20 Ιουν 2026

Ἐκκλησιαστικὴ κατάπτωσις – ἐργαλειοποίησις τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν

Ἐκκλησιαστικὴ κατάπτωσις – ἐργαλειοποίησις τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

  Τὰ πολιτικῶς τεκταινόμενα τὸ τελευταῖο διάστημα, δυστυχῶς, ἐπηρεάζουν καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα, μία πραγματικότητα, ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ παραμένει πολιτικῶς οὐδέτερη, λαμβάνει θέση ὑπὲρ ἢ κατὰ κάποιων ὑποψηφίων. Αὐτὴ ἡ ἐνορχηστρωμένη, ἀπροκάλυπτη καὶ θρασύτατη ἀπόπειρα ἐργαλειοποίησης τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ σκηνὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀφήνει ἀδιάφορους οὔτε τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς οὔτε καὶ τὴν Ἱεραρχία. Ἄνθρωποι ποὺ κατέχουν νευραλγικές, ὀργανικὲς θέσεις στὸ διοικητικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος — πρόσωπα ποὺ ταυτίζονται στὴ συνείδηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ μὲ τὸ ἔργο τῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὸ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ κομβικοὺς ὀργανισμούς (π.χ. τὴν «Ἀποστολή») — ἐμφανίζονται ὡς μπροστάρηδες, σύμβουλοι καὶ στελέχη σὲ κομματικὲς «δεξαμενὲς σκέψης», πολιτικὲς πρωτοβουλίες καὶ παραταξιακὰ ἀναβαπτιστήρια, πολλὲς φορὲς ἐχθρικὰ πρὸς τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ μήνυμά της.

  Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἀθώα, «προσωπική» ἐπιλογή ἰδιώτη. Ὅταν κάποιος φέρει τὸ θεσμικό βάρος τοῦ στενοῦ συνεργάτη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας, ὅταν τὸ ὄνομά σου εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, οἱ δημόσιες ἐμφανίσεις σου σὲ κομματικὰ προσκήνια καὶ παρασκήνια δὲν ἀποτελοῦν δικαίωμα· ἀποτελοῦν ἐκποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους. Ἀποτελοῦν μιὰ χυδαία ἀπόπειρα νὰ μετατραπεῖ ἡ Ἐκκλησία σὲ οὐρά, δεκανίκι καὶ ἐπικοινωνιακὸ ἄλλοθι συγκεκριμένων πολιτικῶν σχεδιασμῶν. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἰδιοκτησία κανενὸς τεχνοκράτη, οὔτε παραμάγαζο τῆς ἑκάστοτε κυβέρνησης ἢ ἀντιπολίτευσης.

  Ἡ ἱστορικὴ μνήμη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ δὲν εἶναι λωτοφάγος, ὅσο κι ἂν τὸ εὔχονται οἱ ἐπαγγελματίες τῆς πολιτικῆς ἐπιβίωσης. Προκαλεῖ τὸ κοινὸ αἴσθημα καὶ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ἀπόλυτης ὕβρεως τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερα, πρόσωπα ποὺ συνδέθηκαν στενὰ μὲ τὶς πιὸ ὀδυνηρές, ἀντικληρικὲς καὶ ἰσοπεδωτικὲς περιόδους γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὴν πατρίδα μας, ἐπιχειροῦν νὰ κτίσουν «γέφυρες» νομιμοποίησης.

Δὲν ἔχει περάσει πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ ὁ ἐφημεριακὸς κλῆρος, οἱ ἁπλοὶ ἐκεῖνοι παπάδες τῆς ἐπαρχίας καὶ τῶν φτωχογειτονιῶν, ἔδωσαν ἕνα σκληρό, ἀγωνιώδη ἀγώνα ἐπιβίωσης. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ πολιτικὰ σχέδια ἐπιχείρησαν μὲ πρωτοφανῆ βιαιότητα νὰ ἐξοστρακίσουν τοὺς ἱερεῖς μας ἀπὸ τὸ δημόσιο λογισμικό, νὰ ἀνατρέψουν τὸ καθεστώς τῆς μισθοδοσίας τους, νὰ τοὺς στερήσουν τὴν ἐργασιακὴ καὶ ἀξιοπρεπῆ τους ὑπόσταση καὶ νὰ ὑποβιβάσουν τὴν Ἐκκλησία σὲ ἕνα περιθωριακό, ἰδιωτικὸ σωματεῖο.

Τὸ ὅτι σήμερα, κορυφαῖα ἐκκλησιαστικὰ στελέχη ἐπιλέγουν νὰ συγχρωτίζονται, νὰ συνδιαλέγονται καὶ νὰ συνδιοργανώνουν πολιτικὲς φιέστες μὲ τοὺς ἀρχιτέκτονες ἐκείνων τῶν σχεδίων, ἀποτελεῖ καθαρὴ προδοσία τοῦ ἀγώνα τοῦ ἁπλοῦ κλήρου. Εἶναι μιὰ προσβολὴ πρὸς τὸν πιστὸ λαὸ ποὺ στάθηκε στὸ πλάι τῶν ἱερέων του. Αὐτὴ ἡ σπουδὴ ὁρισμένων νὰ προσφέρουν «συγχωροχάρτια» καὶ ἐπικοινωνιακὸ ξέπλυμα σὲ πολιτικοὺς παράγοντες, χρησιμοποιώντας τὶς πλάτες τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ πολιτικὴ διολίσθηση· εἶναι μιὰ προσπάθεια πνευματικῆς ἐκπόρνευσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ κύρους.

Αὐτὴ ἡ ἄρρωστη τάση σύγχυσης μεταξὺ τῆς πνευματικῆς διακονίας καὶ τῆς κομματικῆς σκοπιμότητας ἔρχεται σὲ μετωπική, βίαιη σύγκρουση μὲ τὴν ἴδια τὴν οὐσία καὶ τὸ γράμμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας δράσης Του, ἀρνήθηκε πεισματικὰ καὶ κατηγορηματικὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸν μανδύα τοῦ ἐπίγειου πολιτικοῦ ἡγέτη, ἀπογοητεύοντας τοὺς Ζηλωτὲς τῆς ἐποχῆς Του ποὺ ζητοῦσαν ἕνα ἐθνικό ἀπελευθερωτὴ ἢ ἕνα πολιτικὸ ἀναμορφωτή.

Ὅταν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Ἡρωδιανοὶ ἐπιχείρησαν νὰ Τοῦ στήσουν μιὰ πολιτικὴ παγίδα, ρωτώντας Τον ἂν πρέπει νὰ πληρώνουν φόρο στὸν Ρωμαῖο κατακτητή, ὁ Κύριος ἀπάντησε μὲ τὴ μνημειώδη, ἀξεπέραστη φράση:

«Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22:21).

Τὸ μήνυμα εἶναι κρυστάλλινο: ἡ Ἐκκλησία κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰωνιότητας, τῆς μεταμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Ἡ πολιτική, ἀντίθετα, διαχειρίζεται τὸ ἐφήμερο, τὴν σκοπιμότητα, τὴν νομὴ τῆς ἐξουσίας καὶ τοὺς συμβιβασμοὺς τοῦ κόσμου τούτου. Ὅταν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας προσπαθοῦν νὰ ἀναμείξουν αὐτὰ τὰ δύο, οὐσιαστικὰ ὑποβιβάζουν τὸ αἰώνιο στὸ ἐπίπεδο τοῦ φθαρτοῦ. Σύρουν τὸν Χριστὸ στὸ λασπωμένο γήπεδο τῶν κομματικῶν ἀνταγωνισμῶν.

Στὸ ἴδιο ἀκριβῶς πνεῦμα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, βλέποντας τοὺς κινδύνους τῆς ἐκκοσμίκευσης, ἀπευθύνει μιὰ αὐστηρὴ προειδοποίηση πρὸς ὅλους ὅσοι ἔχουν ταχθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Εὐαγγελίου. Στὴ Β΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή του, ὀρθώνει ἕνα πνευματικὸ τοῖχο ἀπέναντι στὴν κοσμικὴ ἐμπλοκή:

«οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ» (Β΄ Τιμ. 2:4).

Ὁ Ἀπόστολος ξεκαθαρίζει ὅτι ὅποιος ἔχει στρατευθεῖ στὸν πνευματικὸ στρατὸ τοῦ Χριστοῦ, ὅποιος διακονεῖ τὴν Ἐκκλησία, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παγιδεύεται καὶ νὰ ἀναλίσκεται στὶς ὑποθέσεις, τὶς ἴντριγκες καὶ τὶς σκοπιμότητες τῆς κοσμικῆς ζωῆς (καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας). Ὁ στόχος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ ποὺ τὸν κάλεσε, ὄχι στοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγούς, στοὺς πρωθυπουργοὺς ἢ στοὺς ἐπίδοξους κυβερνῆτες.

Ἀκόμη καὶ στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του (κεφ. 13), ὅπου ὁ Παῦλος μιλάει γιὰ τὸν σεβασμὸ στὶς κοσμικὲς ἀρχές, τὸ κάνει μὲ μοναδικό σκοπὸ τὴν διατήρηση τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐταξίας, ὥστε οἱ Χριστιανοὶ νὰ ζοῦν «ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον». Σὲ καμία περίπτωση δὲν δίνει τὸ ἐλεύθερο στὰ πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας νὰ γίνουν τὸ ἰδεολογικό ὄργανο ἢ τὸ ἐπειδοχικό παραπέτασμα τοῦ Κράτους ἢ τῶν κομμάτων. Ἡ ὑποταγὴ στοὺς νόμους εἶναι καθῆκον τοῦ πολίτη· ἡ ὑποταγὴ τῆς Ἐκκλησίας στὶς κομματικὲς ἀνάγκες εἶναι ἀποστασία.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἕνας πατέρας ποὺ συγκρούστηκε μέχρι θανάτου μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία τῆς Εὐδοξίας καὶ ἐξορίστηκε γι᾿ αὐτό, στὸ μνημειῶδες ἔργο του «Περὶ Ἱερωσύνης» (Λόγος Γ΄), ξεκαθαρίζει ὅτι ἡ ἄβυσσος ποὺ χωρίζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ διακονία ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία εἶναι χαοτική:

«Ἄλλοι γάρ εἰσι βασιλείας ὅροι, καὶ ἕτεροι ἱερωσύνης ὅροι… ἐκεῖ μὲν γὰρ ἀνάγκη, ἐνταῦθα δὲ προαίρεσις· ἐκεῖ μὲν φόβος, ἐνταῦθα δὲ γνώμη…»

Ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέει ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία διοικεῖ μὲ τὸν ἐξαναγκασμό, τὴν βία τῶν νόμων, τὸν φόβο καὶ τὴν σκοπιμότητα. Ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία διοικεῖ μὲ τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀγάπη, τὴν ἐσωτερικὴ μετάνοια καὶ τὴν προαίρεση. Ὅταν, ἑπομένως, ἐκκλησιαστικοὶ παράγοντες ἀναμείγνυονται στὴν πολιτική, εἰσάγουν τὸ πνεῦμα τοῦ ἐξαναγκασμοῦ καὶ τῆς ἴντριγκας μέσα στὸν καθαρὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Γίνονται θύματα τῆς κολακείας τῶν ἰσχυρῶν καὶ, τελικά, προδότες τῆς ἀποστολῆς τους.

Μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς δριμύτητα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στὸν «Ἀπολογητικὸ τῆς εἰς Πόντον φυγῆς» λόγο του, στηλιτεύει ἐκείνους τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες ποὺ συμπεριφέρονται σὰν κομματάρχες καὶ πολιτικάντηδες. Καταγγέλλει ὅσους χρησιμοποιοῦν τὴν πίστη ὡς ἐργαλεῖο γιὰ δημόσιες σχέσεις, γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν εὔνοια τῶν ἀρχόντων ἢ γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ἐγκόσμια ἐπιρροή:

«Οὐδὲ γάρ ἐσμεν, ὡς οἱ πολλοὶ, καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ… οὐδὲ ζητοῦμεν ἀρέσκειν ἀνθρώποις, οὐδὲ μεταβαλλόμεθα πρὸς τοὺς καιρούς, οὐδὲ νόμους τίθεμεν τῇ πίστει πρὸς τὰς τῶν ἀρχόντων ἡδονάς…».

Ἡ Ἐκκλησία, συνειδητοποιώντας ὅτι τὰ λόγια τῶν Πατέρων πρέπει νὰ ἔχουν καὶ θεσμικὴ ἰσχὺ, γιὰ νὰ προστατεύεται τὸ Σῶμα της ἀπὸ τοὺς καιροσκόπους, ἐνσωμάτωσε αὐτὴ τὴν ἀπόλυτη ἀπαγόρευση στοὺς Ἱεροὺς Κανόνες της. Οἱ κανόνες αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν οἰκουμενικὸ κῦρος καὶ εἶναι πνευματικὰ καὶ νομικὰ δεσμευτικοί, ἀπαγορεύουν ρητά, κατηγορηματικὰ καὶ μὲ τὴν ἔσχατη ποινὴ τῆς καθαιρέσεως ὁποιαδήποτε ἐμπλοκὴ κληρικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν προσώπων σὲ πολιτικὲς καὶ δημόσιες διοικήσεις.

Ὁ Ζ΄ Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναθεματίζει καὶ ἀφορίζει ὅσους ἔχουν ταχθεῖ στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἐπιδιώκουν κοσμικά, πολιτικὰ ἢ στρατιωτικὰ ἀξιώματα, ἀρνούμενοι νὰ ἐπιστρέψουν στὴν πνευματική τους τάξη:

«Τοὺς ἅπαξ ἐν κλήρῳ τεταγμένους, ἢ καὶ μοναστάς, ὡρίσαμεν μήτε ἐπὶ στρατείαν, μήτε ἐπὶ ἀξίαν κοσμικὴν ἔρχεσθαι· ἤ, τοῦτο τολμῶντας, καὶ μὴ μεταμελουμένους, ὥστε ἐπιστρέψαι ἐπὶ τοῦτο, ὃ διὰ Θεὸν πρότερον εἵλοντο, ἀναθεματίζεσθαι».

Ὅταν λοιπὸν βλέπουμε σήμερα στελέχη ποὺ κάθονται στὰ δεξιὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου νὰ γίνονται ἐπίσημοι συνομιλητὲς κομμάτων καὶ νὰ συμμετέχουν σὲ πολιτικὲς κινήσεις, ἀναρωτιόμαστε: Ἰσχύουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος; Ἢ μήπως ἐφαρμόζονται ἐπιλεκτικὰ γιὰ τοὺς ἀνίσχυρους, ἐνῷ οἱ «ἡμέτεροι» τεχνοκράτες ἀπολαμβάνουν μία ἰδιότυπη ἀσυλία, γιὰ νὰ παίζουν πολιτικὰ παίγνια;

Tὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἱστορικὴ διαδρομή Της καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἴδιου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου δὲν μπορεῖ καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνονται ἀντικείμενο ἐπικοινωνιακῆς ἐκμετάλλευσης καὶ φτηνῶν πολιτικῶν παιχνιδιῶν. Δὲν μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ χρησιμοποιεῖται, γιὰ νὰ κτιστοῦν πολιτικὲς καριέρες ἢ γιὰ νὰ ξεπλυθοῦν πολιτικὰ σφάλματα καὶ ἁμαρτίες τοῦ παρελθόντος.

Ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πολὺ μεγάλη, γιὰ νὰ χωρέσει στὰ στενά, μίζερα καλούπια τῶν κομματικῶν γραμμῶν. Tὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι κανένα πολιτικὸ μανιφέστο ποὺ μπορεῖ νὰ παραμορφώνεται, γιὰ νὰ ταιριάζει μὲ τὶς ἀνάγκες τῆς ἑκάστοτε κυβερνητικῆς ἀτζέντας.

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com