Το
μυστήριο της μετάνοιας, που είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένο με την ιερά
εξομολόγηση, έχει καθιερωθεί από τον ίδιο τον Κύριο. Επομένως όταν
αμφισβητείται η αξία και σημασία του μυστηρίου, αμφισβητείται ο Ίδιος. Το
μυστήριο είναι θεοσύστατο και επ’ αυτού δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία.
Ο
Κύριος δεν ήταν μόνο άνθρωπος. Ήταν και Θεός. Γι’ αυτό και διακηρύττει, ότι
ήλθε στη γη για να αναζητήσει και να σώσει τους χαμένους. Άλλωστε η αποστολή
Του ήταν να κηρύξει στους αιχμαλώτους την άφεση και στους τυφλούς την ανάβλεψη,
στους πνευματικά αιχμαλώτους και τυφλούς.
Αν,
λοιπόν, η μετάνοια δεν ήταν απόλυτη αναγκαιότητα της ψυχής, δε θα τη θέσπιζε. Η
άπειρη αγάπη Του στον άνθρωπο καθιέρωσε το φιλάνθρωπο αυτό μυστήριο. Όλοι μας
το ζούμε: δεν υπάρχει κανένας αναμάρτητος. Μόνος αναμάρτητος ο Θεός. Σχεδόν
αδύνατο είναι ο άνθρωπος να αποκόψει τις αδυναμίες και τα πάθη, που τον
συντροφεύουν συχνά σε ολόκληρη τη ζωή του. Η αμαρτία αποκόπτει τον άνθρωπο από
το Θεό και τη σωτηρία. Η μετάνοια, το ήμαρτον του Ασώτου, ανοίγει και πάλι τις
πύλες του παραδείσου. Χωρίς τη μετάνοια, που αποτελεί κατά τον άγιο Ιωάννη
το Χρυσόστομο«φάρμακο πλημμελημάτων, δαπάνημα των παρανομιών, όπλο κατά του
διαβόλου, μαχαίρι που του κόβει το κεφάλι, ελπίδα σωτηρίας, αναίρεση της
απόγνωσης», θα χάναμε όλα τα χαρίσματα και τις δωρεές του Θεού και δε θα
μπορούσαμε να προσέλθουμε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό ο
καρδιογνώστης και φιλάνθρωπος Κύριος, που γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, αλλά
και τα τεχνάσματα του πανούργου Δαίμονα, μάς έδωσε τη μετάνοια. Κι έτσι «η
χρηστότητα και φιλανθρωπία του Θεού μεταμορφώνει αυτόν που μετανοεί από τα
αμαρτήματά του σε δίκαιο και αναμάρτητο» (Κλήμης Αλεξανδρείας).