Ἅγιος Ἰουστῖνος καὶ
σπερματικὸς λόγος
Σοφία
Μπεκρῆ,
φιλόλογος-θεολόγος
«Τὴν ἀπαρχὴν τῶν φιλοσόφων» τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν 1η Ἰουνίου, τὸν Ἰουστῖνο τὸν φιλόσοφο καὶ μάρτυρα, τὸν ἀνήκοντα καὶ στὴν χορεία τῶν Ἀπολογητῶν. Οἱ Ἀπολογητὲς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀνέλαβαν, κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, ἐνώπιον τῶν Ῥωμαίων πολιτικῶν καὶ ἄλλων ἀρχόντων τὴν ὑπεράσπιση τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἔναντι στὶς ποικίλες κατηγορίες τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων.
Ἀπὸ αὐτούς, οἱ μὲν
πρῶτοι, οἱ ἐθνικοί, θεωροῦσαν τοὺς χριστιανοὺς στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων
«μωρούς» καὶ «σπερμολόγους», στὴν χειρότερη ἐχθροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ
ὑποκλοπεῖς τῆς λαμπρῆς του δόξας. Οἱ ἰουδαΐζοντες, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπιθυμοῦσαν
ἕναν εὐσεβιστικὸ καὶ τυπολατρικὸ (ἰουδαιο)χριστιανισμό, περιχαρακωμένο στὰ
στενὰ ἐθνικά τους ὅρια. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ ἦταν ἐμφανὲς καὶ στὶς πρῶτες
χριστιανικὲς κοινότητες, ὁπότε «ἐγένετο
γογγυσμός τῶν Ἑλληνιστῶν -ἐπηρεασμένων ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα- πρὸς τοὺς Ἑβραίους» (Πράξ., στ’ 1), ὅτι
παραθεωροῦνταν στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν καθημερινῶν των ἀναγκῶν, καὶ γιὰ πρακτικοὺς
λόγους, ἀσφαλῶς, ἐπειδὴ οἱ Ἀπόστολοι δὲν ἐπαρκοῦσαν πλέον, λόγῳ τοῦ πλήθους των
πιστευσάντων, νὰ ἐπιτελοῦν καὶ τὶς τρεῖς λειτουργίες τῆς κοινότητας, πνευματική,
μορφωτικὴ καὶ κοινωνική, γι’ αὐτὸ καὶ ἐξέλεξαν τοὺς διακόνους, ἀλλὰ καὶ γιατὶ
μεταξὺ ἑλληνιζόντων καὶ ἰουδαϊζόντων ὑπῆρχε ἀντίθεση. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κήρυγμα
τοῦ Παύλου «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος καὶ Ἕλλην,
δοῦλος καὶ ἐλεύθερος, (…) ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Γαλ., γ’ 28)
καί «τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν», (Λόγος
στὴν Πνύκα, Πράξ, ιζ’ 28) ὑπογραμμίζει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἀδελφωσύνη ὅλων ἐν
Χριστῷ, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς, ἐθνικῆς,
θρησκευτικῆς προελεύσεως ἢ ἄλλης διαφορᾶς.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οἱ
αὐταρχικοὶ ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς ξεπεσμένοι ἐν πολλοῖς Ῥωμαῖοι ἄρχοντες ἔβλεπαν τὴν
τρομακτικὴ ἐξάπλωση τῆς αὐθεντικῆς αὐτῆς νέας πίστεως ὡς ἀπειλὴ γιὰ τὰ σαθρά
τους θεμέλια καὶ φοβούμενοι ὅτι θὰ χάσουν τὴν ἐξουσία κατηγοροῦσαν τοὺς
Χριστιανοὺς γιὰ πολιτικὴ συνωμοσία καὶ τοὺς ἐδίωκαν μὲ μανία.
Ἔχοντας, λοιπόν, ἀναλάβει τὸ δύσκολο
αὐτὸ ἔργο τῆς ἑκατέρωθεν διαφωτίσεως ὁ ἑλληνομαθὴς Ἰουστῖνος, ἀφοῦ ἐντρύφησε
πρῶτα ὁ ἴδιος στὰ νάματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ μάλιστα τῆς
πλατωνικῆς, πρέσβευε ὅτι στοὺς ἀνθρώπους ὑπάρχει «φύσει» ἡ ζήτηση τῆς σοφίας.
Σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ζήτηση ἀνταποκρίνεται ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ-Λόγου καὶ φωτίζει
τὸν ἀνθρώπινο νοῦ μὲ σπέρματα τῆς ἀληθείας. Ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ὁ
Ἰουστῖνος, «οἱ μετὰ λ(Λ)όγου βιώσαντες
Χριστιανοὶ εἰσίν, κἄν ἄθεοι ἐνομίσθησαν» καί, ἀντιστοίχως, «οἱ… ἄνευ λόγου βιώσαντες, ἄχρηστοι καὶ ἐχθροὶ τῷ Χριστῷ ἦσαν καὶ φονεῖς
τῶν μετὰ λόγου βιούντων» (Ἀπολογία
Α’, 46, 4). Ὁ Λόγος, ὡς ὅρος, εἶναι στωϊκῆς προελεύσεως, ἄρα ὁ Ἰουστῖνος
ὁδηγεῖται στὴν σκέψη ὅτι ὅ τι καλὸ καὶ ἀληθινὸ ὑπάρχει στὴν θύραθεν παιδεία
ὀφείλεται στὸν Λόγο, ποὺ φώτισε ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καὶ θρησκείας,
π.χ. τοὺς δικαίους καὶ προφῆτες στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους
(Σωκράτη, Πλάτωνα, Ἀριστοτέλη, κ. ἄ.), τοὺς καλουμένους πρὸ Χριστοῦ
Χριστιανούς, νὰ ἀναζητήσουν καὶ νὰ εὕρουν σπέρματα τῆς ἀληθείας, ἀναλόγως
βαθμοῦ φωτίσεως. Εἶναι ἡ λεγομένη θεωρία τοῦ «σπερματικοῦ λόγου».
Κομβικῆς ἐξ ἄλλου σημασίας εἶναι ἡ
φράση τοῦ Ἰουστίνου «ὅσα παρὰ πᾶσι
(ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους) καλῶς εἴρηται,
ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν ἐστί» (Απολογία
Β’, 13, 2-4). Στὸ ἴδιο
πνεῦμα κινεῖται καὶ ὁ ἀπολογητὴς Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (3ος αἰ.),
θεωρῶντας τὴν πρὸ τῆς Κυρίου παρουσίας φιλοσοφία ὡς ἀναγκαία προπαιδεία γιὰ τὴν
θεογνωσία. Τὸ ἐκλεκτικὸ αὐτὸ πνεῦμα υἱοθετεῖται στὴν συνέχεια καὶ ἀπὸ τοὺς
Ἱεράρχες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο, ὁ ὁποῖος, γιὰ
νὰ τὸ τονίσῃ, χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τῆς μέλισσας.
Ἐπειδή, λοιπόν, οὔτε στὴν ἐποχή μας
δὲν λείπουν οἱ πάσης φύσεως πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ -ἰουδαΐζοντες, ἑλληνολάτρες,
λατινόφρονες, κ. ἄ.- ἀξίζει νὰ τιμοῦμε τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο «τὸν φιλόλογον, φιλόσοφόν τε καὶ μάρτυρα» γιὰ τὴν μεγίστη προσφορά
του στὴν γεφύρωση τῆς διαστάσεως μεταξὺ ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ χριστιανικῆς
σκέψεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου