
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ
«Μισεῖς τὸν ἐχθρό σου;
Νὰ ξέρης ὅτι εἶσαι τρελλός»
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τονίζει: «Περὶ δὲ τῆς φιλαδελφίας οὐ χρείαν ἔχετε γράφειν ὑμῖν· αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεοδίδακτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους·» (Θεσ. Α΄ δ, 9). (: Γιὰ τὴν ἀγάπη τώρα πρὸς τοὺς ἀδελφούς σας Χριστιανοὺς δὲν ἔχετε ἀνάγκη νὰ σᾶς γράψουμε, διότι ἐσεῖς μόνοι σας ἔχετε διδαχθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο».
- Γιατὶ νὰ ἔχουμε ἀγάπη; Λέγει ὁ
Ἅγιος Ἰωάννης Κρονστάνδης: «Ἡ ἀγάπη ἀναπαύει τὴν καρδιά, τὴν ἀνακουφίζει,
τὴ ζωογονεῖ. Τὸ μῖσος, ἀπεναντίας, τὴν ταλαιπωρεῖ, τὴν βασανίζει, τὴν
ταράζει. Ὅποιος, λοιπόν, μισεῖ, εἶναι ὁ πιὸ ἀνόητος ἀνάμεσα στοὺς
ἀνοήτους, καθὼς γίνεται τύραννος τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του…
Μισεῖς τὸν ἐχθρό σου; Νὰ ξέρης ὅτι εἶσαι τρελλός. Γιατί; Ἐπειδή, ὅσο κι ἂν σὲ
πολεμάη ὁ ἐχθρός σου ἐξωτερικά, ἐσὺ πολεμᾶς περισσότερο τὸν ἑαυτό σου
ἐσωτερικά. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ πιὸ σκληρὸς διωγμός, τὸ νὰ βασανίζης τὸν ἑαυτό
σου μὲ τὸ μῖσος πρὸς τὸν ἐχθρό σου;…
Ὅ,τι
εἰπώθηκε γιὰ τὸ μῖσος, ἀφορᾶ καὶ τὰ ἄλλα πάθη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅρισε νὰ
τιμωρούμαστε μέσα σ’ αὐτὰ καὶ ἀπ’ αὐτά. Κάθε πάθος εἶναι κι ἕνας βασανιστής,
ἕνας δήμιος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ κάνει κάποιο κακό, τιμωρεῖται μὲ τὸ ἴδιο τὸ κακὸ
ποὺ κάνει, μὲ τὸ ἴδιο τὸ πάθος στὸ ὁποῖο εἶναι δοῦλος».
- Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἕνα μῦθο
μὲ τὸν βοριὰ καὶ τὸν ἥλιο. Μάλωναν και οἱ δύο ποιὸς εἶναι δυνατότερος.
Ἔβαλαν τότε στοίχημα ποιὸς θὰ βγάλη τὴν κάπα τοῦ βοσκοῦ ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα
ἀνηφόριζε τὸ βουνό. Φύσηξε λοιπὸν ὁ ἄνεμος ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροοῦσε καὶ ὁ
βοσκὸς ποὺ κρύωνε, περισσότερο σκεπαζόταν μὲ τὴν κάπα. Βγῆκε τότε ὁ ἥλιος
ἀπὸ τὰ σύννεφα, σκόρπισε ἀγάπη, καλωσύνη καὶ ζεστασιά, ζεστάθηκε ὁ βοσκὸς
καὶ ἔβγαλε τὴν κάπα του.
Εἴδατε λοιπὸν ποιὸς εἶναι ὁ δυνατότερος; Δὲν κερδίζεις τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ ἄγριο,
ἀλλὰ μὲ τὴν καλωσύνη καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ σὲ ζεσταίνει».
- Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος μᾶς διδάσκει:
«Ἀγωνιστεῖτε νὰ βοηθᾶτε πάντα ὁ ἕνας τὸν ἄλλον εἴτε διδάσκοντας καὶ βάζοντας
στὴν καρδιὰ τοῦ ἀδελφοῦ λόγο Θεοῦ εἴτε παρηγορώντας τον σὲ καιρὸ λύπης εἴτε
δίνοντάς του χέρι καὶ βοηθώντας τον σὲ κάποια δουλειά. Μ’ ἕνα λόγο, καθένας,
ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμή του, ὅπως εἶπα, κάντε τὸ πᾶν νὰ ἑνωθῆτε μεταξύ σας. Γιατί
ὅσο ἑνώνεται κανεὶς μὲ τὸν πλησίον τόσο ἑνώνεται καὶ μὲ τὸν Θεό.
Σᾶς
φέρνω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τοὺς πατέρες, γιὰ νὰ καταλάβετε τὴ δύναμη τοῦ λόγου
ποὺ σᾶς εἶπα: Φανταστεῖτε ἕνα κύκλο στὴ γῆ, δηλαδὴ μία στρογγυλὴ γραμμή,
χαραγμένη μὲ διαβήτη, ποὺ ἔχει ἕνα κέντρο. Κέντρο ὀνομάζεται τὸ μέσο ἀκριβῶς
τοῦ κύκλου. Δῶστε προσοχὴ σ’ αὐτὸ ποὺ λέω. Ὑποθέστε ὅτι αὐτὸς ὁ κύκλος εἶναι
ὅλος ὁ κόσμος, καὶ τὸ κέντρο τοῦ κύκλου ὁ Θεός. Οἱ ἀκτῖνες τοῦ κύκλου, δηλαδὴ
οἱ εὐθεῖες γραμμὲς ποὺ ὁδηγοῦν ἀπὸ τὴν περιφέρεια στὸ κέντρο, ὑποθέστε ὅτι
εἶναι οἱ δρόμοι, δηλαδὴ οἱ διάφοροι τρόποι ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Ὅσο προχωροῦν οἱ
ἄνθρωποι πρὸς τὸ κέντρο, ποθώντας νὰ πλησιάσουν τὸν Θεό, τόσο βρίσκονται κοντὰ
καὶ στὸν Θεὸ καὶ μεταξύ τους καὶ ὅσο πλησιάζουν τὸν Θεό, πλησιάζουν καὶ ὁ ἕνας
τὸν ἄλλο. Ὅσο πάλι πλησιάζουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, τόσο πλησιάζουν καὶ τὸν Θεό.
Ἀντίστροφα τώρα, φανταστεῖτε τὸν χωρισμό. Ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ
γυρίζουν πίσω, πρὸς τὰ ἔξω, τόσο ἀποχωρίζονται καὶ μεταξύ τους. Καὶ ὅσο
ἀπομακρύνονται μεταξύ τους, τόσο ἀπομακρύνονται κι ἀπὸ τὸν Θεό.
Τέτοια εἶναι ἡ φύση τῆς ἀγάπης: Ὅσο εἴμαστε ἔξω καὶ δὲν ἀγαπᾶμε τὸν Θεό, τόσο
ἔχουμε ἀπόσταση κι ἀπὸ τὸν πλησίον. Ἂν ὅμως ἀγαπήσουμε τὸν Θεό, ὅσο τὸν
πλησιάζουμε μὲ τὴν ἀγάπη μας, τόσο αὐτὴ ἡ ἀγάπη μᾶς ἑνώνει καὶ μὲ τὸν πλησίον.
Καὶ ὅσο ἑνώνεται κανεὶς μὲ τὸν πλησίον τόσο ἑνώνεται καὶ μὲ τὸν Θεό…».
- Σὲ ἕνα μικρὸ χωριό, ζοῦσαν δύο
ἀδέλφια, ὁ Νικόλαος καὶ ὁ Μανώλης. Ἦταν ἀγαπημένοι, μέχρι ποὺ μία
παρεξήγηση γιὰ ἕνα χωράφι ἔγινε αἰτία νὰ μὴ μιλοῦν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον γιὰ
χρόνια.
Ἔφτασε ἡ Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς. Στὸν ναό, ὁ ἱερέας διάβασε τὸ Εὐαγγέλιο:
«Ἐὰν γὰρ
ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ
οὐράνιος…»
Ὁ Νικόλαος
ἔνιωσε τὴν καρδιά του νὰ σφίγγεται. Σκεπτόταν:
«Νηστεύω,
προσεύχομαι, ἐκκλησιάζομαι… ἀλλὰ κρατῶ μέσα μου θυμό.»
Τὸ ἴδιο
βράδυ, στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Συγχωρήσεως, ὁ ἱερέας μίλησε γιὰ τὸν Παράδεισο.
«Ὁ
Παράδεισος», εἶπε, «δὲν χάνεται μόνο μὲ τὴν ἀνυπακοή, χάνεται καὶ μὲ τὴν
ἀσυγχώρητη καρδιά.»
Μετὰ τὸ
«Συγχωρήσατέ με», οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ ζητοῦν συγγνώμη ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον.
Ὁ Νικόλαος
δίσταζε. Ὁ ἐγωισμὸς τοῦ φώναζε:
«Δὲν φταῖς
ἐσύ!»
Ἡ συνείδησή
του ὅμως ψιθύριζε:
«Χωρὶς
συγχώρηση δὲν ὑπάρχει Ἀνάσταση».
Τελικὰ
πλησίασε τὸν ἀδελφό του.
Γονάτισε
καὶ εἶπε:
-Συγχώρεσέ
με, ἀδελφέ.
Ὁ
Μανώλης ἔμεινε ἄφωνος. Τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα.
-Κι ἐσὺ νὰ
μὲ συγχωρέσης.
Δὲν
ἦταν μόνο ὅτι συμφιλιώθηκαν. Ἦταν σὰν νὰ ἄνοιξε μία πόρτα μέσα τους, μία πόρτα
ποὺ εἶχε μείνει χρόνια κλειστή.
Ὁ γέροντας
τοῦ χωριοῦ, ποὺ τοὺς ἔβλεπε, εἶπε:
“Σήμερα δὲν
ἔφαγαν μόνο τυρὶ γιὰ τελευταία φορά. Σήμερα βρῆκαν τὸ κλειδὶ τοῦ Παραδείσου”».
Ἔτσι εἶναι ἡ ἀγάπη…
ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου