Όταν η αυθαιρεσία βαφτίζεται «κανονικότητα».
Υπότιτλος:
…………………………..
Η πρόσφατη έκπτωση του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού δεν συνιστά απλώς ένα σκληρό εκκλησιαστικό μέτρο. Συνιστά θεσμική εκτροπή, ένα προηγούμενο επικίνδυνο για την εκκλησιαστική τάξη, το κανονικό δίκαιο και την ίδια την έννοια της συνοδικότητας στην Εκκλησία της Κύπρου.
Δεν πρόκειται για διαφωνία προσώπων ούτε για ζήτημα «εκκλησιαστικής
πειθαρχίας». Πρόκειται για διαδικασία που εγείρει σοβαρότατα ερωτήματα
νομιμότητας, καθώς φαίνεται να αγνόησε βασικές πρόνοιες του Καταστατικού Χάρτη,
να παρέκαμψε θεμελιώδεις Ιερούς Κανόνες και να καταστρατήγησε στοιχειώδη
δικαιώματα ακρόασης και δίκαιης κρίσης.
…………………………………….
Η διαδικασία ως
πρόβλημα — όχι το πρόσωπο
Το ζήτημα δεν είναι αν ο εκάστοτε μητροπολίτης είναι αρεστός ή μη. Το
ζήτημα είναι πώς κρίνεται, από ποιον, με ποιες εγγυήσεις και με ποια όρια
εξουσίας. Όταν η διαδικασία καταλύεται, τότε κανείς δεν είναι ασφαλής. Σήμερα
είναι ένας μητροπολίτης· αύριο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε κληρικός,
οποιαδήποτε φωνή δεν ευθυγραμμίζεται με το κέντρο εξουσίας.
Οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας δεν είναι διακοσμητικά κείμενα. Είναι το
συνταγματικό δίκαιο της Εκκλησίας. Προβλέπουν σαφώς:
• δικαίωμα προηγούμενης κλήσης σε απολογία,
• σαφή κατηγορητήρια,
• νόμιμη συγκρότηση δικαστικού οργάνου,
• απαγόρευση μονοπρόσωπων αποφάσεων σε ζητήματα καθαίρεσης ή έκπτωσης,
• και, κυρίως, συνοδική κρίση χωρίς προειλημμένες αποφάσεις.
Όταν όλα αυτά παρακάμπτονται ή ερμηνεύονται κατά το δοκούν, τότε δεν έχουμε
εκκλησιαστική δικαιοσύνη· έχουμε διοικητική επιβολή.
…………………………………………
Το Καταστατικό
ως άλλοθι — και τώρα ως εξιλέωση
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, μετά την ολοκλήρωση της
επίμαχης διαδικασίας, διατυπώνεται η πρόθεση «τροποποίησης του Καταστατικού». Η
δήλωση αυτή δεν αποτελεί μεταρρύθμιση· αποτελεί έμμεση ομολογία προβλήματος.
Διότι εύλογα γεννάται το ερώτημα:
Τι νόημα έχει η αλλαγή ενός Καταστατικού που ήδη δεν εφαρμόζεται;
Αν οι ισχύοντες κανόνες αγνοούνται, αν τα άρθρα παραβιάζονται, αν οι
πρόνοιες ερμηνεύονται επιλεκτικά, τότε το πρόβλημα δεν είναι το κείμενο. Είναι
η βούληση συμμόρφωσης.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η πρόταση για τροποποίηση φαντάζει όχι ως θεσμική
αυτοκριτική, αλλά ως εκ των υστέρων νομιμοποίηση μιας αυθαιρεσίας. Σαν να
λέγεται, εμμέσως πλην σαφώς: «Αφού το κάναμε, ας αλλάξουμε τους κανόνες για να
φαίνεται νόμιμο».
……………………………………..
Αν καταργηθεί η
συνοδικότητα, τι απομένει;
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι παπικό μόρφωμα. Δεν κυβερνάται από έναν. Η
συνοδικότητα δεν είναι τυπικό σχήμα — είναι δογματική αρχή. Όταν η συνοδική
λειτουργία εκφυλίζεται σε επικύρωση προειλημμένων αποφάσεων ή σε μηχανισμό
πειθαναγκασμού, τότε η Εκκλησία παύει να λειτουργεί ως Σώμα και μετατρέπεται σε
διοικητικό μηχανισμό ισχύος.
Αν, τελικά, το Καταστατικό θεωρείται εμπόδιο, αν οι Κανόνες θεωρούνται
«ενοχλητικοί», αν η διαδικασία θεωρείται πολυτέλεια, τότε ας ειπωθεί καθαρά:
Ας καταργηθεί το Καταστατικό εξ ολοκλήρου.
Ας δηλωθεί ότι ο Αρχιεπίσκοπος ενεργεί κατά το δοκούν.
Τουλάχιστον έτσι θα υπάρχει ειλικρίνεια.
…………………………………..
Η ζημιά δεν
είναι προσωπική — είναι εκκλησιολογική
Η μεγαλύτερη βλάβη δεν αφορά ένα πρόσωπο. Αφορά το κύρος της Εκκλησίας, την
εμπιστοσύνη των πιστών, την αίσθηση δικαιοσύνης και ισονομίας. Όταν οι πιστοί
αντιλαμβάνονται ότι οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε διαρρηγνύεται ο
δεσμός εμπιστοσύνης. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία πνευματική εξουσία δεν μπορεί
να σταθεί.
Η Εκκλησία δεν καλείται να είναι ισχυρή. Καλείται να είναι δίκαιη. Και η
δικαιοσύνη χωρίς κανόνες δεν υπάρχει.
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει αμείλικτο:
Θα επιλεγεί η οδός της θεσμικής αυτοκριτικής και αποκατάστασης της
νομιμότητας ή η οδός της μονιμοποίησης της αυθαιρεσίας μέσω «βελτιωμένων»
κειμένων που απλώς θα συνεχίσουν να αγνοούνται;
Η ιστορία, η κανονική τάξη και —τελικά— η συνείδηση της Εκκλησίας θα δώσουν
την απάντηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου