29 Σεπ 2010

Πρόεδρος Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας: «Τουρκία και Ελλάδα εισέβαλαν στην Κύπρο το 1974»

Σε μία «αναφορά - βόμβα» προέβη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, το απόγευμα της Δευτέρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Συγκεκριμένα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μιλώντας ενώπιον διπλωματών και άλλων επισήμων στη «δεξαμενή σκέψης» Brookings Institution, μία από τις γνωστότερες και εγκυρότερες της Ουάσιγκτον, και αναφερόμενος στο ιστορικό του κυπριακού δήλωσε πως Τουρκία και Ελλάδα εισέβαλαν στην Κύπρο το 1974, τοποθετώντας έτσι την Ελλάδα στο ίδιο καλάθι με την Τουρκία και μετατοπίζοντας τις ασήκωτες ευθύνες από τους ώμους της Άγκυρας και στους ώμους της Αθήνας.

Η αναφορά φαίνεται να άφησε έκπληκτους τους παρευρισκομένους.Αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω αναφορά του Προέδρου δεν συμπεριλήφθηκε σε τηλεγράφημα που δημοσίευσε χθες το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ωστόσο ΜΕΓΑ και ΑΝΤ1 στα χθεσινά τους δελτία ειδήσεων πρόβαλαν τη σχετική δήλωση του Προέδρου, με υποτίτλους. Συγκεκριμένα ο Πρόεδρος Χριστόφιας είπε: «Οι δύο λεγόμενες μητέρες πατρίδες εισέβαλαν στην Κύπρο και ευτυχώς για τον ελληνικό λαό αυτή η εγκληματική πράξη της Χούντας οδήγησε στην ανατροπή της και στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα όπου γεννήθηκε η Δημοκρατία».Παράλληλα ο Πρόεδρος Χριστόφιας δήλωσε πως «είμαι έτοιμος για λύση. Δεν κατήλθα υποψήφιος πρόεδρος για την καρέκλα, αλλά για να λύσω το Κυπριακό». «Αυτό ήταν για μένα στόχος ζωής», συνέχισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μαζί και η δημιουργία «μίας δικαιότερης κοινωνίας.

Θέλω οι φτωχοί να ζουν καλύτερα, θέλω ο πλούτος να διανέμεται καλύτερα στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αγαπώ τους Τουρκοκύπριους κι αυτό δεν είναι λόγια», συμπλήρωσε.

Τ.Π.

alitheiaportal.com/l

Ευρω-στοπ στην "έξυπνη κάρτα" για τις αποδείξεις!

Δεν πρόλαβε καλά – καλά να ανακοινωθεί επίσημα από τους υπουργούς οικονομικών και περιφερειακής ανάπτυξης και οι Βρυξέλλες θέτουν θέμα εφαρμογής του. Ο λόγος για το σχέδιο, που ανακοίνωσε χθες ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, που προβλέπει όλες οι πληρωμές και αγορές των φορολογουμένων να γίνονται με ηλεκτρονική κάρτα, η οποία θα έχει –μέσω bar code– ενσωματωμένο τον αριθμό φορολογικού μητρώου του κάθε πολίτη.

Ο φορολογούμενος, δηλαδή, θα είναι εφοδιασμένος με αυτή την έξυπνη κάρτα, την οποία θα δίνει στις επιχειρήσεις, σε κάθε του αγορά. Τα καταστήματα, με τη σειρά τους, θα έχουν ταμειακές μηχανές συνδεδεμένες με το ΚΕΠΥΟ. Κατ΄ αυτό τον τρόπο, το υπουργείο οικονομικών θα έχει πλήρη εικόνα τόσο των συναλλαγών του φορολογούμενου, όσο και του ΦΠΑ, που εισπράττουν οι επιχειρήσεις. Έτσι, δεν θα χρειάζεται η συλλογή αποδείξεων, αφού στο ΚΕΠΥΟ θα γνωρίζουν πλήρως τις καταναλωτικές μας δαπάνες και θα υπολογίζουν αυτόματα την έκπτωση από το φόρο. Υπενθυμίζουμε ότι το συγκεκριμένο μέτρο είχε προαναγγείλει με συνέντευξή του στο Capitaltax, ο γενικός γραμματέας του ΚΕΠΥΟ, Διομήδης Σπινέλλης, τον περασμένο Μάρτιο (βλ. 29/03 “Με έξυπνη κάρτα η δήλωση των αποδείξεων”).

Όμως, πριν καν δοθούν περαιτέρω πληροφορίες και λεπτομέρειες για το πώς θα εφαρμοστεί το μέτρο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντόπισε κενά σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων. Στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι “η χρήση ατομικών καρτών με γραμμωτό κωδικό συνεπάγεται την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των καταναλωτών, κάτι που υπόκειται στις εθνικές διατάξεις εφαρμογής της Οδηγίας για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων αυτών. Επίσης, οι διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας ορίζουν ότι η επεξεργασία πρέπει να γίνεται για συγκεκριμένους και νόμιμους σκοπούς, να είναι συναφής και όχι δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται”.

Επιπλέον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι “δεν γνωρίζει εάν έχει διενεργηθεί τέτοιου είδους αξιολόγηση, ούτε εάν έχει ζητηθεί η γνώμη της εθνικής αρχής προστασίας των δεδομένων κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του σχετικού μέτρου”.

Επισημαίνει παράλληλα ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξη παρόμοιων συστημάτων σε κράτη μέλη βάσει των οποίων συγκεντρώνονται δεδομένα, γενικά, κατά την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών μέσω ατομικής ηλεκτρονικής κάρτας.

Η γνωμοδότηση αυτή περιλαμβάνεται σε απάντηση, που έδωσε ο αρμόδιος Επίτροπος Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης, Algirdas Semeta, στον ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Πουπάκη. Ο κύριος Πουπάκης προχώρησε στη σχετική ερώτηση, μετά από το δημοσίευμα του Capitaltax τον περασμένο Μάρτιο. Ο αρμόδιος επίτροπος υποστήριξε ότι: «Μολονότι ο στόχος της επιβολής φορολογικής νομοθεσίας είναι θεμιτός, προκύπτει το ερώτημα, εάν το προτεινόμενο σύστημα συμμορφώνεται προς τις αρχές της ανάγκης και της αναλογικότητας όσον αφορά στον επιδιωκόμενο στόχο, ιδίως εφόσον το προτεινόμενο σύστημα συνεπάγεται τη λήψη αυτοματοποιημένων αποφάσεων σχετικά με πρόσωπα στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα, όπως τεχνικές διαμόρφωσης χαρακτηριστικών, οι οποίες μπορεί να επιτρέπουν στις φορολογικές αρχές να αποκτούν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα τα οποία υπερβαίνουν τον αρχικό, νόμιμο σκοπό και να τα επεξεργάζονται».

Το Capitaltax απευθύνθηκε στο υπουργείο οικονομικών. Στέλεχος της οδού Νίκης σχολίασε ότι “πρόκειται για μία δράση, η οποία προς το παρόν βρίσκεται υπό συζήτηση και στο επόμενο διάστημα θα οριστούν οι τεχνικές λεπτομέρειες και αφού προηγηθεί η σχετική διαβούλευση”. Θεωρούν, πάντως, ότι “δεν υπάρχει θέμα προσωπικών δεδομένων, γιατί τα στοιχεία που θα διαχειρίζεται η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων είναι το ίδιο ευαίσθητα με αυτά που ήδη διαχειρίζεται έως τώρα”.

capital.gr/8 – 29/09/2010-- Του Νεκτάριου Β. Νώτη

Ρωσία - Ορθόδοξος ιερέας συμπροσεύχεται σε μοναστήρι Καρμελιτών.

Ρωσία - Δυτική Σιβηρία, Στο Νοβοσιμπίρσκ, στις 6 Αυγούστου 2010, ο εκπρόσωπος του ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου Κεμέροβο και Novokuznetsk Αρίσταρχος, πήρε μέρος στον εορτασμό της Ρωμαιοκαθολικής επισκοπής σε μοναστήρι Καρμελιτών.

Ο εορτασμός έγινε με την παρουσία του Παπικού επισκόπου Joseph Werth και του Αποστολικού Νούντσιου στη Ρωσία Antonio Mennini .

«Сибирской католической газеты»

Περισσότερες φωτογραφίες θα δείτε εδώ фотогалерею

Δείτε από το σχετικό βίντεο στο 0.30΄

Οικουμενιστικό συνέδριο στον Καναδά για τη χριστιανική ενότητα

DSC09498

Στις 24–26 Σεπτεμβρίου 2010 στο Μόνρεαλ του Καναδά διεξήχθηκε ετήσιο Συνέδριο, διοργανωμένο από την Ακαδημία Οικουμενισμού της Βορείου Αμερικής και το Καναδικό Οικουμενικό Κέντρο. Φέτος οι σύνεδροι συζήτησαν το θέμα «Καινούργια εκατονταετηρίδα: καινούργιες και ανανεωμένες στρατηγικές της οικουμενικής ιεραποστολής». Η συζήτηση του θέματος πραγματοποιήθηκε με αφορμή την 100η επέτειο του Συνεδρίου Ιεραποστολής, το οποίο διεξάχθηκε στο Εδιμβούργο το 1910. Στο Συνέδριο συμμετείχαν εκπρόσωποι των Ορθοδόξων, της Ρωμαιοκαθολικής, της αγγλικανικής και της προτεσταντικής παράδοσης από τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

***

Η Ακαδημία Οικουμενισμού της Βορείου Αμερικής υπάρχει από το 1957. Ιδρύθηκε με σκοπό τη διεξαγωγή μελετών στον τομέα των διαχριστιανικών σχέσεων και της χριστιανικής ενότητας. Επιπλέον, το ίδρυμα συντελεί στη διεξαγωγή των διαθρησκειακών διαλόγων. Κάθε χρόνο το Σεπτέμβριο η Ακαδημία αναλαμβάνει τη διοργάνωση των επιστημονικών συνεδρίων για επίκαιρα θέματα του διαχριστιανικού διαλόγου. Το επίσημο περιοδικό της Ακαδημίας είναι «Οι οικουμενικές σπουδές».

Το Καναδικό Κέντρο του Οικουμενισμού Канадский центр экуменизма ιδρύθηκε το 1963 για να προωθήσει τη χριστιανική ενότητα και τη μελέτη των άλλων θρησκειών. Η έδρα ευρίσκεται στο Μόνρεαλ. Εκδίδει το περιοδικό «Οικουμενισμός».

Στις 14–23 Ιουνίου 1910 στο Εδιμβούργο της Σκοτίας πραγματοποιήθηκε το Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Ιεραποστολής. Συμμετείχαν 1200 σύνεδροι από 160 προτεσταντικούς ιεραποστολικούς συλλόγους. Το Συνέδριο προέβαλε ένα φιόδοξο σχέδιο «Ευαγγελισμός του κόσμου σε μια γενιά». Το Συνέδριο του Εδιμβούργου προώθησε την εξέλιξη της οικουμενικής κίνησης, η οποία διαμορφώθηκε μέσα στις επόμενες δεκαετίες.

mospat.ru/

North American Academy of Ecumenists. Montreal 2010 Conference

The Next 100 Years

montreal2

New and Renewed Strategies
for the Ecumenical Mission

The Centenary of the World Missionary Conference in Edinburgh 1910, the onset of the modern ecumenical movement, is an introspective moment for many who are seeking direction for Christian mission in the 21st century. Based on a critical assessment of the status of the world, a new vision of God's purposes for creation in Christ, a renewed spirituality and mission ethos need to be developed in the life of the churches worldwide.

This Montreal conference will explore ways of witnessing to Christ while acknowledging the religious plurality in a secular society. What is the meaning of "world evangelisation" today? How do we bear witness to the uniqueness of Jesus in a multi-religious world?

These and related questions will be explored in presentations from Orthodox, Catholic, Protestant, and Independent perspectives. Participants will have the opportunity to offer insights from their own traditions in small group discussions and open dialogue.

Register for the Meeting using the Menu Conferences.

FRIDAY EVENING, September 24

“A Century of Ecumenical Engagement: The Legacy of Edinburgh 1910”

Rev. Dr. Thomas F. Best

Former Director and staff member, Faith and Order Commission
of the World Council of Churches (1984-2007)
former Director, Institut zur Erforschung des Urchristentums
(Institute for the Study of Christian Origins), Tübingen, Germany

Mission is integral to the nature and life of the Church. But what does this mean in the 21st century, in an era when the “old” world seems to be abandoning the Gospel in favor of secularism? We need urgently an ecumenical mission practice which would call the churches to new levels of mutual accountability and practical acts of common mission.

SATURDAY MORNING, September 25

“Secularization: Challenges to Christianity”

Dr. Gregory Baum

Professor Emeritus of Faculty of Religious Studies, McGill University, Montreal
Former Editor of The Ecumenist (1962-2004)

The separation of church and state is widening rapidly in Western society. In the name of progress, secularization and hyper-individualism have become the objective. In a society that welcomes and protects immigrants and their religious cultures through a Charter of Rights, is Christianity still accorded the same benefit?

“The Orthodox Engagement in Ecumenism”

Hegumen Philip Riabykh

Vice-Chairman, Department of External Church
Relations, Moscow Patriarchate, Moscow

How does the Patriarchate envision its role in interchurch dialogue, and with other Orthodox? How important are relations with other World Religions?

SATURDAY AFTERNOON, September 25

Panel Reflections: Ecumenical Implications…

  • …Councils of Churches
  • Rev. Dr. Karen Hamilton
    Secretary General, Canadian Council of Churches
  • …Academia
  • Dr. Daniel Cere
    Assistant Professor of Religion, Ethics and Law
    Faculty of Religious Studies, McGill University, Quebec
    Director of the Institute for the Study of Marriage Law and Culture
    Co-director of the Newman Institute of Catholic Studies
    Rev. Dr. Gilles Routhier
    Professor of Theology
    Faculty of Theology & Religious Science
    Université Laval, Quebec
  • …Bilateral Dialogues
  • Rev. Dr. Peter Galadza
    Professor of Liturgy, Faculty of Theology
    Sheptytsky Institute of Eastern Christian Studies
    Saint Paul University, Ottawa

SATURDAY EVENING BANQUET, September 25

“Witnessing the Ecumenical Future Together”

Dr. Margaret O’Gara, Banquet Speaker
Professor of Theology,
Faculty of Theology, University of St. Michael's College, Toronto

What does the future hold for Christians? Are we on the verge of an ecumenical spring? Will the Christian message have greater impact on the world? Is our sense of mission up to the challenge?

SUNDAY MORNING, September 26

"Unity and Mission in 2010: The Changing Face of Global Christianity"

Dr. Catherine E. Clifford
Associate Professor of Systematic and Theology
and Vice Dean in the Faculty of Theology, Saint Paul University, Ottawa

In the past century the changing consciousness of global Christianity has had a profound impact on the way in which the churches understand their place in the world. The paper will attempt to sketch some of the significant developments in the understanding of the mission and identity of the Church of Christ since Edinburgh, 1910, and their implications in the search for Christian unity.

The conferences will be presented mostly in English. All speakers are bilingual; questions and discussions are welcome in both languages.

naae.net/the-conferences/4-current/12-montreal

Το Πρόγραμμα του συνεδρίου μπορείτε να το δείτε και εδώ Brochure

Αντιπροσωπεία του ιδρύματος Pro Oriente στον Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίο

Αντιπροσωπεία του Ρωμαιοκαθολικού ιδρύματος για την προώθηση του οικουμενισμού , Pro Oriente, πραγματοποίησε επίσκεψη και είχε συνομιλίες με τον Πατριάρχη Σερβίας Ειρηναίο και τον επίσκοπο хвостанског Αθανάσιο.

Патријарх Иринеј примио делегацију Фондације Pro Oriente

Επιστολή του Μητροπολίτη Νικόδημου προς την Ιερά Σύνοδο

Πρός τήν Ἁγίαν καί Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Συλλειτουργοί καί συνδιάκονοι τοῦ Μυστηρίου τῆς Σταυρικῆς Ἀγάπης

Συνήχθητε, ἐν διασκέψει, τήν 12ην Μαΐου 2010 καί ἠσχολήθητε, διά πολλοστήν φοράν, μέ τήν ὑποχρέωσιν ἄρσεως τοῦ ἀνυποστάτου «ἐπιτιμίου τῆς ἀκοινωνησίας», τοῦ ἐπιβληθέντος τό ἔτος 1993 εἰς ἐμέ καί εἰς τούς μακαριστούς ἀδελφούς Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντῖνον καί Λαρίσης Θεολόγον, ἐν ἀσυγγνώστῳ περιφρονήσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῆς κειμένης Καταστατικῆς Νομοθεσίας καί κατά βάναυσον τρόπον διαχειρισθέντος ἐπί δεκαεπταετίαν ὅλην. Ἡ ἐπινοηθεῖσα αὕτη «ποινή» ἐπεβλήθη τότε, ὅλως αὐθαιρέτως, ἄνευ διεξαγωγῆς Κανονικῶν καί Νομίμων ἀνακρίσεων, ἄνευ κλήσεως ἡμῶν εἰς ἀπολογίαν καί ἄνευ συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως ἐν ἐκκλησιαστικῷ δικαστηρίῳ, παρόντων καί ἡμῶν, ὡς κατηγορουμένων καί δικαιουμένων νά ἐκφέρωμεν ἔνστασιν ἤ ἀντίκρουσιν. Ἀλλά καί τώρα, μετά τόσα ἔτη, ἀντί τῆς θεραπείας καί τῆς ἀδελφικῆς ὑπερβάσεως τῶν καταλυτικῶν ἀντιθέσεων καί τῶν πικριῶν, ἐδρομολογήσατε τήν συζήτησιν διά τήν «ἄρσιν» ἤ τήν «μή ἄρσιν» τοῦ ποινικοποιημένου, ὅλως αὐθαιρέτως, ἐπιτιμίου, χωρίς νά δεχθῆτε, ἐν Ἱεροκανονικῇ δεσμεύσει ἤ, ἔστω, ἐν ἀδελφικῇ προσεγγίσει καί τήν ἰδικήν μου παρουσίαν καί νά θέσετε ὑπό κρίσιν τήν ἄποψίν μου ἤ τό παράπονόν μου.

Μετά τήν Συνεδρίασιν, διεσπείρατε τάς ἀποφάσεις σας εἰς τά ἔντυπα καί τά ἠλεκτρονικά Μέσα Ἐνημερώσεως, χωρίς, ἕως τῆς παρούσης στιγμῆς, νά κοινοποιήσετε καί εἰς ἐμέ, τόν ἐπί τριάκοντα ἑπτά συναπτά ἔτη στόχον τῆς ἀκορέστου ὀργῆς μερίδος ἐξ ὑμῶν καί θύμα τῶν ἐν σκότει σχεδιασθεισῶν καί ἀνασχεδιασθεισῶν ἐξοντωτικῶν διώξεων, εἰς ποίαν Ἱεροκανονικήν βάσιν καί εἰς ποίαν Νομικήν ἀρχήν ἑδράζονται αἱ παλαιαί, ἀλλά καί αἱ πρόσφατοι ἀποφάσεις σας καί κατά ποῖον τρόπον αὗται θεραπεύουν τήν πυορροοῦσαν πληγήν, τήν διαπιστουμένην, καθημερινῶς, ὑπό πάντων, ἀκόμη καί ὑπό τῶν ἰδίων τῶν συντελεστῶν τῆς ἐκτροπῆς.

Τό δημοσιευθέν ἀνακοινωθέν σας, λακωνικόν,ἀλλά καί ἀνέρειστον, ἔχει ὡς ἑξῆς

α) Τό ἐπιτίμιον αἴρεται ἀπό τῆς σήμερον (ex nunc) καί ὄχι ἀναδρομικῶς.

β) Δέν θίγονται οἱ ἕως σήμερα ἐπελθοῦσες ἔννομες συνέπειες.

γ) Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης (πρόκειται περί ἐμοῦ) θά ἀναγνωρίσει τό διαμορφωθέν καί ὑφιστάμενον νομοκανονικό καθεστώς τῶν τεσσάρων Ἱερῶν Μητροπόλεων, δηλαδή, Μεγάρων καί Σαλαμίνος, Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καί Ὠρωποῦ καί Ἰλίου Ἀχαρνῶν καί Πετρουπόλεως.

Σύρων ἐπί ὁλόκληρον τριακονταεπταετίαν τάς ἀπροσδοκήτους συνεπείας μιᾶς ἀλογίστου καταστρατηγήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τῶν διεπόντων, ἐν σοφίᾳ καί διακρίσει, τά τῆς διοικήσεως τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας μας καί ἑνός δριμυτάτου διωγμοῦ, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οὐδόλως ἐξεπλάγην ἀπό τήν νέαν καταιγίδα τῆς ἀδελφικῆς (!!!) ἐμπαθείας. Τοῦτο, ὅμως, δέν μέ σύρει εἰς ἀπέλπιδα σιωπηλήν ἀναμονήν τῆς πραγματώσεως τῶν σκοτεινῶν σχεδιασμῶν σας. Ἀντιθέτως, μέ διεγείρει εἰς διατύπωσιν καί urbi et orbi διακήρυξιν προσθέτου ἀντιλόγου καί εἰς ὑπογράμμισιν σταθερῶν Ἱεροκανονικῶν καί Νομικῶν δεσμεύσεων, αἱ ὁποῖαι ὑψοῦνται ὡς ἀκατάλυτα ἀναχώματα εἰς τήν οἱανδήποτε εὑρηματικήν, ἀλλ᾿ οὐχί δόκιμον καί «κατά Θεόν» μεθόδευσίν σας.

Α΄

Αἱ προθέσεις-οὐχί τῆς Συνοδικῆς Ὁλομελείας-ἀλλά τῆς κυριάρχου ὀλιγαρχίας-ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν διαφυγόντων μυστικῶν σχεδιασμῶν, δέν ἦσαν καί δέν εἶναι ἡ ἄρσις τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐπιτιμίου τῆς ἀκοινωνησίας καί ἡ ἐπάνοδος τοῦ Συνοδικοῦ Σώματος εἰς τήν χαρισματικήν λειτουργίαν Του, ἀλλ᾿ ἡ δημιουργία κλίματος καί συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι θά ἀπέκλειον ὁριστικῶς τήν ἰδικήν μου ἐπάνοδον εἰς τά καθήκοντά μου, μέ τήν ἔμμονον προσδοκίαν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐξέλιξις θά ἔκλεινεν ὁριστικῶς τόν φάκελλον τῶν αὐθαιρεσιῶν καί τῶν σκανδάλων τῆς τριακονταεπταετίας.

Ἡ πρώτη μου ἔνστασις-ἀδελφοί καί, μή ἀδελφικῶς διακείμενοι, Σύνεδροι τῆς Ἱεραρχίας τῆς 12ης Μαΐου 2010-συνοψίζεται εἰς ἕνα ἐπίμονον ἐρωτηματικόν. Διατί, ἐφ᾿ ὅσον ἀπεφασίσατε νά ἀσχοληθῆτε μέ τό «ἐπιτίμιον τῆς ἀκοινωνησίας», μέ διάθεσιν ἀπαλείψεώς του ἤ μέ ὁραματισμόν ἐπιμηκύνσεώς του, δέν μέ ἐκαλέσατε νά παρακολουθήσω τήν διαλεκτικήν τῶν Θεολογικῶν καί τῶν Ἱεροκανονικῶν ἐπιχειρημάτων σας καί νά ἀκούσετε καί σεῖς, ὡς δικασταί καί ὡς κριταί, τάς ἰδικάς μου ἀπόψεις ἤ καί τάς ἐνδεχομένας ἐνστάσεις μου ἐπί τῶν ἀσυμφώνων πρός τούς Ἱερούς Κανόνας περαιτέρω ἐνεργειῶν σας; Ἡ Σύναξις αὐτή τί ἦτο; Δικαστήριον ἤ Βουλευτήριον; Ἐάν ἐλειτούργησεν ὡς Δικαστήριον, εἴχετε τήν δεσμευτικήν ὑποχρέωσιν, νά μέ καλέσετε καί νά μέ ἀκούσετε. Ἐάν συνεσκέφθηκε ὡς τό Ἀνώτατον Βουλευτικόν Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὑποχρέωσίς σας ἦτο νά διαγράψετε, ἄνευ τοῦ παραμικροῦ δισταγμοῦ τό ἁμαρτωλόν, τό ἀντικανονικόν καί παράνομον ἐπιτίμιον καί-ἐν ἐντιμότητι-νά δηλώσητε εἰς τό σκανδαλιζόμενον ἐκκλησιαστικόν πλήρωμα, ὅτι ἡ ἐπιβολή του παρεβίασε τήν Κανονικήν τάξιν.

Ἐπί τριανταεπτά ἔτη μέ καταδικάζετε, χωρίς κατηγορίαν, χωρίς νά μέ δικάζετε καί χωρίς νά μέ καλεῖτε διά νά ἀκούσετε ἀκόμη καί ψίθυρον ἀπολογίας ἐκ μέρους μου. Πλέκετε ἁλυσίδα ποινῶν, χωρίς νά διασαφηνίζετε τήν ποιότητα καί τήν βαρύτητα τῶν παραπτωμάτων μου καί χωρίς νά μέ καλεῖτε, ὑπόλογον καί ὑπόδικον, διά νά παράσχω εἰς σᾶς, τούς δικαστάς μου, στοιχειώδεις ἐξηγήσεις καί νά ἀποσείσω-ἐάν ἔχω πειστικά ἐπιχειρήματα-τάς κατ᾿ ἐμοῦ μή συγκεκριμενοποιημένας κατηγορίας.

Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι κατά τό μακρότατον αὐτό χρονικόν διάστημα, οὐδέποτε ἐζήτησα παρά τινος ἐξ ὑμῶν εὔνοιαν ἤ φιλικήν ἐκδούλευσιν. Τό μόνον, τό ὁποῖον ἐζήτησα καί ἐξακολουθῶ νά ζητῶ, εἶναι νά μέ δικάσετε.Τιμίως καί δικαίως. Ἐφ᾿ ὅσον, παρακολουθοῦντες τήν ἀναστροφήν μου καί τήν διακονίαν μου, μέ θεωρεῖτε, ὅτι, εἰς ὁ,τιδήποτε, ἔσφαλα, καλέσατέ με εἰς τό Συνοδικόν Δικαστήριον καί, ἀκολουθοῦντες τήν Ἱεροκανονικήν Δικονομίαν κρίνατέ με καί καταδικάσατέ με. Μήν ἐπιμένετε νά ἐπιβάλλετε ποινάς, χωρίς δίκην, διότι αὗται ἀποβαίνουν ἐπιβαρυντικαί διά τήν ἰδικήν σας ἀρχιερατικήν ὑπόληψιν. Τό σημερινόν Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας,ἀλλά καί τό αὐριανόν καί ἡ ἱστορία, ἡ ὁποία δέν εὐνοεῖ τήν πλάνην ἤ τήν δολίαν σκοπιμότητα, θά σχολιάζουν δυσμενῶς τήν πρακτικήν σας καί θά στιγματίζουν τό ἱστορικόν προφίλ σας.

Ἦτο ἆραγε τόσον δύσκολον ἤ τόσον ἀσύμβατον μέ τήν ἀρχιερατικήν ἀξιοπρέπειάν σας, νά ἀκούσετε-ἐστω καί κατ᾿ ὀλίγον-τήν ἀπολογίαν ἤ καί τόν στεναγμόν ἑνός ἀδελφοῦ σας; Εἶσθε τόσον πεπεισμένοι, ὅτι δικαιοῦσθε νά καταδικάζετε, χωρίς νά δικάζετε; Νά ἀπομακρύνετε βιαίως, μέ μόνην τήν διαταγήν σας, τόν συνεπίσκοπόν σας ἀπό τόν θρόνον τῆς διακονίας του καί τῆς εὐθύνης του καί νά προωθῆτε τούς φίλους σας καί τούς εὐνοουμένους σας;

Β΄

Ἡ δευτέρα ἔνστασίς μου: Ὁ πρόεδρος τοῦ Σώματος τῆς Ἱεραρχίας Μακαριώτατος κ. Ἱερώνυμος, ἀνέθεσεν, δι᾿ ἁπλῆς ἀνακοινώσεως καί οὐχί διά Συνοδικῆς ἀποφάσεως, εἰς τόν Μητροπολίτην Ζακύνθου Χρυσόστομον, τήν ἁρμοδιότητα καί τήν εὐθύνην τῆς εἰσηγήσεως ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῆς Ἱεραρχίας, ἐπί τῆς κατατεθείσης ἐνυπογράφου προτάσεως τριακοντατριῶν Συνοδικῶν Ἀρχιερέων, περί τῆς «ἄρσεως τοῦ ἐπιβληθέντος ἐπιτιμίου ἀκοινωνησίας εἰς τόν Μητροπολίτην Νικόδημον Γκατζιρούλην».

Ἐνώπιον πάντων ὑμῶν καταγγέλλω, ὅτι ἡ πρωτοβουλία αὕτη τοῦ Μακαριωτάτου Προέδρου ἐνέχει δόλον καί εἶναι ἀπαράδεκτος. Γνωστόν τοῖς πᾶσι καί τῷ Μακαριωτάτῳ Ἱερωνύμῳ, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος εἶναι ὁ πρόξενος τοῦ, διά τοῦ μεθοδευμένου «ἐπιτιμίου», πραξικοπήματος, τό ὁποῖον ἐσχεδιάσθη καί ἐπεχειρήθη κατά τό ἔτος 1994, εἰς περίοδον ἀσθενείας τοῦ τότε Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ καί εἰσαγωγῆς του εἰς Νοσοκομεῖον.

Ἐκμεταλλευόμενος τήν περιπέτειαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὁ τότε τιτουλάριος Μητροπολίτης Δωδώνης Χρυσόστομος, ἐνεφανίσθη εἰς τήν πολιτικήν ἡγεσίαν ὡς φορεύς τῶν ἐπιθυμιῶν καί τῶν σχεδιασμῶν τοῦ ἀσθενοῦντος Προκαθημένου, ἠγωνίσθη δέ καί ἐπέτυχε τήν ἔκδοσιν Προεδρικῶν διαταγμάτων, ἀκυρούντων τά, πρό εἰκοσιπενταετίας ὅλης, νομίμως ἐκδοθέντα, διατάγματα, τά ὁποῖα, ἀνεγνώριζον καί ἐγκαθίστων ἡμᾶς, τούς τρεῖς Μητροπολίτας, εἰς τάς κληρωθεῖσας εἰς ἡμᾶς Ἱεράς Μητροπόλεις. Ὁ δεύτερος στόχος του, μετά τήν ἐπιτυχίαν τοῦ πρώτου, ἦτο ἡ ὑφαρπαγή ὑπ᾿ αὐτοῦ τῆς Μητροπόλεως Ἀττικῆς. Καί ὁ τρίτος, ὁ ἀπό καρδίας ποθητός, ἦτο ἡ ἀπό τῆς Μητροπόλεως Ἀττικῆς ἐφόρμησις καί κατάκτησις τοῦ ἐπιζήλου θρόνου τοῦ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος.

Ὅλοι γνωρίζετε, οἱ παλαιοί ἐξ ὑμῶν ὡς ἀντιμέτωποι καί χειρισταί τῆς ἐκδηλωθείσης τότε κρίσεως καί οἱ νεώτεροι, ὡς ἐξ ἀποστάσεως παρακολουθήσαντες τά γεγονότα, ὅτι κατά τάς τραγικάς ἐκείνας στιγμάς ἡ Ἱεραρχία παρουσιάσθηκε ὡς ἕν ἀλληλοσπαρασσόμενον σῶμα καί τό κύρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατῆλθεν εἰς τό ναδίρ.

Ὄχι ὀλίγοι ἐκ τῶν Μητροπολιτῶν τῆς περιόδου ἐκείνης, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος καί ὁ σημερινός Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, δι᾿ ὑπομνημάτων των πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Σεραφείμ καί πρός τήν ὑπεύθυνον πολιτικήν ἡγεσίαν ἐστιγμάτισαν τήν ἐξόρμησιν καί τήν προέλασιν τοῦ Δωδώνης πρός τόν θρόνον τῆς Ἀττικῆς καί τόν ἀποκαλυφθέντα ὁραματισμόν του, διά περαιτέρω προαγωγήν καί κατάληψιν τῆς πρωτοθρόνου ὑπευθυνότητος. Προσπερνῶν τάς πολλάς, ἐνυπογράφους διαμαρτυρίας τῶν ἁρμοδίων ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων, αἱ ὁποῖαι προεβλήθησαν τότε ἀπό τήν πολιτικήν καί ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν δημοσιογραφίαν, θά ἐπαναφέρω εἰς τήν κρίσιν καί ἐκτίμησιν ὑμῶν δύο μόνον ἀποσπάσματα ἀπό ἐπίσημα ἔγγραφα διαμαρτυρίας τοῦ τότε Μητροπολίτου Θηβῶν καί Λεβαδείας καί σημερινοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου.

Εἰς τάς 15-4-1994, ὁ Θηβῶν Ἱερώνυμος ἔγραφε, μεταξύ ἄλλων, εἰς τόν τότε πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας Κωνσταντῖνον Καραμανλῆν.

«...Ἡ ὑπογραφή τοιούτου διατάγματος (περί τῆς καταδίκης τῶν τριῶν) μή ἐρειδομένη εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Ἱεραρχίας, στερεῖται κανονικῆς ὑποδομῆς, νομιμότητας καί ἠθικῆς καί θά περιπλέξει ἀκόμη περισσότερον τά Ἐκκλησιαστικά πράγματα πρός πολύπλευρον ἀσφαλῶς ζημίαν τῆς Πατρίδος.

Τυχόν ἐμμονή σας εἰς ἄγνοιαν καί περιφρόνησιν τοῦ σώματος τῆς Ἱεραρχίας σημαίνει νέας μορφῆς πραξικόπημα εἰς τόν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας καί ἀναβιώνει ὀδυνηρές καί ἀνεπιθύμητες ἡμέρες».

Εἰς ἐπιστολήν του δέ πρός ὅλους τούς Μητροπολίτας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μεταξύ ἄλλων, τονίζει:

«... Οἱ Συνοδικοί Ἀρχιερεῖς, πού ἐπέβαλαν τό ἐπιτίμιο τῆς ἀκοινωνησίας στούς τρεῖς Μητροπολίτες, πρέπει νά ἀναρρωτηθοῦν ἐάν ἡ ἐνέργειά τους αὐτή χρησιμοποιήθηκε καί ἔγινε ἐφαλτήριο γιά τήν πραξικοπηματική ἔκδοση τῶν Προεδρικῶν Διαταγμάτων. Ἄν πάλι τό ἐπιτίμιο ἐδόθη ὡς ποινή καί μάλιστα ὡς ἐσχάτη γιά κληρικούς, ποιός Κανόνας ἤ νόμος ἤ συνείδηση θά συγχωρήσει ἐπιβολή ποινῆς χωρίς καθορισμένες στήν ἐκκλησιαστική πράξη κανονικές διαδικασίες;».

Ἡ σύσσωμος καί ὁμόφωνος ἀντίδρασις παρεμπόδισε, τότε, τήν ἁρπαγήν τῆς Μητροπόλεως Ἀττικῆς ἀπό τόν Δωδώνης Χρυσόστομον. Ἄλλη, ὅμως, ὑπόγειος, διεργασία ἔφερεν εἰς τήν Ἀττικήν τόν ἀπό Ζακύνθου Παντελεήμονα Μπεζενίτην καί ἐνεθρόνισεν εἰς τήν Ζάκυνθον τόν Δωδώνης Χρυσόστομον.

Μετά παρέλευσιν δεκαέξ ὁλοκλήρων ἐτῶν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, λησμονῶν τάς τότε ἀντιδράσεις του, ἐκάλεσε τόν πρωταγωνιστήν τῆς ἀνωμαλίας ἐκείνης, τόν συνωμοτήσαντα κατ᾿ ἐμοῦ διά νά ἐπιτύχῃ τήν διαρπαγήν τῆς Μητροπόλεως Ἀττικῆς, νά ἀποφανθῇ ἀπό καθέδρας ἐντεταλμένου εἰσηγητοῦ, ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας, ἐάν πρέπει ἤ ἐάν δέν πρέπει νά ἀρθῇ καί ποίῳ τρόπῳ νά ἀρθῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ἐπιτίμιον τῆς ἀκοινωνησίας. Ἡ πρωτοβουλία αὐτή τοῦ Μακαριωτάτου εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἄστοχος καί κακόβουλος καί προδίδει δόλον καί ὑπόγειον συνεργασίαν μετά τοῦ καταδήλως ἐνόχου, δι᾿ ὁριστικήν ἐξόντωσιν ἐμοῦ.

Εἰς τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας μετέχετε ὀγδοήκοντα Μητροπολῖται, ὑπεύθυνοι, ἅπαντες, διά κάθε προγραμματισμόν καί διά κάθε ἐνέργειαν ἐν τῷ διοικητικῷ Κέντρῳ ἤ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀναπτυσσομένην. Δέν θά ἠμποροῦσε ὁ Μακαριώτατος, σεβόμενος τό λειτούργημά του καί διατηρῶν ἀκηλίδωτον τήν ὑπόληψίν του, νά ἀναζητήσῃ τόν πλέον δόκιμον καί τόν πλέον ἀνεπίληπτον, διά νά τοῦ ἀναθέσῃ τήν εἰσήγησιν;

Διατί περιεφρόνησεν ὀγδοήκοντα ἀδελφούς του καί προσεκολλήθη εἰς τόν ἕνα, τόν ἰδικόν του φίλον καί ὁμότροπον, ὁ ὁποῖος, ἐξ αἰτίας τοῦ ἱστορικοῦ του παρελθόντος, δέν ἐδικαιοῦτο νά ἀνέλθῃ εἰς τό βῆμα καί νά ἐκφέρῃ γνώμην καί πρότασιν;

Γ΄

Ἡ παρουσιασθεῖσα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἱεραρχίας εἰσήγησις τοῦ πραξικοπηματία τοῦ 1994, ὡς σᾶς εἶναι γνωστόν, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν ὑπό τοῦ Προέδρου, Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου. Καί, τυχοῦσα ἐγκρίσεως ὑπό τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος (ἐλευθέρως ἤ κατόπιν μυστικῆς διαφωτίσεως!!!), ἐδημοσιεύθη εἰς τόν τύπον.

Ἐπαγγέλλεται, ὅτι ἀνακαλεῖται τό «ἐπιτίμιον τῆς ἀκοινωνησίας», τό ἐπιβληθέν εἰς ἐμέ πρό δεκαεπτά ὁλοκλήρων ἐτῶν, ἐφόσον καί ὅταν ἐγώ δηλώσω, ὅτι ἀποδέχομαι πλήρως τήν κατάστασιν τήν ὁποίαν, οἱ παλαιότεροι Συνοδικοί, ἀλλά καί σεῖς ἐσχάτως, ἐν βιαίᾳ ἐξάψει καί ἀλογίστῳ παραβιάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί ἐν προκλητικῇ καταφρονήσει τῶν Καταστατικῶν Διατάξεων, τῶν ρυθμιζουσῶν τό Νομικόν πλαίσιον διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐδημιουργήσατε εἰς τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Ἡ ἰδιότυπος διατύπωσις τῆς ἀποφάσεώς σας, προδίδει τήν σκοπιμότητα, νά ἐκμαιεύσετε ἐξ ἐμοῦ αὐτό τό ὁποῖον ὁμολογεῖτε, ἐπί τέλους, ὅτι ὡς ἐκ τῶν Ἱερῶν Κανόνων τό ἔχετε ἀνάγκην, ἤτοι τήν ἀναγνώρισιν καί τήν ἀποδοχήν ὅλων τῶν ἀντικανονικῶν καί παρανόμων διεργασιῶν καί ρυθμίσεων, τάς ὁποίας ἐπινοήσατε καί ἐδρομολογήσατε κατά τήν μακράν ταύτην περίοδον, νά μέ ἀναγκάσετε, δηλονότι, ὑποκύπτων, νά ἀποδεχθῶ τό φορτίον τῆς ἐνοχῆς, τό ὁποῖον ὑποσημαίνετε μέ τήν χρῆσιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ «ἐπιτίμιον» καί, ἐπιπροσθέτως, νά ἐπιτύχετε τήν ὁριστικήν ἀπόρριψίν μου εἰς τόν κάλαθον τῶν ἀχρήστων.

Σᾶς ἐρωτῶ ἀδελφικῶς. Καί σᾶς παρακαλῶ νά ἐνημερώσετε, τόσον ἐμέ, ὁ ὁποῖος ὑφίσταμαι ἐπί δεκαεπτά ἔτη τάς συνεπείας τῆς, ἐν σκοπίμῳ παραχαράξει τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῶν θεσμίων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπιβολῆς ἀνυπάρκτου ποινῆς, ὅσον καί τό ἐκκλησιαστικόν πλήρωμα, τό ὁποῖον συνεχῶς διεγείρεται, ἐπαναστατεῖ καί σᾶς καταλογίζει εὐθῦνας:

Εἶναι τό «ἐπιτίμιον τῆς ἀκοινωνησίας» ποινή, ἰσοδύναμος μέ τάς ποινάς τῆς «ἐκπτώσεως ἀπό τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου» ἤ τῆς «καθαιρέσεως», αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται κατόπιν πλήρους καί τελείας δίκης, ὥστε νά ἀπομακρύνεται ὁ καταδικασθείς καί νά θεωρῆται πλέον κενή ἡ Μητροπολιτική του ἕδρα; Ὑπάρχει Ἱερός Κανών, ὁ ὁποῖος νά ἐπιβάλλῃ τήν ἀποπομπήν Μητροπολίτου, ἤ νά παρέχη εἰς τήν Συνοδικήν διοίκησιν τήν εὐχέρειαν ἐκλογῆς καί καταστάσεως ἄλλου Μητροπολίτου εἰς τήν δι᾿ «ἐπιτιμίου» κενωθεῖσαν Ἱεράν Μητρόπολιν;

Διακατέχεσθε ἀπό τόσην στέρησιν θεολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς παιδείας ἤ ἀπό τόσον πάθος, ὥστε νά πρωτοτυπῆτε, διολισθαίνοντες εἰς τοιαύτην καί τοσαύτην ἐκτροπήν, ἐκτιμῶντες τήν προσωρινήν διακοπήν λειτουργικῆς κοινωνίας τῶν Ἐπισκόπων, εἰς περίπτωσιν κατά τήν ὁποίαν τούς ἀποστασιοποιεῖ ἡ οἱαδήποτε διοικητική ἔνστασις, ὡς ὁριστικήν παῦσιν τοῦ Μητροπολίτου;

Ἀδελφοί μου, ποίαν μαρτυρίαν συνειδήσεως καί ποῖον χρέος πιστότητος ἀποθέτετε εἰς τό Πανάγιον Θυσιαστήριον, ὅταν προσφέρετε τήν Ἀναίμακτον Θυσίαν; Τήν ἐπικίνδυνον ἀμάθειαν; Τό κομβοσχοίνιον τῶν ἀντικανονικοτήτων καί τῶν παρανομιῶν; Τήν φόρτισιν τῆς ἐμπαθείας καί τῆς ἐχθρότητος; Τά πλέγματα τῆς σκοτεινῆς διαπλοκῆς; Τήν ἱκανότητα ἀναρριχητικῆς ἐπιδόσεως καί προσέγγίσεως τῶν ὑψηλῶν ἀξιωμάτων; Ἡ παρουσία, ὅλων μας, ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Θυσιαστηρίου εἶναι προσφορά καί, συνάμα, ἀπόδοσις λόγου. Δέν καταξιώνεται ἡ διαπλοκή. Δέν ἐγγράφεται, ἐν τιμῇ, ἡ παραβίασις τῆς Κανονικῆς Τάξεως.

Φυλλομετρήσετε, παρακαλῶ, τήν δισχιλιετῆ ἐκκλησιατικήν ἱστορίαν μας. Καί ὁμολογήσετε, εὐθαρσῶς, ἐάν κατωρθώσατε νά εὕρητε ἔστω καί μίαν μόνην περίπτωσιν, τοιούτου ἄθλου, ὡς ὁ ὑπό τοῦ Δωδώνης Χρυσοστόμου ἐπινοηθείς καί ἐπιδιωχθείς. Ἐάν συναντήσατε Σύνοδον, ἡ ὁποία, μέ μόνην τήν πρόσκαιρον διακοπήν τῆς ἐπισκοπικῆς κοινωνίας, ἐξώρισε τόν Κανονικόν Μητροπολίτην ἀπό τήν θέσιν του καί ἐγκατέστησεν εἰς αὐτήν ἄλλον ἤ (τό χειρότερον), ἄλλους.

Πρόσφατον, κραυγαλέον παράδειγμα, τό ὁποῖον ἐλέγχει, ὡς ξένην πρός τήν Ἱεροκανονικήν Τάξιν καί ἀνατρέπει, ὡς ὅλως ἀσύμβατον πρός τήν μακραίωνα Ἐκκλησιαστικήν Παράδοσιν, τήν Ὑμετέραν τόλμην νά μεταλλάξετε καί νά μετονομάσετε τήν πρόσκαιρον ἀναστολήν τῆς λειτουργικῆς κοινωνίας εἰς βαρυτάτην ποινήν, εἶναι ἡ ἐπιβολή τῆς «ἀκοινωνησίας» εἰς τόν μακαριστόν Ἀρχιεπίσκοπον Χριστόδουλον, ἀπό τόν Πατριάρχην Βαρθολομαῖον. Δέν ἀνοίγω τόν φάκελλον τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία ἐδρομολόγησε τήν πρόσκαιρον ἐκείνην διακοπήν τῶν σχέσεων τῶν δύο ἡγετικῶν στελεχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Μένω, ὅμως, εἰς τό ἀτυχές γεγονός καί εἰς τάς συνεπείας του, ὑπενθυμίζων εἰς Ὑμᾶς καί ὑπογραμμίζων μετ᾿ ἐμφάσεως, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος οὐδόλως ἐθίγη εἰς τήν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του. Συνέχισεν ἀκωλύτως τήν διακονίαν του καί προήδρευσεν ἀκόμη καί Συνόδου Ἱεραρχίας, χωρίς νά προβληθῇ ἐξ Ὑμῶν ἤ ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου ἡ παραμικρά ἔνστασις.

Σεῖς κραυγάζετε, ὅτι ὁ Νικόδημος εἶναι ἀκοινώνητος. Καί, μέ τήν κραυγήν σας αὐτήν, ἐπεμβαίνετε δυναστικῶς εἰς τήν καταταλαιπωρηθεῖσαν Ἱεράν Μητρόπολιν Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος καί ἐπιχειρεῖτε ἀλλαγάς, διά τάς ὁποίας δέν σᾶς ἐξουσιοδοτοῦν οἱ Ἱεροί Κανόνες. Καί ὄχι μόνον ἐξαφανίζετε ἀπό τόν χάρτην τήν Ἱεράν Μητρόπολιν Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος, ἀλλά διακομίζετε καί ἀνθρώπινον ὑλικόν, νοσταλγοῦν τήν ἀρχιερατικήν δόξαν, διά νά πληρώσετε τούς δημιουργηθέντας ἐξ ὑμῶν κενούς λάκκους.

Καί μετά ἀπό ὅλας αὐτάς τάς ἀντικανονικάς περεμβάσεις σας (θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά τό καταθέσω μέ παρρησίαν) εὑρίσκετε τό θάρρος νά ἀπαιτῆτε ἀπό ἐμέ, νά ἀποδεχθῶ τά πεπραγμένα σας, νά ἀναγνωρίσω, ὡς πράξεις εὐθυγραμμισμένας μέ τάς προδιαγραφάς τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τάς ἀπαραδέκτους αὐθαιρεσίας σας, ὥστε νά ἀποδειχθῶ ὑπάκουος εἰς τάς ἐντολάς σας καί νά ἐξασφαλίσω τί; Τήν ἄρσιν τοῦ ἀνυπάρκτου καί πλαστοῦ ἐπιτιμίου. Καί σεῖς νά ἀποσείσετε τό βάρος τῆς ἐνοχῆς καί νά μειώσετε τόν θόρυβον τῆς κατακραυγῆς, διά τῆς πλασματικῆς ἀρχειοθετήσεως τοῦ βαρύτατου φακέλλου τῆς ἀντικανονικότητος καί τῆς παρανομίας.

Ἐάν εἴχατε πραγματικήν ἀφορμήν προβληματισμοῦ ἐναντίον μου καί ἐάν διεκρίνατε εἰς τήν ἐπισκοπικήν μου διακονίαν παραβιάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἤ συμπεριφοράς, αἱ ὁποῖαι ἐκθέτουν τήν ἐπισκοπικήν ἀξίαν, θά ἠμπορούσατε νά διακόψετε «πρός καιρόν» τήν ἐπικοινωνίαν μαζί μου, ἀλλά, ἀμέσως μετά, εἴχατε τήν ὑποχρέωσιν νά καταθέσετε είς τήν Ἱεράν Σύνοδον ἐμπεριστατωμένην καταγγελίαν ἐναντίον μου καί νά μέ παραπέμψετε είς Κανονικόν Συνοδικόν Δικαστήριον.

Διατί, ἐπί τόσα ἔτη, δέν μέ ἐδικάσατε, ἅγιοι ἀδελφοί; Διατί δέν ἐμεθοδεύσατε ἀνακρίσεις; Διατί δέν μέ ἐκαλέσατε νά ἀπολογηθῶ; Διατί δέν ἐνθρονισθήκατε είς τάς καθέδρας τῶν δικαστῶν, διά νά κρίνετε τάς πράξεις μου, νά προσμετρήσετε τάς ἐνοχάς μου καί νά μοῦ ἀπαγγείλετε-ἄνευ τῆς ἐλαχίστης προσωποληψίας-τήν δικαίαν ἐτυμηγορίαν σας;

Ἐπί τριανταεπτά ἔτη μέ καταδικάζετε, χωρίς νά μέ δικάζετε. Μοῦ κλέπτετε τάς δικαιοδοσίας, τάς ὁποίας μοῦ ἀπονέμουν οἱ Ἱεροί Κανόνες καί δέν αἰσθάνεσθε τήν ὑποχρέωσιν νά αἰτιολογήσετε τήν αὐθαιρεσίαν σας.

Συνοδεύετε τό ὄνομά μου μέ τήν περιφρονητικήν ἔνδειξιν, «ἀκοινώνητος» καί δίδετε τήν ἐντύπωσιν, ὅτι μέ τήν ὑποτίμησιν αὐτήν ἐπιδιώκετε τήν ἀναβάθμισιν τοῦ ἰδικοῦ σας κύρους.

Τό Συνοδικόν σας χρέος εἶναι μονόδρομος. Ἤ θά μέ δικάσετε, ἐντίμως καί Κανονικῶς, ἤ θά σταματήσετε νά στηρίζεσθε εἰς τήν ράβδον τοῦ ἀνυπάρκτου ἐπιτιμίου τῆς ἀκοινωνησίας, διά νά ἐξοντώσετε τόν ἀδελφόν καί συλλειτουργόν σας.

Δ΄

Ἔρχομαι εἰς τό δεύτερον σκέλος τῆς ἀπαιτήσεώς σας. Δηλώνετε, ὅτι θά ἄρετε τό σκιῶδες καί ἀνύπαρκτον καί ἀναποτελεσματικόν ἐπιτίμιον τῆς ἀκοινωνησίας, ἐάν ἀναγνωρίσω τό «διαμορφωθέν καί ὑφιστάμενον, κατά τήν παροῦσαν στιγμήν, νομοκανονικόν καθεστώς τῶν τεσσάρων Ἱερῶν Μητροπόλεων, δηλαδή, Μεγάρων καί Σαλαμῖνος, Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, Κηφισίας, Ὠρωποῦ καί Ἀμαρουσίου καί Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καί Πετρουπόλεως».

Ὡς ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος, ἔχω τό δικαίωμα νά ζητήσω νά μοῦ ὑποδείξετε, εἰς ποίους Ἱερούς Κανόνας καί εἰς ποίας Καταστατικάς διατάξεις ἐστηρίχθη τό καλούμενον ὑφ᾿ Ὑμῶν «νομοκανονικόν καθεστώς». Ἡ, ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ κανονικῶς κατασταθέντος ποιμένος, κατάτμησις καί σαλαμοποίησις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος. Καί ἡ ἐγκατάστασις ἐν τοῖς τιμαρίοις ἑνός νέου λόχου μιτροφόρων. Τό ἐάν πρέπει, ἐκ τοῦ λόγου τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ της, νά κατατμηθῇ, εἶναι θέμα μελέτης καί κρίσεως ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομιμοποιοῦνται ἀπό τούς «ἐν θέματι» Ἱερούς Κανόνας καί ἀπό τάς σχετικάς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὄχι δέ μόνον ἡ ἁρμοδιότης, ἀλλά καί ἡ διαδικασία τῆς πιθανῆς κατατμήσεως, εἶναι καθορισμένη καί δεσμευτική. Καί τήν Ἱεροκανονικήν αὐτήν διαδικασίαν τήν σέβεται καί τήν ἐπιβάλλει καί ὁ Καταστατικός Χάρτης τῆς Ἐκκλησίας μας.

Σεῖς ἀποκαλεῖτε «νομοκανονικόν καθεστώς» τήν ἐξόφθαλμον ἀντικανονικότητα καί παρανομίαν. Καί τολμᾶτε νά ἐκβιάσετε καί τήν ἰδικήν μου συνείδησιν, πιέζοντες νά προσυπογράψω τήν κατάφωρον ἐκτροπήν καί τήν πλαστογραφίαν, ὥστε νά ἀπαλαγῆτε σεῖς καί ὄχι ἐγώ, ἀπό τό μίασμα τοῦ Δωδωνικοῦ πραξικοπήματος.

Ἐλπίζω, ὅτι δέν θά συνεχίσετε νά ἐπικαλύπτετε τήν ἐκ μέρους τῶν προκατόχων σας παραβίασιν, ἥτις ἐμεθόδευσε καί συνώδευσε τήν δημιουργίαν τῶν τεσσάρων Μητροπόλεων.

Αἱ δύο πρῶται ἐστήθησαν μέ στηλοβάτας τάς Συντακτικάς Πράξεις τῆς Δικτατορίας. Καί διά νά μή κρημνισθοῦν, ἐπενοήθη καί περιελήφθη εἰδική διάταξις εἰς τάς Συντακτικάς Πράξεις, ἡ ὁποία ἀπέκλειε τό δικαίωμα προσφυγῆς εἰς τό Ἀνώτατον Διοικητικόν Δικαστήριον τῆς Χώρας, εἰς τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Καί αὐτό, ἐνῶ, παραλλήλως, ἄλλαι διατάξεις τῶν Συντακτικῶν Πράξεων ἔπαυον, ἄνευ λόγου, ἄνευ δίκης καί ἄνευ στοιχειώδους διοικητικῆς διαδικασίας, δώδεκα Μητροπολίτας καί ἄφηναν τάς Μητροπόλεις των, βοράν εἰς τάς ἀκορέστους ἐπιθυμίας τῶν σπουδαρχίδων.

Μετά τήν μεταπολίτευσιν, ὡς εἶναι γνωστόν εἰς ὅλους σας, ἡ Πολιτεία ἀπεφάσισε νά ἄρη τήν ἀπαγόρευσιν προσφυγῆς εἰς τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τήν ὁποίαν ἐπέβαλαν αἱ Συντακτικαί Πράξεις. Καί τό Ἀνώτατον Δικαστήριον, μέ σειράν ἀποφάσεων τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος-περί τάς τριάκοντα-ἐδικαίωσε τούς Μητροπολίτας. Βραδύτερον δέ, ἡ Ὁλομέλεια τοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου, μέ τήν ἀπόφασίν της 1028/1993, ἔκρινεν ἀμετακλήτως, ὅτι Νόμιμοι Μητροπολῖται διά τάς Μητροπόλεις Θεσσαλιώτιδος, Λαρίσης καί Ἀττικῆς εἶναι οἱ Ἱεράρχαι, Κωνσταντῖνος, Θεολόγος καί Νικόδημος.

Ὅλα αὐτά τά γνωρίζετε καί δέν σᾶς ἀπομένει ἀτραπός δι᾿ ἀμφισβήτησιν.

Παρά τήν σαφεστάτην αὐτήν ἀπόφανσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, ὑπό τήν πίεσιν τοῦ Δωδώνης Χρυσοστόμου, ἐμεθόδευσε τήν σύγκλησιν τῆς Ἱεραρχίας, προκειμένου νά ἐπιτύχη τήν ἐκλογήν του εἰς τήν Μητρόπολιν Ἀττικῆς. Ἀλλά οἱ ἀντιδρῶντες Μητροπολῖται καί εἰδικῶς ὅσοι ὡραματίζοντο τόν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ τότε Θηβῶν κ. Ἱερώνυμος, μέ διαδικασίαν πραξικοπηματικήν, ἀκόμη καί μέ τήν χρῆσιν πλαστῶν ψηφοδελτίων, μετέθεσαν εἰς τήν Ἀττικήν τόν γνωστόν πλέον ἀνά τήν οἰκουμένην, Μητροπολίτην Ζακύνθου Παντελεήμονα Μπεζενίτην. Ὁ δέ σημερινός Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος, ἐνέγραψεν, εἰς τήν προσωπικήν του δέλτον τῆς ἀντικανονικότητος καί τῆς παρανομίας, τήν περαιτέρω κατάτμησίν της.

Ἐγκαίρως, κατά μήνα Νοέμβριον τοῦ 2009, μέ ἐκτενές ὑπόμνημά μου, εἶχον ἐνημερώσει τόν Ἀρχιεπίσκοπον καί τήν Διαρκῆ Ἱεράν Σύνοδον, ὅτι ὡς Κανονικός καί Νόμιμος Μητροπολίτης τῆς Μητροπόλεως Ἀττικῆς δέν παραχωρῶ τήν ἄδειαν κατατμήσεώς της. Ἐκεῖνος, ἔρριψεν εἰς τόν κάλαθον τῶν ἀχρήστων τό ὑπόμνημά μου. Ἠδιαφόρησε διά τήν ἄδειαν, τήν ὁποίαν, τώρα, ζητεῖ ἐναγωνίως, ἔστω καί ἐξ ὑστέρων, προσφέρων ὡς ἀντάλλαγμα τήν ἄρσιν τοῦ ἐπιτιμίου(!!!). Καί, διά νά στήση πρό ἐμοῦ τό ὑψηλόν ἀνάστημα τοῦ ἀξιώματός του, ἠγωνίσθη καί ἐξεμαίευσεν ἀπό τό ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Θρησκευμάτων, τό ἐκ νέου κομμάτιασμα τῆς ἱστορικῆς Μητροπόλεως.

Μετά ἀπό ὅλην αὐτήν τήν τραγικήν σύγχυσιν καί τήν ἀσύστολον παραβίασιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἔρχεσθε σεῖς, οἱ ὁρκισθέντες ἐπισήμως πιστήν τήρησιν τῶν Κανόνων τῶν θεσπισθέντων ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἐκείνων, ἐκ τῶν Τοπικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον ἐπικυρώσεως ὑπό Συνόδου Οἰκουμενικῆς καί διατυπώνετε ἐπισήμως καί εἰς ἀνακοίνωσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, τήν ἀπαίτησιν νά ἀποδεχθῶ ἐγώ τά ἐξ ὁλοκλήρου ἀνέρειστα, ἁμαρτωλά «τετελεσμένα», ἐάν θέλω νά ἀποσυρθῆ ἀπό τήν κεφαλήν μου ἡ σκιά τοῦ «ἐπιτιμίου τῆς ἀκοινωνησίας».

Μέ τήν χρεωστικήν ἐπισκοπικήν μου παρρησίαν διαμαρτύρομαι καί φωνάζω, ὅτι δέν πρόκειται νά ὑποκύψω εἰς τοιούτους ἐκβιασμούς. Δέν θά ποδοπατήσω τήν Ἱεροκανονικήν Τάξιν, διά νά ἀπολαύσω τήν ἀποφόρτισιν ἀπό τήν ἅλυσιν, τῆς γυμνῆς βίας. Καί ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τό μόνον δικαίωμα, πού ἔχετε σεῖς, οἱ κρατοῦντες σήμερον τά σκῆπτρα τῆς ἐκκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι νά μέ παραπέμψετε εἰς δίκην. Καί δίκην, ὄχι «μαϊμού». Ἀλλά ἔντιμον. Ἀπολύτως εὐθυγραμμισμένην μέ τάς προδιαγραφάς τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Καί, σεβόμενοι τά δικαιώματά μου, νά μέ καλέσετε νά ἀπολογηθῶ καί, εἰς περίπτωσιν σοβαροῦ λόγου, νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ζητήσω τήν ἐξαίρεσιν τῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὐθύνονται διά τόν τριακονταεπταετῆ διωγμόν μου.

Ε΄

Δέν πρόκειται νά θεωρήσω ὡλοκληρωμένην τήν διαμαρτυρίαν μου, ἐάν δέν προσθέσω, ὡς ἐπιστέγασμα, τήν δημοσιοποίησιν περιστατικῶν, τά ὁποῖα, διά λόγους σεβασμοῦ πρός τό ἀρχιεπισκοπικόν ἀξίωμα εἶχον κρατήσει μυστικά ἕως τῆς σήμερον.

Μετά τόν θάνατον τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου καί πρό τῆς ἀρχιεπισκοπικῆς ἐκλογῆς τῆς 7ης Φεβρουαρίου 2008, ὁ τότε Μητροπολίτης Θηβῶν καί διεκδικητής τοῦ θρόνου τῶν Ἀθηνῶν, ἔστειλεν εἰς ἐμέ τόν ἐκπρόσωπόν του ἀρχιμανδρίτην Ἀθηναγόραν Δικαιάκον, ὡς διακομιστήν μηνύματος, ὅτι ὁ κ. Ἱερώνυμος, τά δύο πρῶτα θέματα, τά ὁποῖα θἀ ἀντιμετώπιζε καί θά ἐπέλυε ἀμέσως μετά τήν ἐνδεχομένην ἀνάρρησίν του εἰς τόν ἀρχιεπισκοπικόν θρόνον θά ἦσαν τά ἀκόλουθα: Τό πρῶτον, θά ἦτο ἡ ἀφαίρεσις ἀπό τήν φήμην του, πού ψάλλεται εἰς τάς Ἱεροτελεστίας, τῆς ἐνδείξεως «καί πάσης Ἑλλάδος». Καί, τό δεύτερον, ἡ παῦσις τῆς ἰδικῆς μου, μακροχρονίου περιπετείας καί τῆς παραλλήλου περιπετείας τῆς Μητροπόλεως Ἀττικῆς.

Καί δι᾿ αὐτό, τό δεύτερον, ἐζήτησεν ἀπό ἐμέ νά τοῦ ἀποστείλω σημείωμα μέ τάς σκέψεις μου καί μέ τάς προτάσεις μου. Εἰς τό αἴτημά του αὐτό ἀνταπεκρίθην. Εἰς μίαν καί μόνην σελίδα τοῦ ἐσημείωσα τήν νομικήν ὄψιν τοῦ προβλήματος καί τήν ὁδόν πρός ἐπίλυσίν του.

Καί μετά τήν ἐνθρόνισίν του εἰς τόν θρόνον τῶν Ἀθηνῶν, συνέπεσε νά συναντηθῶμεν εἰς Ναόν τῶν Ἀθηνῶν. Καί μοῦ εἶπεν, ὅτι θέλει νά συζητήσωμεν τό θέμα. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι εἶμαι πρόθυμος, ἀκόμη καί τό ἴδιον ἀπόγευμα, νά συζητήσω μαζί του. 'Η ἀπάντησίς του ἦτο, ὅτι δέν εἶχε τότε διαθέσιμον χρόνον, ἀλλά θά μοῦ ἔστελνε μήνυμα μέ τόν ἴδιον ἀρχιμανδρίτην. Περιττόν νά προσθέσω, ὅτι τό μήνυμα αὐτό δέν ἔφθασεν ἕως σήμερον. Ἔφθασεν, ὅμως, ἡ κατάστασις τῶν δολοπλοκιῶν καί τῶν ἐκβιασμῶν τοῦ Μακαριωτάτου.

Ἐκ μέρους του μέ ἐπεσκέφθη, μετά τινα χρόνον, ὁ ἀρχιμανδρίτης μεσολαβητής καί μοῦ ἐπρότεινεν, ὡς σχεδιασμόν τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλά καί ὡς ἔκφρασιν ἰδικῆς του ἐπιθυμίας, νά ὑποβάλω τήν παραίτησίν μου ἀπό τήν Μητρόπολιν Ἀττικῆς, ὑποδεικνύων, ταυτοχρόνως, ὡς διάδοχόν μου ἐκεῖνον, τόν πρόθυμον μεσολαβητήν. Νά ἀποδεχθῶ, δηλαδή, τήν διαδικασίαν, τήν ὁποίαν ἐμεθόδευσε, παλαιότερον, ὁ τότε ἀρχιμανδρίτης κ.Ἱερώνυμος Λιάπης, προκειμένου νά ὠθήση εἰς παραίτησιν τόν μακαριστόν Μητροπολίτην Θηβῶν Νικόδημον καί νά καταλάβη τόν θρόνον του.

Ἐξεπλάγην. Δέν ἀνέμενον τοιοῦτον θράσος. Περιορίσθην εἰς τήν ἐνημέρωσίν του, ὅτι δέν ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα. Οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν ἐπιτρέπουν εἰς τόν Μητροπολίτην νά ὑποδεικνύῃ καί νά ἐπιβάλλῃ τόν διάδοχόν του. Ἡ ἀνάδειξις τοῦ νέου Μητροπολίτου εἶναι ἀποκλειστικόν δικαίωμα καί εὐθύνη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας. Ἠσθάνθην, ὅμως, βαρύτατον πόνον, προσμετρῶν τό περιεχόμενον καί τήν ποιότητα τῆς ἀγωγῆς, τήν ὁποίαν προσφέρει ἕνας Ἀρχιεπίσκοπος εἰς νέον λειτουργόν τῆς Ἐκκλησίας, προοριζόμενον διά τό ἀξίωμα καί τήν εὐθύνην τοῦ Μητροπολίτου.

ΣΤ΄

Μετά ἀπό ὅλην αὐτήν τήν ἱστόρησιν, τῶν ἀσυμβάτων πρός τό παραχωρηθέν εἰς ὅλους ἡμᾶς χάρισμα τῆς Ἀρχιερωσύνης, μελανῶν διεργασιῶν, θά ἤθελα νά ἀπευθύνω δύο μόνον λέξεις εἰς τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἱερώνυμον.

Ἀδελφέ, Μακαριώτατε, τόλμησε, σέ παρακαλῶ, μίαν αὐτοκριτικήν καί μίαν διερεύνησιν, κατά πόσον αὐτά τά τεχνάσματα καί αὐταί αἱ δολοπλοκίαι ἀντέχουν νά σταθοῦν εἰς παράλληλον στήλην, ἐγγράφουσαν τούς βίους, τάς διδαχάς καί τήν ὅλην δραστηριότητα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων μας καί τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας. Ἐάν ἠμποροῦν νά κριθοῦν καί νά ἐκτιμηθοῦν, ὡς εὐσυνείδητος ἀνταπόκρισις εἰς τούς ὅρκους μας, ὡς ὁλοκάρδιος εὐθυγράμμισις πρός τά Ἀποστολικά ὑποδείγματα καί τάς Ἀποστολικάς προδιαγραφάς καί ὡς πιστή τήρησις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τούς ὁποίους ἐθέσπισαν οἱ Πατέρες μας, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἐν Οἰκουμενικαῖς Συνόδοις.

Ἐάν, παρ᾿ ἐλπίδα, τήν τακτικήν αὐτήν τήν ἐκλαμβάνῃς ὡς Ἀποστολικήν καί Πατερικήν, ὑπηρέτησέ την καί συνέχισέ την. Ἐάν, «συμμαρτυρούσης τῆς συνειδήσεώς σου» καί «μεταξύ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν σου κατηγορούντων ἤ καί ἀπολογουμένων», διαπιστώνης, ὅτι μακράν ἀπέχουν οἱ σχεδιασμοί σου καί αἱ πρακτικαί σου ἀπό τοῦ θελήματος τοῦ Ἀρχιποίμενος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας καί ἀπό τήν καταξιωμένην Πατερικήν Παράδοσιν, ἀπόθεσε ἐπί τοῦ Ἱεροῦ Θυσιαστηρίου τήν μετάνοιάν σου καί τήν ὑπόσχεσίν σου, ὅτι θά ἐπαναφέρῃς τήν σύγχρονον διοικητικήν πρακτικήν τῆς Ἐκκλησίας μας εἰς τήν τροχιάν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων μας καί τῶν Ἁγίων Πατέρων μας.

Ἐλάχιστος ἐν Χριστῷ ἀδελφός

+ Ο Αττικής ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

apotixisi.blogspot.com/

Περί μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων (Αγιορείτες Ιερομόναχοι)

Τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύ λόγος για το θέμα των μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων της Εκκλησίας σε γλώσσα περισσότερο προσιτή στον σημερινό κόσμο. Στο μικρό αυτό άρθρο εξετάζεται κατά πόσον μια ενδεχόμενη μετάφραση των λειτουρ­γικών κειμένων θα βοηθήση ή θα βλάψη, και αν επομένως είναι σκόπιμη ή και θεμιτή η προσπάθεια αυτή.

Ακούγεται συχνά η άποψη ότι οι σημερινοί νέοι αδυνατούν να συμμετάσχουν στη λατρεία της Εκκλησίας μας και αιτία είναι η λειτουργική γλώσσα. Δεν υπάρχει βέβαια καμμία αμφιβολία ότι οι σημερινοί νέοι, δε­χόμενοι τη σύγχρονη «εκπαίδευση της αμάθειας», είναι γλωσσικά υπανάπτυκτοι και αποκομμένοι από τις ιστορικές ρίζες τους. Χωρίς να εξετάζουμε εδώ τα αίτια της θλιβερής αυτής πραγματικότητας, συμφωνούμε κατ’ αρχήν ότι θα πρέπη να τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε, ώστε να κατανοούν και αυτοί τα λειτουργικά κείμενα και να συμμετέχουν στην θεία Λατρεία.

Θεωρούμε όμως ότι είναι μεγάλο λάθος η "λύση" της μεταγλωττίσεως των ιερών κειμένων. Διότι, όπως έχει αποδειχθή, «η όποια μετάφραση θα προδώση δραματικά τη νοηματική εμβέλεια του πρωτοτύπου και θα δυσχεράνη σε μεγάλο βαθμό την δια­νοητική κατανόησή της αντί να την διευκολύνη». Οι λόγοι είναι πολλοί: Η δημο­τική υστερεί σε εκφραστικές δυνατότητες σε σχέση με τον αρχαίο ελληνικό λόγο. Αδυνατεί επίσης να αποδώση με την ίδια νοηματική πυκνότητα τις μετοχές και τα απαρέμφατα όπως και τις λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις των εμπρόθετων προσδιορισμών (Βλ. Φώτης Σχοινάς, Λειτουργική Γλώσσα, σελ. 43-5).

Το κυριώτερο όμως είναι η απόδοση των δογματικών εκφράσεων. Πώς είναι δυνατόν να μεταφραστούν οι όροι ουσία, φύση, υπόσταση, πρόσωπον, ενέργεια κλπ. χωρίς τον κίνδυνο της αιρετικής αποκλίσεως; Οι άγι­οι Πατέρες, που υπέστησαν διωγμούς και μαρτύρια για να κρατήσουν ανόθευτη την πίστη, διατύπωσαν τους όρους αυτούς με θείο φωτισμό. Και θα προσπαθήσουμε εμείς να επαναδιατυπώσουμε την πίστη με άλλους όρους πιο "σύγχρονους"; Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης επισημαίνει τον κίνδυνο της γλωσσικής αλλαγής στους δογματικούς όρους: «Επί του θείου δόγματος ουκέτι ομοίως ακίνδυνος ή διάφορος χρήσις των ονομά­των. Ου γαρ μικρόν ενταύθα το παρά μι­κρόν» (ΡG 45, 120C). Δεν είναι δύσκολο να φαντασθούμε πόσες αιρέσεις μπορούν να παρεισφρύσουν μέσα στα πλήρως μεταφρα­σμένα λειτουργικά κείμενα, τις οποίες κα­νείς δεν θα είναι εύκολο να αντιληφθή. Ο απλός πιστός μάλιστα, δεν θα είναι πλέον σε θέση να διακρίνη ανάμεσα σε έναν μεταφρασμένο ύμνο του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, σε έναν νεοσύνθετο (διότι θα υπάρξουν και τέτοιοι), και στα προτεσταντικά τραγούδια (που κυκλοφορούν ανωνύμως).

Αν, πάλι, πρόκειται να αφήσουμε τους θεολογικούς όρους ανέπαφους (όπως διατείνονται κάποιοι συντηρητικότεροι), το αποτέλεσμα της επεμβάσεως θα είναι ο ψιλός κλιτικός εκδημοτικισμός τους και η συ­ντακτική απλοποίηση της προτάσεως. Δηλαδή, χωρίς να βοηθούμε ουσιαστικά στην κατανόηση του κειμένου, εξοστρακίζουμε από τη λειτουργική χρήση την αποστολική και πατερική γλώσσα, με όλες τις βαρύτατες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.

Αντί, λοιπόν, να προσπαθούμε να "διευκολύνουμε" τους νέους, κατεβάζοντας το υψηλό γλωσσικό επίπεδο της Λατρείας, είναι προτιμότερο να τους βοηθήσουμε ώστε με ελάχιστο κόπο να μπορούν να κατανοούν τη γλώσσα του πρωτοτύπου, αναβαθμίζοντας έτσι και το γλωσσικό τους επίπεδο. Όσοι αισθάνονται δυσκολία στη γλωσσική κατανόηση της Θείας Λειτουργίας -η οποία θεωρείται και είναι το κέντρο της ζωής μας- ας αφιερώσουν λίγο χρόνο ιδιωτικά στη με­λέτη της, δηλαδή τη μετάφραση και ερμη­νεία της, και ας παραμείνη η τέλεσή της στους Ναούς ως έχει, στην παραδεδομένη γλωσσική μορφή.

Το Ελληνόπουλο, πέρα από τη γνώση της νεοελληνικής, θα πρέπη να εξοικειωθή στην κατανόηση (όχι βέβαια στην πλήρη εκμάθηση) και παλαιοτέρων μορφών της ενιαίας ελληνικής γλώσσας. Είναι απαράδε­κτο, να μην είναι σε θέση να κατανοήση, και ως εκ τούτου να αποστρέφεται, το Ευαγγέ­λιο, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τον Παπαδιαμάντη, κλπ. Τούτο πρέπει να μας προβληματίζη όλους, και να αποτελή μέριμνα της πολιτείας αλλά και της Εκκλησίας.

Εδώ θα θέλαμε να επισημάνουμε πολύ επιγραμματικά: α) ότι η λειτουργική γλώσσα δεν είναι η καθ’ αυτό αρχαία ελληνική γλώσσα αλλά απλούστερη μορφή της, πλη­σιέστερη στη νεοελληνική, και β) ότι για την κατανόησή της δεν χρειάζονται σπουδές φιλολογίας. Αρκεί ο συχνός εκκλησιασμός με λίγο ενδιαφέρον και προσοχή. Η συ­νεχώς επαναλαμβανόμενη μορφή της, μά­λιστα, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που δι­ευκολύνει την κατανόησή της.

Η εξοικείωση με τη λειτουργική γλώσσα (όπως και με κάθε αντικείμενο μαθήσε­ως) απαιτεί τη συνεχή τριβή με αυτήν. Όπως έχει λεχθή πολύ σωστά, ο αραιός εκκλησιασμός δεν οφείλεται στο "ακατανόητον" της λειτουργικής γλώσσας, αλλά αντίστροφα: δεν κατανοούμε τη λειτουργική γλώσ­σα επειδή δεν εκκλησιαζόμαστε. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, και μάταια προσπαθούμε να θεραπεύσουμε ένα κακό με λανθασμένη διάγνωση και με ακόμη πιο λανθασμένη θεραπεία. Θα ελκύσουμε τους εκτός Εκκλησίας νέους, όταν τους πλησιάσουμε με πραγματική αγάπη, και όχι όταν αλλοιώσουμε την γλώσσα της θείας Λατρείας. Κάτι τέτοιο προσπάθησε να κάνη και η Αγγλικανική εκκλησία και πέτυχε ακριβώς το αντίθετο (Βλ. Γέροντος Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν, σελ. 375).

Όσο γιά τους εκκλησιαζόμενους πιστούς, αρκεί το εμπνευσμένο κήρυγμα του Ιερέως στην θεία Λειτουργία. Διότι όταν ο άνθρωπος πιστεύει και έχει ζήλο και καλή διάθε­ση, ακόμη και αγράμματος να είναι, ο Θεός θα τον φωτίση και θα τον οδηγήση στην βίωση της θείας Λατρείας, κάτι πολύ ανώτερο από την απλή κατανόησή της. Οι παππούδες μας -άνθρωποι κατά κανόνα ολι­γογράμματοι- ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκαν για την λειτουργική γλώσσα. Αισθάνονταν μάλιστα ως ζωτική ανάγκη τον συχνό εκκλη­σιασμό. Τί ήταν αυτό που τους τραβούσε στην Εκκλησία, εφ’ όσον δεν "καταλάβαιναν" τα περισσότερα από τα εκεί λεγόμενα;

Αξίζει να προσέξη κανείς το Κολλυβαδικό κίνημα, που ουσιαστικά υπήρξε ένα κίνημα πνευματικής και λειτουργικής ανα­γεννήσεως. Η εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν, γλωσσικά τουλάχιστον, σε χειρότερη κατάσταση από τη σημερινή, αφού ο χριστιανικός λαός ήταν τελείως απαίδευτος. Οι Κολλυβάδες Πατέρες όμως, που εργάστηκαν σε τόσο αντίξοες συνθήκες, ποτέ δεν έθεσαν θέμα απλοποιήσεως της λειτουρ­γικής γλώσσας. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιο­ρείτης, μέγας Πατήρ της Εκκλησίας και δι­δάσκαλος του Γένους, αν και μετέφρασε αγί­ους Πατέρες, ποτέ δεν μετέφρασε λειτουρ­γικά κείμενα- μόνο τα ερμήνευσε. Ανάλο­γη υπήρξε και η δράση όλων των Κολλυβάδων Πατέρων και του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος επέμενε τόσο πολύ στην ίδρυση σχολείων.

Το φωτεινό παράδειγμα των αγίων Πατέρων μας καθοδηγεί απλανώς στο σκοτά­δι της σημερινής εποχής, όπου τα πάντα κρίνονται και κοσκινίζονται από την τε­τράγωνη λογική του μεταπτωτικού ανθρώ­που. Μας διδάσκει ότι, η κατανόηση των λειτουργικών κειμένων δεν είναι ζήτημα γλωσσικής απλοποιήσεως, αλλά ερμηνευτι­κής εμβαθύνσεως, συνειδητής ευλάβειας και θείου φωτισμού.

Οι σύγχρονοι Έλληνες είμαστε φορείς μακραίωνης παραδόσεως και έχουμε με­γάλη ευθύνη να την διατηρήσουμε. Και μόνο για την γλώσσα μας, θα πρέπη να θεω­ρούμε το γεγονός ότι γεννηθήκαμε Έλληνες ως μία μεγάλη δωρεά του Θεού, και αυτό δεν αποτελεί καθόλου σωβινισμό. Απλώς αναγνωρίζουμε τις θείες δωρεές και συνει­δητοποιούμε την ευθύνη μας. Δεν είναι κα­θόλου τυχαίο, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ότι το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην Ελληνική γλώσσα. Γράφει σχετικά ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Υπήρχε τόσο λίγη "συμπτωματικότητα" στην "εκλογή" της ελλη­νικής γλώσσας όση υπήρχε στο γεγονός ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν (Ιωάν. δ', 22)... Η Εκκλησία στον καθορισμό των δογμάτων εξέφρασε την αποκάλυψη με τη γλώσσα της ελληνικής φιλοσοφίας» (Δημιουργία και Απολύτρωση, σ. 35-6). Είναι φανερό ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία μας επί τόσους αιώνες στην Λατρεία είναι η καλύτερη για να αποδώση τα λειτουργικά κείμενα, λόγω της ιεροπρεπείας, της ακριβείας και της λογικότητός της (θέματα που η ανάλυσή τους ξεφεύγει από τα όρια του μικρού αυτού άρθρου).

Οι μεταφράσεις στις ξένες γλώσσες είναι απαραίτητο φυσικά να γίνουν, παρόλη την αναπόφευκτη φθορά και πτώχευση που επέρχεται. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, ο μεταφραστής θα πρέπη να μην αρκήται στην κατά το δυνατόν τελειότερη ανθρώπινη γνώση, αλλά να εμφορήται από το ίδιο Αγιο Πνεύμα που είχαν οι Πατέρες οι οποίοι συνέγραψαν τις θείες Λειτουργίες, ώστε να μην αδικήση το κείμενο και τους πιστούς. Όσο για την μεταγλώττιση στη νέα ελληνική (που σημειωτέον είναι πολύ πλησιέ­στερη στη λειτουργική γλώσσα απ' ό,τι οι σλαβικές γλώσσες στα αρχαία σλαβονικά), θεωρούμε ότι είναι όχι μόνο περιττή αλλά και πολύ επιζήμια.

Έχει αποδειχθή ότι οι Πατέρες του Δ' αιώνος, οι οποίοι και συνέγραψαν τις ιερές Λειτουργίες που τελούμε μέχρι σήμερα, δεν χρησιμοποίησαν τη δημώδη γλώσσα του καιρού τους αλλά επέλεξαν συνειδητά, τό­σο για την κηρυγματική όσο και (πολύ περισσότερο) για τη λειτουργική γλώσσα, την αρχαιότροπη γλωσσική έκφραση. Ο λόγος, για τον οποίο οι άγιοι Πατέρες έκαναν αυτή την επιλογή, δεν ήταν τόσο η ανωτερότη­τα της γλωσσικής αυτής εκφράσεως (διότι και η τότε ομιλούμενη δεν είχε χάσει όπως η νεοελληνική το απαρέμφατο και τη με­τοχή, και συνεπώς διατηρούσε την ακρί­βεια, λιτότητα και σαφήνειά της). Πιστεύ­ουμε πως ο κυριώτερος λόγος είναι ότι ήθε­λαν να προσδώσουν μια ιεροπρέπεια στα λειτουργικά κείμενα με έναν γλωσσικό τύπο που δεν εχρησιμοποιείτο για τις υποθέ­σεις της απλής καθημερινότητας. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπη να λάβουν σοβαρά υπ' όψιν τους οι σημερινοί οπαδοί της μεταγλωττίσεως, αν δεν θέλουν να δημιουρ­γούν ανεπιθύμητους συνειρμούς στους πι­στούς, και να τους προξενούν διάσπαση και ευθυμία μέσα στον ιερό Ναό! Κατά την έκφραση του Γέροντος Σωφρονίου, θα γεννώνται «εν τη ψυχή και τω νοϊ των πα­ρευρισκομένων αντιδράσεις κατωτέρου επι­πέδου» (Οψόμεθα τον Θεόν, σελ. 376).

Εάν η σημερινή τάση μεταγλωττίσεως και απλοποιήσεως των πάντων υπήρχε στα χρόνια των μεγάλων Πατέρων της Εκκλη­σίας, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε, από όσα προαναφέρθηκαν, ότι θα είχε καταδικασθή. Ο ιερός Χρυσόστομος ίσως θα επα­ναλάμβανε: «Ουδέ σοφίας ανθρωπίνης δείται η θεία Γραφή προς την κατανόησιν των γεγραμμένων, αλλά της του Πνεύματος αποκαλύψεως» (ΡG 53, 175). Το άγιο Πνεύμα όμως δεν λείπει ποτέ από την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι, και οι σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες και φωτισμένοι Γέροντες έχουν εκφρασθή ήδη για το θέμα αυτό.

Ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος, στο γνωστό κεφάλαιο «Περί της λειτουργικής γλώσσης» του βιβλίου του Οψόμεθα τον Θεόν, αναιρεί με κατηγορηματικό τρόπο τους «άτοπους ισχυρισμούς περί του δήθεν ακατανοήτου» της λειτουργικής ελληνικής γλώσσας, και καλεί να μείνουμε πιστοί σ’ αυτήν. Λέγει μεταξύ άλλων ο Ρώσος(!) αυτός Πατήρ: «Η Λειτουργία, ως το κορυφαίον μέσον αναφοράς του ανθρώπου προς τον Θεόν, είναι φυσικόν να έχη ως εκφραστικόν όργανον την κατά το δυνατόν τελειοτέραν γλώσσαν (ενν. την αρχαία ελληνική)... Η επί τοσούτον χρόνον χρησιμοποιηθείσα και καθαγιασθείσα γλώσσα της θείας Λειτουργίας... είναι αδύνατον να αντικατασταθή άνευ ουσιώδους βλάβης αυτής ταύ­της της λατρείας».

Ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ήταν και αυτός σαφώς αντίθετος με τη σημερινή "λειτουργική αναγέννηση". Έλεγε ότι με τις μεταφράσεις των λειτουργικών κειμένων θα αποκοπή ο λαός μας από τη γλώσ­σα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, και ότι είναι αδύνατον να αποδοθούν πλή­ρως οι όροι και οι έννοιες των κειμένων αυτών στη δημοτική, πολύ περισσότερο από μη άγιους. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι, όταν το 1982 επρόκειτο να κυκλοφορήση το βιβλίο του Ιερομονάχου Γρηγορίου Η Θεία Λειτουργία, Σχόλια, ο Γέροντας δεν επέτρεψε να τυπωθή παράλληλα και η ετοι­μασμένη μετάφραση της θείας Λειτουργίας, ως απλό ερμηνευτικό βοήθημα, διότι αυτή, έλεγε, «μπορεί κάποτε να χρησιμοποιηθή ως αφορμή για μεταφράσεις στα λειτουρ­γικά κείμενα»! Τί θα έλεγε άραγε αν ζούσε σήμερα;

Ο μακαριστός Γέροντας Πορφύριος, ενώ ήταν τελειόφοιτος μόλις Α' Δημοτικού, χάρη στον ζήλο και την αγάπη του για τα λειτουργικά κείμενα, έμαθε ανάγνωση και θεολογία από την Αγία Γραφή (της οποίας πολλά κεφάλαια είχε αποστηθίσει), την Παρακλητική και τα Μηναία. Έφτασε να γίνη δοχείο της χάριτος του Θεού, και να ξεπεράση στη σοφία πολλούς θεολόγους και επιστήμονες. Συνιστούσε την προσεκτική και διαρκή μελέτη των αγιογραφικών και υμνολογικών κειμένων, την χρήση του λεξικού και τη σύγκριση με άλλα τροπάρια, για την ανεύρεση της έννοιας μιας άγνωστης λέξης. Και βέβαια, παρ’ όλη την ευρύτητα του πνεύματός του, ποτέ δεν μίλησε για ανάγκη μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων.

Πολύ σωστά έχει παρατηρηθή ότι «η λειτουργική αναγέννηση είναι απότοκος της πνευματικής αναγεννήσεως του πιστού και καθόλου υπόθεση Συνεδρίων, Σεμιναρίων και Επιτροπών. Τελεσιουργείται στο ένδον της καρδίας του πιστού κατόπιν πνευματικού μόχθου και εσωτερικών στεναγμών, συνεπικουρούσης βεβαίως απαραιτήτως και της θείας Χάριτος». Στην θεία Λειτουργία «"κατανοούμε", με την πατερική σημασιο­λογική εκδοχή της λέξεως, τόσο όσο μας επιτρέπει η καθόλου πνευματική κατάστα­σή μας. Επομένως το καιρίως ζητούμενο για τη λειτουργική αναγέννηση είναι η δια της μετανοίας και τηρήσεως των εντολών του Χριστού προσωπική μας αναγέννηση» (Σχοινάς, ένθ' αν., σ. 47 και 110). Και η ποιμαντική προσπάθεια της Εκκλησίας σε αυτή την αναγέννηση των πιστών θα πρέπη κυρίως να στοχεύη.

Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι το θέμα της μεταγλωττίσεως των κειμένων στην θεία Λατρεία είναι πολύ σοβαρό, διότι, εκτός από τη σύγχυση και την απώλεια της ιεροπρέπειας που προξενείται, θραύεται οριστικά η μακραίωνη συνέχεια της λειτουρ­γικής γλώσσας, με τεράστιες αρνητικές συ­νέπειες. Και είναι εντυπωσιακό ότι το όλο κίνημα "λειτουργικής αναγέννησης" δεν ξεκινά από τον απλό λαό (για χάρη του οποί­ου υποτίθεται ότι γίνεται), αλλά από κά­ποιους καθηγητές, ιερείς και επισκόπους. Μπορούν λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί να στερούν το δικαίωμα από το εκκλησίασμα να δοξολογήση, να ευχαριστήση και να ικετεύση τον Τριαδικό Θεό, με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποίησαν όλοι οι θεοφόροι Πατέρες μας; Πολύ φοβούμαστε ότι θα οδηγήσουν με τον τρόπο αυτό σε διχασμό το εκκλησιαστικό πλήρωμα.

Ο απλός λαός στην πλειονότητά του δεν επιθυμεί τις μεταφράσεις, έστω και αν δεν είναι σε θέση να καταλάβη καλά τα λειτουργικά κείμενα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εγκύκλιος της Αρχιεπισκοπής, που ώριζε να διαβάζεται το Ευαγγέλιο και μεταφρασμένο στην θεία Λειτουργία, δεν στά­θηκε δυνατόν να εφαρμοσθή λόγω της αντι­δράσεως του κόσμου.

Ένα άλλο πρακτικό ζήτημα, στο οποίο ίσως δεν έχει δοθή η απαιτούμενη προσο­χή, είναι ότι, άπαξ και ανοίξη η θύρα για τις μεταφραστικές προσπάθειες, θα αρχίση αμέσως και ο ανταγωνισμός και διχασμός μεταξύ των επιδόξων μεταφραστών. Ήδη σε μία Μητρόπολη είναι γνωστό ότι κυκλοφορούν δύο μεταφράσεις της Θείας Λειτουργίας, με πολλές και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Αλλά ακόμη και μία μετά­φραση να επικρατούσε σε όλο τον ελληνικό χώρο -πράγμα αδύνατον-, μετά από παρέ­λευση μιας δεκαετίας περίπου θα εθεωρείτο πλέον ξεπερασμένη, σύμφωνα με τα κριτή­ρια των οπαδών της μεταγλώττισης, λόγω της εξέλιξης της γλώσσας. Και είναι απρό­βλεπτες όλες οι συνέπειες της απώλειας της καθιερωμένης λειτουργικής γλώσσας, την οποία θέλει να επιφέρη ο ου κατ’ επίγνωσιν μεταρρυθμιστικός ζήλος.

Με αφορμή την αναφορά των δύο ανωτέρω μεταφράσεων της Θείας Λειτουργίας, αναφέρουμε με πολλή λύπη μας, ότι σ' αυτές (καθώς και σε άλλες μεταφράσεις λειτουρ­γικών και αγιογραφικών κειμένων της ίδιας Μητροπόλεως) υπάρχουν δυστυχώς πολλά και σοβαρότατα λάθη. Η υπόδειξή τους ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου. Θεωρούμε όμως ότι το σοβαρότερο λάθος είναι αυτή η όλη τάση για μεταγλώττιση των ιερών κειμένων (διότι τα επί μέρους γραμματικά, συντακτικά, τυπογραφικά, παρανοήσεως, ή και θεολογικά, λάθη μπορεί κάποτε να διορθωθούν).

Το θλιβερότερο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι οι εν λόγω μεταφράσεις επιβάλλονται να τελούνται από τους Ιερείς της Μητροπόλεως. Και βέβαια δεν ρωτήθηκε καθόλου το πλήρωμα των πιστών. Δικαιολογημένα λοιπόν τίθεται το ερώτημα: Για ένα τόσο σοβαρό θέμα δεν θα έπρε­πε πρώτα να πάρη απόφαση η Εκκλησία συνοδικώς (αν όχι Πανορθόδοξη Σύνοδος, τουλάχιστον το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ή έστω η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος); Μπορεί ο καθένας που θεωρεί ακατανόητη και ξεπερασμένη τη λειτουργική γλώσσα να συντάσση μία μετάφραση και να την εκδίδη; Οπωσδήποτε αυτό είναι θέμα που υπερβαίνει τα στενά όρια μιας Μητροπόλεως και αφορά όλους τους Ορθοδόξους Έλληνες.

Στην ιστορία της Ελλαδικής Εκκλησίας παρουσιάστηκαν ανάλογα φαινόμενα, το 1834 (όταν η Βιβλική Εταιρεία εξέδωσε την Αγία Γραφή σε μετάφραση του Νεοφύτου Βάμβα) και το 1901 (τα λεγόμενα Ευαγγελικά). Και στις δύο περιπτώσεις η Ιερά Σύ­νοδος απέρριψε τις μεταφράσεις. Η σχετική απόφαση πέρασε στο ελληνικό Σύν­ταγμα του 1911 (άρθρο 2, παραγρ. 2) και τροποποιήθηκε στην αναθεώρηση του Συ­ντάγματος το 1976 ως εξής: «Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφραση σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της αυτο­κέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη» (άρθρο 3, παραγρ. 3). Τί περισσότερο χρειάζεται για να πεισθούν για την έλλειψη νομιμότητος όσοι προβαί­νουν σε αυθαίρετες μεταφράσεις (όχι μόνο της Αγίας Γραφής αλλά και της θείας Λει­τουργίας και των άλλων ιερών κειμένων), τις εκδίδουν και, το χειρότερο, τις επιβάλλουν;

Με πόνο ψυχής παρακαλούμε την Ιερά Σύνοδο να λάβη κάποια απόφαση που θα θέση τέρμα στην εκκλησιαστική αυτή αναρ­χία και θα πάρη μία ξεκάθαρη θέση στην ολοένα αυξανόμενη τάση μεταγλωττίσεως των λειτουργικών κειμένων. Ας αποσυρθή κάθε είδους μετάφραση από την θεία Λατρεία, και ας χρησιμοποιηθή μόνο ως ερμηνευτικό βοήθημα στο κήρυγμα και την κατήχη­ση. Η εγκατάλειψη της λειτουργικής γλώσσας, με την οποία προσευχήθηκαν όλοι οι άγιοι Πατέρες μας, στην θεία Λατρεία -όπου είναι η τελευταία περιοχή ζωντανής χρήσεώς της- θα σημάνη την οριστική αποκο­πή των συγχρόνων Ελλήνων από τις ρίζες της παραδόσεώς μας, με τεράστιες αρνητι­κές συνέπειες. Η ευθύνη όλων μας είναι μεγάλη.

Υπογράφουν οι κατωτέρω Αγιορείτες Ιερομόναχοι με τις συνοδείες τους:

Ιερομόναχος Γρηγόριος, Ιερόν Κελλίον Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Καρυές

Ιερομόναχος Αρσένιος, Ιερόν Κελλίον Γενεσίου της Θεοτόκου «Παναγούδα», Καρυές

Ιερομόναχος Ευθύμιος, Ιερά Καλύβη Αναστάσεως του Κυρίου, Καψάλα

(Πηγή: «Παρακαταθήκη» Ιαν.-Φεβ. 2010)

alopsis.gr/9

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com