25 Μαρ 2026

Άγιος Μακάριος ο Αρχιδιάκονος. Ο Ιερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας της περιόδου της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΡΧΙΔΙΑΚΟΝΟΣ

ΕΝΑΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Βασίλειος Γ. Βοξάκης, Θεολόγος καθηγητής

            Όπως ο παλαιός Ισραήλ, που επί σαράντα έτη διέσχιζε την αφιλόξενη και θανατηφόρο έρημο του Σινά, έτσι κι ο Ελληνισμός διένυσε επί τετρακόσια και πλέον έτη τη δική του πορεία στην «έρημο» της σκλαβιάς, κάτω από το μαστίγιο του Οθωμανού, ενός βάρβαρου και ωμού δυνάστη. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, το δέντρο της Ελευθερίας άνθισε, αφού όμως πρωτύτερα ποτίσθηκε από τα αμέτρητα δάκρυα του σκλαβωμένου γένους και το άφθονο αίμα των Νεομαρτύρων και των Εθνομαρτύρων. Μεταξύ των τόσων γνωστών και αγνώστων Νεομαρτύρων και Εθνομαρτύρων, που ανέδειξε η Χάρις του Θεού κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, συγκαταλέγεται και ο Άγιος Μακάριος ο Γαρής.

            Για τον βίο του Αγίου Μακαρίου πολύ λίγα στοιχεία μάς έχουν διασωθεί, εκ των οποίων τα περισσότερα σχετίζονται με τη φυλάκιση και το μαρτύριό του το 1822.

Οι Τουρκικές θηριωδίες και καταστροφές στο νησί κατά την περίοδο 1822 – 1828 ήταν ανείπωτες, η συμφορά ήταν τόσο μεγάλη και ο πόνος ασήκωτος. Πολλοί από τους αυτόπτες μάρτυρες σφαγιασθήκαν, άλλοι πουλήθηκαν ως δούλοι στην Ανατολή και χάθηκαν τα ίχνη τους. Αλλά και πολλά κείμενα, που θα μπορούσαν να μας δώσουν κάποιες πληροφορίες για τη ζωή του Αγίου Μακαρίου, καταστράφηκαν από τις τουρκικές βαρβαρότητες. Έτσι πολλά βιογραφικά στοιχεία του Αγίου καλύφθηκαν από το βαρύ μανδύα της λήθης, που άπλωσε πάνω τους ο πανδαμάτωρ χρόνος.

            Ο Άγιος Μακάριος γεννήθηκε στον Βροντάδο της Χίου1. Η οικογένειά του πρέπει να ήταν γνωστή με δύο επίθετα Γαρή ή Γαρρή και Γέμελου ή Γιόμελου.2 Οι περισσότεροι συγγραφείς (του 20ου αιώνα) τον αναφέρουν ως Μακάριο Γαρή, ενώ κάποιοι άλλοι ως Μακάριο Γαρρή ή Μακάριο Γέμελο.3 Όμως πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όταν ο Άγιος έγινε χορηγός για την εκτύπωση βιβλίων – και είναι γνωστές δύο τέτοιες περιπτώσεις – δήλωνε Μακάριος Γέμελος ή Μακάριος Γιόμελος, και έτσι εκτυπωνόταν το όνομά του στους πίνακες των συνδρομητών. Το όνομα του πατέρα του ήταν Νικόλαος,4 ενώ της μητέρας του δεν διασώζεται. Άλλη πληροφορία σχετική με την οικογένειά του είναι ότι είχε μια αδελφή την Γαλανή και ένα αδελφό τον Ισίδωρο. Τις πληροφορίες αυτές περί των βαπτιστικών ονομάτων των μελών της οικογένειάς του μας προσφέρει ένα συμβολαιογραφικό έγγραφο του 1835, που συντάχθηκε για τα επιζώντα αδέλφια του. Τα υπόλοιπα μέλη της πατρικής οικογένειας του Αγίου Μακαρίου, αμέσως μετά τη σύλληψή τους εκτελέσθηκαν από τους Τούρκους το 1822, πλην των δύο προαναφερθέντων, οι οποίοι επέζησαν.5

Άγνωστο παραμένει το ακριβές έτος της γεννήσεώς του. Στη σφαγή του 1822 η αδελφή του Γαλανή, που ήταν τότε πολύ νέα σε ηλικία, επέζησε και πέθανε στον Βροντάδο το 1870. Αν λοιπόν υποθέσουμε, ότι η γέννηση της αδελφής του πρέπει να συνέβη περίπου το 1800 και με δεδομένο ότι ο Μακάριος ήταν μεγαλύτερός της, θα πρέπει να τοποθετήσουμε κατά προσέγγιση τη γέννησή του εντός της τελευταίας δεκαετίας του 18ου αιώνα. Άλλο στοιχείο, που συνηγορεί υπέρ της προαναφερθείσας προτάσεως μας, είναι και η πληροφορία ότι κατά την παιδική του ηλικία έλαβε την ευλογία του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά.6 Ως γνωστόν ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς κοιμήθηκε στις 17 Απριλίου 1805.

Επίσης άγνωστο είναι το όνομα, το οποίο έλαβε κατά τη βάπτισή του, καθώς το Μακάριος είναι το όνομα που του δόθηκε κατά τη μοναχική κουρά του, καθώς και κατά τη χειροτονία του ως Ιεροδιάκονος. Δεν γνωρίζουμε επίσης τίποτα από τις πηγές για τη μόρφωσή του όσο αυτός ήταν κοσμικός. Θα πρέπει όμως να έλαβε κάποια στοιχειώδη εκπαίδευση προτού γίνει μοναχός. Στον Βροντάδο η τότε παρεχόμενη παιδεία ήταν ιδιωτικής φύσεως και προσφερόταν κυρίως από ιερείς, μνήμονες (συμβολαιογράφους) και άλλους τυχόν εγγράμματους.7

Προφανώς σε νεαρή ηλικία αποφάσισε να ακολουθήσει την ισάγγελο μοναχική πολιτεία. Έκανε άριστη εκλογή επιλέγοντας ως Γέροντά του τον Όσιο Νικηφόρο τον Χίο, ο οποίος μόναζε στο Μονύδριο του Αγίου Γεωργίου στα Ρεστά της Χίου. «Ο όσιος Νικηφόρος, υπήρξεν ο ιδεώδης τύπος του λογίου μοναστού, διανύσαντος τον βίον εν προσευχή, αρετή και μελέτη, συντρέχων εις πάσαν κοινωφελή ή φιλάνθρωπον πράξιν, κατασταθείς πολυσέβαστος και ευλογημένος μεταξύ των συμπατριωτών του, στήριγμα δε της Εκκλησίας».8 Ο Χίος λόγιος και ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας (1845-1906) αναφερόμενος στον Άγιο Μακάριο τον προσδιορίζει ως χρηματίσαντα «μαθητού και υποτακτικού» του Αγίου Νικηφόρου του Χίου.9

Αλλά και το γεγονός ότι και ο Όσιος Νικηφόρος δέχθηκε ως υποτακτικό του τον νέο αυτόν από τον Βροντάδο, από μόνο του αποτελεί μια έμμεση μαρτυρία για τον πνευματικό ζήλο και τον αδαμάντινο χαρακτήρα του νεαρού αυτού, τα οποία έπεισαν τον Όσιο να τον κρατήσει κοντά του. Το προηγούμενο συμπέρασμά μας ενισχύει και η επιλογή του Αγίου Νικηφόρου να ονομάσει τον νέο αυτόν Μακάριο, δηλαδή να του δώσει το όνομα του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά, Αρχιεπισκόπου πρώην Κορίνθου. Ως γνωστόν ο Άγιος Νικηφόρος υπήρξε πνευματικό τέκνο του Αγίου Μακαρίου. Αποφάσισε λοιπόν να του δοθεί το όνομα Μακάριος κατά τη μοναχική κουρά του – όνομα που διατηρήθηκε και κατά τη χειροτονία του ως Ιεροδιάκονου – αφενός, για να τιμήσει τον προσφιλή Γέροντα και Άγιο αυτόν, αλλά και αφετέρου, γιατί ήταν πεπεισμένος ότι ο εκ Βροντάδου αυτός νέος μοναχός άξιζε να φέρει αυτό το αγιασμένο όνομα και θα ήταν ικανός να το τιμήσει κατά τη μοναχική πολιτεία του. Και όντως δεν διαψεύσθηκε ο Όσιος Νικηφόρος. Η Πόπη Χαλκιά Στεφάνου γράφει ότι ονομάσθηκε Μακάριος «προς τιμή του Αγίου Μακαρίου του Κορίνθου, επειδή έλαβε την ευλογία του κατά την παιδική του ηλικία».10 Προφανώς αυτός υπήρξε ακόμη ένας λόγος στην απόφαση του Οσίου Νικηφόρου να επιλέξει το όνομα Μακάριος.

Σύμφωνα με την Αιμιλία Γ. Ζολώτα – Σάρρου,  η οποία συνέταξε τον Βίο του Οσίου Νικηφόρου του Χίου: ο Μακάριος υπήρξε «μορφωθείς παρ’ αυτώ και παιδευθείς», δηλαδή εκπαιδεύτηκε και μορφώθηκε κοντά στον Άγιο Νικηφόρο.11 Κατά τη μαρτυρία αυτή, ο φιλομαθής και λόγιος Όσιος Νικηφόρος φρόντισε μαζί με τις κοσμικές γνώσεις να μεταφέρει στον νέο μοναχό – την περίοδο που εγκαταβίωνε στη Μονή Ρεστών – κυρίως πλούσιες θεολογικές γνώσεις από την Αγία Γραφή και την Πατερική διδασκαλία, των οποίων ο ίδιος ήταν κάτοχος εις βάθος. Αυτονόητο πρέπει να θεωρείται ότι κοντά στον Άγιο Νικηφόρο ο Άγιος Μακάριος καλλιεργήθηκε πνευματικά και εξασκήθηκε στη συνεχή άνοδο στην κλίμακα των αρετών. Έχοντας ο Γέροντάς του ζήσει κοντά σε αγιασμένες μορφές της Κολλυβαδικής αναγεννήσεως, όπως τον Άγιο Μακάριο τον Νοταρά και τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, σίγουρα θα εμφύσησε στον Μακάριο το γνήσια Ορθόδοξο πνεύμα του Κολλυβαδισμού. Όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας, ο Άγιος Νικηφόρος και  προγενέστερα όταν ήταν στη Νέα Μονή «ανέλαβε την τακτικήν διδασκαλίαν των μοναχών δια τακτικών κηρυγμάτων, διδασκαλίαν ου μόνον γραμμάτων αλλά πραγμάτων και αρετής».12 Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ο  Όσιος Νικηφόρος, λόγω της εξαιρετικής μορφώσεώς του επί πολλά έτη είχε διατελέσει διδάσκαλος στην περίφημη Σχολή της Χίου.13

Ο Γεώργιος Ζολώτας (1845-1906) διασώζει και την εξής αξιόλογη πληροφορία: «Εκ των ηγαπημένων μαθητών του Νικηφόρου είς ήτο και ο Μακάριος Γαρής, αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Πλάτωνος, συναπαγχονισθείς αυτώ τω 1822».14 Συνεπώς ο Άγιος δεν υπήρξε απλά μαθητής του, αλλά μεταξύ των πολλών  μαθητών του και των πνευματικών του τέκνων15 από τους πιο αγαπητούς στον Όσιο Νικηφόρο, προφανώς γιατί διακρινόταν για την φιλομάθειά του, και κυρίως για τις αρετές του.

Στη Μονή του Άγιου Γεωργίου στα Ρεστά εκτός του Γέροντός του, Οσίου Νικηφόρου, μόνασαν και οι : Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1811-1813), και Νείλος ο Καλόγνωμος ο Χίος (+ 1813). Δεν γνωρίζουμε αν ο Ιερομάρτυρας είχε τη θεία ευλογία να τους έχει ως συμμοναστές του και πνευματικούς ποδηγέτες του. Είναι όμως πολύ πιθανό να συνέβη αυτό για μικρό διάστημα προ της Κοιμήσεώς τους.

Εάν γνωρίζαμε το πότε ο ίδιος προσήλθε στη Μονή Ρεστών, θα μπορούσαμε να το απαντήσουμε με βεβαιότητα

Κοντά στον Άγιο Νικηφόρο έζησε και υπήρξε μαθητής του και πνευματικό τέκνο του και ο Άγιος Πλάτων, μετέπειτα Μητροπολίτης Χίου, ο Ιερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας. Ο Άγιος Πλάτων τιμούσε όλως ιδιαιτέρως και σεβόταν ως πνευματικό του πατέρα τον Όσιο Νικηφόρο.16 Πιθανότατα, επισκεπτόμενος τον Άγιο Νικηφόρο στη Μονή των Ρεστών, θα γνώρισε και τον Άγιο Μακάριο. Έχοντας λοιπόν ο ίδιος εκτιμήσει τα πνευματικά προσόντα του Αγίου Μακαρίου, αλλά και με προτροπή και σύσταση του ίδιου του Αγίου Νικηφόρου, ο Άγιος Πλάτων ζήτησε από τον Άγιο Μακάριο να τον ακολουθήσει, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του Διακόνου του. Με την ευλογία του Αγίου Νικηφόρου ο Άγιος Μακάριος ακολούθησε τον Άγιο Πλάτωνα αφήνοντας την πνευματική ησυχία της Μονής των Ρεστών και τον αγαπητό του Γέροντα. Όπως μαρτυρεί ο Γεώργιος Ζολώτας : «παρ’ ου (δηλ. του Αγίου Νικηφόρου) έλαβεν αυτόν ο Πλάτων».17 Σύμφωνα με την Αιμιλία Γ. Ζολώτα - Σάρρου, ο Άγιος Μακάριος «προσελήφθη αρχιδιάκονος του εν έτει 1817 ελθόντος Μητροπολίτου Πλάτωνος, ακολουθήσας αυτόν έως τέλους».18 Παρότι η λακωνική της έκφραση δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρη, μας αφήνει να υποθέσουμε ότι το 1817 ή λίγο μετά πρέπει να συνέβη η αποχώρηση του Αγίου Μακαρίου από τα Ρεστά. Λίγο πιο σαφής είναι η αναφορά του πατρός της Γ. Ζολώτα: «παρ’ ου (δηλ. του Αγίου Νικηφόρου)  έλαβεν αυτόν ο Πλάτων ελθών εις Χίον τω 1817».19 Ο Άγιος Πλάτων επέστρεψε στη Χίο ως ο νέος Ποιμενάρχης του νησιού αρχές ή μέσα Απριλίου του 1817.20

Πότε ακριβώς χειροτονήθηκε Διάκονος ο Άγιος Μακάριος κι αυτό δεν είναι γνωστό. Το βέβαιο είναι ότι είχε χειροτονηθεί πριν φύγει από το Μονύδριο των Ρεστών. Με βάση τα προαναφερθέντα γραφόμενα από τους ιστορικούς Γεώργιο  Ζολώτα21 και την Αιμιλία Γ. Ζολώτα – Σάρρου,22 τα οποία και  προαναφέραμε, ο Άγιος Μακάριος πρέπει να επιλέχθηκε από τον Μητροπολίτη Πλάτωνα το 1817 ή λίγο μεταγενέστερα, προκειμένου να εκτελεί τα χρέη του Διακόνου του, ενώ ήταν ήδη Ιεροδιάκονος. Το πιθανότερο λοιπόν είναι  να είχε χειροτονηθεί προ του 1817 από τον προκάτοχο τού Πλάτωνα, Μητροπολίτη Χίου Διονύσιο (1798 ή 1799 -1817) χωρίς να μπορεί να προσδιορισθεί και το ακριβές έτος της χειροτονίας του. Το απόλυτα διαπιστωμένο είναι ότι στον κατάλογο των συνδρομητών, στο βιβλίο «Ιστορία της Παλαιάς Γραφής» καταχωρείται ως «Ο Ιεροδιάκονος κυρ. Μακάριος Γιόμελος». Το συγκεκριμένο βιβλίο κυκλοφόρησε μετά τον Ιούλιο του 1819, χρονικό όριο που αποτελεί το terminus ante quem για τη χειροτονία του σε Ιεροδιάκονο.23 Υπάρχει η πληροφορία ότι ο Άγιος Μακάριος διετέλεσε ιεροδιάκονος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Βροντάδου. Κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται, καθώς η Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεστών βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή του Βροντάδου. Αν ευσταθεί η πληροφορία, αυτό θα συνέβη προτού αναλάβει καθήκοντα διακόνου του Μητροπολίτου Πλάτωνος.24

Προφανώς ο Μητροπολίτης Χίου, Άγιος Πλάτων, δεν του απέδωσε εξ αρχής το οφίκιο του Αρχιδιακόνου. Σ’ αυτό συνηγορεί η προαναφερθείσα μαρτυρία, όπου εν έτη 1819 δηλώνει ακόμη Ιεροδιάκονος. Το ότι υπήρξε όμως Αρχιδιάκονος το βεβαιώνει και ο Γεώργιος Ζολώτας: «ο Μακάριος Γαρής, αρχιδιάκονος του Μητροπολίτου Πλάτωνος, συναπαγχονισθείς αυτώ τω 1822».25

Η επιλογή του Αγίου Μακαρίου από τον Άγιο Πλάτωνα ως Διακόνου του αποτελεί έμμεση μαρτυρία για την προσωπικότητα του πρώτου. Ο Άγιος Πλάτων υπήρξε ένας άξιος Ιεράρχης, ανεπίληπτου ήθους άνθρωπος και με αξιόλογη παιδεία. Το ότι επέλεξε τον Μοναχό αυτόν ως Διάκονό του και τον διατήρησε συνεχώς σ’ αυτήν τη θέση για πέντε έτη μέχρι το 1822, οπότε αξιώθηκαν και οι δύο του μαρτυρικού θανάτου, φανερώνει ότι δεν έκανε μια επιλογή τυχαία ή εξ ανάγκης, αλλά και ότι ο χρόνος που περνούσε τον δικαίωνε. Προφανώς ο Άγιος Μακάριος υπήρξε Μοναχός και Κληρικός που κοσμούσε την τοπική Εκκλησία της Χίου. Η θέση του Αρχιδιακόνου δεν προορίζεται για τυχαία πρόσωπα. Αντιθέτως είναι μια θέση για πρόσωπα που έχουν ζήλο να διακονήσουν την Εκκλησία με βαρύ φόρτο εργασίας και πολλές ευθύνες, αφού ο Αρχιδιάκονος πρέπει να επικουρεί τον Επίσκοπό του στο πολύπλευρο και πολυεύθυνο ποιμαντικό έργο που αυτός έχει επωμισθεί.

            Από το 1817 έως το 1822 ακολούθησε πιστά τον Άγιο Πλάτωνα ως Διάκονος και Αρχιδιάκονός του. Ο Μητροπολίτης Χίου Άγιος Πλάτων περιόδευε συχνά σε όλα τα χωριά, ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα, αλλά και στις Μονές της επαρχίας του, ιερουργώντας και κηρύττοντας, και ασκώντας με ζήλο τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Ο Άγιος Μακάριος θα τον είχε ακολουθήσει πολλές φορές σ’ αυτές τις περιοδείες. Ίσως όχι σε όλες, καθώς ο Άγιος Πλάτων είχε τουλάχιστον άλλον ένα διάκονο, τον Ιεροδιάκονο Γρηγόριο Ψαλτάκη από τη Μονή του Αγίου Γεωργίου Στηρά στην Καλλιμασιά.26 Διακονώντας δίπλα στον Μητροπολίτη του, Άγιο Πλάτωνα, θα είχε γνωρισθεί με όλα τα διακεκριμένα πρόσωπα που ζούσαν ή είχαν επισκεφθεί τη νήσο Χίο. Κατά τον Ομ. καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Νικόλαο Κρουσουλούδη, ο Μητροπολίτης Χίου Πλάτων ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και «ασφαλώς θα εμύησε και άλλους εις αυτήν».27 Συνεπώς πιστεύουμε ότι θα ήταν απίθανο να μην είχε φροντίσει να μυήσει και τον Άγιο Μακάριο. Αφενός, γιατί ήταν πρόσωπο στο οποίο είχε μεγάλη εμπιστοσύνη και αφετέρου, ως Αρχιδιάκονός του και όντας το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μαζί του, θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζει τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Γάλλος περιηγητής Marie Louis comte de Marcellus,28 επισκεπτόμενος τη Χίο  το 1820 γνώρισε τον Μητροπολίτη Πλάτωνα, πιθανότατα και τον Διάκονό του τον Άγιο Μακάριο. Ενθουσιασμένος από την προσωπικότητα του Χίου Ιεράρχου θα γράψει σε έργο του ότι ο Πλάτων είναι πρόσωπο «του οποίου επηνούντο η δικαιοσύνη και τα θρησκευτικά αισθήματα».29 Με χαρά θυμόταν την ευγένεια με την οποία τον υποδέχθηκε. Στη συζήτηση που είχαν, μέγιστη εντύπωση τού προκάλεσαν οι αναφορές του λογίου Μητροπολίτου Χίου στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και η γενικότερη προσπάθειά του να εμφυσήσει στον συνομιλητή του την αγάπη, που ο ίδιος έτρεφε προς την Ελλάδα. Αναφέραμε όλα τα παραπάνω, για να σκιαγραφήσουμε με έμμεσο τρόπο και την προσωπικότητα του Αγίου Μακαρίου του Ιερομάρτυρος. Όπως ήδη προαναφέραμε, ο Άγιος Πλάτων θα επέλεξε μεταξύ των διακόνων – που τότε στη Χίο ήταν αρκετοί – για Αρχιδιάκονό του πρόσωπο, το οποίο θα ήταν σύμψυχο με αυτόν. Θα είχε τον ίδιο ηθικό χαρακτήρα με αυτόν και την ίδια ζέουσα πίστη στον Χριστό και στην Εκκλησία. Θα εμφορείτο από την ίδια θερμή αγάπη για την Ελλάδα και τον ίδιο πόθο για την απελευθέρωσή της. Επίσης ένας λόγιος Ιεράρχης δεν θα μπορούσε να έχει δίπλα του έναν αγράμματο διάκονο, αλλά κάποιον, ο οποίος βεβαίως θα είχε τουλάχιστον στοιχειώδη παιδεία και πιθανόν κάτι περισσότερο αυτής.

Αναντίρρητα ο Άγιος Μακάριος υπήρξε φιλομαθής. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί η αναφορά του ονόματός του ως συνδρομητή για την εκτύπωση νέων συγγραμμάτων.30 Τα βιβλία αυτά, στα οποία είχε συνδράμει χρηματικά για την εκτύπωσή τους, αποτελούν παράλληλα και έμμεση μαρτυρία ότι θα είχε αγοράσει και άλλα, που ήδη είχαν εκτυπωθεί και κυκλοφορούσαν στον Ελλαδικό χώρο. Οι περιορισμένες οικονομικές δυνάμεις του ως Ιεροδιακόνου, φυσικά και δεν θα του επέτρεπαν να διαθέτει μία πολύτομη και αξιόλογη προσωπική βιβλιοθήκη, αλλά πιθανότατα θα διέθετε λίγες δεκάδες βιβλίων. Ας μη λησμονούμε ότι την εποχή αυτή στον Τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό τα βιβλία ήταν σπάνια και η απόκτησή τους κόστιζε αρκετά.

Ως συνδρομητή για την εκτύπωση νέων βιβλίων, δυο περιπτώσεις μάς είναι γνωστές:

α) Για το βιβλίο «Νέον Λειμωνάριον, περιέχον Μαρτύρια παλαιά και νέα και βίους Οσίων», το οποίο τυπώθηκε στη Βενετία το 1819 ως συλλογικό έργο τριών Κολλυβάδων Αγίων, του Αγίου Μακαρίου Νοταρά, του Αγίου Αθανασίου του Παρίου και του Αγίου Νικηφόρου του Χίου. Στις τελευταίες σελίδες του τόμου υπάρχει «Κατάλογος των φιλογενών συνδρομητών». Στη στήλη, όπου περιέχονται τα ονόματα των « Εν Χίω» συνδρομητών, αναγράφεται «Ο Πανοσ. κύρ Μακάριος Γέμελος» για «4 Σώματα»,31 δηλαδή τέσσερα τεμάχια. Είναι προφανές ότι το ένα αντίγραφο θα το κρατούσε για προσωπική μελέτη, ενώ τα άλλα τρία τα παρήγγειλε έχοντας σκοπό του να τα δωρίσει σε άλλα πρόσωπα, που δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να τα αγοράσουν. Αυτό αποκαλύπτει αφ’ ενός τον σεβασμό που έτρεφε προς τους τρεις Οσίους, που συνέταξαν το θεοφιλές αυτό σύγγραμμα, αλλά και τον ζήλο του το ψυχωφελές αυτό βιβλίο να διαδοθεί και να μελετηθεί από όσο το δυνατόν περισσότερους χριστιανούς. Όπως χαρακτηριστικά αναγράφθηκε στον διευκρινιστικό υπότιτλο του έργου, ο πνευματικός αυτός καρπός των τριών Οσίων εκτυπώθηκε «Εις κοινήν απάντων των Ορθοδόξων ωφέλειαν». Αλλά και αφ’ ετέρου αποτελεί μαρτυρία ότι ο Άγιος Μακάριος εξασκούσε έμπρακτα την αρετή της φιλανθρωπίας, όπως άλλωστε τον είχε διδάξει ο Γέροντάς του Όσιος Νικηφόρος.

            β) Επίσης το 1819 υπήρξε συνδρομητής για την έκδοση του έργου «Ιστορία της Παλαιάς Γραφής», που αποτελούσε μετάφραση του Γερμανικού πρωτοτύπου από τον Αγιασσιώτη ιερομόναχο Γρηγόριο Καλαγάνη, και τυπώθηκε στη Βιέννη το 1819 – 1821. Στο τέλος του πρώτου τόμου του βιβλίου υπάρχει «Κατάλογος των μέχρι τούδε φιλοκάλων Συνδρομητών». Μεταξύ άλλων ονομάτων συνδρομητών από την Χίο, με πρώτο τον Μητροπολίτη Χίου Πλάτωνα, αναφέρεται και : «Ο Ιεροδιάκονος κυρ. Μακάριος Γιόμελος» για «1 Σώμα», δηλαδή ένα τεμάχιο του βιβλίου αυτού.32 Η συνδρομή αφορούσε όχι μόνο τον πρώτο τόμο, αλλά και τους επόμενους δύο. Ο δεύτερος και ο τρίτος τόμος κυκλοφόρησαν με τον τίτλο «Ιστορία της Νέας Γραφής» μετά τον Αύγουστο του 1821.33 Το τρίτομο αυτό σύγγραμμα τυπώθηκε σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων για την εποχή του, δηλαδή πάνω από 1500, που τα περισσότερα παρέμειναν αδιάθετα, λόγω της κηρύξεως της Ελληνικής Επαναστάσεως.34 Πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ο Άγιος Μακάριος δεν έλαβε ποτέ τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο, λόγω της δύσκολης επικοινωνίας του Ευρωπαϊκού χώρου με την ήδη Επαναστατημένη Ελλάδα. Εκτός αυτού, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, από τον Μάιο του 1821 ή το πιθανότερο από 27 Δεκεμβρίου 1821 ήταν φυλακισμένος στο Φρούριο της Χίου.

            Στο  πολύ γνωστό τρίτομο έργο του Άγιου Νικοδήμου του Αγιορείτου «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», εκτυπωμένο στη Βενετία το 1819, στο τέλος του τρίτου τόμου υπάρχει «Κατάλογος των εν τη παρούση ιερά βίβλω του Συναξαριστού περιεχομένων ονομάτων των φιλογενών Συνδρομητών». Μεταξύ των ονομάτων διαβάζουμε : «Ο Πανοσιολ. κυρ Νικηφόρος ο εν Ρευστοίς 3 σώματα, ο Αυτός υπέρ Ανωνύμων τινών 3 σώματα, Ο Οσιολογιώτ. Ιεροδιακ. κυρ Ιωσήφ εξ Αγράφων 3 σώματα»35 Οι εφησυχάζοντες στη Μονή του Αγίου Γεωργίου των Ρεστών, Όσιος Νικηφόρος ο Χίος και ο Ιωσήφ ο εξ Αγράφων παραγγέλλουν συνολικά εννέα αντίγραφα του «Συναξαριστή», δυο για προσωπική τους χρήση και επτά για αλλά πρόσωπα. Αν και δεν διασώζεται κάποια σχετική μαρτυρία, πιστεύουμε ότι δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποθέσουμε ότι μεταξύ των επτά άλλων αποδεκτών του τρίτομου αυτού έργου θα ήταν και ο παλιός συμμοναστής τους ο Άγιος Μακάριος και ο Άγιος Πλάτων. Την υπόθεσή μας ενισχύει και το ότι μεταξύ των περίπου εκατό συνδρομητών – αριθμού εντυπωσιακού για την εποχή – από την Χίο, κληρικών, μοναχών και λαϊκών, δεν υπάρχουν τα ονόματα Μακαρίου και Πλάτωνος. Πρέπει να θεωρούμε απίθανο να μην ενδιαφέρθηκε ο λόγιος Ιεράρχης της Χίου Πλάτων και ο Αρχιδιάκονός του Μακάριος για ένα σύγγραμμα, για το οποίο τόσο ενδιαφέρον επέδειξε ο σεβαστός τους Γέροντας ο Όσιος Νικηφόρος. Συνεπώς, όχι αδίκως, πρέπει να υποθέσουμε ότι πίσω από την παραγγελία υπέρ «Ανωνύμων τινών» κρύβονται και οι Άγιοι Πλάτων και Μακάριος.

            Όταν τον Απρίλιο του 1821 ο ελληνικός στόλος με αρχηγό τον ναύαρχο Ιάκωβο Τομπάζη εμφανίσθηκε στα παράλια της Χίου, οι Οθωμανοί της Χίου ανησύχησαν έντονα, καθώς υποπτεύονταν ότι οι Χιώτες θα συνεργαστούν στην πιθανολογούμενη απόβαση των ελληνικών δυνάμεων στο νησί. Γι’ αυτό, κοντά σε αλλά μέτρα που έλαβαν, απαίτησαν να εμφανισθούν ο Αρχιερέας της Χίου και 33 πρόκριτοι από τις πλουσιότερες οικογένειες του νησιού, και να κρατηθούν ως όμηροι, «ενέχυρα» στο οχυρωμένο φρούριο της πόλεως της Χίου. Αν οι Χίοι εκδηλώνονταν υπέρ της Επαναστάσεως, οι πρώτοι που θα πλήρωναν με την ζωή τους θα ήταν αυτοί οι όμηροι.

Σύμφωνα με τα Απομνημονεύματα του Χιακής καταγωγής Επισκόπου Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Γρηγορίου Φωτεινού (1811-1900), ο οποίος γνώριζε από πρώτο χέρι τα συμβάντα, καθώς βίωσε προσωπικά τα τραγικά αυτά γεγονότα: «ο Πλάτων κληθείς προείδε τον θάνατον. έκλαυσε, μετέλαβε, παρέλαβε και τον διάκονόν του». Ο Επίσκοπος Γρηγόριος όμως δεν αναφέρει το όνομα του διακόνου αυτού.36 Το ίδιο και ο Χίος Αλέξανδρος Βλαστός (1813 – 1844) στο ιστορικό του έργο Χιακά, αναφερόμενος στη φυλάκιση του Μητροπολίτη Πλάτωνα γράφει ότι συνοδευόταν από «ένα των αυτού διακόνων».37 Ο Χίος ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας, αναφέρει ότι φυλάκισαν στο Φρούριο οι Τουρκικές αρχές 33 έγκριτους πολίτες  «και μετ’ αυτών τον ιεράρχην Πλάτωνα μετά του αρχιδιακόνου του Μακαρίου Γαρή».38 Με αυτόν συμφωνεί και ο Αρχ. Ιωάννης Ανδρεάδης, γράφοντας ότι ο διάκονος που συνόδευσε τον Άγιο Πλάτωνα στη φυλακή τον Απρίλιο του 1821 ήταν ο Άγιος Μακάριος.39

Αντίθετη άποψη όμως έχει ο Ομ. καθηγητής Νικόλαος Κρουσουλούδης, ο οποίος υποστηρίζει ότι  ο Άγιος Πλάτων ερχόμενος στο Φρούριο της Χίου,  προκειμένου να κρατηθεί ως όμηρος, δεν είχε μαζί του τον Αρχιδιάκονό του Μακάριο, αλλά τον Ιεροδιάκονο Γρηγόριο Ψαλτάκη, ο οποίος και παρέμεινε μαζί του μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου 1821. Τότε οι Τουρκικές αρχές δέχθηκαν να δημιουργηθούν δύο ομάδες αιχμαλώτων από τους προκρίτους, οι οποίες θα εναλλάσσονταν κάθε μήνα. Τα μέλη της πρώτης ομάδας θα παρέμεναν φυλακισμένα μέσα στο κάστρο για ένα μήνα και, όταν θα τους αντικαθιστούσαν τα μέλη της δεύτερης ομάδας, θα απελευθερώνονταν προσωρινά, για να επανέλθουν στη φυλακή μετά από ένα μήνα, προκειμένου να απελευθερωθεί τότε η δεύτερη ομάδα. Εξαίρεση θα αποτελούσε μόνο ο Μητροπολίτης, ο οποίος δεν θα αποφυλακιζόταν. Έτσι τον Ιανουάριο του 1822 βρέθηκε για πρώτη φορά ο Άγιος Μακάριος στη φυλακή με τον Μητροπολίτη. Τον Φεβρουάριο απελευθερώθηκε και τον αντικατέστησε ο Ιεροδιάκονος Γρηγόριος. Τον Μάρτιο επέστρεψε ο Άγιος Μακάριος και έμεινε στη φυλακή διακονώντας τον Μητροπολίτη του έως και την ημέρα του μαρτυρίου τους.40

Αρχικώς όλοι οι όμηροι φυλακίσθηκαν σε ένα ελεεινό δωμάτιο, μέσα στο οποίο ασφυκτιούσε η ομάδα των άνω των τεσσαράκοντα Ελλήνων ομήρων, καθώς βαθμιαία οι Τούρκοι πρόσθεσαν και νέους κρατούμενους στους ήδη υπάρχοντες. Σύντομα έλαβαν την άδεια  να ενοικιάσουν με δικά τους έξοδα ένα καφενείο μέσα στο Φρούριο, προκειμένου να υπάρχει κάποια ανακούφιση από απόψεως χώρου και εκεί παρέμεναν διατρεφόμενοι με τρόφιμα που φρόντιζαν να στέλνουν οι συγγενείς τους.41

Σημαντική επ’ αυτών είναι η μαρτυρία ενός σύγχρονου με τα γεγονότα μάρτυρα, του Ανδρέα Ζαννή Μάμουκα (1801 – 1884), ο οποίος, ενώ αρχικά είχε συλληφθεί ως όμηρος και φυλακίσθηκε στο Κάστρο, αντικαταστάθηκε από τον πατέρα του, Ζαννή Μάμουκα. Τις σχετικές πληροφορίες που μπόρεσε να συλλέξει κατέγραψε σε κείμενά του. Η ζωή τους, κατά τον Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, «ήτο μεν οχληρά, ουχί δε πάρα πολύ τυραννική».42

Όμως από την πρώτη ημέρα της φυλακίσεώς τους η «ανάσα» του θανάτου ήταν σ’ αυτούς καθημερινά αισθητή και μόνιμη. Ούτε οι «όμηροι» ούτε κανείς άλλος έτρεφαν ψευδαισθήσεις για τις προθέσεις των Τούρκων. Το Οθωμανικό γιαταγάνι επί μήνες κυριολεκτικά κρεμόταν πάνω από τις κεφαλές τους. Όπως διαπιστώνει ο Διονύσιος Α. Κόκκινος: «η παραμικρά κίνησις του (Ελληνικού) στόλου προς τον λιμένα της Χίου θα είχε ως πρώτην συνέπειαν την σφαγήν εκείνων των ανθρώπων».43

Όπως προαναφέραμε, τον Φεβρουάριο του 1822 ο Άγιος Μακάριος βρέθηκε προσωρινά έξω από το κάστρο, αφού τη θέση του πήρε ο άλλος Διάκονος του Μητροπολίτου Πλάτωνος, ο Γρηγόριος. Τότε, ο Άγιος Μακάριος, αφού είχε ήδη αποκτήσει επί ένα μήνα την εμπειρία της κρατήσεως, θα μπορούσε να είχε δειλιάσει και να υποπέσει στον πειρασμό να μην επιστρέψει. Δεν θα του ήταν δύσκολο να κρυφθεί σε κάποιο απομονωμένο σημείο του νησιού. Επίσης θα μπορούσε να είχε διαφύγει με πλοιάριο προς τα Ψαρά ή τη Σάμο. Σίγουρα θα πέρασε από το μυαλό του η σκέψη ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτή η εκ περιτροπής και ανά μήνα φυλάκιση μπορούσε να κρατήσει για πολλά ακόμη χρόνια ή και να γίνει μόνιμη. Η ωμότητα και βαρβαρότητα των Τούρκων ήταν ήδη γνωστή, αλλά μήνα με τον μήνα στην άλλοτε ευημερούσα Χίο είχε αρχίσει να εκδηλώνεται με κάθε είδους πρόσχημα. Τα παλιά προνόμια της Χίου και η δύναμη της ήδη φυλακισμένης Δημογεροντίας φάνταζαν με όνειρο νυκτερινό. Ήδη από τον Απρίλιο του 1821 οι Τούρκοι είχαν απαγχονίσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και πολλούς Αρχιερείς, μεταξύ των οποίων και δύο Χίους, τον Εφέσου Διονύσιο Καλλιάρχη και τον Ανδριανουπόλεως Δωρόθεο Πρώιο. Καθήκον όμως του Μακαρίου ήταν να μην εγκαταλείψει και να μην απογοητεύσει τον Δεσπότη του σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες, όπως ο Απόστολος Τιμόθεος δεν εγκατέλειψε τον Απόστολο Παύλο και στις δυο φυλακίσεις του στη Ρώμη. Καθήκον του ήταν να δώσει, αν χρειαζόταν, ομολογία πίστεως στον Χριστό, υπογράφοντάς την με το αίμα του μαρτυρίου του και να μην δειλιάσει. Καθήκον του ήταν να μην αφήσει να ξεσπάσει με τη φυγή του η οργή των Οθωμανών πάνω στην οικογένειά του και να μη γίνει εκείνος η ζητούμενη αφορμή για να κακοποιηθούν οι Χριστιανοί της περιοχής του. Όπως ο Απόστολος Παύλος και ο Απόστολος Σίλας στους Φιλίππους, αν και μπορούσαν να δραπετεύσουν από τη φυλακή μετά τον σεισμό, δεν το έκαναν, για να μην τιμωρηθεί ο φύλακας.

Στις 11 Μαρτίου 1822 αποβιβάσθηκαν στο νησί περίπου 2500 Σαμιώτες με αρχηγούς τον Λυκούργο Λογοθέτη και τον Χιώτη Αντώνιο Μπουρνιά, οι οποίοι πέτυχαν να περιορίσουν τους Τούρκους στο οχυρωμένο Φρούριο της πόλεως της Χίου. Ο Επίσκοπος Γρηγόριος στα Απομνημονεύματά του γράφει : «Αρξαμένης της πολιορκίας εβλήθησαν άπαντες  εις την σκοτεινήν ειρκτήν του φρουρίου κατά την νοτίαν πύλην».44 Για να εκδικηθούν λοιπόν οι Τούρκοι τους Έλληνες που αγωνίζονταν για την ελευθερία τους, μετέβαλαν τον χώρο κρατήσεως των ομήρων μεταφέροντάς τους σε άλλο χώρο του Κάστρου.

Κατά τον Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, ο λάκκος, στον οποίον έριξαν τον προφήτη Δανιήλ, ήταν λιγότερο φρικτός από αυτή τη φυλακή. Οι απειλές «των αιμοβόρων Τούρκων» που αυτοί ξεστόμιζαν καθημερινά, όταν άνοιγαν τη φυλακή για να τους δώσουν τη λίγη τροφή, ήταν ακόμη πιο τρομακτικές και από τους βρυχηθμούς των λεόντων.45 Και συνεχίζει την περιγραφή του ο Μάμουκας: «Εις δύο δωμάτια στενά, σκοτεινά, βρωμερά, ανήλια, υγρά και χωρίς αέρα, εις τα οποία ουδέ επί μίαν στιγμήν δύναται άνθρωπος να παραμείνη, παρέμειναν ο τρισόλβιος Ιερομάρτυς Μητροπολίτης Χίου Πλάτων και οι εν αυτώ κληρικοί και λαϊκοί επί 41 ημέρας, τρεφόμενοι ημερησίως με 60 – 80 δράμια εικοσαετούς παξιμαδίου σκωληκοβρώτου, το οποίον δεν διέφερε καθόλου από το τούβλο κατά το χρώμα και την σκληρότητα, παρά μόνον κατά το πλήθος των σκωλήκων, όπου εις το τούβλο δεν δύνανται να εμφωλεύσουν. Νερόν τούς εδίδετο ένα μικρόν ποτήριον ημερησίως ακάθαρτον και βρωμερόν. Εκτός δε των δεινών τούτων, είχον και το υπεράριθμον πλήθος των κακωτικών της κεφαλής και του σώματος ζωυφίων, τα οποία και των ολίγον ύπνον, του οποίου είχον ανάγκην προς σωματικήν ανάπαυσιν, τους διέκοπτον».46

            Τις άθλιες συνθήκες φυλακίσεως του Αγίου Μακαρίου και των άλλων ομήρων επιβεβαιώνει και ο υπεύθυνος γι’ αυτές, δηλαδή ο Οθωμανός διοικητής του νησιού Βαχίτ πασάς, ένα πραγματικό ανθρωπόμορφο τέρας. Ομολογεί λοιπόν στα Απομνημονεύματά του ότι, ενώ ήδη είχαν αρχίσει οι σφαγές στο νησί διέταξε να φέρουν ενώπιόν του από «τας σκοτεινάς φυλακάς» τον «αρχιερέα της νήσου, και μερικούς προεστώτας».47 Τα σώματά τους ήταν πραγματικοί σκελετοί. Όπως παρατηρεί ο ίδιος χαιρέκακα, βγήκαν από το κελί της φυλακής όχι άνθρωποι με σώματα, αλλά «σκέλεθρα»,48 δηλαδή ζωντανοί ανθρώπινοι σκελετοί. Στη μαρτυρία αυτή δεν αναφέρεται ονομαστικά το πρόσωπο του Αγίου Μακαρίου, αλλά εξυπακούεται ότι, καθώς κι εκείνος ήταν φυλακισμένος μαζί με όλους τους υπόλοιπους ομήρους και διαβιούσε κάτω από τις ίδιες απάνθρωπες συνθήκες, και το δικό του σώμα θα είχε καταστεί σκέλεθρον.

Στις 30 Μαρτίου 1822 πολυάριθμα τουρκικά πλοία αποβίβασαν χιλιάδες Τούρκους στις ακτές της Χίου. Μετά από μικρή αντίσταση των ολιγάριθμων, ανόργωτων και φτωχά εξοπλισμένων Ελλήνων, το νησί καταλήφθηκε και άρχισε η ανελέητη σφαγή.

Ο Βαχίτ πασάς, όπως καταγράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, διέταξε την εκτέλεση όλων των Ελλήνων ομήρων που κρατούσε στη φυλακή του Φρουρίου, αφενός μεν για να εφαρμόσει τη σχετική σουλτανική διαταγή και αφετέρου για να κατευνάσει τους Οθωμανούς στρατιώτες που ήθελαν να επιτεθούν στη Σάμο και στα Ψαρά. Γράφει χαρακτηριστικά: «Οι άπιστοι ούτοι εξήχθησαν εκ των φυλακών δια τελευταίαν φοράν και ήσαν 63 άτομα μετά του μητροπολίτου των, και απεφασίσθη ο κρεμασμός αυτών».49 Ο Αλέξανδρος Βλαστός αναφέρει ότι την ληφθείσα απόφαση του Βαχίτ πασά υποκίνησαν και «ενήργησαν μάλιστα και πρώτιστα οι έγκριτοι της Χίου Τούρκοι».50

Κατά τον Ανδρέα Ζ. Μάμουκα την Κυριακή 23 Απριλίου 1822, στις 4 το πρωί, οι Τούρκοι άρχισαν να τους βγάζουν από την φυλακή κατά ομάδες των δέκα ατόμων. Στην πρώτη ομάδα «ευγάζουν, πρώτον τον Μητροπολίτην συντροφευμένον με άλλους 9».51

Ο Μικές Χρυσοβελόνης διέσωσε την εξής σχετική αφήγηση, όπως την είχε ακούσει από τον πατέρα του Ιωάννη Χρυσοβελόνη, ο οποίος έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση : «Μίαν Κυριακήν, ολίγον πριν να ξημερώση, εις τας 23 Απριλίου του 1822, εορτήν του Αγίου Γεωργίου, μέσα εις το Κάστρον της Χίου, ένας πελώριος μαύρος της Αφρικής, ο δήμιος, έσκυψε και έχωσε το κεφάλι του από το μικρό πορτάκι της σκοτεινής φυλακής, όπου ήσαν φυλακισμένοι πρόκριτοι χριστιανικών οικογενειών του νησιού, οι οποίοι εκείνην την στιγμήν ήσαν ξαπλωμένοι επάνω στο πλακόστρωτο της φυλακής. Ο αράπης έγνεψε στον Επίσκοπο της Χίου, Πλάτωνα Φραγκιάδην, και στον Διάκονό του Γαρή Μακάριον, να περάσουν έξω εις την αυλήν να τον περιμένουν και έπειτα γύρισε εις τους άλλους φυλακισμένους που ήσαν κοντά εις το πορτάκι και τους εκάλεσε με ένα νεύμα του μαύρου του κεφαλιού να τον ακολουθήσουν …Κατά τας 6 το πρωί 70 φυλακισμένοι εκ των 83 χριστιανών ομήρων, εκρέμοντο, διαταγή της Υψηλής Πύλης, εις μίαν γραμμήν από την αυλήν της σκοτεινής φυλακής, έως το κέντρον της πλατείας Βουνακίου».52 Την μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει και ο ιστορικός Γεώργιος Ζολώτας γράφοντας : «γυμνούς και ανυποδήτους απάγοντες, μόνον χιτώνα ένα κατά τα νενομισμένα φέροντας και τας χείρας δεδεμένας οπίσω, εξήγαγον, ένα μετά τον άλλον της σκοτεινής φυλακής την 23 Απριλίου, περί ώραν 10ην π.μ. περίπου ημέραν Κυριακήν. Πρώτον εξήγαγον τον Μητροπολίτην, μετά του διακόνου του Μακαρίου Γαρή …».53

Ο Γάλλος στρατιωτικός και φιλέλληνας Ζαν Φρανσουά Μαξίμ Ρεμπώ (Jean-François Maxime Raybaud 1795 – 1894) στο δίτομο έργο του «Αναμνήσεις από την Ελλάδα» (Mémoires sur la Grèce), συγγράμματος, που τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι ιστορικοί αναγνωρίζουν ως αντικειμενικό, μας προσφέρει μια σχετική μαρτυρία. Πέραν της αντικειμενικότητός του η μαρτυρία του είναι σημαντική, καθώς ο ίδιος βρέθηκε στο νησί την εποχή των Σφαγών. Γράφει λοιπόν ο Ρεμπώ : «Ανέτειλεν η αυγή της μεγάλης ημέρας του Πάσχα, ότε ο Αρχιερεύς ανεσύρθη εκ του δεσμωτηρίου και ώδευσε προς τον θάνατον. Μετ’ αυτού ταυτοχρόνως συνεμαρτύρησεν και ο διάκονός του Μακάριος. Ο θάνατός των υπήρξεν αντάξιος αληθών ηρώων της Ελληνικής ιστορίας».54

Ο Φρ. Πάσκουα, ο οποίος ήταν υποπρόξενος της Ολλανδίας στη Χίο το 1822, στο «ημερολόγιο», που ήταν υποχρεωμένος να τηρεί, αναφέρει: «5 Μαΐου.55 Μετά το μεσημέρι έβγαλαν από τις φυλακές τον Δεσπότη, τους προεστούς και όλους τους κρατούμενους που βρίσκονταν όμηροι στο κάστρο. τους έγδυσαν και τους κρέμασαν τον έναν δίπλα στον άλλο σαν τ’ αρνιά, περίπου 100 ή περισσότεροι οι κρεμασμένοι που προκαλούσαν φρίκη και οίκτο. το να βλέπεις την ανθρώπινη ύπαρξη γυμνή προκαλεί οίκτο».56

Σύμφωνα λοιπόν με όσα κατέγραψε ο Ανδρέας Μάμουκας, ο Αρχιερεύς της Χίου Πλάτων, ο διάκονός του, Μακάριος, και οι άλλοι όμηροι βάδισαν προς την αγχόνη με προθυμία και η χαρά ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Οδηγούνταν προς το Μαρτύριο και δεν έχυσαν ούτε ένα δάκρυ.57

Ένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας ο Χίος Χριστόφορος Π. Καστάνης αφηγείται: «Η συμπεριφορά των θυμάτων, πριν από το θάνατο, ήταν χριστιανοπρεπής. Προχώρησαν με ζωηρή επιθυμία προς το ικρίωμα και πέθαναν χωρίς ένα ψίθυρο. Η φανερή ωχρότης του προσώπου τους μετά τον θάνατον ήταν μια εικόνα της εσωτερικής τους αγνότητος».58

«Ο Τουρκικός όχλος από τα τείχη του Κάστρου χειροκροτεί και φωνάζει μανιωδώς».59 Τουρκικό πλήθος, συνωστιζόταν γύρω από τον Αρχιερέα Άγιο Πλάτωνα, τον Αρχιδιάκονο Μακάριο και τους άλλους προκρίτους συνοδεύοντάς τους στον τόπο του Μαρτυρίου τους. Αυτοί, κατά την προσφιλή συνήθεια τους, χαιρέκακα κραύγαζαν ύβρεις και απαίσιους χλευασμούς. Αλλά ταυτόχρονα και κάποιοι από αυτούς, υποκρινόμενοι συμπάθεια, ζητούσαν στους δυο κληρικούς να γίνουν Μουσουλμάνοι, για να γλιτώσουν τη ζωή τους, έστω και στο παρά πέντε. Κατόπιν ο δήμιος, κατά το έθιμο, θα ρώτησε τον Άγιο Μακάριο για ύστατη φορά αν συγκατατίθεται να γίνει μουσουλμάνος, προκειμένου να σωθεί.

Τις στιγμές αυτές ο Άγιος Μακάριος κάτω από τέτοια ψυχολογική πίεση, που του ασκούσε το πλήθος, αλλά κυρίως η προθανάτια αγωνία, θα μπορούσε να λιγοψυχήσει, καθώς ένιωθε ήδη την παγερή ανάσα του θανάτου όλο και εγγύτερα. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Μία μόνο λέξη. Ένα ναι, ένα απλό νεύμα συγκατάθεσης στο ερώτημα: «Γίνεσαι Μουσουλμάνος ορέ γκιαούρη;», ήταν ικανά να τον βγάλουν από αυτή τη θανατερή αγωνία. Και τα λόγια τους δεν ήταν απατηλά. Αντιθέτως η μεταστροφή στο Ισλάμ ενός Ορθόδοξου κληρικού ήταν ιδιαιτέρως καλοδεχούμενη. Επιπλέον, όπως ομολογεί στα Απομνημονεύματά του ο Οθωμανός διοικητής του νησιού Βαχίτ πασάς, είχε δώσει ρητή διαταγή, να χαρισθεί η ζωή μόνο σε όσους ήταν νεαρής ηλικίας και δέχονταν να αλλαξοπιστήσουν, «των γερόντων αποκλειόμενων και εν τοιαύτη περιπτώσει χάριτος».60 Ο Μακάριος, όντας νεαρής ηλικίας, θα μπορούσε να αρπάξει την ευκαιρία και να διασώσει την επίγεια ζωή του, προδίδοντας όμως τον Χριστό, κάτι αδιανόητο γι’ αυτόν. Έτσι  ο Αρχιδιάκονος Μακάριος, αρνήθηκε σθεναρώς, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το επακολουθήσαν Μαρτύριό του. «Συν τω μάρτυρι τούτω (δηλ. τον Μητροπολίτη Πλάτωνα) εφονεύθη ο διάκονος αυτού Μακάριος» αναφέρει ο Θεόδωρος Ορφανίδης.61 Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Κούμας (1777 – 1836), αναφερόμενος σ’ αυτά τα γεγονότα, γράφει το 1832: «Αλλά την νύκτα της αυτής ημέρας εκρέμασεν ο Καπουδάν Πασάς τους 65 ομήρους και τον αρχιερέα Πλάτωνα και ένα διάκονόν του έμπροσθεντου φρουρίου εις το λεγόμενον βουνάκιον».62

Όσα είχε γράψει ως εγκώμιο των πρώτων Μαρτύρων της Εκκλησίας ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας ταιριάζουν απόλυτα στον Άγιο Μακάριο τον Ιερομάρτυρα της Χίου: «Οι μάρτυρες υπέμειναν τα βασανιστήρια με χαρά. … Δεν καταδέχονταν ούτε να ακούσουν τα παραπλανητικά λόγια να αρνηθούν τον Χριστό, για να τους χαρίσουν τη ζωή. Και όλα αυτά, γιατί ζούσαν πιο πολύ για το Χριστό παρά για τον εαυτό τους».63 Στις διηγήσεις των περισσοτέρων αγιολογικών κειμένων προ του μαρτυρίου προηγούνται τα βασανιστήρια, στα οποία υπέβαλαν οι μισόχριστοι δήμιοι τους μάρτυρες. Στην περίπτωση του Αγίου Μακαρίου και αυτών που συνάθλησαν μαζί του δεν υπήρξαν δαρμοί, μαστιγώσεις και άλλα παρόμοια. Κι όμως δεν έλειψε η σωματική κακοπάθεια, αλλά και ο ψυχολογικός βασανισμός, που καθόλου δεν υστερεί του σωματικού. Συνοψίζοντας όλα αυτά γράφει πολύ χαρακτηριστικά ο Αρχ. Ιωάννης Ανδρεάδης: «Το φρικτόν σκότος, ο βόρβορος και η εξ αυτού δυσωδία, ο ακάθαρτος αήρ, η πείνα, η δίψα, η στέρησις αναπαύσεως, αι απειλαί και επιπλέον η του θανάτου καθ’ ημέραν ιδέα τούς κατετυράννωσεν».64

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε γράψει για τους Μάρτυρες κάτι που εξίσου ισχύει και για τους Νεομάρτυρες: «Όπως τα φυτά ποτιζόμενα αυξάνονται, έτσι και η πίστη μας όταν πολεμείται περισσότερο ανθίζει και όταν ενοχλείται αυξάνεται, και όπως τους κήπους τους δυναμώνει η άρδευσή τους με νερό, ακόμα περισσότερο την Εκκλησία τη μεγαλύνει το πότισμά της με το αίμα των μαρτύρων».65

Ο Νεομάρτυς Μακάριος με την υπομονή του κατά τη φυλάκισή του, με την ασάλευτη πίστη του στον Χριστό και το αξιοθαύμαστο θάρρος του κατά το μαρτύριό του προσέφερε μια μαρτυρία πίστεως, που σε τίποτα δεν υστερούσε απ’ αυτή των Μαρτύρων των διωγμών των τριών πρώτων αιώνων της Εκκλησίας. Η φαινομενικά εξουθενωμένη Ορθόδοξη πίστη θριάμβευσε για μία ακόμα φορά έναντι των διωκτών της. Η αγριότητα και το μένος, που επέδειξαν οι αλλόθρησκοι και κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου, αλλά ακόμη και μετά, μπορούν να εξηγηθούν. Συναισθάνονταν την ήττα τους από τον Μάρτυρα, έστω κι αν δεν το ομολογούσαν φανερά. Η μανία τους εναντίον του Αγίου Μακαρίου και του Αγίου Πλάτωνος πρόδιδε την απελπισία τους και τους έκανε έξω φρενών μπροστά στη νίκη του Χριστού. Η ωμή βία του Ισλάμ υπέκυψε μπροστά στην πνευματική δύναμη της Εκκλησίας. Το ανθρώπινο δημιούργημα του Κορανίου κονιορτοποιήθηκε μπροστά στην Αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο φόβος του σωματικού θανάτου διαλύθηκε μπροστά στη χαρά της Αναστάσεως.

Σύμφωνα με μαρτυρία του αρχιμανδρίτη Χριστοφόρου Σερέμελη, τραγικός αυτόπτης μάρτυρας του απαγχονισμού του Αγίου Μακαρίου υπήρξε η αδελφή του, Γαλανή. Εκείνη και ο αδελφός της, Ισίδωρος, ήταν τα μόνα μέλη της οικογένειας του Αγίου που διασώθηκαν από τη σφαγή. Ο μικρός Ισίδωρος «ετράπη εις φυγήν και εσώθη κρυπτόμενος», ενώ τη Γαλανή δεν την έσφαξαν, «διότι ήτο νέα και εύμορφη». Όμως η θαρραλέα Γαλανή κατάφερε να ρίξει σε γκρεμό και να φονεύσει τον Τούρκο που την είχε αιχμαλωτίσει. Δυστυχώς όμως άλλοι Τούρκοι που την είδαν την συνέλαβαν και η αιχμαλωσία της συνεχίσθηκε. Έτσι, μαζί με άλλους σκλαβωμένους Χιώτες οδηγήθηκε στο Βουνάκι, τον χώρο μπροστά από το κάστρο, όπου γίνονταν οι εκτελέσεις. Εκεί όλο αυτό το ανθρώπινο «κοπάδι» σκλάβων προς παραδειγματισμό υποχρεώθηκε να παρευρεθεί στους απαγχονισμούς του Μητροπολίτου και των προεστών της Χίου. Μετά από αυτή την φρικτή εμπειρία πουλήθηκε ως σκλάβα, αλλά εξαγοράσθηκε αργότερα από τον αδελφό της Ισίδωρο. Επέστρεψε στη Χίο και έζησε το υπόλοιπο της ζωής της στον Βροντάδο, όπου το 1870 απεβίωσε.66 Μέχρι τον θάνατό της σε όσους τη ρωτούσαν γιατί τραυλίζει απαντούσε: «Εγώ θωρώντας να δω τον αδελφό μου το Διάκο κρεμασμένο μέσα εις το Βουνάκι αντάμα με το Δεσπότη εκόντανε η γλώσσα μου και από τότε δεν μπορώ να μιλήσω».67

Η καταστροφή της Χίου και ο απαγχονισμός του Αρχιερέα της Χίου, του Διακόνου του και των προκρίτων υπήρξαν γεγονότα που έγιναν γνωστά όχι μόνο σε πανελλήνιο επίπεδο, αλλά και σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Ο Πελοποννήσιος Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862), Φιλικός και αγωνιστής του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821, γράφει σχετικά στα απομνημονεύματά του: «Απηγχόνισαν τους ομήρους ομού και τον αρχιερέα εις το παράλιον εις οκτώ παραλλήλους γραμμάς».68

Αφού τα σώματα των Μαρτύρων έμειναν κρεμασμένα για μία ή δύο ημέρες, οι Τούρκοι έδωσαν διαταγή να ξεκρεμαστούν από τις αγχόνες τα ιερά σκηνώματα του Μητροπολίτου Πλάτωνος  και του Αρχιδιακόνου του Μακαρίου. Το έργο ανέλαβαν να εκτελέσουν Εβραίοι, οι οποίοι ξεκρέμασαν από τις αγχόνες τα μαρτυρικά σώματα των Αγίων Μακαρίου και Πλάτωνος. Οι Τούρκοι τότε αποκεφάλισαν τα νεκρά σώματα των δύο Μαρτύρων. Οι Μουσουλμάνοι εξοργισμένοι, που δεν επέτυχαν να παρασύρουν τους δύο κληρικούς να εξομώσουν στο Ισλάμ, θέλησαν να τους εκδικηθούν ακόμη και νεκρούς. Η τουρκική θηριωδία και το απίστευτο μίσος, που έτρεφαν προς τους Ορθόδοξους κληρικούς δεν κορέσθηκε με την καρατόμηση. Αφού πήραν τις δύο αγίες κάρες, τις έμπηξαν την καθεμιά σε ένα ξύλο, τους φόρεσαν σαρίκι και τις τοποθέτησαν στις επάλξεις του Φρουρίου. Εκεί, με απίστευτη μανία άρχισαν να τις λιθοβολούν. Προφανώς, γιατί τα αιμοβόρα ένστικτά τους τούς υπαγόρευαν να συνεχισθεί το μαρτύριό τους ακόμα και τώρα που ήταν νεκροί.

Οι κεφαλές των δύο Αγίων μαζί με άλλες, ως πολύτιμα τρόπαια στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ευφρανθεί ο αιμοσταγής Σουλτάνος.69 Επίσης ο Βαχίτ πασάς ως απόδειξη του ελεεινού «θριάμβου» του έστειλε ενδεικτικά από τη Χίο στην Κωνσταντινούπολη πέντε φορτία με κομμένα κεφάλια και δύο φορτία με κομμένα αυτιά μέσα σε βαρέλια με άλμη, προκειμένου να διατηρηθούν και να μην αποσυντεθούν πριν φτάσουν στον προορισμό τους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν – όπως προαναφέραμε – και οι άγιες κάρες του Αγίου Μακαρίου και του Μητροπολίτου Αγίου Πλάτωνος.

Αφού όμως έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη τί απέγιναν τα ιερά λείψανα των Ιερομαρτύρων και των υπολοίπων σφαγιασθέντων Εθνομαρτύρων της Χίου ; Πιθανότατα οι κάρες του Μητροπολίτου και του Αρχιδιακόνου του και των προκρίτων της Χίου να παρουσιάσθηκαν σε ειδική τελετή στα ανάκτορα του Τοπ Καπί, προκειμένου να τις δει και να ευφρανθεί ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ (1808 – 1839) Κατά τις βάρβαρες συνήθειες των Οθωμανών πιθανότατα ο Σουλτάνος να έδωσε κατόπιν διαταγή να εκτεθούν τα κρανία σε δημόσια θέα στοιβαγμένα σε «πυραμίδες», για να δείξει τη μεγάλη νίκη του επί των «απίστων» της Χίου. Ο Λόρδος Percy Clinton Sydney Smythe Strangford, πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη (1820-1822), σε επιστολή του προς τον Υπουργό Εξωτερικών Robert Stewart, υποκόμη Castlereagh, δίνει την εξής μαρτυρία: «Έχω την τιμή να επισυνάψω (στην επιστολή μου) μια μετάφραση της πλακέτας που συνόδευε την έκθεση των κεφαλών, λαβάρων και άλλων τροπαίων, που στάλθηκαν στην Υψηλή Πύλη από τον Βαχίτ Πασά, τον κυβερνήτη της Χίου».70

Αξίζει πιστεύω να παραθέσουμε τι γράφει σχετικά ένας Βρετανός ιστορικός ο William St Clair: «Τρόπαια της μεγάλης Σουλτανικής νίκης, τέθηκαν προς θέα των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως κατά την παραδοσιακή για τους Οθωμανούς συνήθεια. Σακιά γεμάτα με ανθρώπινα κεφάλια, μύτες και αυτιά από τη Χίο σκορπίσθηκαν στους δρόμους. Έμεναν εκεί που έπεσαν και μπερδεύονταν στα πόδια των πεζών. Ακόμα και στην αγορά τροφίμων κανένας Τούρκος δεν καταδεχόταν να μετατοπίσει τις αποσυντιθέμενες μάζες της ανθρώπινης σάρκας. Ο Σουλτάνος και οι ακόλουθοί του κατά την εβδομαδιαία μετακίνησή τους από και προς το τέμενος ήταν τόσο υπερήφανοι να περνούν από δίπλα τους, και τ’ άλογά τους αδιάφορα ποδοπατούσαν τα αποτρόπαια απομεινάρια των Χριστιανών στη λάσπη».71

Κάποια στιγμή λοιπόν μετά την δημόσια «έκθεση» τους, πετάχθηκαν στους δρόμους μαζί με τα υπόλοιπα λείψανα των Χίων. Κατόπιν ίσως να θάφθηκαν σε κάποιον ομαδικό τάφο ή το πλέον πιθανότερο είναι να ρίχθηκαν στη θάλασσα κατά την προσφιλή συνήθεια των Οθωμανών. Καμία ιστορική πηγή δεν αναφέρει τι απέγιναν συγκεκριμένα οι κάρες των δύο αυτών Αγίων.

Αλλά, ας επαναφέρουμε τη διήγησή μας στα αιματοποτισμένα και μαρτυρικά εδάφη της νήσου Χίου. Όπως προαναφέραμε, οι Τούρκοι έδωσαν διαταγή να ξεκρεμαστούν από τις αγχόνες τα ιερά σκηνώματα του Μητροπολίτου Πλάτωνος  και του Αρχιδιακόνου του Μακαρίου και να αποκεφαλισθούν. Τα ακέφαλα σώματα των δύο Αγίων οι Τούρκοι τα παρέδωσαν στους Εβραίους, οι οποίοι, αφού τα ξεγύμνωσαν και τα διαπόμπευσαν σέρνοντάς τα σε δρόμους της πόλεως, κατόπιν τα έριξαν στη θάλασσα.72 Ο Ανδρέας Ζαννή Μάμουκας, που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας γράφει: «Η φαντασία σου λοιπόν ας κρίνη με ποίον τρόπον εμεταχειρήσθησαν τα των αθώων εκείνων νεκρά σώματα, όταν τοις εσυγχωρήθη από την διοίκησιν να τα κατεβάσουν από την αγχόνην, άλλα την ιδίαν εκείνην ημέραν και άλλα την ερχομένην. Ούτ’ εγώ ο ίδιος όπου έγινα αυτόπτης να σ’ εκφρασθώ κατ’ αξίαν δεν δύναμαι».73

Ο υποπρόξενος της Ολλανδίας Φρ. Πάσκουα, ο οποίος υπήρξε επίσης αυτόπτης μάρτυρας, καταγράφει : «Ο πασάς έδωσε διαταγή στους Εβραίους να ξεκρεμάσουν απ’ τις αγχόνες τους κρεμασμένους. Αμέσως οπλίστηκαν και σε τρεις ομάδες βγήκαν απ’ το κάστρο και εκτέλεσαν τη διαταγή. τους ξεκρεμούν και τους ρίχνουν στη θάλασσα».74 Σύμφωνα με τον λόγιο κληρικό Κωνσταντίνο Οικονόμου και τον  Αρχιμ. Ιωάννη Ανδρεάδη η ρίψη των μαρτυρικών σωμάτων στη θάλασσα έγινε τρεις ημέρες μετά τον απαγχονισμό τους.75

Ήταν όμως θέλημα του Θεού τα σκηνώματα Αγίου Πλάτωνα και Αγίου Μακαρίου να μην χαθούν στο πέλαγος. Σε μία απόμερη ακτή στα νοτιοδυτικά του νησιού των Οινουσσών, στη θέση Ζεπ Αγά, ο Πρωτόπαπας Γεώργιος Λαιμός αναγνώρισε μεταξύ των νεκρών σωμάτων που επέπλεαν στη θάλασσα, το ιερό λείψανο του Μητροπολίτη Χίου Αγίου Πλάτωνα. Το περισυνέλλεξε και το έθαψε σε κοντινό αγρό του. Κατόπιν, με τη βοήθεια των παιδιών του έβγαλαν από τη θάλασσα άλλα έξι σώματα μεταξύ των οποίων αναγνώρισαν και το λείψανο του Αρχιδιακόνου Μακαρίου. Αυτά τα έθαψαν σε δύο κοινούς τάφους στην αμμουδιά κοντά στη θάλασσα.76 Η βιασύνη και η προχειρότητα του ενταφιασμού δικαιολογούνται απόλυτα, καθώς όλοι – και ο πατήρ Γεώργιος – γνώριζαν ότι ο Τούρκος ναύαρχος Καρά Αλή είχε απαγορεύσει την περισυλλογή πτωμάτων από τη θάλασσα, απειλώντας ότι, όποιος παρακούσει την εντολή του, θα θανατωθεί.

Ο διάδοχος του Αγίου Πλάτωνος στον Μητροπολιτικό θρόνο της Χίου (1824 – 1827), Δανιήλ Κοντούδης, γράφει ότι το 1859 [τότε ήταν Αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου (1833 – 1862)] έλαβε από τις Οινούσσες τις εξής πληροφορίες: «Εμάθομεν λοιπόν … ότι ο νεκρός του μακαρίτου Ιεράρχου και ο του συναποθανόντος Ιεροδιακόνου ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, ης τα ρεύματα έφερον αυτούς εις τα παράλια των Οινουσών μετά πολλών άλλων νεκρών. ότι οι, από του χωρίου τα πτώματα ταύτα, ιδόντες κατήλθον εις το παράλιον, ίνα ίδωσι τί ετύγχανεν. ότι δέ ανεγνώρισαν εν αυτοίς τον Ιεράρχην και τον Ιεροδιάκονον αυτού και περί τους νεκρούς συνελθόντες έκλαυσαν και εκήδευσαν αυτούς, λάθρα θάψαντες εν ιδίω αγρώ τον, του Ιεράρχου, νεκρόν. ότι δέ έθεντο επί του τάφου αυτού σωρόν λίθων, ίνα μη πατήται, άμα δέ διακρίνωσι το μέρος, ο δε Ιεροδιάκονος και λοιποί ετάφησαν εις την παραλίαν εν τη άμμω».77

Από τότε και έως σήμερα καμία ιστορική πηγή δεν μας πληροφορεί κάτι νεότερο περί των ιερών λειψάνων του Άγιου Μακαρίου. Το πιθανότερο είναι να αναπαύονται στη φιλόξενη γη των Οινουσσών, εκεί όπου αρχικά είχαν εναποτεθεί κατά τον ενταφιασμό τους. Αν όντως διατηρούνται και ευδοκήσει ο Θεός, ίσως κάποτε να αποκαλυφθούν.

Το όνομά του Άγιου Μακαρίου μαζί με των υπολοίπων συναπαγχονισθέντων  αναγράφθηκε σε μικρό οβελίσκο από μάρμαρό Σκύρου, που προπολεμικά τοποθετήθηκε τιμητικά κοντά στην κεντρική Πλατεία της πόλεως της Χίου στην οδό Μαρτύρων. Ο απαγχονισμός του Αρχιδιακόνου Μακαρίου παριστάνεται σε πίνακα ζωγραφικής, τον οποίο φιλοτέχνησε ο αγιογράφος Γεώργιος Παναγιωτάκης. Σ’ αυτόν ο Άγιος παριστάνεται να ετοιμάζεται να ανέλθει στην αγχόνη, ατάραχος και έχοντας στραμμένο το βλέμμα του προς τους ουρανούς, καθώς με το μαρτύριό του οδεύει προς την Άνω Ιερουσαλήμ. Ο πίνακας φυλάσσεται στην ενοριακή αίθουσα του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου Βροντάδου. Στη συνείδηση όλων ο Μητροπολίτης Πλάτων και ο διάκονός του Μακάριος υπήρξαν Μάρτυρες. Είναι αποκαλυπτικά αυτά που έγραφε ο Γ. Ζολώτας πριν ενάμισι αιώνα: «Κατά το 1822 όντως ήθλησεν, επόμενος τοις έμπροσθεν ιεροίς ανδράσι και ο Χίου Πλάτων μετά του αρχιδιακόνου του Μακαρίου Γαρή … του απαγχονισθέντος Μητροπολίτου τελευταίου την σειράν μάρτυρος της εκκλησίας της Χίου».78 Επίσης το 1860 ο Χιακής καταγωγής ποιητής και βοτανολόγος Θεόδωρος Ορφανίδης είχε γράψει: «Συν τω μάρτυρι τούτω (δηλ. τον Μητροπολίτη Πλάτωνα) εφονεύθη ο διάκονος αυτού Μακάριος».79

Όμως επί δυο αιώνες θεωρούνταν επισήμως μόνο ως Εθνομάρτυρες. Αυτό φυσικά δεν μείωνε την υπάρχουσα Αγιότητά τους, αλλά αποτελούσε μια παράλειψη από εμάς, τα μέλη της στρατευομένης Εκκλησίας. Αυτή την παράλειψη ήλθε να εξαλείψει, η Θεοφιλής πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χίου, Ψαρών και Οινουσσών κ. Μάρκου, ο οποίος κινήθηκε δραστήρια, προκειμένου να επιτευχθεί η αγιοκατάταξη τόσο του Αγίου Μακάριου όσο και του Χίου  Πλάτωνος και άλλων Ιερομαρτύρων του 1822. Ο Σεβασμιώτατος απέστειλε προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος εγγράφως την σχετική εισήγησή του περί αγιοκατάταξεως του Αγίου Μακάριου του Γαρή και των άλλων Χίων Ιερομαρτύρων του 1822. Στις 19 Ιουλίου 2021 σε συνεδρίασή της η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αποφάσισε την αναγραφή στις Αγιολογικές Δέλτους των ονομάτων των  προαναφερθέντων Ιερομαρτύρων. Η ιερά μνήμη του Αγίου Μακάριου τιμάται την Κυριακή του Παραλύτου και συνεορτάζεται μετά του Αγίου Πλάτωνος, Μητροπολίτου Χίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων εν Χίω κληρικών και μοναχών το 1822.80

Το μαρτύριο του Ιερομάρτυρος και Εθνομάρτυρος Αγίου Μακαρίου, ο οποίος  θυσιάσθηκε προς χάριν της πίστεως στον Χριστό και από αγάπη προς την Εκκλησία, λίπανε το δέντρο της ελευθερίας του Έθνους. Το όνομά του έχει γραφεί από τον Κύριο «εν τη βίβλω της ζωής»81 και η ψυχή του αγάλλεται μεταξύ του χορού των Νεομαρτύρων!

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Ακολουθία του Οσίου Νικηφόρου του Χίου υπό πρ. Κυρίλλου Τρεχάκη και βίος αυτού υπό Α. Γ. Ζ., Χίος 1907, σελ. 24 και Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, Χίος 2020, σελ.331.

2. Τα επίθετα που συνδέονται με τον Άγιο Μακάριο (Γαρής ή Γαρρής, Γέμελος ή Γιόμελος) υπάρχουν και ως τοπωνύμια στην περιοχή του Βροντάδου: το σπήλαιον του Γαρρή, ο Γεμέλληδος (συνοικία) και ο γκρεμός του Γιομέλου.   Βλπ. Πουλάκη Ζωρζή, Τα τοπωνύμια του Βροντάδου, Χιακή Επιθεώρησις, τεύχη 17 – 18 (Μάϊος – Δεκέμβριος 1968), Χίος 1968, σελ. 190 – 191.

3. Ο Γεώργιος Ζολώτας  τον αναφέρει ως Μακάριο Γαρή  στην Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1926, τόμος Γ1, σελ. 552. τόμος Γ2, σελ. 91 και σελ. 505. Ως Μακάριο Γαρή  τον αναφέρει και η  Αιμιλία Γ. Ζολώτα – Σάρρου. Βλέπε : Ακολουθία του Οσίου Νικηφόρου του Χίου υπό πρ. Κυρίλλου Τρεχάκη και Βίος αυτού υπό Α. Γ. Ζ., εν Χίω 1907, σελ. 24. Το ίδιο και ο Φίλιππος Χρυσοβελόνης στο «Χίος και Χίοι, δια μέσου των αιώνων», Αθήναι 1938, σελ. 44.  Ο Αρχ. Ιωάννης Ανδρεάδης τον αναφέρει ως Μακάριο Γέμελο, στην Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1996, (1932). Τόμος Β΄, σελ. 180. Ο Ζ. Μάμουκας επίσης τον αναφέρει ως Μακάριο Γέμελο. Βλέπε : Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924,  τ. Α΄, σελ. 313, υποσ. β΄.

4. Την πληροφορία αυτή μας προσφέρει συμβολαιογραφικό έγγραφο του 1835, που συντάχθηκε για τα επιζώντα αδέλφια του Αγίου Μακαρίου, τον Σιδερή Γαρή και την αδελφή του Γαλανή Γαρή. Βλπ. Καββάδα Στεφάνου, Η εν Χίω Βιβλιοθήκη Κοραή, Αθήναι 1933, σελ. 295.

5. Βασιλάκη Μάρκου Πρωτοπρεσβυτέρου Το Λεύκωμα του Βροντάδου του έτους 1936, σελ. 64 και υποσ. 1.

6. Στεφάνου Χαλκιά Πόπη, Οι Άγιοι της Χίου, Αθήναι χ.χ., σελ. 227.

7. Πληροφορίες από το χειρόγραφο ημερολόγιο του Δημοτικού Σχολείου Βροντάδου που συμπλήρωνε ο πρώτος Διευθυντής του Διονύσιος Τελλής.

8. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1926, τ. Γ1, σελ. 552.

9. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τ. Γ2, σελ. 533.

10. Στεφάνου Χαλκιά Πόπη, Οι Άγιοι της Χίου, Αθήναι χ.χ., σελ. 227. Ο Άγιος Μακάριος ο Νοταράς είχε γνωρισθεί με πολλές οικογένειες του Βροντάδου. Βλέπε: Χαροκόπου Αντωνίου, Άγιος Μακάριος ο Νοταράς Μητροπολίτης  Κορίνθου, Αθήναι 2001, σελ.125.

11. Ακολουθία του Οσίου Νικηφόρου του Χίου υπό πρ. Κυρίλλου Τρεχάκη και Βίος αυτού υπό Α. Γ. Ζ., εν Χίω 1907, σελ. 24 και Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, Χίος 2020, σελ.331.

12. Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, Χίος 2020, σελ.327 και 452.

13. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ. 550.  

14. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1926, τόμος Γ1, σελ. 552. 

15. Τα πνευματικά τέκνα του Οσίου Νικηφόρου ήταν πολλά: α) ο Μητροπολίτης Χίου Άγιος Πλάτων Φραγκιάδης, β) ο Ιεροκήρυκας Κύριλλος Βαβύλας, γ) ο Ιερομόναχος Άνθιμος Πουλάκης, δ) ο μουσικοδιδάσκαλος Μιχαήλ Λαγούτης, ε) ο Πρωτοψάλτης του Μητροπολιτικού ναού Χίου Νικόλαος Πουλάκης, στ) ο μοναχός της Νέας Μονής Σωφρόνιος Φιστές, ζ) η μοναχή του Λωβοκομείου Χίου Αθανασία Γεωργάλου, η) η ηγουμένη της Μονής Αγίας Ματρώνης Χαλάνδρων Νυμφοδώρα, θ) η μοναχή της Μονής Αγίας Ματρώνης Χαλάνδρων Καλλινίκη από τα Καρδάμυλα, ι) η μοναχή της Μονής Αγίας Ματρώνης Χαλάνδρων Θεοδοσία Μουντέδαινα από τον Βροντάδο, ια) και βεβαίως ο Αρχιδιάκονος Μακάριος Γαρρής ή Γέμελος. Βλέπε, Λιαδή Γεωργίου Αρχιμ., Ο Όσιος Νικηφόρος ο Χίος, Το Αγιολογικό και Υμνογραφικό του έργο, Χίος 1999, σελ. 22 – 23.

16. Λιαδή Γεωργίου Αρχιμ., Ο Όσιος Νικηφόρος ο Χίος, Το Αγιολογικό και Υμνογραφικό του έργο, Χίος 1999, σελ.20.     

17. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ.91. 

18. Ακολουθία του Οσίου Νικηφόρου του Χίου υπό πρ. Κυρίλλου Τρεχάκη και Βίος αυτού υπό Α. Γ. Ζ., εν Χίω 1907, σελ. 24 και Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, Χίος 2020, σελ.331 .  

19. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ.91.  

20. Κρουσουλούδη Νικολάου, Ο βίος και το έργον του Εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδου (1776 – 1822), Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 61.

21. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ.91. 

22. Ακολουθία του Οσίου Νικηφόρου του Χίου υπό πρ. Κυρίλλου Τρεχάκη και Βίος αυτού υπό Α. Γ. Ζ., εν Χίω 1907, σελ. 24 και Νέον Χιακόν Λειμωνάριον, Χίος 2020, σελ.331.  

23. Το έργο «Ιστορία της Παλαιάς Γραφής», αποτελούσε μετάφραση του Γερμανικού πρωτοτύπου από τον Αγιασσιώτη ιερομόναχο Γρηγόριο Καλαγάνη, στις πρώτες σελίδες του Προλόγου του, ο Ιεροδιάκονος Γρηγόριος Καλαγάνης αφιερώνει τον τόμο στον Μητροπολίτη Ηρακλείας Μελέτιο, όπου υπογράφει θέτοντας ως ημερομηνία την 1η Ιουλίου 1819.      

24. Μπριλή Ιακώβου, Ο Βροντάδος από το χθες στο σήμερα, Χίος ,τ. Β΄, σελ. 17. Ο συγγραφέας δεν αναφέρει από ποια πηγή, προφορική ή γραπτή, άντλησε την πληροφορία αυτή.

25. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Χίος 1926, τόμος Γ1, σελ. 552.

26. Βασιλάκη Μάρκου Πρωτοπρεσβυτέρου, Χίοι κληρικοί αγωνισθέντες, σφαγιασθέντες και δράσαντες κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821, Χιακά Εκκλησιαστικά Χρονικά, τεύχος Α΄, Χίος 1950,  σελ. 19 και   Κρουσουλούδη Νικολάου, Ο βίος και το έργον του Εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδου (1776 – 1822), Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 107.

27. Κρουσουλούδη Νικολάου, Ο βίος και το έργον του Εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδου (1776 – 1822), Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 91 και 93.      

28. Ο Marie Louis comte de Marcellus (1795-1841) υπήρξε διπλωμάτης, πρώτος γραμματέας στη Γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινουπόλεως. Το 1820 ανέλαβε αποστολή στα Ιεροσόλυμα. Ταξιδεύοντας προς τα εκεί πέρασε από τη Χίο.   

29. Ανδρεάδου Ιωάννου Αρχιμ.,  Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1996, (1932) τ. Β΄, σελ. 186.    

30. Ένας συνηθισμένος τρόπος εκείνη την εποχή, αλλά και τους αμέσως προηγούμενους αιώνες, ακόμη και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, με τον οποίο μπορούσε να εξοικονομηθεί το απαιτούμενο ποσό, για να γίνει η εκτύπωση ενός βιβλίου, ήταν η εγγραφή συνδρομητών. Αυτοί προκατέβαλαν το τίμημα όσων αντιτύπων επιθυμούσαν να προμηθευθούν, τα οποία εξυπακούεται ότι θα ελάμβαναν μετά την έκδοση του συγγράμματος. 

31. Αγίου Μακαρίου Νοταρά, Αγίου Αθανασίου του Παρίου και Αγίου Νικηφόρου του Χίου, Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 150.  

32. Ιστορία της Παλαιάς Γραφής, μετάφραση ιερομονάχου Γρηγορίου Καλαγάνη, Βιέννη 1819, σελ. 446. 

33. Στις πρώτες τρεις σελίδες, χωρίς αρίθμηση, του δεύτερου τόμου, όπου ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Καλαγάνης αφιερώνει τον τόμο στον Ιωάννη Βαρβάκη, υπογράφει με ημερομηνία την 1η Αυγούστου 1821.   

34. Στασινοπούλου Μαρία, Γρηγόριος Καλαγάνης, Ο Ερανιστής, τ. 21, Αθήνα 1997, σελ. 308.   

35. Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού, Βενετία 1819, τόμος Γ΄, σελ.358.

36. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924,  τ. Α΄, σελ. 338.

37. Βλαστού Αλεξάνδρου, Χιακά, Ερμουπόλει 1840, επαν. Χίος 2000, σελ. 310.  

38. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ. 505

39. Ανδρεάδου Ιωάννου Αρχιμ., Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1996, (1932), τόμος Β΄, σελ. 182.

40. Κρουσουλούδη Νικολάου, Ο βίος και το έργον του Εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδου (1776 – 1822), Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 107, υποσ. 3.

41. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ. 505

42. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924, τ. Α΄, σελ. 310.

43. Η Χίος κατά την Ελληνική Επανάσταση και τη Σφαγή. Μαρτυρίες και ιστορικά κείμενα, Χίος 2005, σελ. 14.

44. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924, τ. Α΄, σελ. 339. 

45. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924,  τ. Α΄, σελ. 311. 

46. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924,  τ. Α΄, σελ. 311.

47. Απομνημονεύματα πολιτικά του Βαχίτ Πασά (Μετάφραση Δ. Ε. Δ.), Ερμουπόλει Σύρου 1861,τ. Α΄, σελ. 88.         

48. Απομνημονεύματα πολιτικά του Βαχίτ Πασά (Μετάφραση Δ. Ε. Δ.), Ερμουπόλει Σύρου 1861,τ. Α΄, σελ. 88.         

49. Βλαστού Αλεξάνδρου, Χιακά, Ερμουπόλει 1840, επαν. Χίος 2000, σελ. 329.

50. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924,  τ. Α΄, σελ. 290. 

51. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924, τ. Α΄, σελ. 312. 

52. Χρυσοβελόνη Φιλίππου, Χίος και Χίοι διαμέσου των αιώνων, Αθήναι 1938, σελ. 100. Τη σχετική διήγηση έχει αναφέρει σε κείμενό του ο Παύλος Νιρβάνας στην εφημερίδα Εστία της 21ης Ιουνίου 1927.  

53. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ. 533. Η μόνη μικρή διαφωνία του Ζολώτα με την μαρτυρία του Χρυσοβελόνη αφορά την ώρα. Εκείνος αναφέρει «περί ώραν 10ην π.μ. περίπου» ενώ ο Χρυσοβελόνης «κατά τας 6 το πρωί».

54. Σκαρβέλη Γεωργίου, Χρονικά Χιακής Ιστορίας, Χίος 1998, σελ. 68.

55. Με βάση το Γρηγοριανό ημερολόγιο που ίσχυε στον Ευρωπαϊκό χώρο. 

56. Ημερολόγιο των γεγονότων της καταστροφής της Χίου το 1822, Εισαγωγή – Μετάφραση Παντελή Α. Σαλιάρη, Φιλολογική Χίος, Χίος 1997, τόμος 6, σελ. 87.

57. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924, τ. Α΄, σελ. 315.   

58. Καστάνης Χριστόφορος , Ιστορία των σφαγών της Χίου (μτφρ. Μαρία Γιατράκου), Χιακά Χρονικά, τ. ΙΑ΄, Αθήνα 1979,  σελ. 59.

59. Βασιλάκη Μάρκου Πρωτοπρεσβυτέρου, Χίοι κληρικοί αγωνισθέντες, σφαγιασθέντες και δράσαντες κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821, Χιακά Εκκλησιαστικά Χρονικά, τεύχος Α΄, Χίος 1950, σελ. 16. και Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ. 533.      

60. Απομνημονεύματα πολιτικά του Βαχίτ Πασά (Μετάφραση Δ. Ε. Δ.), Ερμουπόλει Σύρου, 1861,τ. Α΄, σελ. 282. 

61. Ορφανίδου Θεοδώρου, Άγιος Μηνάς, Αθήναι 1860, σελ. 106.

62. Κούμα Κωνσταντίνου, Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων έως των ημερών μας, Βιέννη 1832, τ. 12ος, σελ. 631.    

63. Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Η εν Χριστώ ζωή.    

64. Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1996, (1932) τόμος Β΄, σελ. 181-182.

65. P.G. 50,573. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία εις τους αγίους μάρτυρας Ιουβεντίνον και Μαξιμίνον, τους μαρτυρήσαντας επί Ιουλιανού του Αποστάτου.            

66. Βασιλάκη Μάρκου Πρωτοπρεσβυτέρου, Η δράσις των Βρονταδούσων κατά την Επανάστασιν του 1821, Το Λεύκωμα του Βροντάδου του έτους 1936, σελ. 64 – 65 και υποσ. 1.     

67. Βασιλάκη Μάρκου Πρωτοπρεσβυτέρου, Εθνικά μνημόσυνα, Εφημερίδα Βροντάδος Χίου, αρ. φ. 14, Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 1924, σελ. 2.

68. Σπηλιάδου Νικολάου, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσι εις την νέαν ιστορίαν της Ελλάδος, Αθήνησιν 1851, τ. Α΄, σελ. 332. 

69. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τ. Γ2, σελ. 533. 

70. Prousis Τheophilus, Dreadful Scenes of Carnage on Both Sides" The Strangford Files and the Eastern Crisis of 1821-1822, University of North Florida 2014, p.88.

71. William St Clair, That Greece might still be free, The Philhellenes in the war of independence, Cambridge 2008, p. 81.      

72. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τ. Γ2, σελ. 533, και Βασιλάκη Μάρκου Πρωτοπρεσβυτέρου, Χίοι κληρικοί αγωνισθέντες, σφαγιασθέντες και δράσαντες κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821, Χιακά Εκκλησιαστικά Χρονικά, Χίος 1950, τεύχος Α΄, σελ.17. 

73. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924, τ. Α΄, σελ. 314 - 315.

74. Ημερολόγιο των γεγονότων της καταστροφής της Χίου το 1822, Εισαγωγή – Μετάφραση Παντελή Α. Σαλιάρη, Φιλολογική Χίος, σελ. 89. 

75. Βλαχογιάννη Ιωάννη, Χιακόν Αρχείον, Αθήναι 1924,  τ. Α΄, σελ. 427, και Ανδρεάδου Ιωάννου Αρχιμ.,  Ιστορία της εν Χίω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1996, (1932) τόμος Β΄, σελ. 183.

76. Κρουσουλούδη Νικολάου, Ο βίος και το έργον του Εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Χίου Πλάτωνος Φραγκιάδου (1776 – 1822), Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 141 – 142.    

77. Ατέση Βασιλείου, Μητροπολίτου πρώην Λήμνου, Ο Αρχιεπίσκοπος Σύρου και Τήνου Δανιήλ Κοντούδης, Θεολογία, τ. ΚΕ΄, τεύχος Β΄,  σελ. 607 – 608.

78. Ζολώτα Γεωργίου, Ιστορία της Χίου, Αθήναι 1928, τόμος Γ2, σελ. 91

79. Ορφανίδου Θεοδώρου, Άγιος Μηνάς, Αθήναι 1860, σελ. 106.

80. Βλέπε διμηνιαίο Δελτίον της Ι. Μητροπόλεως Χίου Ψαρών και Οινουσσών «Κατάρτισις», τ. 58Α (Μάιος 2021 ), σελ. 11 και τ. 59Α (Ιούλιος 2021), σελ. 1 και 5. 

81. Απ. 20,15.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com