«Έρχονται γονείς και μου λένε: «Πάτερ, το παιδί μας
δεν πηγαίνει στην εκκλησία».
μ.
Θεόκτιστος ο Κρης
«Έρχονται γονείς και μου λένε: «Πάτερ, το παιδί μας δεν πηγαίνει στην εκκλησία».
«Δεν πιστεύει».
«Δεν
θέλει να ακούσει για Θεό».
Και
τους ρωτάς:
«Εσείς,
όταν ήταν μικρό, το πηγαίνατε;»
«Ε,
όχι συχνά».
«Προσευχόσασταν
μαζί του;»
«Όχι».
«Σας
είδε ποτέ να κάνετε τον σταυρό σας με συνείδηση; Να ανάβετε το καντήλι; Να λέτε
ένα “δόξα τω Θεώ” όταν ήρθε χαρά και ένα “Χριστέ μου, βοήθησέ μας” όταν ήρθε η
δυσκολία;»
Και
τότε αρχίζει μια αμηχανία.
«Δεν
θέλαμε, πάτερ, να το πιέσουμε».
Ε,
βρε παιδί μου, περίεργο πράγμα.
Στα
αγγλικά δεν φοβηθήκαμε μήπως το πιέσουμε.
Στο
ωδείο δεν φοβηθήκαμε.
Στον
αθλητισμό δεν φοβηθήκαμε.
Στα
φροντιστήρια δεν φοβηθήκαμε.
Στις
εξετάσεις μάλιστα το πιέσαμε πολύ.
«Να
διαβάσεις».
«Να
πετύχεις».
«Να
μπεις σε καλή σχολή».
«Να
κάνεις μεταπτυχιακό».
«Να
βρεις δουλειά».
Εκεί
δεν είπαμε:
«Ας
μεγαλώσει και ας αποφασίσει μόνο του αν θέλει να μάθει γράμματα».
Μόνο
όταν φθάνουμε στον Θεό γινόμαστε ξαφνικά πολύ προσεκτικοί με την ελευθερία του
παιδιού.
Θέλει
λίγο να το σκεφτούμε αυτό.
Δεν
λέω βέβαια να το τραβάς από το χέρι και να γίνεται κάθε Κυριακή μάχη μέσα στο
σπίτι.
Αν
το παιδί συνδέσει την εκκλησία με φωνές, νεύρα και τιμωρίες, στο τέλος θα
μισήσει όχι μόνο την Κυριακή αλλά και εκείνον που του παρουσίασαν ως Θεό.
Άλλο
όμως η πίεση και άλλο η μύηση.
Άλλο
να επιβάλεις και άλλο να δείξεις.
Το
παιδί χρειάζεται να δει.
Να
μυρίσει λιβάνι.
Να
ακούσει το «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία».
Να
κρατήσει κερί.
Να
πάρει αντίδωρο.
Να
δει τη μάνα του να σταυρώνει το ψωμί πριν το κόψει.
Να
δει τον πατέρα του να στέκεται κάποτε ήσυχα μπροστά σε μια εικόνα.
Να
ακούσει μια προσευχή που δεν είναι παράσταση.
Αυτά
μπαίνουν μέσα του χωρίς να καταλαβαίνει πότε.
Όπως
μπαίνει μέσα στο παιδί η μυρωδιά του σπιτιού.
Μεγαλώνει,
φεύγει, και μπορεί ύστερα από τριάντα χρόνια να μυρίσει κάπου ένα φαγητό και
ξαφνικά να ξαναβρεθεί στην κουζίνα της μάνας του.
Έτσι
γίνεται και με την πίστη.
Μπορεί
να απομακρυνθεί.
Να
αμφισβητήσει.
Να
πει «δεν πιστεύω».
Να
θυμώσει.
Δεν
χάθηκε ο κόσμος.
Ο
Θεός δεν φοβάται τις ερωτήσεις των νέων.
Εμείς
φοβόμαστε.
Και
από τον φόβο μας κάνουμε συχνά ζημιά.
Το
παιδί μπορεί να πει στα δεκαοχτώ:
«Δεν
πιστεύω».
Και
η μάνα να νομίσει ότι ήρθε η συντέλεια.
Ε,
άφησέ το να ψάξει.
Μη
γίνεις εσύ εισαγγελέας του Θεού.
Να
είσαι μάνα.
Να
είσαι πατέρας.
Να
του πεις:
«Ψάξε,
παιδί μου. Μόνο να ψάξεις τίμια».
Αλλά
για να αμφισβητήσει κανείς κάτι, πρέπει πρώτα να το έχει γνωρίσει.
Εδώ
είναι το πρόβλημα.
Σήμερα
πολλά παιδιά τα βαφτίζουμε βρέφη.
Μεγάλη
γιορτή.
Σταυρός.
Λαμπάδα.
Φωτογραφίες.
Τραπέζι.
Μπομπονιέρες.
Όλα
τα έχουμε.
Και
μετά;
Μετά
μπορεί να περάσουν είκοσι, τριάντα χρόνια χωρίς να ξαναμπεί το παιδί στην
εκκλησία με τους γονείς του.
Το
πήγαμε στην κολυμβήθρα μωρό και μπορεί να το ξανασυνοδεύσουμε μπροστά στην
Ωραία Πύλη στον γάμο του.
Αν
γίνει ο γάμος θρησκευτικός.
Και
στο μεταξύ ολόκληρη η ζωή του πέρασε χωρίς καμιά ουσιαστική σχέση με την
Εκκλησία.
Και
ύστερα λέμε:
«Η
νέα γενιά απομακρύνθηκε».
Από
πού απομακρύνθηκε;
Για
να απομακρυνθείς από έναν τόπο, πρέπει πρώτα να έχεις φτάσει εκεί.
Αυτό
είναι που πρέπει να μας πονέσει.
Δεν
είναι πάντοτε τα παιδιά που έφυγαν.
Πολλές
φορές εμείς δεν τα πήγαμε ποτέ.
Και
βέβαια δεν αρκεί να τα πηγαίνουμε μηχανικά.
Το
παιδί καταλαβαίνει.
Αν ο
πατέρας όλη την εβδομάδα αδικεί, βρίζει, ταπεινώνει τη γυναίκα του και την
Κυριακή στέκεται μπροστά στις εικόνες, το παιδί θα μπερδευτεί.
Θα
πει:
«Αυτό
είναι η πίστη;»
Γι’
αυτό πρώτα χρειάζεται βίωμα.
Λίγο.
Όχι
πολλές κουβέντες.
Στην
εποχή μας πλήθυναν πολύ τα λόγια και λιγόστεψαν τα παραδείγματα.
Το
παιδί θέλει να δει ότι ο Θεός κάνει τον άνθρωπο λίγο καλύτερο.
Λίγο
πιο δίκαιο.
Λίγο
πιο πράο.
Λίγο
πιο αληθινό.
Αλλιώς,
τι να τον κάνει τον Θεό;
Άλλο
ένα μάθημα;
Κι
έχει ήδη πολλά.
Και
μετά γίνεται το άλλο.
Ένα
παιδί, ενώ το σπίτι του δεν είχε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία, στα
δεκαεννιά, στα είκοσι δύο, στα εικοσιπέντε, από μόνο του αρχίζει να πηγαίνει.
Και
τότε φοβούνται οι γονείς.
«Πολύ
εκκλησία βλέπω».
«Μην
το παρακάνεις».
«Μην
μπλέξεις με παπάδες».
«Είσαι
νέο παιδί, πρέπει να ζήσεις».
Σαν
να είναι ο Χριστός απέναντι από τη ζωή.
Και
αν το παιδί πει:
«Σκέφτομαι
την ιεροσύνη»,
εκεί
πολλές φορές έρχεται πραγματικό πένθος.
«Παπάς;»
«Τόσα
σπούδασες για να γίνεις παπάς;»
Αυτή
η κουβέντα θέλει προσοχή.
Γιατί
τι λέμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε;
Ότι
οι σπουδές είναι για τον κόσμο και στον Θεό ας πάει ό,τι περισσέψει;
Ότι
στον Χριστό δεν αξίζει να δοθεί ένας μορφωμένος άνθρωπος, ένας καλλιεργημένος
άνθρωπος, ένας άνθρωπος με χαρίσματα;
Παράξενο
πράγμα.
Για
τον κόσμο θέλουμε τα καλύτερα.
Για
την Εκκλησία λέμε:
«Κρίμα
το παιδί».
Γιατί
κρίμα;
Αν
ένας νέος έχει μυαλό, παιδεία, επιστήμη, ευαισθησία και μαζί πραγματική κλήση,
αυτά μπορούν να γίνουν ευλογία για πολλούς ανθρώπους.
Δεν
λέω βέβαια ότι η ιεροσύνη είναι εύκολος δρόμος.
Μη
νομίσει κανείς ότι φοράς το ράσο και τελείωσε.
Ο
Χριστός είπε:
«Ὁ
ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων».
Δεν
είπε ότι ο ποιμένας αποκτά θέση.
Είπε
ότι δίνει ψυχή.
Έρχεται
στον ιερέα ένας άνθρωπος με το παιδί του άρρωστο.
Άλλος
με τον γάμο του διαλυμένο.
Άλλος
με μια αμαρτία που τον τρώει χρόνια.
Άλλος
με τον νεκρό του.
Και
ο ιερέας πρέπει να μπορεί να πονέσει χωρίς να διαλυθεί.
Να
πει την αλήθεια χωρίς να συντρίψει.
Να
δείξει τον Χριστό χωρίς να βάλει τον εαυτό του μπροστά.
Μεγάλο
πράγμα.
Γι’
αυτό δεν χρειάζεται βιασύνη.
Αν
ένα παιδί πει «θέλω να γίνω ιερέας» ή «σκέφτομαι το μοναστήρι», ούτε να
ενθουσιαστείτε ούτε να τρομάξετε.
Χρόνος.
Προσευχή.
Ένας
φωτισμένος πνευματικός.
Δοκιμή.
Τα
πράγματα του Θεού δεν φοβούνται τον χρόνο.
Αν
είναι ένας ενθουσιασμός, θα περάσει.
Αν
είναι πληγή, θα φανεί.
Αν
είναι φυγή από τη ζωή, πάλι θα φανεί.
Αν
όμως μέσα στα χρόνια η επιθυμία μένει ήσυχη, βαθιά, σταθερή, τότε ο γονιός
πρέπει να προσέξει πολύ μήπως από την αγάπη του γίνει εμπόδιο.
Γιατί
αυτό μπορεί να συμβεί.
Η
αγάπη, όταν δεν έχει διάκριση, μπορεί να γίνει δεσμά.
Και
οι γονείς έχουν ένα ισχυρό όπλο.
Την
ενοχή.
«Θα
με πεθάνεις».
«Εγώ
τι θα απογίνω;»
«Τόσα
κάναμε για σένα».
«Εγγόνια
δεν θα δούμε;»
Ανθρώπινος
πόνος είναι αυτός.
Κανείς
δεν κοροϊδεύει τη μάνα.
Η
μάνα είχε φανταστεί τη ζωή του παιδιού της.
Έναν
γάμο.
Ένα
σπίτι.
Εγγόνια.
Κυριακές
όλοι μαζί.
Και
ξαφνικά το παιδί λέει:
«Εγώ
βλέπω άλλον δρόμο».
Θα
πονέσει.
Ας
πονέσει.
Αλλά
άλλο πόνος και άλλο να κάνεις τον πόνο σου χρέος του παιδιού.
Δεν
μας χρωστούν τα παιδιά τη ζωή που φανταστήκαμε γι’ αυτά.
Αυτό
είναι δύσκολο να το δεχθεί ο γονιός.
Αλλά
είναι αλήθεια.
Το
παιδί δεν είναι συνέχεια της δικής μας επιθυμίας.
Είναι
άνθρωπος.
Και
πριν γίνει «δικό μας παιδί», είναι πρόσωπο ενώπιον του Θεού.
Ο
Χριστός είπε:
«Οὐχ
ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς».
Αν
λοιπόν μέσα σε έναν άνθρωπο υπάρξει αληθινή κλήση, ο γονιός πρέπει να σταθεί με
πολύ φόβο Θεού μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο.
Όχι
να πει αμέσως «ναι».
Ούτε
αμέσως «όχι».
Να
ρωτήσει:
«Μήπως
εδώ μιλά περισσότερο ο φόβος μου παρά το καλό του παιδιού;»
Αυτό
είναι δύσκολη ερώτηση.
Και
να πω και κάτι ακόμη στους πατέρες.
Πολλές
φορές αφήσαμε την πίστη στις μανάδες.
«Αυτή
ασχολείται με αυτά».
Κι ο
πατέρας απέξω.
Όχι.
Το
παιδί χρειάζεται να δει και τον πατέρα να στέκεται μπροστά στον Θεό.
Γιατί
έχει μεγάλη σημασία ένα αγόρι να δει έναν άνδρα δυνατό, σοβαρό, εργατικό, που
δεν ντρέπεται να κάνει τον σταυρό του.
Να
δει ότι η πίστη δεν είναι καταφύγιο αδυναμίας.
Είναι
δύναμη που ξέρει να γονατίζει.
Το
«δεν χρειάζομαι κανέναν» είναι εύκολο να το πεις.
Το
«Χριστέ μου, βοήθησέ με» θέλει περισσότερη αλήθεια.
Και
στις μανάδες πάλι:
Μη
χρησιμοποιείτε τον Θεό για να φοβίζετε το παιδί.
«Θα
σε τιμωρήσει ο Θεός».
«Σε
βλέπει ο Θεός».
Βέβαια
μας βλέπει.
Αλλά
όχι όπως ο χωροφύλακας που περιμένει να γράψει παράβαση.
Βλέπει
το παιδί όταν κάνει την αταξία.
Βλέπει
όμως και όταν κλαίει μόνο του.
Βλέπει
όταν το αδίκησαν.
Βλέπει
όταν ντρέπεται.
Βλέπει
όταν δεν το κατάλαβε κανείς.
Αυτόν
τον Θεό να γνωρίσει.
Τον
Χριστό που λέει:
«Δεῦτε
πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».
Αυτός
ο Χριστός ελκύει.
Δεν
χρειάζεται εμείς να Τον κάνουμε φοβερό για να Τον πάρει στα σοβαρά το παιδί.
Και
η φράση του Ευαγγελίου είναι εξαιρετικά αυστηρή για εμάς τους μεγάλους:
«Ἄφετε
τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά».
Προσέξτε.
Δεν
λέει μόνο «φέρετε τα παιδιά».
Λέει
και:
«μὴ
κωλύετε αὐτά».
Μην
τα εμποδίζετε.
Κι
εμείς μπορεί να κάνουμε κάτι πολύ παράξενο.
Όταν
το παιδί είναι βρέφος, το φέρνουμε στην κολυμβήθρα επειδή δεν μπορεί ακόμη να
έρθει μόνο του.
Και
όταν κάποτε μεγαλώσει και θελήσει μόνο του να πλησιάσει τον Χριστό, στεκόμαστε
εμείς μπροστά του και του λέμε:
«Μέχρι
εδώ».
Τότε
ας αναρωτηθούμε λίγο.
Γιατί
το βαφτίσαμε;
Για
να έχουμε μια όμορφη οικογενειακή τελετή;
Ή
επειδή είπαμε:
«Ὅσοι
εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε»;
Αν
το είπαμε αυτό, πρέπει να είμαστε έτοιμοι και για το ενδεχόμενο το παιδί κάποτε
να θελήσει να πάρει στα σοβαρά εκείνο που εμείς είπαμε γι’ αυτό πριν ακόμη
μπορεί να μιλήσει.
Και
τότε δεν χρειάζεται να του φτιάξουμε εμείς τον δρόμο.
Χρειάζεται
να μην του τον κλείσουμε.
Αυτό
μόνο.
Να
το πάμε μικρό στην εκκλησία.
Να
του δείξουμε χωρίς να το συντρίψουμε.
Να
ζήσουμε εμείς λίγο αυτό που του λέμε.
Και
όταν μεγαλώσει, να το αφήσουμε ελεύθερο.
Γιατί
η πίστη που κρατιέται με το ζόρι δεν είναι πίστη.
Αλλά
και η άγνοια που την ονομάσαμε «ελευθερία» δεν είναι ελευθερία.
Ελευθερία
είναι να γνωρίσει.
Και
ύστερα να σταθεί μόνο του ενώπιον του Θεού.
Και
αν μια μέρα το παιδί μας πει:
«Θέλω
να υπηρετήσω τον Χριστό»,
πριν
αρχίσουμε να του εξηγούμε τι θα χάσει, ας σιωπήσουμε λίγο.
Μπορεί
να είμαστε μπροστά σε κάτι που δεν μας ανήκει.
Και
αντί να πούμε αμέσως:
«Τι
μέλλον θα έχεις;»
να
τολμήσουμε να πούμε μέσα μας κάτι δυσκολότερο:
«Χριστέ
μου, μήπως Εσύ τον καλείς;»
Αν
δεν τον καλεί, θα φανεί.
Αν
όμως τον καλεί, τότε μεγάλη προσοχή.
Γιατί
δεν θα ήταν μικρό πράγμα να έχει ο Θεός καλέσει ένα παιδί κοντά Του και να
βρεθούν οι γονείς του να στέκονται στην πόρτα.»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου