26 Ιαν 2026

Η ιερότητα της ζωής απέναντι στη βία της εξάλειψης. Θεολογικοί και βιοηθικοί στοχασμοί για τον άνθρωπο, τον πόνο και την ευθύνη

    π. ΗΛΙΑΣ Γ. ΔΙΑΚΟΥΜΑΚΟΣ

             ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ

       ΠΕΡΔΙΚΑ - 180 10 ΑΙΓΙΝΑ

Η ιερότητα της ζωής απέναντι στη βία της εξάλειψης

Θεολογικοί και βιοηθικοί στοχασμοί για τον άνθρωπο, τον πόνο και την ευθύνη

Η ανθρώπινη ιστορία αρχίζει και προχωρά μέσα σε ένα βαθύ υπαρξιακό τραύμα: το τραύμα της αποξένωσης από τον Θεό και τον αδελφό. Από την πρώτη δολοφονία της ιστορίας, τη δολοφονία του Άβελ από τον Κάιν, μέχρι τις σύγχρονες μορφές θεσμοθετημένης βίας, ο άνθρωπος παλεύει να δώσει απαντήσεις στο μυστήριο του πόνου, της αδυναμίας και της ευαλωτότητας.

Ο σύγχρονος πολιτισμός, εξοπλισμένος με επιστημονική γνώση και τεχνολογική δύναμη, αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή όλο και περισσότερο ως αντικείμενο διαχείρισης. Ιδιαίτερα όταν η ζωή εμφανίζεται αδύναμη, ανάπηρη ή μη λειτουργική, γεννάται ο πειρασμός της εξάλειψης αντί της συνοδείας.

Η αξία της ζωής δεν μετριέται με όρους χρησιμότητας, υγείας ή κοινωνικής αποδοχής. Κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως κατάστασης, παραμένει φορέας ιερότητας και κλήσης.

Ο αναγνώστης προσκαλείται να προσεγγίσει το κείμενο όχι ως θεωρητικό λόγο, αλλά ως πρόκληση συνείδησης. Διότι το ερώτημα που διατρέχει ολόκληρο το έργο δεν είναι μόνο τι επιτρέπεται να κάνουμε, αλλά ποιοι επιλέγουμε να είμαστε.

Εκεί στο βάθος της ανθρώπινης ελευθερίας κρίνεται αν θα γίνουμε κριτές της ζωής ή μάρτυρες της ιερότητάς της.

Η πρώτη δολοφονία της ιστορίας, η δολοφονία του Άβελ από το χέρι του Κάιν, δεν υπήρξε λύση στο δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης ούτε κατήργησε τις δοκιμασίες που επέφερε η πτώση. Αντιθέτως, αποκάλυψε με τον ίδιο τραγικό τρόπο ότι η βία, όταν παρουσιάζεται ως απάντηση στο πρόβλημα, βαθαίνει το ρήγμα αντί να το θεραπεύει.

Στο ίδιο τραγικό μοτίβο εντάσσονται και οι «κατά συρροήν» δολοφονίες της σύγχρονης εποχής, οι οποίες, αν και συχνά καλύπτονται με τεχνικούς ή ιατρικούς όρους, διατηρούν την ίδια υπαρξιακή λογική: την απόρριψη της ζωής που θεωρείται βάρος, ασύμφορη ή ανεπιθύμητη. Οι εκτρώσεις, και ιδίως οι εκτρώσεις παιδιών με αναπηρία, φέρουν βαθύ ανθρωπολογικό, κοινωνικό και θεολογικό βάρος,

Η αναπηρία, ακόμη και στις βαρύτερες μορφές της, μας τοποθετεί ενώπιον ενός θείου μυστηρίου στο οποίο δεν έχουμε το δικαίωμα να εισβάλουμε καταργώντας τη ζωή. Δεν μας καλεί σε απόγνωση, αλλά σε ταπείνωση· όχι σε εξόντωση, αλλά σε σχέση.

Ο μόνος αυθεντικός τρόπος αντίδρασης παραμένει η προσευχή: προσευχή για τον ανάπηρο, για τον ασθενή, για τους οικείους, για όλη την ανθρωπότητα. Η προσευχή αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ζωής της Εκκλησίας, γιατί διασώζει τον άνθρωπο από το να γίνει ο ίδιος δήμιος του αδελφού του.

Σημαντική συμβολή θα είναι η παρουσία της Πολιτείας με τις υπάρχουσες δομές που έχει δημιουργήσει και με αυτές που πρέπει να δημιουργηθούν στην πορεία, ώστε να αντιστοιχούν στις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες δίνοντας έτσι στήριγμα και ανακούφιση στις οικογένειες που δοκιμάζονται.

Η ζωή δεν θεραπεύεται με τον θάνατο. Η ανθρώπινη αδυναμία δεν θεραπεύεται με την εξάλειψη του αδύναμου, αλλά με την αγάπη, την ευθύνη και την προσευχή.

Η τεχνολογία, η δύναμη και το όριο

της ανθρώπινης κυριαρχίας

Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή ανάπτυξη της τεχνολογίας, η οποία προσφέρει στον άνθρωπο δυνατότητες που στο παρελθόν θα θεωρούνταν αδιανόητες. Η ιατρική πρόοδος, η γενετική έρευνα και οι βιοτεχνολογικές εφαρμογές ανοίγουν νέους ορίζοντες, αλλά ταυτόχρονα εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα για το όριο της ανθρώπινης παρέμβασης,

Όταν η τεχνολογία αποσπάται από την ηθική και τη θεολογική θεώρηση του προσώπου, κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο διακονίας σε μηχανισμό κυριαρχίας. Ο άνθρωπος δεν καλείται να γίνει κύριος της ζωής, αλλά διαχειριστής της. Η σύγχυση αυτή οδηγεί συχνά στη λογική ότι ό,τι είναι τεχνικά εφικτό είναι και ηθικά αποδεκτό,

Η θεολογική παράδοση υπενθυμίζει ότι το όριο δεν είναι εμπόδιο, αλλά προστασία. Το όριο διασώζει το μυστήριο της ζωής και εμποδίζει την απόλυτη εργαλειοποίησή της. Εκεί όπου το όριο καταργείται, η ανθρώπινη ύπαρξη κινδυνεύει να υποβιβαστεί σε αντικείμενο πειραματισμού ή επιλογής.

Ιδιαίτερα στον χώρο της βιοηθικής, η τεχνολογία καλείται να υπηρετεί την αγάπη και όχι την απόρριψη. Η αντιμετώπιση της αναπηρίας, της ασθένειας και της ευαλωτότητας δεν μπορεί να βασίζεται στη λογική της εξάλειψης, αλλά στη λογική της φροντίδας και της συνοδείας.

Έτσι, το αληθινό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι πόσα μπορούμε να κάνουμε, αλλά ποια πράγματα οφείλουμε να μην κάνουμε. Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η ωριμότητα της ανθρώπινης συνείδησης και η ποιότητα του πολιτισμού μας.

Η ευθύνη της συνείδησης και

το μέλλον του ανθρώπινου προσώπου

Στο τέλος κάθε θεολογικού και βιοηθικού προβληματισμού αναδύεται αναπόφευκτα το ζήτημα της ανθρώπινης συνείδησης. Δεν είναι οι νόμοι, ούτε οι τεχνολογικές δυνατότητες που καθορίζουν τελικά το μέλλον της ζωής, αλλά η ποιότητα της συνείδησης με την οποία ο άνθρωπος στέκεται απέναντι στον άλλον. Εκεί κρίνεται αν η ελευθερία θα λειτουργήσει ως χώρος αγάπης ή ως μηχανισμός εξουσίας.

Η συνείδηση δεν είναι απλώς εσωτερική φωνή αυτοεπιβεβαίωσης, αλλά τόπος ευθύνης. Καλείται να διακρίνει πότε η ανθρώπινη παρέμβαση υπηρετεί τη ζωή και πότε την υποκαθιστά. Όταν η συνείδηση παύει να συγκινείται από την ευαλωτότητα του άλλου, τότε η κοινωνία οδηγείται σε ηθική απονέκρωση, ακόμη κι αν διατηρεί εξωτερικά σημάδια προόδου.

Το μέλλον του ανθρώπινου προσώπου δεν εξαρτάται από την τελειότητα των σωμάτων ή την ευφυΐα των συστημάτων, αλλά από την ικανότητα σχέσης. Κάθε φορά που ο άνθρωπος αποδέχεται τον αδύναμο, τον άρρωστο, τον ανάπηρο, προστατεύει όχι μόνο εκείνον, αλλά και το ίδιο το νόημα της ανθρωπινότητας.

Η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη, μέσα σ᾽ αυτό το πλαίσιο, καλείται να είναι φύλακας της συνείδησης και όχι απλώς ηθικός σχολιαστής των εξελίξεων. Να υπενθυμίζει ότι το ανθρώπινο πρόσωπο δεν είναι αντικείμενο διαχείρισης, αλλά μυστήριο κοινωνίας. Να καλλιεργεί λόγο αλήθειας, χωρίς φόβο και χωρίς συμβιβασμούς.

Έτσι, το παρόν κεφάλαιο δεν κλείνει έναν προβληματισμό, αλλά ανοίγει μια ευθύνη. Το μέλλον της ζωής θα κριθεί από το αν ο άνθρωπος θα συνεχίσει να βλέπει τον άλλον ως πρόβλημα προς επίλυση ή ως πρόσωπο προς αγάπη. Εκεί ακριβώς διακυβεύεται μέλλον του ανθρώπου.

Ο πόνος ως παιδαγωγία

και οδός προς την αγιότητα

Ο πόνος, όταν ιδωθεί με το βλέμμα της πίστεως, παύει να είναι απλώς μια άλογη δοκιμασία και αποκαλύπτεται ως παιδαγωγικό μέσο που επιτρέπει ο Θεός. Δεν εξ ιδανικεύεται ο πόνος καθαυτός, αλλά νοηματοδοτείται ως κλήση προς ωρίμανση, ως πρόσκληση να στραφεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του προς το μυστήριο της αγιότητας. Η δοκιμασία δεν αναιρεί την αγάπη του Θεού· αντιθέτως, γίνεται χώρος συνάντησης μαζί Του.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο πόνος αποκτά χαρακτήρα παιδαγωγικό και όχι τιμωρητικό. Δεν επιβάλλεται ως ανταπόδοση, αλλά επιτρέπεται ως δυνατότητα εσωτερικής μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος, δοκιμαζόμενος, καλείται να εξέλθει από την αυτάρκεια και να ανακαλύψει την βαθύτερη σχέση εμπιστοσύνης με τον Θεό. Η παιδαγωγία του πόνου οδηγεί, στη συντριβή της αυτο-αναφορικότητας και ανοίγει τον δρόμο της ταπείνωσης.

Iδιαίτερα όταν ο πόνος βιώνεται μέσα στη σχέση αγάπης προς τον πάσχοντα αδελφό, μετατρέπεται σε τόπο αγιότητας. Η αφιέρωση ζωής, η υπομονή, η σιωπηλή προσφορά και η άνευ όρων φροντίδα καθίστανται μορφές έμπρακτης θεολογίας. Εκεί, η αγιότητα δεν παρουσιάζεται ως ηθικό κατόρθωμα, αλλά ως καρπός σχέσης και εμπιστοσύνης στον Θεό, ο οποίος ενεργεί μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία.

Η αγάπη προς τον πάσχοντα

ως καθολική μορφή αγιότητας

Η αυτοθυσιαστική αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο αναδεικνύεται ως μια καθολική μορφή αγιότητας, η οποία δεν περιορίζεται στα όρια της εκκλησιαστικής ταυτότητας ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από τη συνειδητή θρησκευτική πίστη. Η αγάπη αυτή γεννιέται από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και εκφράζεται ως ανιδιοτελής προσφορά ζωής προς τον άλλον.

Όταν οι γονείς ή οι υπεύθυνοι ενός πάσχοντος παιδιού αφιερώνουν ολόκληρη τη ζωή τους στη φροντίδα του, χωρίς προσδοκία ανταμοιβής ή αναγνώρισης, τότε η καθημερινότητα μεταμορφώνεται σε λειτουργία αγάπης. Η αγάπη αυτή δεν έχει χαρακτήρα ηρωικό ή επιδεικτικό· είναι σιωπηλή, επίμονη και σταυρική. Μέσα σ᾽ αυτήν την πορεία, ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά χωρίς όρους, να υπομένει χωρίς παράπονο και να ελπίζει χωρίς βεβαιότητες.

Η θεολογική σημασία αυτής της αγάπης έγκειται στο γεγονός ότι καθίσταται τόπος φανέρωσης του Θεού. Η αγιότητα δεν ταυτίζεται εδώ με την ηθική τελειότητα, αλλά με την πιστότητα στη σχέση. Εκεί όπου ο άνθρωπος παραμένει κοντά στον πάσχοντα αδελφό, παρά την κόπωση, τον φόβο και την αβεβαιότητα, εκεί ενεργεί η χάρη του Θεού, ακόμη και αν δεν ομολογείται ρητά.

Έτσι, η αγάπη προς τον πάσχοντα αποκαλύπτεται ως κοινός τόπος συνάντησης του ανθρώπινου και του Θείου. Καθίσταται μαρτυρία ότι η αγιότητα δεν είναι προνόμιο των λίγων, αλλά κλήση και δυνατότητα κάθε ανθρώπινου προσώπου που επιλέγει να ζήσει για τον άλλον.

Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο

πέρα από τη συνειδητή πίστη

Η εμπειρία της αυθεντικής αγάπης φανερώνει ότι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο δεν εξαντλείται στη συνειδητή θρησκευτική αυτοτοποθέτηση ούτε προϋποθέτει ρητή ομολογία πίστεως. Ο άνθρωπος παραμένει φορέας της θείας εικόνας ακόμη και όταν δεν την αναγνωρίζει, όταν την αγνοεί ή ακόμη και όταν την αρνείται. Η εικόνα αυτή δεν αναιρείται, αλλά παραμένει ενεργός ως δυνατότητα σχέσης και προσφοράς.

Όταν διαπιστώνουμε πράξεις βαθιάς αγάπης, αυταπάρνησης και αφοσίωσης από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως αγνωστικιστές ή άπιστοι, καλούμαστε σε χριστιανική ταπείνωση. Η αγάπη τους δεν αποτελεί απλώς ηθική συμπεριφορά, αλλά μαρτυρία της θείας σφραγίδας που φέρει κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Εκεί, η θεολογία δεν προηγείται της ζωής, αλλά αναδύεται από αυτήν.

Η αναγνώριση της εικόνας του Θεού στο πρόσωπο του άλλου, ακόμη και όταν ο ίδιος δεν την αναγνωρίζει, αποτελεί πράξη εκκλησιαστικής ωριμότητας και αληθινής πίστης. Ο Θεός αποκαλύπτεται όχι μόνο μέσα από τον λόγο και το δόγμα, αλλά και μέσα από την αγάπη που υπερβαίνει τα όρια της συνείδησης και της ιδεολογίας.

Έτσι, η αγάπη γίνεται θεοφάνεια και η ανθρώπινη πράξη μετατρέπεται σε σιωπηλή ομολογία. Η εικόνα του Θεού φωτίζεται μέσα από τη σχέση και καλεί τον χριστιανό να βλέπει κάθε άνθρωπο όχι ως αντικείμενο κρίσης, αλλά ως μυστήριο που βρίσκεται σε πορεία αποκάλυψης.

Η δοκιμασία ως χώρος κοινωνίας

και εκκλησιαστικής ευθύνης

Η δοκιμασία που βιώνεται γύρω από το πάσχον παιδί δεν περιορίζεται στο επίπεδο της ατομικής εμπειρίας, αλλά μετατρέπεται σε χώρο κοινωνίας και εκκλησιαστικής ευθύνης. Η ασθένεια, η αναπηρία και η διαρκής ανάγκη φροντίδας αναδεικνύουν το ερώτημα της συλλογικής στάσης απέναντι στην ανθρώπινη ευαλωτότητα.

Η Ποιμαίνουσα Εκκλησία δεν καλείται απλώς να παρηγορήσει με λόγια, αλλά να σταθεί έμπρακτα δίπλα στον πάσχοντα και την οικογένεια του. Η διακονία αυτή δεν είναι συμπληρωματική της πίστης, αλλά έκφρασή της. Όπου η κοινότητα αποτυγχάνει να αγκαλιάσει τον αδύναμο, εκεί τραυματίζεται η ίδια η εκκλησιαστική ταυτότητα,

Παράλληλα, η κοινωνία δοκιμάζεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την αξία της ζωής. Η χρησιμοθηρική λογική, που μετρά την ανθρώπινη ύπαρξη με όρους παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας, αποκαλύπτεται ανεπαρκής μπροστά στο μυστήριο του πάσχοντος προσώπου, Το παιδί που δεν ανταποκρίνεται στα κοινωνικά πρότυπα δεν αποτελεί αποτυχία της φύσης, αλλά πρόκληση για την ανθρωπιά μας.

Η δοκιμασία, τέλος, γίνεται τόπος κοινωνίας όταν μεταμορφώνει τις σχέσεις. Μέσα από τον πόνο γεννιέται συχνά μια βαθύτερη αλληλεγγύη, μια νέα ποιότητα αγάπης και μια πιο ώριμη κατανόηση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Έτσι, η ευαλωτότητα δεν οδηγεί στην περιθωριοποίηση, αλλά μπορεί να γίνει αφετηρία ανανέωσης της κοινότητας και μαρτυρία ελπίδας.

Η ελπίδα ως καρπός σχέσης και

η μεταμόρφωση του πόνου

 Η πορεία μέσα στη δοκιμασία, δεν οδηγεί αναγκαστικά στην απόγνωση· μπορεί να γίνει χώρος γέννησης της ελπίδας. Όχι μιας αισιόδοξης ψυχολογικής στάσης, αλλά μιας ελπίδας που θεμελιώνεται στη σχέση. Η ελπίδα αυτή δεν αναιρεί τον πόνο ούτε τον παρακάμπτει, αλλά τον μεταμορφώνει σε τόπο νοήματος.

Όταν ο άνθρωπος παραμένει πιστός στη σχέση με τον πάσχοντα, ακόμη και μέσα στην επαναληπτικότητα της κόπωσης και της φθοράς, τότε ο χρόνος παύει να είναι απλός εχθρός και γίνεται παιδαγωγός. Η καθημερινή φροντίδα, η υπομονή και η επιμονή αποκαλύπτουν ότι η ελπίδα δεν γεννιέται από τις λύσεις, αλλά από τη σταθερότητα της αγάπης.

Η θεολογική προοπτική βλέπει την ελπίδα ως καρπό κοινωνίας. Δεν είναι ατομικό κατόρθωμα, αλλά δωρεά που αναδύεται μέσα στη συνάντηση προσώπων. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν εγκαταλείπεται στη μοναξιά του πόνου, αλλά συνοδεύεται, η ελπίδα γίνεται εμπειρία και όχι απλή προσδοκία.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταμόρφωση του πόνου δεν σημαίνει εξάλειψή του, αλλά αναπροσανατολισμό του. Ο πόνος παύει να είναι αδιέξοδο και γίνεται μαρτυρία αντοχής και ζωής. Η ελπίδα δεν υπόσχεται άμεση λύτρωση, αλλά προσφέρει νόημα που επιτρέπει στον άνθρωπο να συνεχίσει.

Έτσι, το πάσχον παιδί και όσοι το συνοδεύουν γίνονται φορείς μιας σιωπηλής μαρτυρίας; ότι η ζωή, ακόμη και μέσα στην ευαλωτότητά της, μπορεί να είναι πλήρης νοήματος. Εκεί, η ελπίδα δεν είναι θεωρία, αλλά τρόπος ύπαρξης.

Η αξιοπρέπεια του παιδιού ως πρόσωπο

και όχι ως «περίπτωση»

Στον πυρήνα κάθε συζήτησης για την αναπηρία, και ιδιαίτερα για τη διανοητική αναπηρία, βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα βιοηθικής: ποιος είναι ο άνθρωπος; Αν ο άνθρωπος ορίζεται από τις λειτουργίες του, τότε η αναπηρία γίνεται κριτήριο αξίας και η ζωή αξιολογείται με όρους απόδοσης, αυτονομίας και χρησιμότητας. Αν όμως ο άνθρωπος ορίζεται ως πρόσωπο, τότε η αναπηρία δεν μειώνει την αξία του, αλλά αποκαλύπτει το πραγματικό μέτρο της ανθρωπιάς μας και του πολιτισμού μας.

Η ιατρική επιστήμη, όταν λειτουργεί μέσα στα όρια της αλήθειας της, γνωρίζει ότι η διάγνωση δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη. Ο ιατρικός όρος περιγράφει μια κατάσταση, δεν εξαντλεί το πρόσωπο. Όταν όμως η διάγνωση μετατρέπεται σε ταυτότητα, τότε το παιδί παύει να αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο σχέσης και μετατρέπεται σε «περίπτωση», σε αριθμό φακέλου, σε πρόβλημα προς διαχείριση.

Η θεολογική προσέγγιση αποκαθιστά τη χαμένη ισορροπία; η αξία του ανθρώπου δεν εδράζεται στη λειτουργικότητα του, αλλά στο γεγονός ότι είναι φορέας προσώπου, δηλαδή ικανός για σχέση, ακόμη κι αν αυτή δεν εκφράζεται με τους συνηθισμένους τρόπους. Το παιδί με διανοητική αναπηρία μπορεί να μη μιλά, να μη κατανοεί όπως εμείς, όμως βιώνει την αγάπη, την αποδοχή ή την απόρριψη με υπαρξιακό βάθος.

Από Ορθόδοξης πνευματικής θεώρησης, η αναγνώριση της αξιοπρέπειας ως εγγενούς και όχι ως παραχωρούμενης έχει άμεσες συνέπειες: απορρίπτει κάθε λογική επιλογής ζωών με βάση κριτήρια ποιότητας και θέτει όρια στη χρήση της ιατρικής τεχνολογίας. Η επιστήμη καλείται να υπηρετεί τη ζωή και όχι να την αξιολογεί.

Το ζήτημα της άμβλωσης παιδιών με αναπηρία αποκαλύπτει τη βαθύτερη ηθική του διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για ατομική επιλογή, αλλά για συλλογική δήλωση αξιών. Όταν η κοινωνία προστατεύει το πιο ευάλωτο παιδί, δηλώνει ότι η ανθρώπινη αξία δεν διαπραγματεύεται.

Η αξιοπρέπεια του παιδιού με αναπηρία δεν ζητά εξιδανίκευση του πόνου, αλλά αλλαγή βλέμματος. Να δούμε το παιδί όχι ως πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά ως πρόσωπο που πρέπει να αγαπηθεί, να συνοδευθεί και να προστατευθεί. Ένα τέτοιο βλέμμα δεν θεραπεύει μόνο το παιδί, αλλά και την κοινωνία που το υιοθετεί.

Το μυστήριο της εσωτερικής ζωής και

τα όρια της επιστημονικής γνώσης

Από την πλευρά του παιδιού με διανοητική αναπηρία, η πραγματικότητα παραμένει συχνά ένα βαθύ και απροσπέλαστο μυστήριο. Η ιατρική επιστήμη μπορεί να περιγράφει νευρολογικές δυσλειτουργίες, να ταξινομήσει συμπτώματα και να προτείνει θεραπευτικές παρεμβάσεις, όμως αδυνατεί να εισχωρήσει στον πυρήνα της εσωτερικής εμπειρίας του προσώπου.

Εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο σημείο βιοηθικής: η επιστημονική γνώση έχει όρια και αυτά τα όρια δεν συναστούν αποτυχία, αλλά πρόσκληση σε ταπείνωση, Όταν η επιστήμη υπερβαίνει τον ρόλο της και επιχειρεί να ερμηνεύσει το νόημα της ζωής αποκλειστικά με λειτουργικούς δείκτες, τότε παραμορφώνει την πραγματικότητα.

Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία υπενθυμίζει ότι η καρδιά του ανθρώπου δεν ταυτίζεται με τον νου του, η ύπαρξη δεν εξαντλείται στη γνωστική λειτουργία. Το παιδί με διανοητική αναπηρία μπορεί να βιώνειτην αγάπη με καθαρότητα και αμεσότητα που συχνά λείπει από τον λειτουργικά ικανό ενήλικα,

Από ιατρική και βιοηθική άποψη, η φροντίδα δεν περιορίζεται στην αποκατάσταση λειτουργιών, αλλά επεκτείνεται στη δημιουργία σχέσης, Η θεραπευτική πράξη γίνεται πράξη παρουσίας και σεβασμού προς αυτό που δεν μπορεί να μετρηθεί.

Το μυστήριο της εσωτερικής ζωής προστατεύει το παιδί από την αυθαιρεσία της αξιολόγησης. Η αναγνώριση ότι δεν γνωρίζουμε πλήρως μάς αποτρέπει από τη βία της κρίσης και θεμελιώνει μια ηθική σεβασμού προς το ιερό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η δοκιμασία των γονέων και

η ηθική της συνοδείας

Η γέννηση και η ανατροφή ενός παιδιού με διανοητική αναπηρία δεν αποτελεί μόνο ιατρικό ή παιδαγωγικό γεγονός, αλλά υπαρξιακή δοκιμασία για ολόκληρη την οικογένεια. Οι γονείς καλούνται να ζήσουν μια πραγματικότητα που δεν επέλεξαν, να διαχειριστούν φόβους, ενοχές, κοινωνικές πιέσεις και εσωτερικές συγκρούσεις.

Από βιοηθική άποψη, εδώ αναδεικνύεται το ζήτημα της συνοδείας. Η ευθύνη δεν εξαντλείται στη διάγνωση και στη θεραπευτική παρέμβαση στο παιδί, αλλά επεκτείνεται στη στήριξη των γονέων ως προσώπων. Η ηθική της φροντίδας απαιτεί δομές που να ανακουφίζουν το βάρος και επαγγελματίες που να ακούν χωρίς να κρίνουν.

Η θεολογική προοπτική δεν εξιδανικεύει τον πόνο ούτε τον ερμηνεύει απλοϊκά. Τον αναγνωρίζει ως σταυρό που χρειάζεται συμπαράσταση. Η κοινότητα καλείται να γίνει τόπος ανακούφισης και όχι επιπλέον πίεσης.

Η βιοηθική της συνοδείας αποκτά βαθιά ανθρωπολογική διάσταση. Δεν αρκεί η διασφάλιση της επιβίωσης· απαιτείται η προστασία της αξιοπρέπειας της οικογένειας. Οι γονείς δεν πρέπει να αισθάνονται ότι απολογούνται για το παιδί τους.

Το παιδί με αναπηρία γίνεται καθρέφτης της συλλογικής μας ευθύνης. Ο τρόπος που στεκόμαστε δίπλα στους γονείς αποκαλύπτει αν αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη ζωή ως κοινό αγαθό ή ως ιδιωτικό βάρος. Η συνοδεία δεν είναι φιλανθρωπία, αλλά ηθική υποχρέωση.

Η κοινωνία απέναντι στην ευαλωτότητα

και το μέτρο του πολιτισμού

Ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία στέκεται απέναντι στο παιδί με αναπηρία δεν αποτελεί περιφερειακό ζήτημα κοινωνικής πολιτικής, αλλά κριτήριο πολιτισμού. Εκεί. αποκαλύπτεται αν ο άνθρωπος νοείται ως πρόσωπο ή ως μέγεθος, ως υποκείμενο σχέσης ή ως μεταβλητή κόστους.

Από βιοηθική άποψη, η κοινωνία οφείλει να δημιουργεί συνθήκες που δεν εξωθούν την οικογένεια στην απομόνωση ούτε το παιδί στην αορατότητα. Η πρόσβαση σε δομές υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής μέριμνας δεν είναι προνόμιο αλλά δικαίωμα που απορρέει από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η Ορθόδοξη πνευματική θεώρηση υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος ζει και ωριμάζει μέσα σε κοινότητα. Μια κοινωνία που αποδέχεται μόνο το ισχυρό και το αποδοτικό αρνείται σιωπηλά την αλήθεια της αγάπης.

Η βιοηθική εδώ γίνεται πολιτισμική στάση. Αφορά τη γλώσσα, τις εικόνες και τις αφηγήσεις που κυριαρχούν. Όταν η αναπηρία παρουσιάζεται μόνο ως λάθος, υπονομεύεται η κοινωνική συνοχή.

Το παιδί με αναπηρία ζητά δίκαιη παρουσία και χώρο ζωής. Η κοινωνία που το προσφέρει αποκαλύπτει το αληθινό μέτρο της δύναμής της και την ποιότητα των σχέσεών της.

Η φροντίδα στο όριο της ζωής και

η ιερότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Καθώς η ιατρική επιστήμη προοδεύει, ο άνθρωπος έρχεται όλο και συχνότερα αντιμέτωπος με τα όρια της ζωής. Η δυνατότητα παράτασης της βιολογικής ύπαρξης και η τεχνολογική υποστήριξη ζωτικών λειτουργιών εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα για το νόημα της φροντίδας.

Από βιοηθική σκοπιά, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με απλούς κανόνες. Απαιτείται διάκριση που λαμβάνει υπ᾽ όψη το πρόσωπο ως ενότητα σώματος, ψυχής και σχέσεων. Η ανακουφιστική φροντίδα δεν αποτελεί ήττα της ιατρικής αλλά κορύφωσή της.

Η θεολογική παράδοση υπογραμμίζει ότι η ζωή είναι ιερή ως δώρο και η ιερότητα αυτή δεν αναιρεί την αποδοχή του θανάτου, αλλά αντιτίθεται σε κάθε πράξη που τον επισπεύδει ή τον επιβάλλει.

Η φροντίδα στο τέλος της ζωής καλείται να γίνει πράξη συνοδείας. Ο ασθενής δεν πρέπει να βιώνει τον θάνατο μόνος, αλλά μέσα σε χώρο παρουσίας, λόγου και σιωπής.

Το μέτρο της βιοηθικής βρίσκεται στην ποιότητα της σχέσης. Εκεί όπου ο άνθρωπος συνοδεύεται μέχρι τέλους ως πρόσωπο, η κοινωνία αποδεικνύει ότι σέβεται την ανθρώπινη ύπαρξη από την αρχή έως το τέλος.

Η πορεία από τον Άβελ έως τον σύγχρονο άνθρωπο αποκαλύπτει μια σταθερή αλήθεια: ο άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται ενώπιον του πειρασμού να θεραπεύσει τον πόνο καταργώντας τη ζωή. Από την πρώτη δολοφονία της ιστορίας μέχρι τις σύγχρονες μορφές θεσμοθετημένης βίας, η ανθρώπινη ύπαρξη δοκιμάζεται στο ίδιο υπαρξιακό ερώτημα: θα επιλέξει τη σχέση ή την εξόντωση;

Η Αγία Γραφή, η Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η ίδια η εμπειρία της ιστορίας συγκλίνουν σε ένα σημείο: η ζωή δεν διορθώνεται με τον θάνατο, Ο πόνος δεν εξαφανίζεται με την εξάλειψη του πάσχοντος. Κάθε τέτοια πράξη βαθαίνει το τραύμα και απομακρύνει τον άνθρωπο από την αλήθεια της κλήσης του.

Ιδιαίτερα απέναντι στα ανάπηρα παιδιά, στα αγέννητα παιδιά και στους πλέον ευάλωτους, η ευθύνη μας γίνεται ακόμη πιο βαριά. Η αναπηρία δεν αποτελεί σφάλμα της φύσης ούτε αποτυχία της ζωής, Είναι μυστήριο που ζητά ταπείνωση, συνοδεία και αγάπη.

Η Εκκλησία δεν καλείται να προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά να σταθεί ως τόπος προσευχής και μαρτυρίας. Να θυμίζει ότι η αξία της ζωής δεν μετριέται με όρους χρησιμότητας, αλλά πηγάζει από το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος είναι πρόσωπο,

Αν επιλέγουμε την αγάπη, την υπομονή και την προσευχή, γινόμαστε μάρτυρες της ιερότητας της ζωής. Και αυτή η μαρτυρία παραμένει η μόνη αληθινή απάντηση στο δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Γιατί η ζωή δεν ζητά να την κρίνουμε. Ζητά να την αγαπήσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com