Πρωτ. Στέφανος Στεφόπουλος
«ΕΙΜΑΙ ΣΕΣΩΣΜΕΝΟΣ» ΕΝΑΝΤΙ
ΤΟΥ
«Ο ΘΕΟΣ ΙΛΑΣΘΗΤΙ ΜΟΙ ΤΩ ΑΜΑΡΤΩΛΩ»
Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς προτεσταντικής «μαρτυρίας» καὶ τοῦ ὀρθοδόξου βιώματος εἶναι πρωτίστως ὀντολογική, διότι ἀφορᾶ αὐτὸν τοῦτον τὸν πυρῆνα τῆς σωτηρίας. Ἐφόσον ὁ αἱρετικὸς ἐγκλωβίζεται στὴν ἔπαρση τῆς σιγουριᾶς, ὁ πιστὸς ὀφείλει νὰ ἀντιτάξει τὴ σιωπὴ τῆς μετανοίας. Τελικά, δὲν πρόκειται γιὰ μία ἁπλὴ κοινωνιολογικὴ ἀνάλυση, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς ὁδοῦ.
Στὶς προτεσταντικὲς ὁμολογίες, καὶ ἰδιαίτερα στὸν «χαρισματικό» χώρο, ἡ πίστις ταυτίζεται συχνὰ μὲ μιὰ δραματική, συναισθηματικὰ φορτισμένη στιγμὴ «ἀποδοχῆς τοῦ Χριστοῦ». Ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ ὁρίσει ἕνα συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο μεταστροφῆς, τὸ ὁποῖο παρουσιάζεται ὡς πλήρης καὶ τελικὴ σωτηρία.
Σὲ συναθροίσεις, εὐαγγελικῶν καὶ πεντηκοστιανῶν, ἡ δημοσία «μαρτυρία» θεωρεῖται σχεδὸν ἀναγκαία. Ὁ πιστὸς ἀνεβαίνει στὸ βῆμα καὶ περιγράφει τὴν ζωήν του «πρὶν» καὶ «μετά», διηγούμενος πῶς ὁ Χριστὸς ἐνήργησε «σ’ αὐτόν».
Στοὺς πεντηκοστιανούς, ἡ διαδικασία αὐτὴ συνοδεύεται συχνὰ ἀπὸ ἔντονες σωματικὲς καὶ συναισθηματικὲς ἐκδηλώσεις, ὅπως γλωσσολαλιά, κραυγές, δάκρυα, ἢ πτῶση «ἐν Πνεύματι». Ἡ πνευματικὴ ἐμπειρία ὀφείλει νὰ φαίνεται, νὰ λέγεται, νὰ προβάλλεται. Ἔτσι, ἡ πίστις μετατρέπεται σὲ ἀφήγηση, σὲ διακήρυξη, σὲ συνεχῆ λεκτικὴ ἐπιβεβαίωση.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἐμφανίζεται καὶ ἕνα βαθὺ πνευματικὸ πρόβλημα: ὁ ἐγωϊσμός. Ἡ μεταστροφὴ καὶ τὸ «θαῦμα» παρουσιάζονται ὡς κάτι ποὺ ἔγινε «σ’ ἐμένα», ὡς ἀπόδειξη ὅτι ὁ Θεὸς ἐνήργησε μὲ ἰδιαίτερο τρόπον σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ γλώσσα φαίνεται ταπεινή, ἡ δομὴ τῆς ἀφηγήσεως περιστρέφεται γύρω ἀπὸ τὸ ἐγώ.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ πατερικὴ παράδοση κινοῦνται στὸν ἀντίθετον δρόμον. Ὁ Χριστὸς λέγει καθαρά: «Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου … καὶ ὁ Πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι» (Ματθ. στ΄ 6). Οὐδεμία ἰδιαίτερη ἐκλογή, οὐδεμία καύχηση.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες εἶναι ἀκόμη πιὸ αὐστηροί. Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος διδάσκει ὅτι τὰ μυστικὰ τοῦ Θεοῦ φιλοῦν τὴν σιωπὴν καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ προβάλλει πνευματικὲς ἐμπειρίες κινδυνεύει νὰ πλανηθῇ. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος προειδοποιεῖ ὅτι ἡ πρόωρη φανέρωση χαριτωμένων καταστάσεων γεννᾷ κενοδοξία καὶ ἀπώλεια τῆς χάριτος. Ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού ἀνέβηκε «ἕως τρίτου οὐρανοῦ», μιλᾶ γι’ αὐτὸ μὲ φόβο καὶ δισταγμό, λέγοντας: «ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 7). Ἡ ἀληθινὴ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ γεννᾷ ταπείνωση, οὐχὶ ἔπαρση.
Εν γένει στὴν προτεσταντικὴ μαρτυρία, ἡ σωτηρία παρουσιάζεται ὡς ἕνα «τετελεσμένο γεγονὸς» ποὺ βασίζεται στὴν ψυχολογικὴ βεβαιότητα τοῦ ἀτόμου. Αὐτὸ μετατρέπει τὴν πίστιν σὲ μία μορφὴ αὐτοπεποιθήσεως. Ἀντιθέτως, ὁ Ὀρθόδοξος δὲν στηρίζεται στὸ συναίσθημά του, ἀλλὰ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ σιωπή του δὲν εἶναι ἀδυναμία, ἀλλὰ πνευματικὴ εὐγένεια· δὲν τολμᾶ νὰ προκαταλάβει τὴν κρίση τοῦ Κυρίου διατυμπανίζοντας πὼς «ἐσώθη», ἀλλὰ ἐργάζεται μυστικὰ προσδοκώντας τὸ ἔλεος.
Ἐνῷ γιὰ τὸν πεντηκοστιανὸ ἡ χαρὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐκρηκτικὴ καὶ ὁρατή γιὰ νὰ εἶναι ἀληθινή, γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο ἡ χαρὰ εἶναι «χαρμολύπη». Εἶναι μία ἐσωτερικὴ κατάσταση ποὺ δὲν χρειάζεται ἐξωτερικοὺς θορύβους καὶ ἐπικοινωνιακὰ τεχνάσματα γιὰ νὰ ὑπάρξει.
Ἐδῶ βρίσκεται καί ἡ οὐσιαστικὴ διαφορά. Ὁ προτεστάντης καὶ ἰδιαίτερα ὁ πεντηκοστιανὸς νοιώθει ἀνάγκη νὰ μιλήσῃ, διότι ἡ πίστις του στηρίζεται στὴ βεβαιότητα μιᾶς στιγμῆς. Ὁ Ὀρθόδοξος σιωπᾷ, διότι γνωρίζει τὴν ἀστάθεια τῆς καρδίας του. Ἡ ὁμολογία του γίνεται μὲ τὴ ζωή, μὲ τὴ μετάνοια, μὲ τὴν ταπείνωση. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει σιωπή, κρύβεται τὸ ἀληθινὸ θαῦμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου