«Δεν ήταν αξίωμα – ήταν ζωή μας»
Η
μαρτυρία των ηλικιωμένων της Πάφου για τον Μητροπολίτη Τυχικό
Για εμάς που τα χρόνια μας βάρυναν και τα βήματά μας μίκρυναν, οι άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή μας δεν είναι πολλοί. Κάθε πρόσωπο που μας πλησιάζει με αλήθεια, με καλοσύνη και σεβασμό, γίνεται κομμάτι της ψυχής μας.
Ένας
τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Τυχικός.
Δεν
τον νιώσαμε ποτέ μακρινό. Δεν τον ζήσαμε ποτέ ως «εξουσία». Τον ζήσαμε ως
άνθρωπο. Ως παιδί της Πάφου. Ως δικό μας παιδί.
Τον
γνωρίζαμε από παιδάκι. Τον είδαμε να μεγαλώνει μέσα στην Εκκλησία, μέσα στην
προσευχή και στη διακονία. Γνωρίζαμε την οικογένειά του — μια οικογένεια από
ιερείς και αγίους ανθρώπους, που αγάπησαν την Εκκλησία χωρίς συμφέρον, χωρίς
κακία, χωρίς να αδικήσουν ποτέ κανέναν. Μια οικογένεια που δίδαξε με το
παράδειγμα και όχι με λόγια.
«Τον
θυμάμαι μικρό, να βοηθά στο ιερό», λέει ο Χαράλαμπος, 75 ετών.
«Ήταν
παιδί της προσευχής. Και έτσι έμεινε. Δεν άλλαξε».
Όταν
έγινε Μητροπολίτης, δεν απομακρύνθηκε. Δεν κλείστηκε σε γραφεία. Δεν ξέχασε τις
κοινότητες, τους ηλικιωμένους, τους πονεμένους. Τον βλέπαμε συχνά στους οίκους
ευγηρίας, να μπαίνει ήσυχα, να κάθεται δίπλα μας, να ρωτά πώς είμαστε, να
ακούει ιστορίες που άλλοι δεν είχαν πια υπομονή να ακούσουν.
«Μας
άκουγε σαν να ήταν η πρώτη φορά που τα άκουγε», λέει η Ελένη, 82 ετών.
«Δεν
μας έκοβε. Δεν βιαζόταν. Αυτό δεν το ξεχνάς».
Πήγαινε
και στα κέντρα ενηλίκων. Εκεί όπου μαζευόμαστε για λίγη συντροφιά, για έναν
καφέ, για να νιώσουμε ότι ακόμα υπάρχουμε. Ο Τυχικός δεν πήγαινε απλώς να
μιλήσει. Πήγαινε να σταθεί. Έκανε ομιλίες απλές, ανθρώπινες, γεμάτες ελπίδα.
Μιλούσε για την πίστη χωρίς φόβο, για τον πόνο χωρίς ντροπή, για τα γεράματα
χωρίς να τα θεωρεί κατάρα.
«Όταν
μιλούσε, ένιωθα να ζεσταίνεται η καρδιά μου», λέει ο Ανδρέας, 87 ετών.
«Έφευγα
και ένιωθα πως δεν είμαι μόνος».
Στις
κοινότητες που επισκεπτόταν, δεν έδινε διαταγές. Καθόταν μαζί μας, άκουγε τα
προβλήματα, τις αγωνίες, τα παράπονα. Συμμεριζόταν τον πόνο μας. Ένιωθε τον
φόβο μας: τον φόβο της μοναξιάς, της αρρώστιας, της λησμονιάς.
«Μας
έβλεπε», λέει η Ειρήνη, 84 ετών.
«Όχι
σαν νούμερα. Σαν ψυχές».
«Ένιωσα
ότι μας άφησαν μόνους», λέει ο Αντώνης, 83 ετών.
«Και
ξέρεις… στα γεράματα η μοναξιά πονάει περισσότερο».
«Ήταν
κοντά μας πάντα», λέει ο Νεόφυτος, 80 ετών.
«Όχι
μόνο σε εμένα, σε όλους μας. Μας έκανε να νιώθουμε άνθρωποι».
«Έκλαψα»,
λέει ο Αχιλλέας, 81 ετών.
«Σαν
να έχασα παιδί μου. Δεν είχα πια δύναμη να κλάψω τόσα χρόνια».
«Μας
έδινε ελπίδα», λέει η Παναγιώτα, 79 ετών.
«Με
κάθε του λέξη, με κάθε του χέρι που μας κρατούσε».
«Ήταν
σαν οικογένεια για εμάς», λέει η Έλλη, 77 ετών.
«Και
τώρα… μας τον πήραν».
Νιώθουμε
ορφανοί. Και η ορφάνια στα γεράματα δεν φωνάζει — σωπαίνει. Είναι μια σιωπή
βαριά, που κάθεται στο στήθος και δεν φεύγει. Είναι η αίσθηση πως εκείνος που
μας καταλάβαινε δεν είναι πια κοντά μας.
Δεν
γράφουμε αυτά τα λόγια με θυμό.
Τα
γράφουμε με πόνο.
Με
παράπονο.
Με
την αξιοπρέπεια ανθρώπων που έζησαν πολλά και ξέρουν πότε κάτι είναι άδικο.
Αν
η Εκκλησία θέλει να λέγεται Μητέρα, ας ακούσει και εμάς. Τους ηλικιωμένους.
Εκείνους που γνώρισαν τον Τυχικό από παιδί. Εκείνους που γνώρισαν την
οικογένειά του. Εκείνους που ένιωσαν την αγάπη του όχι ως λόγια, αλλά ως
παρουσία.
Γιατί
για εμάς ο Τυχικός δεν ήταν απλώς Μητροπολίτης.
Ήταν
φωνή παρηγοριάς.
Ήταν
χέρι στήριγμα.
Ήταν
άνθρωπος.
Και
τώρα…
Μείναμε
μόνοι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου