
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ
“Ἐπειδὴ μὲ ἀγάπησες πολύ”!
«Ἐν τούτῳ τετελείωται ἡ ἀγάπη μεθ’ ἡμῶν, ἵνα παρρησίαν ἔχωμεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐστι, καὶ ἡμεῖς ἐσμεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ» (Α΄ Ἰωάν. δ, 17). (: Σημεῖον δὲ ὅτι ἡ ἀγάπη ἔφθασεν εἰς τελειότατον βαθμὸν μαζί μας καὶ προωδεύσαμεν εἰς αὐτὴν εἰς τὸν τέλειον βαθμόν, εἶναι τὸ νὰ ἀναμένωμεν μὲ θάρρος καὶ ἀφοβίαν τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως. Καὶ θὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀφοβίαν αὐτὴν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι διὰ τῆς ἀγάπης γινόμεθα ὅμοιοι πρὸς τὸν Κριτήν, ποὺ θὰ μᾶς κρίνῃ. Ὅπως δηλαδὴ εἶναι τώρα ὁ Χριστὸς ἐν τῷ οὐρανῷ πλήρης ἀγάπης, τοιοῦτοι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς. Γεμᾶτοι δηλαδὴ ἀγάπην μεταξὺ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ποὺ στερεῖται καὶ δὲν ἔχει τὴν ἀγάπην).
- Μὲ ἔργα
δείχνουμε ἄν ἀγαπᾶμε τὸν Θεό. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐπισημαίνει:
«Μὴ μοῦ πεῖς βέβαια, ὅτι
ἀγαπῶ τὸν Θεὸ περισσότερο κι ἀπ’ τὸν ἑαυτό μου. Αὐτὰ εἶναι λόγια. Μὲ τὰ ἔργα
δεῖξε ἄν Τὸν ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ’ τὸν ἑαυτό σου. Ἀγάπησέ Τον περισσότερο ἀπ’
τὰ χρήματα καὶ τότε πιστεύω ὅτι Τὸν ἀγαπᾶς περισσότερο κι ἀπ’ τὸν ἑαυτό σου.
Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν περιφρονεῖς τὰ χρήματα γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ περιφρονήσης
τὸν ἑαυτό σου; Καὶ γιατὶ λέγω τὰ χρήματα; Ἐσὺ ποὺ δὲν περιφρονεῖς τὴν
πλεονεξία, πρᾶγμα ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸ κάνης καὶ χωρὶς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ
περιφρονήσης τὸν ἑαυτό σου»;
- «Σήμερα
οἱ ἄνθρωποι εἶναι γεμᾶτοι φοβίες. Ξέρετε γιατί; Ἐπειδὴ δὲν φοβοῦνται τὸν
Θεὸ καὶ φοβοῦνται ὅλα τὰ ἄλλα. Τὸ λένε καὶ οἱ Ἅγιοι. «Θέλεις νὰ μὴ φοβᾶσαι
τίποτα; Νὰ φοβᾶσαι τὸν Θεό». Γι’ αὐτὸ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέει «ἀρχὴ σοφίας φόβος
Κυρίου» (Παρ. 1,7). Δηλαδὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς σοφίας εἶναι νὰ φοβᾶσαι τὸν
Θεό. Μὲ ποιὰ ἔννοια τὸ λέει; Ὄχι νὰ τρέμης τὸν Θεό, νὰ Τὸν βλέπης σὰν
τιμωρό, ἀλλὰ νὰ Τὸν σέβεσαι, νὰ Τὸν λογαριάζης καὶ νὰ τηρῆς τὶς ἐντολές
Του».
- Ὁ Ἅγιος
Εὐμένιος Σαριδάκης μᾶς συμβουλεύει:
«Ἐάν μετρήσουμε σὲ ὁλόκληρη
τὴν Ἁγία Γραφὴ ποιὰ ἐντολὴ συναντᾶμε γραμμένη περισσότερες φορὲς ἀπὸ τὶς ἄλλες,
ἡ ἀπάντηση μπορεῖ νὰ ἀλλάξη τὸν τρόπο, ποὺ ζοῦμε καὶ σκεφτόμαστε.
Δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἐντολὴ «Μὴ
κλέψεις» οὔτε ἡ «Μὴ φονεύσεις».
Ἡ πιὸ συχνὰ ἐπαναλαμβανόμενη ἐντολὴ
εἶναι: «Μὴ φοβοῦ». Μὴ φοβᾶσαι!
Ξέρετε πόσες φορὲς εἶναι γραμμένη;
365 φορές, μία γιὰ κάθε ἡμέρα τοῦ χρόνου!
Ξεκίνα τὴν ἡμέρα σου μὲ προσευχὴ
καὶ ἀνάθεσέ την ὁλόκληρη στὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ σου. Καὶ ὅταν ἡ ἡμέρα
τελειώση, πές: «Ἄντεξα σήμερα; Αὔριο ἔχει ὁ Θεός!».
Κάθε ἡμέρα, ἐσὺ θὰ προσπαθῆς νὰ
κάνης τὸ ἀνθρωπίνως δυνατό, χωρὶς ἀνασφάλεια καὶ ἄγχος. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα,
ἀκολούθησε αὐτὴν τὴν ἐντολή: “Πίστευε καὶ μὴ φοβοῦ”».
- Ὁ Ἅγιος
Παΐσιος ἐξηγεῖ γιὰ τὴν θεία φλόγα: «Αὐτὸ ἔρχεται σιγά-σιγὰ μετὰ ἀπὸ ἀγώνα·
ἀλλιῶς θὰ ἔπιαναν φωτιὰ οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ καίγονταν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ
Θεοῦ. Ἐνῶ θὰ εἶχε γύρω τους κρύο, θὰ νόμιζαν ὅτι φλογίζονται καὶ πολλοὶ θὰ
ἔπαιρναν τὰ βουνά. Ἕνας στρατιώτης, ἐν καιρῷ πολέμου, ἄφησε τὴν μονάδα του
καὶ ἔφυγε στὸ βουνό. Εἶχε ἀνάψει τέτοια φλόγα στὴν καρδιά του, ποὺ δὲν
μποροῦσε νὰ συγκρατηθῆ· ἤθελε νὰ πάη νὰ προσευχηθῆ. Δὲν ὑπολόγισε τίποτε.
Πῆγε, βρῆκε μία σπηλιά, μπῆκε μέσα καὶ προσευχόταν! Ὅταν οἱ ἄλλοι
στρατιῶτες βγῆκαν στὶς ἐπιχειρήσεις, τὸν βρῆκαν καὶ τὸν ἔπιασαν.
«Ἀνυπότακτος», εἶπαν. Τὸν κάλεσε μετὰ ὁ διοικητὴς σὲ ἀνάκριση. «Τί εἶναι
αὐτὸ ποὺ ἔκανες;», τοῦ λέει. «Καίγομαι, κύριε Διοικητά, καίγομαι γιὰ τὸν
Χριστό. Ξέρεις τί θὰ πῆ καίγομαι;». «Καλά, ἐγὼ δὲν καίγομαι;», τοῦ λέει ὁ
διοικητής. «Ἐγὼ καίγομαι, κύριε διοικητά, καταλαβαίνετε;», ἐπανέλαβε
ἐκεῖνος, σὰν νὰ ἔλεγε: «Ἂν καίγεσαι, φῦγε κι ἐσύ»! Τὸν βοήθησε ὅμως ὁ Θεὸς
καὶ γλύτωσε τὸ στρατοδικεῖο. Ἐδῶ, ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἂν φύγη ἕνας
στρατιώτης ἀπὸ τὴν θέση του, ἔχει στρατοδικεῖο, πόσο μᾶλλον ἐν καιρῷ
πολέμου!
– Γέροντα, ὅταν βρίσκεται κανεὶς σ’
αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὑπάρχει θέρμη σὲ ὅλο τὸ σῶμα;
– Ναί, ἀλλὰ περισσότερο στὴν
περιοχὴ τοῦ στήθους. Ὅταν ἀνάψη ἡ πνευματικὴ ἀγάπη, φλογίζεται ὅλο τὸ στῆθος.
Ὅλο τὸ στῆθος γίνεται μία φλόγα. Καίγεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μεγάλη γλυκειὰ
φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πετάει, ἀγαπάει μὲ ἀγάπη πραγματική, μητρική.
Αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ φλόγα, τὴν ὁποία
ἀνάβει ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του, θερμαίνει τὸ σῶμα πολὺ περισσότερο
ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ φωτιὰ καὶ ἔχει τὴν δύναμη νὰ καίη καὶ κάθε σκουπίδι, κάθε κακὸ
λογισμὸ ποὺ πετάει τὸ ταγκαλάκι, καθὼς καὶ κάθε κακὴ ἐπιθυμία καὶ κάθε ἄσχημη
εἰκόνα. Τότε ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται καὶ τὶς θεῖες ἡδονές, ποὺ δὲν συγκρίνονται μὲ
καμμιὰ ἄλλη ἡδονή!
Ἄχ, αὐτὴ ἡ φλόγα δὲν μπῆκε ἀκόμη
μέσα σας! Ἂν ἀνάψη καὶ φουντώση στὴν καρδιά σας, δὲν θὰ σᾶς συγκινοῦν καθόλου
πιὰ τὰ μάταια πράγματα. Εὔχομαι νὰ κάψη ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του τὶς καρδιές
σας!».
- Ὁ π.
Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος ἀναφέρει γιὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν
Χριστό.
«Κάποιος ἄνθρωπος ἀφοῦ ἔφυγε ἀπὸ
τὸν κόσμο αὐτό (πέθανε), ἐμφανίστηκε σε ἕνα φίλο του:
-Ποῦ εἶσαι καὶ φορᾶς τόσο λαμπερὰ
ροῦχα; τὸν ρώτησε ἐκεῖνος ἔκπληκτος.
-Εἶμαι, στὸν Παράδεισο!!!!
-Καὶ πῶς βρέθηκες ἐκεῖ;
-Νὰ σοῦ πῶ… πῶς βρέθηκα. Ρώτησα τὸν
Χριστό:
-Χριστέ μου, βρέθηκα στὸν
Παράδεισο, γιὰ τὰ καλά μου ἔργα;
-Ὄχι, μοῦ εἶπε…
–Μήπως γιὰ τὶς πολλὲς καὶ κρυφὲς
ἐλεημοσύνες μου;
– Ὄχι, μοῦ ξαναλέει…
–Μήπως ἐπειδή… κοινωνοῦσα συχνά,
ἀφοῦ μοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ πνευματικός μου καὶ φρόντιζα νὰ ἔχω μιὰ καθαρὴ ζωή;
– Ὄχι…
– Μήπως γιὰ τὶς νηστεῖες ποὺ ἔκανα;
– Ὄχι, οὔτε γιὰ τὶς νηστεῖες
βρέθηκες στὸν Παράδεισο…
– Μήπως ἐπειδὴ διάβαζα τὸ
Ψαλτήρι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο;
– Ὄχι…
– Ἔ, τότε πῶς βρέθηκα στὸν
Παράδεισο, ἂν τὸ ἕνα ὄχι, τὸ ἄλλο ὄχι καὶ τὸ παραάλλο ὄχι;
Καὶ μοῦ ἀπάντησε ὁ Χριστός:
– Βρέθηκες στὸν Παράδεισο, ἐπειδὴ
Μὲ ἀγάπησες πολύ! Καὶ προσπάθησες μὲ ὅλη σου τὴν ψυχὴ νὰ Μοῦ μοιάσης! Ἤθελες νὰ
γίνης ὅλος «Χριστός»! Γι’ αὐτὸ ἦλθες ἐδῶ…»…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου