
Ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
1ον
Τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ οἱ περισσότεροι χριστιανοὶ τὶς γνωρίζουν καὶ ὅσοι ὑστεροῦν, εὔκολα μποροῦν νὰ τὶς γνωρίσουν μὲ τὸ κήρυγμα τῶν κληρικῶν καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν διάφορων πατερικῶν κειμένων. Γιὰ τὶς ἐνδεχόμενες δυσκολίες κατανόησης μποροῦν νὰ συμβουλεύονται κάποιους ἀδελφούς, πού ἔχουν πλήρη γνώση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Τὰ δυσεπίλυτα ὅμως
προβλήματα παρουσιάζονται στὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἰδιαίτερα τὰ ἀντιμετωπίζουν
οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν τὴν ψευδαίσθηση ὅτι γνωρίζουν τὶς ἐντολὲς καὶ πρέπει νὰ τὶς
κρίνουν καὶ νὰ ἐκσυγχρονίζουν, χωρίς νὰ ἁμαρτάνουν! Προφανῶς πρόκειται γιὰ ἀσεβεῖς
καὶ βλάσφημους ἰσχυρισμούς, ποὺ μόνον αἱρετικοὶ καὶ περήφανοι ἄνθρωποι τοὺς
διατυπώνουν καὶ τοὺς ἐφαρμόζουν στὴν προσωπική τους ζωή.
Ὁ συνειδητὸς χριστιανὸς δέχεται τὶς
ἐντολὲς, ὅπως εἶναι διατυπωμένες στὶς ἱερὲς γραφές, καί ἐκδηλώνει τὸ καθῆκον
του, ἀπορρίπτοντας προσθῆκες, ἀφαιρέσεις, αὐθαίρετες ἑρμηνεῖες καὶ ἀπέραντες ἀναλύσεις.
Ἀντίθετα, ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἔχει διαφορετικὸ φρόνημα. Ἐπιτυγχάνει νὰ κάνει ἄνετο
τό δρόμο τῆς σωτηρίας, μὲ ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του καὶ ἀπόλαυση τῶν ὅσων
προσφέρει ἡ ἁμαρτωλὴ «εὐτυχία»!
Ὁ Μέγας Βασίλειος μιλάει γιὰ τὸ
σκοπό, τὰ ἐλατήρια καὶ τὸν τρόπο ἐκτέλεσης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτες
οἱ παρατηρήσεις του καὶ διαφωτιστικός ὁ λόγος του. Ἂς παρακολουθήσουμε στὴ
συνέχεια τὶς ὑποδείξεις του προκειμένου νὰ ἀποκομίσουμε τὴν πνευματικὴ ὠφέλεια,
γιὰ νὰ ὁδηγούμαστε στὸ Θεὸ καὶ ὄχι νὰ ἀπομακρυνόμαστε, πλανώμενοι μὲ ποικίλους
τρόπους ἀπὸ τὸ διάβολο, ποὺ πάντα προσπαθεῖ νὰ παραπλανήσει τοὺς πιστούς καί νὰ
ματαιώσει κάθε προσπάθεια ὀρθῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιώντας
μάλιστα τοὺς ἀνάξιους κληρικοὺς καὶ τοὺς φυσιωμένους θεολόγους!
Οἱ ἐντολὲς εἶναι ἁπλὲς καὶ
διατυπωμένες μὲ σαφήνεια. «Πρέπει νὰ τὶς ἐκτελοῦμε ὅπως τὶς πρόσταξε ὁ Κύριος».
Χρειάζεται προσοχὴ στὴν ἐφαρμογή τους, γιατὶ καὶ οἱ καλοπροαίρετοι, ὅταν εἶναι ἀπρόσεκτοι
καὶ νομίζουν ὅτι τὶς τηροῦν ὀρθά, ἐνῶ κάνουν λάθος ἐπιλογές, «εἶναι ἀνάξιοι ἀπέναντι
στὸ Θεό»[1].
Τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τὶς τηροῦμε
ἀπὸ προσωπικὴ ἐπιλογή, γιὰ τὴ δική μας πνευματικὴ ἀνάγκη καὶ δὲν πρέπει οὔτε νὰ
ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οὔτε νὰ στοχεύουμε στὸν ἐντυπωσιασμὸ τῶν γνωστῶν
καὶ φίλων μας.
Σημειώσεις:
1.Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ
ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 2004, σελ. 65.
Ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ – 2ον
2ον
-Τελευταῖον
Ὁ σκοπός μας εἶναι πέρα καὶ
πάνω ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας. Ὁ ἅγιος μᾶς λέει: «Δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε τὶς
παραδόσεις τῶν ἀνθρώπων, θυσιάζοντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νὰ τηροῦμε ὅλα
ὅσα μᾶς παρέδωσε ὁ Κύριος διὰ τῶν Εὐαγγελιστῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων, χωρὶς καμιὰ
παράλειψη[2]. Δὲν περιμένουμε τὶς κρίσεις τῶν ἄλλων, οὔτε ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὶς
ἐπικρίσεις τῶν κοσμικῶν, ἔχοντας πάντα ἀγαθὴ διάθεση πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τοὺς
ἀνθρώπους».
Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν συνήθως εἶναι
μυστική, τὸ ἦθος ὅμως ποὺ διαμορφώνει στοὺς ἀνθρώπους γίνεται γνωστό, καὶ αὐτὸ
εἶναι ἕνα ταπεινὸ φῶς στὴν κοινωνία καὶ μία δοξολογία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς
κοσμικούς. Ὡστόσο πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ δέχονται τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀκολουθοῦν
συγχρόνως καὶ τὶς παραδόσεις τοῦ λαοῦ, χωρὶς νὰ ἀνησυχοῦν. Αὐτὸ βέβαια εἶναι ἐπισφαλές,
γιατὶ οἱ ἀνθρώπινες παραδόσεις συνήθως δὲν ἔχουν πνευματικὸ περιεχόμενο καὶ ἔρχονται
σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ βλέπουμε αὐτὸ συχνὰ στὰ πανηγύρια,
ὅπου ἐξ ἀφορμῆς κάποιας ἑορτῆς ἑνὸς ἁγίου, γίνονται ἐκδηλώσεις ποὺ δὲν ἔχουν
καμιὰ σχέση μὲ τὶς θεῖες ἐντολές. Καὶ ὁ λαὸς προτιμάει τὰ πανηγύρια καὶ
δευτερευόντως, δηλαδή ἀνωφελῶς, τιμᾶ τούς ἁγίους, χωρὶς φυσικὰ νὰ τοὺς
μιμεῖται. Στή σοβαρή αὐτή περίπτωση, ποὺ εἶναι εὐρύτατα διαδεδομένη, ὁ λόγος τῆς
Ἐκκλησίας πρέπει νὰ εἶναι ἐπικριτικός καὶ σαφὴς καὶ νὰ μὴ ἐπιδέχεται ἀμφισβητήσεις,
παρόλο ποὺ πολλοὶ κληρικοὶ δὲν τὸν ἀκολουθοῦν, ἀλλά «σέρνουν πρῶτοι τὸ χορό» καὶ
κάποτε παίζουν μουσικὰ ὄργανα ἢ τραγουδοῦν παραδοσιακὰ τραγούδια καὶ ὄχι μόνο.
Εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἰσχυρίζονται
ὅτι οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι δύσκολες στὴν ἐφαρμογή τους καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὶς
ἐπιλέξουν. Βλέπουν ὅτι εἶναι χρήσιμες γιὰ τὴ ζωή τους, ἀλλὰ θεωροῦν ἀναχρονιστικὸ
νὰ τὶς τηρήσουν, ὅταν μάλιστα ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων τὶς ἔχει ἀπαρνηθεῖ,
γιατὶ ἔχει ἐπιλέξει ἰδεολογίες ποὺ ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἀλίμονο στοὺς
ἀνθρώπους ποὺ ἐμπιστεύονται τὶς θεωρίες τῶν ἀθέων, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ λύσουν
τὰ προβλήματά τους καὶ θὰ τοὺς ὁδηγήσουν σὲ κάτι καλύτερο καὶ ἀνώτερο! Ἀντίθετα,
ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπορρίπτει τὴν ἐπιλογή αὐτὴ καὶ ἀναφέρεται στά ἀποτελέσματα τῆς
τήρησης τῶν ἐντολῶν: «Ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει δώσει τὶς δυνάμεις νὰ τηρήσουμε ὅλες τὶς ἐντολὲς
ποὺ μᾶς ἔδωσε, ὥστε νὰ μὴ δυσανασχετοῦμε, σὰν νὰ μᾶς ζητεῖται κάτι πρωτάκουστο,
οὔτε νὰ ὑπερηφανευόμαστε, σὰν νὰ συνεισφέρουμε κάτι περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ
μᾶς δόθηκε. Μὲ αὐτὲς τὶς δυνάμεις, ὅταν ἐνεργοῦμε κατὰ τὸν ὀρθὸ καὶ ἁρμόζοντα
τρόπο, ὁλοκληρώνουμε τὸν ἐνάρετο βίο μας μὲ εὐσέβεια· ὅταν ὅμως ἀχρηστεύουμε τὴν
ἐνέργειά τους, παρασυρόμαστε στὴν κακία»[3].
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ τηρεῖ ὅλες τὶς
ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μὴ γίνεται ἀσεβής, ὅταν ἄλλες τὶς ἐγκρίνει καὶ τὶς ἐπιλέγει
καὶ ἄλλες δὲν τὶς ἐγκρίνει καὶ τὶς ἀπορρίπτει. Ἐκεῖνος ποὺ ἀρνεῖται μιὰ ἐντολή,
ἀναγκαστικὰ ἀρνεῖται ὅλες τὶς ἐντολές, γιατὶ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ ἐκφράζουν ὅλες
μαζί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο οὔτε διορθώνεται οὔτε ἐπιμερίζεται.
Τὰ καθήκοντα ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὶς
ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι δύσκολα, οὔτε καὶ καταπονοῦν ὑπερβολικὰ τὸν ἄνθρωπο.
Ἀντίθετα, θὰ λέγαμε ὅτι δημιουργοῦν βιώματα πνευματικὰ καὶ εὐχάριστες
καταστάσεις ποὺ δύσκολα περιγράφονται. Δὲν εἶναι τὰ καθήκοντα αὐτὰ
καταναγκασμός, οὔτε ἐπιβάλλονται μὲ νόμους τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ εἶναι ἐλεύθερη
ἐπιλογή, τὴν ὁποία θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν χαρακτηρίσουμε ἱερὴ διακονία, ποὺ ἀναφέρεται
στὸ Θεὸ καὶ καταλήγει στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ βέβαια δὲν συμβαίνει μὲ τὰ ἔργα ἐκείνων
ποὺ εἶναι αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀντιμετωπίζουν δυσάρεστες καταστάσεις
κυνηγώντας τὴν «εὐτυχία».
Ὁ Μέγας Βασίλειος διαβεβαιώνει ὅτι
«ὁ ζυγὸς τοῦ Κυρίου εἶναι καλὸς καὶ χρήσιμος καὶ τὸ φορτίο τῶν καθηκόντων ποὺ ἐπιβάλλει
εἶναι ἐλαφρὸ καὶ ἀναπαύει ἐκείνους ποὺ τὸ ἀποδέχονται· ὅλα δὲ ὅσα εἶναι ξένα καὶ
ἀντίθετα πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι βαριά καὶ κουραστικά»[4]. Ὁ ἴδιος
ὁ Χριστὸς λέει στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ καταπονοῦνται στὸν κόσμο ἀπὸ λανθασμένες ἐπιλογές,
νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν: «Ἐλᾶτε σ’ ἐμένα ὅλοι ὅσοι κοπιάζετε
καὶ εἶστε φορτωμένοι, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω. Σηκῶστε πάνω σας τὸ ζυγό μου καὶ
διδαχτεῖτε ἀπὸ τὸ δικό μου παράδειγμα, γιατὶ εἶμαι πρᾶος καὶ ταπεινὸς στὴν
καρδιά, καὶ οἱ ψυχές σας θὰ βροῦν ξεκούραση. Γιατὶ ὁ ζυγός μου εἶναι ἁπαλὸς καὶ
τὸ φορτίο μου ἐλαφρό»[5]. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπίσης τονίζει: «Κανένα ἀπὸ τὰ
παραγγέλματα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι οὔτε φορτικό, οὔτε βαρύ· ἀλλὰ εἶναι ὅλα τόσο εὔκολα
καὶ ἄνετα, ὥστε, ἂν προσφέρουμε μόνον εἰλικρινῆ προαίρεση, θὰ μπορέσουμε νὰ τὰ
κατορθώσουμε καὶ νὰ τὰ ἐπιτύχουμε ὅλα, κι ἂν ἀκόμα εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ ἄπειρα ἁμαρτήματα»[6].
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι «πρέπει
νά δεχόμαστε ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου εἶναι ἱκανὴ νὰ χαρίσει τὴν
αἰώνια ζωὴ καὶ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόζουμε, ἔστω κι ἂν ἀπαιτεῖ
κόπους»[7], λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὁ Κύριος ἐπίσης μᾶς βεβαιώνει ὅτι «ὅποιος
δέχεται τὰ λόγια μου καὶ πιστεύει σ’ αὐτόν ποὺ μὲ ἔστειλε, ἔχει κιόλας τὴν αἰώνια
ζωὴ καὶ δὲν θὰ ἀντιμετωπίσει τήν τελική κρίση, ἀλλὰ ἔχει κιόλας περάσει ἀπὸ τὸ
θάνατο στὴ ζωή».
Πρωτ. π. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΤΣΗΣ
Παραπομπές:
Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία
Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 2004, σελ. 65. 2. Ὅπ. παρ., σελ. 66. 3. Αὐτόθι.
4. Ὅπ. παρ., σελ. 68. 5. Ματθ. ια’ 28-30. 6. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία
Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 1995, σελ. 541. 7. Βασιλείου Δ. Χαρώνη,
Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 2004, σελ. 68. 8. Ἰωάν.
ε΄ 24.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου