Κίνδυνος
καταποντισμοῦ εἰς ἄβυσσον ἀνήλιον
Τοῦ κ. Δημητρίου
Λογοθέτη, θεολόγου
Δὲν εἶναι
μακρυὰ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα ἡ αἴσθησι τοῦ κόσμου ἀνὰ τὴν ὑφήλιο, ὅτι ἡ ζωή
μας βρίσκεται σὲ ἕνα ἐξαιρετικὰ μεγάλο κίνδυνο καταποντισμοῦ σὲ μιὰ ἄβυσσο ἀνήλια
καὶ ζοφερή. Γεμᾶτοι φόβο συνειδητοποιοῦμε ὅτι βρισκόμαστε καταμεσῆς ἑνὸς
πελάγους σὲ ‘‘κλύδωνα μέγαν’’, ὅπως αὐτὸν ποὺ φανέρωσε κάποτε ἐπὶ Ἰωνᾶ τοῦ
Προφήτου τὴν ‘‘ὀργή’’ τοῦ Θεοῦ.
Ἂν, ὅπως τότε ποὺ ἡ κακία τῶν κατοίκων τῆς Νινευὶ ‘‘ἀνέβη πρὸς τὸν Θεόν‘’, τί θὰ λέγαμε στὴν ἐποχή μας τώρα ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα ἐξωθεῖται σὲ χώρους ‘‘ἀκατατοίκητους’’ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπου καταφρονεῖται ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ βεβηλώνεται τὸ πανσθενουργὸ Του θέλημα.
Τὸ ἀποστολικὸ
‘‘ἔσωθεν φόβοι ἔξωθεν μάχαι’’ ἐμφανίζεται ὁρατὸ μὲ ἀκρίβεια τόσο στὸ πεδίο τῆς
πνευματικῆς μας ὑποστάσεως ὅσο καὶ τῶν ἐπιχείρων ποὺ τὴν συνακολουθοῦν. Δὲν
κατανοεῖ ὁ κόσμος, ὅτι φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος. Ἀνελεήμων,
καὶ ἀφιλάνθρωπος, ἄσπλαγχνος καὶ ἀσυμπάθητος, βολοδέρνει μέσα στὴ χολὴ ποὺ τοῦ ἐπέφερε
ἡ νομιζόμενη αὐτάρκεια καὶ αὐτονομία του.
Τρέφει τὰ
παιδιά του μὲ τὴ ζάλη τῶν κακῶν, τοὺς σπιλώνει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἀμαυρώνει
τὸ ὡραῖο τῆς ψυχῆς τους, τοὺς ξεσκίζει τὸν χιτῶνα, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Πλαστουργὸς ἐξύφανε
τὴν ‘‘ψυχούλα’’ τους, τὰ σπρώχνει στὴν ἀμορφία τῶν φιληδόνων ὁρμῶν, σὰν ὕαινα ἀπομυζεῖ
τὴν ὀμορφιὰ τοῦ νοῦ τους.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη
στὸ παγκόσμιο σκηνικὸ μάχες καὶ ἔριδες, σύγχυσις καὶ ἀκαταστασία, τρόμος καὶ
φόβος ἀπὸ τὴ σατανικὴ ὑπεροπλία τῶν ‘‘μεγάλων’’, ποὺ σὰν σὲ κατάσκια ἀφρικανικὰ
δάση ἀλληλοσπαράσσονται, ὅπως τὰ ἄλογα θηρία, καὶ ἀπειλοῦν μὲ καταστροφὴ τῆς
πλάσεως, μὴ φειδόμενοι τῆς θείας δημιουργίας, δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς
φύσεως.
Μέσα ἀπ΄ αὐτό, τὸ σὲ
μικρογραφία σκίτσο τῆς καθημερινὰ βιουμένης πραγματικότητος, ἔχουμε δυὸ ἐπιλογές˙
Νὰ μείνουμε ἀσυνθηκολόγητοι
ἀπέναντι στὴν ἄνεσι, τὴν ἐξασφάλισί μας, καὶ τὴ συμβατικὴ πορεία μας μέσα στὸν
κόσμο αὐτό, ποὺ ἔρχεται καὶ παρέρχεται, ἢ νὰ σηκώσουμε στοὺς ὤμους μας τὸ
λυτρωτικὸ χρέος, ὅπως ὡς παράδοσι μᾶς τὸ κληρονόμησαν οἱ πρόγονοί μας καὶ ὡς
προϋπόθεσι τῆς ὄντως ζωῆς μᾶς τὸ δίδαξε τὸ Εὐαγγέλιο.
Στοὺς ἀρχαίους (Ἀναξίμανδρος)
ἡ ἀποστροφὴ «κατὰ τὸ χρεών» ἀποτελεῖ βασικὴ κοσμολογικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἀρχὴ ποὺ
λειτουργεῖ ὡς φυσικὴ ἀναγκαιότης, σ’ ὁλόκληρη τὴν δημιουργία.
Στὸ Εὐαγγέλιο ἡ ἀρχὴ
αὐτὴ ἀμετακίνητη προφανῶς ὅσον ἀφορᾷ τὸ κοσμολογικό της νόημα, στοχεύει νὰ μυήσῃ
τὸν ἄνθρωπο στὴ δυναμικὴ ποὺ ἔχει τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ νὰ τὸν αὐξάνῃ στὸ καθ’ ὁμοίωσιν,
ὥστε ἡ ἀναγκαιότης ποὺ περιέχει τὸ «χρεών» νὰ ἐκλεπτυνθῇ σὲ φυσικὴ κίνησι τῆς ἀνθρωπίνης
ψυχῆς χωρὶς τὴν αἴσθησι κανενὸς καταναγκασμοῦ.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ λύσις
τοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι ἀπέναντι στὸ χρέος, ὅπου ἡ ἀβεβαιότης θὰ μαστίζῃ τὴν ἀνθρώπινη
ψυχή, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ βρῇ ἀνάπαυσι, ἐπειδὴ θὰ βρίσκεται μακρυὰ ἀπὸ τὸν χῶρο
τῆς φυσικῆς της κατοικίας.
Σ’ ἕνα κόσμο ποὺ
πολεμᾷ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ μέσα καὶ ἀπ’ ἔξω κατὰ τὸ χρεών πρέπει νὰ μορφώσουμε τὰ
παιδά μας κατὰ τὸ μέτρο τῆς πνευματικῆς τάξεως ὡς προϋπόθεσι καὶ τῆς κοινωνικῆς
καὶ πολιτικῆς ἰσορροπίας στὸν πλανήτη ‘‘ἵνα ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν
πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι’’.
Αὐτὴν τὴν ὤθησι ἔρχεται
νὰ προσφέρῃ σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο τὸ Τριώδιον, ὅπου τὸ ‘‘κακὸ’’ διεκτραγωδεῖται
ἀνάγλυφα μέσα ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο παρελθὸν καὶ τὸ ἀγαθὸ φωτίζεται ἀπὸ τὴ
φωτοδότιδα Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Βάσεις ἐντελῶς ἐνδεικτικὰ
πάνω στὶς ὁποῖες στηρίζει τὴν ἐπανάκτησι τοῦ ἀληθινοῦ καὶ κατὰ Θεὸν ἀνθρώπου εἶναι
μεταξὺ ἄλλων ἡ ἐγκράτεια, ἡ νηστεία, καὶ τὸ φιλάνθρωπον ἦθος.
Ἡ ἐγκράτεια, ὡς
θεμελιώδης ἀρετὴ στὴν ὀρθόδοξη παράδοσι, δὲν περιορίζεται σὲ μιὰ ἁπλὴ αὐτοσυγκράτησι
τῶν σωματικῶν ὁρμῶν, ἀλλὰ ἐκτείνεται σὲ μιὰ ὁλιστικὴ πειθαρχία ποὺ ἀγκαλιάζει
νοῦ, καρδία καὶ βούλησι. Στὴν ἐποχή μας, ὅπου ἡ κοινωνία βυθίζεται σὲ ἕνα ὠκεανὸ
ὑπερκαταναλωτισμοῦ καὶ ψηφιακῶν ἐξαρτήσεων, ἡ ἐγκράτεια ἀναδεικνύεται ὡς
φάρμακο κατὰ τῆς πνευματικῆς ἀποξενώσεως. Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι, αἰχμάλωτοι τῶν
ὀθονῶν καὶ τῶν στιγμιαίων ἡδονῶν, χάνουν τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνουν τὸ οὐσιῶδες
ἀπὸ τὸ ἐφήμερο, ὁδηγούμενοι σὲ μιὰ ψευδαίσθησι ἐλευθερίας ποὺ, στὴν
πραγματικότητα, εἶναι δουλεία. Ἡ Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Πατέρων μέχρι
σήμερα, διδάσκει ὅτι ἡ ἐγκράτεια δὲν εἶναι καταπίεσι, ἀλλὰ ἀπελευθέρωσι: «Πάντα
μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει» (Α΄ Κορ. 6:12), ὑπενθυμίζοντας ὅτι ἡ ἀληθινὴ
ἐλευθερία ἔγκειται στὴν ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα.
Καὶ αὐτὸ
καταδεικνύεται στὰ προβλήματα ποὺ ταλανίζουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κοινωνία, ὅπου
ἡ ἔλλειψι ἐγκρατείας φανερώνεται ὡς ῥίζα πολλῶν κακῶν. Σήμερα, βλέπουμε νεαροὺς
ἀνθρώπους νὰ παλεύουν μὲ ἐθισμοὺς σὲ πορνογραφία, ναρκωτικά ἢ ἀκόμη καὶ σὲ
κοινωνικὰ δίκτυα, ὅπου ἡ εἰκὼν τοῦ ἑαυτοῦ παραμορφώνεται ἀπὸ φίλτρα καὶ
ψεύτικες προβολές.
Αὐτὴ ἡ ὑπερτροφία τῶν
παθῶν ὄχι μόνο διαβρώνει τὴν προσωπικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ διαλύει κοινότητες, προκαλῶντας
ἀπομόνωσι καὶ κατάθλιψι – φαινόμενα ποὺ ἡ σύγχρονη ψυχολογία ἀναγνωρίζει, ἀλλὰ ἡ
Ἐκκλησία θεραπεύει βαθύτερα μέσῳ τῆς ἀσκητικῆς ποιμαντικῆς της. Οἱ Πατέρες, ὅπως
ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, μιλοῦν γιὰ τὴν ἐγκράτεια ὡς «μητέρα τῆς ἁγνότητος»,
ποὺ προστατεύει ἀπὸ τὴν «πολυφαγίαν τοῦ νοῦ» – μιὰ ἔννοια ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη σὲ
ἕνα κόσμο, ὅπου ἡ πληροφορία κατακλύζει καὶ παραλύει νοῦ καὶ ψυχή.
Ἡ ἐγκράτεια δὲν εἶναι
ἄρνησι τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἐπιβεβαίωσι τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Μέσῳ αὐτῆς, ὁ ἄνθρωπος ἐπανακτᾷ
τὴν ἰσορροπία του, μετατρέποντας τὸν «κλύδωνα» σὲ γαλήνη, καὶ συμμετέχοντας σὲ
μιὰ Ἐκκλησία ποὺ, ἀντὶ νὰ ἀμύνεται, ἐπιτίθεται στὸ κακὸ μὲ τὸ φῶς τῆς Χάριτος. Ἔτσι,
τὸ Τριώδιο δὲν μένει σὲ μιὰ τελετουργικὴ ἐπανάληψι, ἀλλὰ γίνεται ζωντανὴ
πρόσκλησι γιὰ μεταμόρφωσι, ὁδηγῶντας μας ἀπὸ τὴν ἄβυσσο στὴν ἀνάβασι πρὸς τὸ Φῶς.
Ἐπιπλέον, ἡ ἐγκράτεια
στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν ἔννοια τῆς μεθέξεως στὴ θεία
ζωή. Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὅπως ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, περιγράφουν τὴν ἐγκράτεια ὡς
δρόμο πρὸς τὴν ἀποκατάστασι τῆς ἐνότητος σώματος καὶ πνεύματος, ποὺ διεταράχθη ἀπὸ
τὴν πτῶσι. Αὐτὰ τὰ προβλήματα δὲν εἶναι καινούργια, ἀλλὰ ἐντείνονται ἀπὸ τὴ
γρήγορη ἐξέλιξι τῆς κοινωνίας, ὅπου ἡ κατανάλωσι γίνεται θρησκεία καὶ ἡ εὐχαρίστησι
αὐτοσκοπός. Ἀκόμα καὶ οἱ πόλεμοι, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν στιγμὴ ταλανίζουν τὸ
παγκόσμιο γίγνεσθαι, ὡς βάσι τους ἔχουν τὴν ἀκατάσχετη ἀπληστία καὶ τὴ
δαιμονόφιλη ἀνθρωποφαγία.
Ἡ ἐγκράτεια, ἐπίσης, ἀγκαλιάζει
καὶ τὴν οἰκολογικὴ διάστασι τῶν πραγμάτων, τὴ πραγματικὴ καὶ θεοσεβούμενη. Ἡ Ὀρθοδοξία,
μὲ τὴν ἔμφασι στὴ φροντίδα τῆς κτίσεως ὡς δώρου Θεοῦ, βλέπει τὴν περιβαλλοντικὴ
κρίσι ὡς ἀπόρροια τῆς ἀνθρωπίνης ἀπληστίας – μιᾶς μορφῆς ἀκρατίας. Ἡ καταστροφὴ
τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της, προσομοιάζεται μὲ αὐτοάνοσο
νόσημα, ὅπου τὸ ἴδιο τὸ σῶμα καταστρέφει τὸν ἑαυτὸ του ἐκ τῶν ἔσω. Ἀντὶ γιὰ
κηπουρός, ὁ ἄνθρωπος κατήντησε τὸν ἑαυτὸ του ὑπηρέτη τῶν ἀπολαύσεων, μὲ θῦμα
του ὅλον τὸν κόσμο ποὺ τὸν περιβάλλει, λογικὸ καὶ ἄλογο.
Συμπερασματικά, ἡ ἐγκράτεια
εἶναι τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἀναγέννησι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κοινωνίας. Μέσῳ αὐτῆς,
ὑπερβαίνομε τὸν «κλύδωνα» καὶ βαδίζουμε πρὸς τὴ θεία γαλήνη, προσφέροντας
λύσεις ποὺ ἐνώνουν παρελθὸν καὶ παρὸν. Τὸ Τριώδιο μᾶς ὑπενθυμίζει αὐτὴν τὴν
πορεία, καλῶντας σὲ μεταμόρφωσι ποὺ φέρνει ἐλπίδα σὲ ἕνα ταραγμένο κόσμο.
Στὴν ἀρχαία ἀφήγησι
τοῦ Πλουτάρχου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Μέγα, βλέπουμε μιὰ διαχρονικὴ μαρτυρία τῆς
δυνάμεως τῆς ἐγκρατείας, ὅπου οἱ Περσίδες γυναῖκες, χαρακτηριζόμενες ὡς «ἀλγηδόνες
ὀμμάτων» ἀγνοοῦνται ἀπὸ τὸν ἡγέτη σὰν ἄψυχες παραστάσεις ἀγαλμάτων, χάριτι τῆς ἀσπίδος
τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς αὐτοκυριαρχίας του. Διότι, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ
σκέψις καὶ ἐπικυρώνει ἡ σοφία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, «Νοῦς ἐστι πάντων ἡγεμὼν
τῶν χρησίμων».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου