέρβοι δεν θα χάσουν τα πάντα και οι Αλβανοί δεν θα τα πάρουν όλα".

Ο πατριάρχης Ειρηναίος επανέλαβε ότι οι Σέρβοι ποτέ δεν θα απαρνηθούν το Κόσοβο, που αποτελεί τη "σερβική Ιερουσαλήμ" και επισήμανε ότι, εάν δεν βρεθεί δίκαιη λύση, πάντα θα αποτελεί (το Κόσοβο) "μήλον της έριδος" μεταξύ Αλβανών και Σέρβων.

Αναφερόμενος στις σχέσεις με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, τάχθηκε υπέρ της ενότητας που μπορεί να επιτευχθεί, όπως είπε, "με διάλογο, συνεχείς επαφές, ανθρώπινες σχέσεις και ουσιαστική συζήτηση για να γεφυρωθούν οι διαφορές".

Συμπλήρωσε δε ότι "παρακαλεί καθημερινά το Θεό να επιτευχθεί η ενότητα των δύο Εκκλησιών".

Ο κ. Ειρηναίος ανέφερε ότι, προσωπικά, θα επιθυμούσε να επισκεφτεί ο Πάπας τη Σερβία, αρκεί να τον καλέσει η Ιερά Σύνοδος.

Ο 45ος Πατριάρχης των Σέρβων γεννήθηκε το 1930 στο χωρίο Βίντοβα της πόλης Τσατσάκ στην κεντρική Σερβία. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην Αθήνα (1962 - 1963). Το 1975 εξελέγη επίσκοπος Νύσσης και στις 21 Ιανουαρίου του 2010 εξελέγη πατριάρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η πρώτη, ανεπίσημη τελετή ενθρόνισης του πατριάρχη Σερβίας έγινε φέτος, στις 24 Ιανουαρίου, στον Καθεδρικό Ναό του Αρχάγγελου Μιχαήλ, στο Βελιγράδι.

web.ana-mpa.gr/3 του Νίκου Πέλπα – 1/10/2010

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος θα μεταβεί στην τελετή ενθρόνισης του Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίου

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος θα μεταβεί στην τελετή ενθρόνισης του Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίου συνοδευόμενος από δύο μητροπολίτες, μέλη της Συνόδου: τους Νέας Σμύρνης, Συμεών Κούτσα και Σερρών, Θεολόγο Αποστολίδη.

vesti-online.com/Irineja

Ανακοινωθέν της Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών

Η δωδεκάτη Συνάντηση της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε στην Βιέννη της Αυστρίας, πόλη με μακρά ιστορία, γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, με πλούσιο οικουμενικό βίο.

Η Συνάντηση έλαβε χώρα από 20 έως 27 Σεπτεμβρίου 2010, με γενναιόδωρη και αδελφική φιλοξενία της Ρωμαιοκαθολικής Αρχιεπισκοπής Βιέννης, στο Kardinal König Haus.

Στην Συνάντηση συμμετείχαν είκοσι τρία μέλη εκ μέρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας• κάποιοι δεν ηδυνήθησαν να παραστούν.

Όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, με εξαίρεση τους εκπροσώπους του Πατριαρχείου Βουλγαρίας, εκπροσωπήθηκαν,ήτοι Οικουμενικόν Πατριαρχείον, Πατριαρχείον Αλεξανδρείας, Πατριαρχείον Αντιοχείας, Πατριαρχείον Ιεροσολύμων, Πατριαρχείον Μόσχας, Πατριαρχείον Σερβίας, Πατριαρχείον Ρουμανίας, Πατριαρχείον Γεωργίας, Εκκλησία Κύπρου, Εκκλησία Ελλάδος, Εκκλησία Πολωνίας, Εκκλησία Αλβανίας και Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας.

Τις εργασίες της Επιτροπής διηύθυναν οι δύο συμπρόεδροί της, Αρχιεπίσκοπος κ. Kurt Koch και Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης, συνεπικουρούμενοι από τους δύο γραμματείς: τον Μητροπολίτη Σασίμων κ. Γεννάδιο (Οικουμενικόν Πατριαρχείον) και τον Αιδ. Andrea Palmieri (Ποντιφικόν Συμβούλιον δια την Προώθησιν της Χριστιανικής Ενότητος).

Κατά την εναρκτήρια συνεδρία της Ολομελείας, την Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου, τα μέλη της Επιτροπής καλωσόρισαν με εγκαρδιότητα ο οικοδεσπότης, Καρδινάλιος Βιέννης Christoph Schönborn, και ο Μητροπολίτης Αυστρίας κ. Μιχαήλ, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξ ονόματος όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών των ευρισκομένων εις την Αυστρίαν.

Αμφότεροι υπεγράμμισαν την σπουδαιότητα της διεξαγωγής της Συναντήσεως αυτής εις την πόλιν της Βιέννης, η οποία κατέχει όλως ιδιαιτέραν θέσιν εις την ιστορίαν του συνόλου της Χριστιανοσύνης. Το ίδιο βράδυ δεξιώθηκε τα μέλη της Επιτροπής στο Δημαρχείο της πόλεως, ο Δήμαρχος Βιέννης Dr. Michael Häupl.

Οι συμπρόεδροι ανακοίνωσαν ότι η Αυτού Αγιότης ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´ κατά την τακτική Γενική Ακρόαση της Τετάρτης παρώτρυνε τους πιστούς να προσευχηθούν με θέρμην για την συνάντηση της Επιτροπής, και ανέγνωσαν Μήνυμα προς τους συνέδρους της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Οι συμπρόεδροι έστειλαν επιστολή εξ ονόματος της Μικτής Επιτροπής προς τον τέως Πρόεδρο του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας και συμπρόεδρο του Διαλόγου, Καρδινάλιο Walter Kasper, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη και εκτίμηση για τις υπηρεσίες και την σημαντική συμβολή του.

Την Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, μέλη του Εθνικού Συμβουλίου των Εκκλησιών στην Αυστρία συναντήθηκαν με τα μέλη της Μικτής Επιτροπής στο Kardinal König Haus.

Το Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου, τα μέλη της Ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας τέλεσαν την Θεία Ευχαριστία στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου (Stephansdom) της Βιέννης, προεξάρχοντος του Καρδιναλίου Christoph Schönborn, παρουσία των μελών της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας. Στην ομιλία του, ο Καρδινάλιος είπε ότι «έχουμε και χρειαζόμεθα πρωτείον υπό την κανονική έννοια, αλλά υπεράνω όλων είναι το πρωτείον της αγάπης.

Όλες οι κανονικές διατάξεις εν τη Εκκλησία υπηρετούν αυτό το πρωτείον της αγάπης». Κατόπιν παρετέθη δεξίωση στο Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο της Βιέννης.

Την Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου, τα μέλη της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας τέλεσαν την Θεία Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδος της Ελληνορθοδόξου Μητροπόλεως Αυστρίας στην Βιέννη, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου παρουσία των μελών της Ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας. Απευθυνόμενους στους παρισταμένους, ο Μητροπολίτης Αυστρίας κ. Μιχαήλ, μετέφερε «τον χαιρετισμόν του Οίκουμενικού Πατριάρχου κ.Βαρθολομαίου και υπογράμμισε τον ρόλο και την συνεισφορά σημαντικών προσωπικοτήτων της Ελληνορθοδόξου Μητροπόλεως στην ιστορία της Βιέννης».

Ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε εξάλλου «στην στενή συνεργασία μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών στην Αυστρία και ιδιαιτέρως στη Βιέννη, ευχόμενος η προσευχή του Κυρίου «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιω. 17.21) να καταστεί πραγματικότητα στην αναζήτηση της ενότητος της Εκκλησίας Του».

Κατά τη διάρκεια του απογεύματος της Κυριακής, τα μέλη της Επιτροπής του Διαλόγου επισκέφθηκαν το Κιστερκιανό Αββαείο του Heiligenkreutz και παρακολούθησαν την ακολουθία του Εσπερινού. Κατόπιν, επισκέφθηκαν τον Ρωσορθόδοξο Καθεδρικό Ναό του Αγίου Νικολάου.

Κατά την πρώτη συνεδρία, ως είθισται, τα μέλη της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας συναντήθησαν κεχωρισμένως ώστε να συντονίσουν τις εργασίες των.

Στην συνάντηση των Ορθοδόξων συνεζητήθη μεταξύ άλλων το ημιτελές σχέδιο κειμένου, το οποίο προέκυψε από την 11η Ολομέλεια, η οποία πραγματοποιήθηκε πέρυσι στην Πάφο της Κύπρου, καθώς και η μεθοδολογία του Διαλόγου. Ομοίως στη συνάντηση των Ρωμαιοκαθολικών εξετάσθηκε το σχέδιο κειμένου, με σκοπό την εξεύρεση τρόπων βελτιώσεώς του, και αντηλλάγησαν απόψεις επί μεθοδολογικών θεμάτων.

Συμφώνως προς τα αποφασισθέντα κατά την 10η Ολομέλειαν, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Ραβέννα της Ιταλίας το 2007, η Επιτροπή μελετά το θέμα «Ο ρόλος του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία της Εκκλησίας κατά την πρώτην χιλιετίαν», επί τη βάσει σχεδίου κειμένου εκπονηθέντος υπό της Μικτής Συντονιστικής Επιτροπής, κατά την συνάντησή της στον Άγιον Νικόλαον Κρήτης, στην Ελλάδα, το 2008.

Κατά την διάρκειαν της συνεδριάσεώς της στην Βιέννη, η Επιτροπή Διαλόγου συνέχισε την λεπτομερή εξέταση του κειμένου, η οποία άρχισε στην περυσινή συνεδρίαση της Ολομελείας στην Πάφο της Κύπρου. Στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή συζητεί το κείμενον αυτό ως «κείμενον εργασίας», έκρινε δε ότι το κείμενο χρήζει περαιτέρω αναθεωρήσεως.

Απεφασίσθη επίσης η σύσταση Υποεπιτροπής, η οποία θα αρχίσει την μελέτη των θεολογικών και εκκλησιολογικών πλευρών του Πρωτείου εν τη σχέσει του προς την Συνοδικότητα. Η Υποεπιτροπή θα υποβάλει το έργον της στην Μικτή Συντονιστική Επιτροπή της Επιτροπής Διαλόγου, η οποία θα συνεδριάσει το προσεχές έτος.

Κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως, τα μέλη της Επιτροπής πληροφορήθησαν την θλιβερή είδηση της εκδημίας, μετά από μακρά ασθένεια, του Monsignor Eleuterio Fortino, Γραμματέως από Ρωμαιοκαθολικής πλευράς της Μικτής Επιτροπής από της ιδρύσεώς της, και ανεπέμφθη δέησις δια την ανάπαυσιν της ψυχής του μεταστάντος.

Η Συνάντηση της Μικτής Επιτροπής χαρακτηρίσθηκε από πνεύμα φιλίας, εμπιστοσύνης και συνεργασίας. Όλα τα μέλη της εξετίμησαν μεγάλως την γενναιόδωρη φιλοξενία της Ρωμαιοκαθολικής Αρχιεπισκοπής Βιέννης, εναποθέτουν δε την συνέχιση του Διαλόγου στις προσευχές των πιστών.

romfea.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=5960:2010-10-01-09-09-30&catid=25:2009-12-18-08-37-46

-Άγνοια ή σκόπιμες ανακρίβειες μετά την Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου στη Βιέννη

-Με συμπροσευχές έκλεισαν οι εργασίες της 12ης Γενικής Συνέλευσης της Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου στη Βιέννη.

-Αυστρία-Πανορθόδοξη Αρχιερατική Θεία Λειτουργία για το Διάλογο των Εκκλησιών με την παρουσία και Ρωμαιοκαθολικών

-Φωτογραφίες από την Πανορθόδοξη Αρχιερατική Θεία Λειτουργία για το Διάλογο των Εκκλησιών με την παρουσία και Ρωμαιοκαθολικών

-Ολοκληρώθηκε στη Βιέννη η συνεδρία της Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου

-Συνέντευξη τύπου στη Βιέννη για το διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρ/Καθολικών

-Φωτορεπορτάζ: Κοινή προσευχή Ορθοδόξων-Παπικών πριν την έναρξη των εργασιών της Μικτής Επιτροπής Διαλόγου στη Βιέννη

-Πληροφορίες για την Μικτή Επιτροπή επί του Θεολογικού Διαλόγου στη Βιέννη

Άγιοι Κυπριανὸς καί Ιουστίνη (2 Οκτωβρίου)

ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗ

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Στις 2 Οκτωβρίου η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Ιερομάρτυρος Κυπριανού και της Παρθενομάρτυρος Ιουστίνης. Ο Κυπριανός ήταν μάγος, δηλαδή διώκτης του Χριστού και υπηρέτης των δαιμόνων. “Δαιμόνων ήν θεραπευτής και διώκτης Χριστού πικρότατος” (άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος). Έκανε όμως το έργο αυτό όχι συνειδητά, αλλά από άγνοια, επειδή νόμιζε ότι δεν υπάρχει ανώτερος και ισχυρότερος από τον διάβολο. Όταν αργότερα κατάλαβε, εξ αιτίας κάποιου περιστατικού, που θα διηγηθούμε παρακάτω, ότι ο Χριστός είναι πιο δυνατός και νικά και καταισχύνει τον διάβολο, τότε έκαψε τα μαγικά του βιβλία, βαπτίστηκε και στην συνέχεια χειροτονήθηκε, αλληλοδιαδοχικά, Διάκονος, Ιερεύς και Επίσκοπος. Μάλιστα αξιώθηκε να χύση και το αίμα του για τον Χριστό και γι’ αυτό ονομάζεται Ιερομάρτυς. Από υπηρέτης του σκότους και του ψεύδους έγινε κήρυκας του Φωτός και “μέγας της αληθείας αγωνιστής”.

Η Ιουστίνη ήταν “μία παρθένος από άρχοντας και επισήμους, γνησία νύμφη του Χριστού, άγαλμα έμψυχον, αφιέρωμα ασύλητον, ιερόν απαραβίαστον, κήπος κλεισμένος και σφραγισμένος, πηγή που εφυλάσσετο μόνο για τον Χριστό” (άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος). Αυτήν, που ήταν σε όλα απόρθητη και σεμνή, ερωτεύθηκε ένας ειδωλολάτρης και επειδή ήταν αδύνατο να την κάνη δική του, εσκέφτηκε έναν τρόπο σατανικό για να μπορέση να την αποκτήση. Παρακάλεσε τον Κυπριανό να της αλλάξη τα μυαλά με τις μαγείες του και να την φέρη κοντά του. Ο Κυπριανός που είχε κάνει κι’ άλλα τέτοια, το θεώρησε εύκολο πράγμα, αφού πίστευε ότι η δύναμη των δαιμόνων είναι ακατανίκητη. Όμως παρά τις προσπάθειές του, αυτή την φορά απέτυχε. Η Ιουστίνη με την καθαρότητα της ζωής της και την δύναμη της προσευχής της έδιωχνε τους δαίμονες, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να την βλάψουν στο ελάχιστο. Γύρισαν νικημένοι και ντροπιασμένοι και δήλωσαν στον Κυπριανό ότι δεν μπορούν τίποτε να κάνουν, αφού η κοπέλα αυτή προστατεύεται από δύναμη ανώτερη από την δική τους. Το γεγονός αυτό συγκλόνισε τον Κυπριανό και έγινε η αιτία να εγκαταλείψη τα είδωλα και την μαγεία, να γνωρίση και να βιώση την ζωή της Εκκλησίας και έτσι να απαλλαγή από την καταδυνάστευση του διαβόλου και να αισθανθή την πραγματική ελευθερία, “τήν ελευθερία των τέκνων του Θεού”.

Όποιος υπηρετεί τον Χριστό και τηρώντας τις εντολές Του προσπαθεί να νικήση και να μεταμορφώση τα πάθη του, αυτός ελευθερώνεται από την τυραννία των παθών και του διαβόλου και αποκτά την εσωτερική ελευθερία, που είναι και η αληθινή ελευθερία. Άλλωστε το έργο της Εκκλησίας είναι να καταργήση τα έργα του διαβόλου. Ο Χριστός, το δεύτερον πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, έγινε και τέλειος άνθρωπος, για να λυτρώση τον άνθρωπο από την καταδυναστεία του διαβόλου και του θανάτου.

Η ενασχόληση με την μαγεία υποδουλώνει τον άνθρωπο στον διάβολο. Βέβαια, όσοι ασχολούνται με την μαγεία υποστηρίζουν ότι υπάρχει λευκή και μαύρη μαγεία, καλά και κακά πνεύματα. Όμως αυτό δεν ισχύει, αφού σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας δεν υπάρχουν καλοί και κακοί δαίμονες, αλλά οι δαίμονες είναι όλοι κακοί. Στην αρχή ήσαν άγγελοι, αφού ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό. Λόγω της υπερηφάνειάς τους, “εξέπεσαν της ουρανίου φρονήσεως”, απέβαλαν την αϋλία, απόκτησαν υλική παχύτητα και έγιναν νεκρά πνεύματα, που νεκρώνουν όσους τους πλησιάζουν. Σύμφωνα με την Πατερική διδασκαλία υπάρχουν πονηρά και πονηρότερα πνεύματα. Είναι οι λεπτότεροι δαίμονες που πολεμούν την ψυχή του ανθρώπου δια των λογισμών, των επιθυμιών κ.λ.π. και οι υλικότεροι που πολεμούν ιδιαιτέρως το σώμα με τα σαρκικά πάθη, ώστε με τον τρόπο αυτό να αιχμαλωτισθή η ψυχή.

Σήμερα είμαστε μάρτυρες πολλών εκδηλώσεων σατανισμού και σατανολατρείας. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει πολλά είδη μαγείας, που μπορούν να χωριστούν σε τρία βασικά: 1) στον λεγόμενο σατανισμό, με τον οποίον οι άνθρωποι έρχονται σε επικοινωνία με τους δαίμονες, 2) στην οιωνοσκοπία, κατά την οποίαν εξετάζουν τα ζώα, τα πουλιά, τον ήλιο το φεγγάρι κ.λ.π., για να διακρίνουν το μέλλον των ανθρώπων και 3) στην αστρολογία με την οποία ασχολούνται δυστυχώς πάρα πολλοί άνθρωποι, αφού προβάλλεται και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αναφέρεται παραπλανητικά ως επιστήμη, ενώ στην πραγματικότητα είναι μαντική τέχνη. Επιστήμη είναι η αστρονομία που είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό.

Πολλοί επισκέπτονται τους αστρολόγους και άλλους διαφόρους μάγους από περιέργεια, άλλοι για να λύσουν, όπως νομίζουν, κάποια προβλήματά τους και άλλοι πάλι για να μάθουν το μέλλον. Πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι ο διάβολος δεν λύνει, αλλά αντίθετα δημιουργεί πολλά προβλήματα και προξενεί πολλούς και ποικίλους πειρασμούς, και ότι κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον παρά μόνο ο Θεός. Η Εκκλησία είναι εκείνη που δίνει απάντηση σε όλα τα μεγάλα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο, και λύνει όλα του τα προβλήματα και κυρίως τα λεγόμενα υπαρξιακά, όπως είναι ο σκοπός της ζωής, το μυστήριο του θανάτου, η ύπαρξη κολάσεως και παραδείσου κ.λ.π. Και ο βασικός λόγος που πολλοί συνάνθρωποί μας πέφτουν θύματα των σατανιστών, των πνευματιστών, των μάγων, είναι η άγνοια της ζωής της Εκκλησίας και του πλούτου της Ορθοδόξου Παραδόσεως, καθώς και η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αγάπη και την πρόνοια του Τριαδικού Θεού. Έχουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί μια ζωντανή και πλούσια παράδοση και εμείς δυστυχώς την αγνοούμε ή αλαζονικά την περιφρονούμε και περιφερόμαστε σαν νηστικοί επαίτες ζητώντας να τραφούμε από τα ύποπτα παρασκευάσματα της υποκουλτούρας και τα ξυλοκέρατα της αμαρτίας.

Στις ημέρες μας παρατηρείται και τούτο. Υπάρχει μια μαγική αντίληψη για όλα τα θέματα. Ο άνθρωπος θέλει να λύνη όλα του τα προβλήματα με μαγικό τρόπο, χωρίς να θέλη να καταβάλλη καμμιά προσπάθεια και κανένα κόπο. Ακόμη και τα Μυστήρια της Εκκλησίας τα αντιλαμβάνεται σαν μαγικές τελετές, που λύνουν όλα όσα τον απασχολούν χωρίς την δική του συμβολή και τον προσωπικό του αγώνα. Ο διάβολος εκδιώκεται με την προσευχή “ονόματι Ιησού μάστιζε πολεμίους”, την βίωση των Μυστηρίων της Εκκλησίας και την εν χάριτι άσκηση. Δηλαδή με τον προσωπικό αγώνα για μεταμόρφωση των παθών και απόκτηση προσωπικής κοινωνίας με τον προσωπικό Θεό της Εκκλησίας.

Η εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού και η βίωση της ζωηφόρου παραδόσεως της Εκκλησίας χαρίζει την δυνατότητα της απαλλαγής από την τυραννία των παθών, την καταδυναστεία του διαβόλου και τον φόβο του θανάτου.

«Εκκλησιαστική Παρέμβαση»Οκτώβριος 1998

Δημήτριος Τσελεγγίδης, Αι εσφαλμέναι θεολογικαί προϋποθέσεις διά το Πρωτείον του Πάπα (Μέρος Α΄)

Μέ ἀφορμήν τόν διάλογον εἰς τήν Βιέννην μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν.
Ὑπό τοῦ κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς τοῦ Α.Π.Θ
Διατί δέν δύναται νά ὑπάρξη τυπική καί οὐσιαστική ἑνότης μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν
Ἀπό τῆς 17ης ἕως καί τῆς 29ης Σεπτεμβρίου διεξάγεται εἰς τήν Βιέννην ὁ θεολογικός Διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν διά τό Παπικόν Πρωτεῖον. Κατά τάς πρώτας ἡμέρας τοῦ διαλόγου τηρεῖται ἔνοχος σιωπή ὑπό τῶν Ὀρθοδό- ξων διά τήν πορείαν τοῦ Διαλόγου.
Ἡ προηγουμένη διάσκεψις εἶχε γίνει εἰς τήν Κύπρον, ἀλλά δέν ἐλήφθησαν ἀποφάσεις, ἐξ αἰτίας τῶν δυναμικῶν ἀντιδράσεων τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντίμου κλήρου καί τῶν θεολόγων τῆς Πανεπιστημιακῆς ἐκπαιδεύσεως. Σημαντικώτατον ὅμως ρόλον εἰς τήν ματαίωσιν τῶν ἀποφάσεων εἶχεν ἡ δυναμική τῆς «Ὁμολογίας Πίστεως», ἡ ὁποία κατετρόμαξε καί τούς πλέον προωθημένους Οἰκουμενιστάς ὡς καί τόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον ὑπεχρεώθη νά ἀπολογηθῆ δημοσίως, ἐνῶ φιλοπαπικοί Ἱεράρχαι ὑπεχρεώθησαν εἰς δηλώσεις συμφώνως πρός τάς ὁποίας δέν θά προδώσουν τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας.
Μέ ἀφορμήν τόν νέον κύκλον διαβουλεύσεων μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν εἰς τήν Βιέννην παραθέτομεν τήν εἰσήγησιν, τήν ὁποίαν ἔκαμνε εἰς τό πρόσφατον ἀντιπαπικόν συνέδριον τῆς Ἱερᾶς
Μητροπόλεως Πειραιῶς ὁ καθηγητής τῆς δογματικῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Δημ. Τσελεγγίδης.
Εἰς αὐτήν ἀναπτύσσει τάς ἐσφαλμένας θεολογικάς προϋποθέσεις τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου καί
ὑπογραμμίζει ὅτι δογματικῶς «δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά, οὔτε τυπικά ἑνότης» μετά τῶν Παπικῶν.

Ἡ εἰσήγησις

Ἡ εἰσήγησις ἔχει ὡς ἀκολούθως:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ Η ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἐκδοχές της -θεσμικές ἤ χαρισματικές- ἔχει σαφῶς ἁγιοπνευματική βάση. Παρέχεται μυστηριακῶς, συντηρεῖται ὅμως, καλλιεργεῖται καί ἐκφαίνεται κατεξοχήν εὐχαριστιακῶς.
Καταρχήν, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητά της, προκύπτει ἀπό τήν ἴδια τήν ὀντολογία της καί ἐκφράζει ἰδιαιτέρως τήν αὐτοσυνειδησία της, ἡ ὁποία διατυπώθηκε ἱστορικά κατά τόν πλέον ἐπίσημο καί ἀδιαμφισβήτητο τρόπο στόν Ὅρο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (381), ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε καί τό Σύμβολο Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Στό ἑξῆς, ὁμολογοῦμε διά τοῦ Συμβόλου τῆς Πστεως μέ κάθε ἐπισημότητα, ὅτι πιστεύουμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἄν ὅμως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τότε μέ τήν συνεπῆ ἐκκλησιολογική ἔννοια καί κατά κυριολεξία δέν μποροῦν νά ὑπάρχουν ἑτερόδοξες ἐκκλησίες. Ἀπό τήν διατύπωση τοῦ Συμβόλου προκύπτει ὅτι ἡ ἑνότητα, ὡς θεμελιώδης ἰδιότητα τοῦ ἑνός, στήν προκειμένη περίπτωση ὡς ἡ ἰδιότητα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκκλησίας, εἶναι τό ἀσφαλές δεδομένο τῆς πίστεώς μας.
Καί πραγματικά, στή συνείδηση τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἑνότητά της εἶναι δεδομένο ὀντολογικό, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Χριστό, διά τῆς συνεχοῦς παρουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός του σ' αὐτήν, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Παρά ταῦτα, ἡ ἑνότητα παραμένει γιά τά συγκεκριμένα καί ἐπώνυμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἐποχῆς καί ζητούμενο βιωματικό. Ὡς βιωματικό ζητούμενο ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της ἀποτελεῖ τό προσωπικό ἄθλημα τῆς συνεργίας τους γιά τή δόκιμη παραμονή καί τήν σίγουρη καρποφορία στό ζωντανό καί ζωοποιό, θεανθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἐν πάσῃ αἰσθήσει ἑνότητα μέ τό Χριστό καί δι' αὐτοῦ μέ τόν ὅλο Τρια- δικό Θεό, ἀλλά καί μεταξύ μας, ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ σκοπός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ γιά μᾶς, ὥστε νά γίνουμε ὄχι μόνον ἕνα σῶμα μέ τό Χριστό, ἀλλά καί ἕνα Πνεῦμα μέ τόν Τριαδικό Θεό (Βλ. Ἐφ. 4, 4-5) «ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, κα- θώς καί ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ἡμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα». Αὐτό ἐκφράστηκε ἀπερίφραστα στήν Ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἐξηγήσουμε στή συνέχεια τῆς Εἰσηγήσεώς μας. Συγκεκριμένα, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὑφίσταται καί ἐκφαίνεται θεσμικῶς στήν πίστη, τή λατρεία καί τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας.
Σέ κάθε περίπτωση ἡ παραπάνω τριπλῆ ἑνότητα θεμελιώνεται καί ἀντλεῖται ἀπό τό τρισσό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τό προφητικό, τό ἀρχιερατικό καί τό βασιλικό. Κατά συνέπεια, οἱ τρεῖς ἐκφάνσεις τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά θεωροῦνται ὡς ἀλληλοεξαρτώμενες καί ἀδιάσπαστες συντεταγμένες τῆς μίας καί πλήρους ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καθεαυτήν, τόσο σέ θεσμικό ὅσο καί σέ βιωματικό-χαρισματικό ἐπίπεδο, χωρίς τήν ὀντολογικοῦ χαρακτήρα διάκριση ἀνά- μεσα στήν ἄκτιστη οὐσία καί τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, παραμένει στήν πράξη οὐσιαστικά ἀκατανόητη, ἀλλά καί θεολογικά ἀτεκμηρίωτη. Ἡ παραπάνω διάκριση, ἀποτέλεσμα τοῦ χαρισματικοῦ καί ἐμπειρικοῦ χαρακτήρα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἀποτελεῖ τό πνευματικό «κλειδί» κατανοήσεως τοῦ χαρακτήρα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό καί ἡ διάκριση αὐτή θά προ- ϋποτίθεται ὁπωσδήποτε σ' ὅλη τήν πραγμάτευση τοῦ θέματός μας, θά τό διαπερνᾶ ἀξονικά καί θά διέπει νοηματικά τά ἐπιμέρους λεγόμενά μας.

Α' Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἤδη ὑπαινιχθήκαμε, δέν ἀποτελεῖ μιά αὐτονομημένη καί ἀφηρημένη δογματική ἀλήθεια ἀνεξάρτητη ἀπό τή ζωή της, ἀλλά ἐκφράζει τήν αὐτοσυνειδησία καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία της. Τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, γίνεται ὁ χαρισματικός χῶρος, ὅπου συγκροτεῖται, βιώνεται καί φανερώνεται ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ἀποτελεῖ καρπό τῆς μεθέξεώς τους στήν ἄκτιστη Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί συνιστᾶ ἔκφραση ζωῆς τῆς ΜΙΑΣ καί πάντοτε ἑνιαίας Ἐκκλησίας, ὡς ἀδιάσπαστης ἑνότητας καί τελείας κοινωνίας προσώπων. Κατά συνέπεια, οἱ θεολογικές-ὀντολογικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀναφορά τῶν πιστῶν στήν Τριαδική ἑνότητα βρίσκονται στήν ἵδρυση καί σύσταση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἁρμόζονται οἱ πιστοί ὡς ὀργανικά μέλη του. Οἱ πιστοί ὡς κατοικητήριο τῶν θείων προσώπων, χαρισματικῶς, καλοῦνται νά ζοῦν κατά τό πρότυπο τῆς Τριαδικῆς ἑνότητας καί νά ἐκφράζουν μέ τόν τρόπο αὐτό τήν κοινωνία καί μετοχή τους στή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε, κατά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ἡ πραγμάτωση τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τῶν θείων προσώπων ἀποτελεῖ καί τή μαρτυρία τους στόν κόσμο: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰω. 17,21).
Στήν παραπάνω Ἀρχιερατική προσευχή ὁ Χριστός, κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ζητεῖ ἀπό τόν Πατέρα του τήν ἑνότητα τῶν πιστῶν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς δικῆς τους ἑνότητας. Βέβαια, ἐδῶ ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν δέν ἀναφέρεται στή φύση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιατί «μόνῃ τῇ φύσει πάντα μακράν ἐστιν αὐτοῦ» (Κατά Ἀρειανῶν 3,26, ΒΕΠ 30, σ. 269). Ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν ὡς μελῶν τῆς μίας καί μοναδικῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνεται ὄχι στή φύση ἀλλά στήν ἄκτιστη θεοποιό ἐνέργεια καί δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Εἶναι πέραν πάσης ἀμφιβολίας ἡ τεκμηρίωση τῆς θέσεως αὐτῆς, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἡ ὑποστατική Ἀλήθεια, στήν ἄμεση συνέχεια τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, τό διατυπώνει ἀπερίφραστα:
«Κἀγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκει ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς ἐμέ ἠγάπησας» (Ἰω. 17, 22-23).

Στό χωρίο αὐτό βρίσκεται συμπυκνωμένα τό ἑρμηνευτικό «κλειδί» κατανοήσεως τῆς ἁγιοπνευματικῆς βάσεως τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας . Ἐκεῖνο πού ἑνοποιεῖ τούς πιστούς στήν Ἐκκλησία, ἤ ἐκεῖνο πού κάνει τήν Ἐκκλησία ἕνα καί ἀδιάσπαστο, ὀργανικό, θεανθρώπινο σῶμα, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη θεοποιός δόξα καί Χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄκτιστη αὐτή θεότητα, πού συνέχει καί τελειοποιεῖ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, οἰκειώνεται χαρισματικά καί παραμένει ἐσαεί λειτουργικά στήν Ἐκκλησία, μυστηριακῶς, χάριν τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί ἡ κεφαλή τοῦ ἑνός θεανθρωπίνου σώματος τῆς Ἐκκλησίας (βλ. Ἐφ. 1, 22-23). Στό σῶμα αὐτό πραγματώνεται ὀντολογικῶς καί χαρισματικῶς τό «ἐγώ ἐν αὐτοῖς» τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἑνιαῖο φρόνημα

Κατά συνέπεια, ὁ ἀναγκαῖος ὅρος τῆς ἑνότητάς μας μέ τόν Τριαδικό Θεό ἐν Χριστῷ εἶναι ἡ χαρι- σματική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα μας ἐνεργῶς. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἑνότητά μας μέ τόν Τριαδικό Θεό δέν ὀφείλεται σέ προσόν τῆς φύσεώς μας, ἀλλά στό Ἅγιο Πνεῦμα. (Βλ. Μ. Ἀθανασίου, Kατά Ἀρειανῶν 3, 25, ΒΕΠ 30, 271: «Τό Πνεῦμά ἐστιν τό ἐν τῷ Θεῷ τυγχάνον, καί οὐχ ἡμεῖς καθ' ἑαυτούς»). Πρακτικῶς, ἡ χαρισματική αὐτή ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται μέ τή συμφωνία τῆς γνώμης καί τήν ὕπαρξη ἑνιαίου φρονήματος σέ μᾶς (βλ. Κατά Ἀρειανῶν 3,23, ΒΕΠ 30, 269).
Ἄν ὅμως ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησιας ὡς μυστηριακοῦ καί Θεανθρωπίνου σώματος, ἀλλά καί ἡ ἑνότητα τῶν ἐπιμέρους πιστῶν ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους, κατά τό πρότυπο τῆς ἑνότητας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πραγματοποιεῖται ἄμεσα καί προσωπικά ἀπό τόν ἴδιο τόν Τριαδικό Θεό διά τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε γίνεται εὔκολα κατανοητό ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι -Ρωμαι- οκαθολικοί καί Προτεστάντες- πού σέ καμία περίπτωση δέν συνιστοῦν Ἐκκλησίες ἀλλά θρησκευτι- κές κοινότητες μέ ἐκκλησιαστικό ὄνομα, ἀλλοιώνοντας διά τοῦ Filioque τήν ἀποστολική πίστη τῆς Ἐκκλησίας στόν Τριαδικό Θεό καί πρακτικῶς μή κάνοντας τήν διάκριση ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας στό Θεό, καθιστοῦν ἀνέφικτη τήν ὀντολογικοῦ καί χαρισματικοῦ χαρακτήρα ἑνότητά τους μέ τόν Τριαδικό Θεό καί μαζί μας ἐν Χριστῷ. Ἀλλά καί κάθε ἄλλη ἐπιδιωκόμενη μορφή ἑνότητας μέ τούς ἑτεροδόξους, πού παρακάμπτει τίς παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις γιά τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν πίστιν», εἶναι στήν πραγματικότητα ἀνέφικτη. Ὡστόσο ὅμως, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μέ τό συντονιστικό κέντρο, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἐμφανίζονται νά ἔχουν ἄλλη θεώρηση γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶναι ἐπ' αὐτοῦ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό τό γεγονός, ὅτι στήν πρώτη παράγραφο τοῦ ὑποβληθέντος Προσχεδίου τῆς Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς γιά τόν Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Ρωμαιοκαθολικούς στήν Κύπρο, τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2009, μνημονεύεται ὅτι στό συμφωνηθέν κοινό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007) Ρωμαιοκαθολικοί καί Ὀρθόδοξοι κάνουν λόγο γιά «τήν ἐποχή τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας», (βλ. Κείμενο τῆς Ραβέννας παρ. 41).
Εἶναι σαφές ὅτι ἡ διατύπωση αὐτή προϋποθέτει γιά τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. πώς σήμερα δέν ὑφίσταται ἡ ἀδιαίρετη Ἐκκλησία. Καί ἑπομένως, σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι διηρημένη, παρά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, πού ὁμολογοῦμε λεκτικά στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας. Αὐτό ὅμως σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅλων ἐκείνων, πού συνειδητά ὑποστηρίζουν ὅσα τό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαλαμβάνει γιά τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ἔμμεσα πλήν σαφῶς δέν ἀποδέχονται μέρος τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἀλλά, ἤδη πολύ νωρίτερα, οἱ Ρωμαιοκαθολικοί διαφοροποιήθηκαν ἀπό τή δογματική διδασκαλία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μέ τήν προσθήκη τοῦ Filioque. Τό Filioque κυοφορήθηκε καί φανερώθηκε στή Δύση, ὅταν ὑποχώρησε ἡ βίωση τῆς χαρισματικῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ πάπα.
Οὐσιαστικά τό Filioque ἀπετέλεσε τήν ἀποκρυστάλλωση τῆς ἀποξενώσεως ἀπό τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου Χάριτος καί ἐνεργείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μέσω τῆς ὁποίας πραγματοποιεῖται ἡ ἄμεση καί ἀληθινή κοινωνία μέ τόν ἄνθρωπο στόν κατεξοχήν φορέα τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώ- που, δηλαδή στήν Ἐκκλησία. Κατά συνέπεια, ἐξαιτίας τῆς δογματικῆς διαφοροποιήσεώς μας ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς δέν μπορεῖ νά ὑφίσταται οὔτε οὐσιαστικά οὔτε τυπικά ἑνότητα μαζί τους.
Ὡστόσο ὅμως, τό δογματικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς παράδοξο εἶναι, ὅτι τό Κείμενο τῆς Ραβέννας -συνεπές πρός τά προηγούμενα κοινά Κείμενα τοῦ Μονάχου, τοῦ Bari, τοῦ Βάλαμο καί τοῦ Balamand- κάνει λόγο γιά κοινή ἀποστολική πίστη, κοινά μυστήρια καί ἐκκλησιακό χαρακτήρα τῶν ἑτεροδόξων. Ἔτσι, δίνεται ἡ ἐσφαλμένη καί βλάσφημη ἐντύπωση ὅτι μέ τό κοινό αὐτό Κείμενο τῆς Ραβέννας διαψεύδεται ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι τά ἀποκομμένα ἀπό τήν ἄμπελο κλήματα δέν μποροῦν νά φέρουν καρπό. Τά μέλη τῆς Μ.Δ.Ε. δηλαδή διαβεβαιώνουν στά κοινά Κείμενά τους, ὅτι παρά τίς αἱρετικές ἀποκλίσεις τους οἱ Ρωμαιοκαθολικοί συνιστοῦν Ἐκκλησία καί ὅτι ἔχουν γνήσια μυστήρια. Εἶναι θεολογικῶς ἀλλά καί λογικῶς ὄντως παράδοξο, πῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἀντιλαμβάνονται τό κολοσσιαῖο δογματικό σφάλμα τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν γιά τόν κτιστό χαρακτήρα τῶν μυστηρίων τους, τό ὁποῖο σφάλμα ἀκυρώνει κυριολεκτικά τόν παραπάνω ἰσχυρισμό τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, πού προσυπογράφουν καί οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι. Οἱ ἴδιοι οἱ Ρωμαιοκα- θολικοί μᾶς πιστοποιοῦν μέ τή δογματική διδα- σκαλία τους γιά τήν κτιστή Χάρη, ὅτι εἶναι ἐμπει- ρικῶς ἄμοιροι τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Θεανθρώπινου χαρακτήρα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἑνότητάς της. Κατά συνέπεια, μέ τίς ὑφιστάμενες προϋποθέσεις εἶναι θεολογικῶς τελείως ἄστοχο καί ἄσκοπο νά ἐπιχειρεῖται ἐκκλη- σιαστικοῦ χαρακτήρα ἑνότητα μαζί τους. Εἶναι πρακτικῶς ἄλλωστε καί τελείως ἀνέφικτη αὐτή ἡ ἑνότητα, ἐπειδή ἀντίκειται στίς θεολογικές προϋποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί στό ὀντολογικό περιεχόμενο τοῦ χαρακτήρα της.

Ορθόδοξος Τύπος 24 Σεπτεμβρίου

Αναβάσεις

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com