8 Νοε 2026

Σημεία συμβιβασμού και συμπορεύσεως με την παναίρεση στο πάλαι ποτέ μαχητικό Γραφείο αιρέσεων της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς.

 

ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙ ΠΟΤΕ ΜΑΧΗΤΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΤΗΣ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Εν Θεσσαλονίκη τη 8η Νοεμβρίου 2026

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου

Θεολόγου- συγγραφέως

    Το Γραφείο αιρέσεων και παραθρησκειών της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς δημοσίευσε πρόσφατα μελέτη με τίτλο: «Η Οικουμενική Κίνηση υπό το φως της Ορθοδόξου παραδόσεως. (Προσδοκίες, αδιέξοδα και θεολογικοί προβληματισμοί - Σύντομη αξιολόγηση της ως τώρα πορείας της)».[1] Στη μελέτη αυτή αναφέρεται στην «οικουμενική κίνηση» και επιχειρεί να αξιολογήσει την μέχρι τώρα πορεία της υπό το φως της Ορθοδόξου παραδόσεως. 

Χωρίς αμφιβολία η μελέτη περιέχει κάποιες ορθές θέσεις και διαπιστώσεις που απηχούν την ορθόδοξη πίστη και παράδοση. Περιέχει όμως και αδόκιμες εκφράσεις οι οποίες, επειδή χρησιμοποιούνται και από τους οικουμενιστές, είναι δυνατόν να δημιουργήσουν σύγχυση, παρανοήσεις και εσφαλμένες εντυπώσεις στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, ιδιαίτερα στους απλοϊκότερους που δεν διαθέτουν θεολογικές γνώσεις. Επίσης η διαπραγμάτευση του θέματος των διαχριστιανικών διαλόγων πάσχει σε αρκετά σημεία, διότι παρουσιάζει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κενά χωρίς να επισημαίνονται ορισμένα κείμενα κοινής αποδοχής με τους ετεροδόξους, απαράδεκτα από ορθοδόξου απόψεως. Η μελέτη πάσχει και από άλλη άποψη, από το γεγονός δηλαδή ότι δεν γίνεται καμία ονομαστική αναφορά στους σημερινούς πρωτεργάτες της παναιρέσεως του οικουμενισμού και κυρίως στο πρόσωπο του σημερινού πρωτοπόρου της του οικουμενικού πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, λες και η αίρεση μας ήρθε ουρανοκατέβατη, χωρίς να υπάρχουν πρόσωπα που την εκφράζουν.   

    Επειδή με αξίωσε ο Θεός να διακονήσω ως υπεύθυνος στο εν λόγω Γραφείο επί σειρά 12 ετών και πλέον, θεώρησα χρέος μου να καταθέσω ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις μου στο παραπάνω δημοσίευμα, προκειμένου να επιστήσω την προσοχή απέναντι στη νέα νοοτροπία, που φαίνεται ότι άρχισε να επικρατεί στη λειτουργία του Γραφείου που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν είναι τίποτε άλλο παρά νοοτροπία συμβιβασμού και συμπορεύσεως με την παναίρεση.

    Το πρώτο που πρέπει να σχολιάσω είναι ο αδόκιμος όρος «Οικουμενική Κίνηση», τον οποίο κατά κόρον χρησιμοποιεί το Γραφείο. Είναι αδόκιμος, διότι αυτόν χρησιμοποιούν οι οικουμενιστές, όταν ομιλούν περί οικουμενισμού. Προσπαθούν να συγκαλύψουν την αίρεση πίσω από τον μανδύα ενός κινήματος, για να παραπλανήσουν τους αφελείς. Είναι μεγάλο λάθος εμείς οι ορθόδοξοι να παρασυρόμαστε από αυτούς στην παραπλανητική ορολογία που χρησιμοποιούν, αλλά οφείλουμε να χρησιμοποιούμε τον χαρακτηρισμό που έδωσε σ’ αυτήν ο άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς: τον χαρακτηρισμό «παναίρεση».

    Παρακάτω γράφει: «Υπό αυτό το πρίσμα, η σύγχρονη Οικουμενική Κίνηση και οι επί δεκαετίες διεξαγόμενοι θεολογικοί διάλογοι με τις ετερόδοξες χριστιανικές ομολογίες οφείλουν να εξετάζονται με νηφαλιότητα, εκκλησιαστική ευθύνη και αυστηρά θεολογικά κριτήρια….». Το ότι οι «διεξαγόμενοι θεολογικοί διάλογοι… οφείλουν να εξετάζονται με νηφαλιότητα…», αυτό το γνωρίζει ο πιστός λαός του Θεού.  Εκείνο που τον ενδιαφέρει στην παρούσα χρονική συγκυρία δεν είναι το πως πρέπει να διεξάγονται οι διάλογοι, αλλά ποια ήταν τα αποτελέσματα των μέχρι σήμερα, (μετά από πολλές δεκαετίες), διεξαχθέντων διαλόγων. Και κυρίως να μάθει σε ποιό τραγικό αδιέξοδο έφθασαν σήμερα οι διάλογοι και ποιά ήταν ήταν τα αίτια της πλήρους χρεοκοπίας των. Επίσης το Γραφείο φαίνεται να αγνοεί το γεγονός ότι εμείς οι  ορθόδοξοι δεν αναζητούμε την αλήθεια μέσω των διαλόγων. Την αλήθεια – Χριστός την έχουμε και την βιώνουμε ως μία πραγματικότητα. Μέσω των διαλόγων επιζητούμε να την προσφέρουμε στους ετεροδόξους. Επίσης πουθενά δεν γίνεται λόγος ότι ο διάλογος οφείλει να αποσκοπεί στην επιστροφή των ετεροδόξων στην ορθοδοξία και όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται να τερματίζεται και όχι να παρατείνεται με ατέρμονες συζητήσεις που διαρκούν επί δεκαετίες.

    Πιο κάτω γίνεται λόγος για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ): «Το 1948 ιδρύθηκε το λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ), στο οποίο συμμετείχαν και συμμετέχουν και πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες…Η συμμετοχή αυτή, καθώς και ο τρόπος διεξαγωγής των θεολογικών διαλόγων, εγείρουν, από ορθόδοξη θεολογική σκοπιά, σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας και την ακρίβεια της ομολογίας της πίστεως». Η συμμετοχή μας στο ΠΣΕ δεν «εγείρει» απλώς «σοβαρά ερωτήματα….», αλλά αποτελεί κάτι πολύ χειρότερο και τραγικότερο. Αποτελεί «προδοσία της πίστεως», σύμφωνα με την θεοφώτιστη επισήμανση του αγίου Ιουστίνου του Πόποβιτς: «Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το ΠΣΕ; Αλλοίμονον, ανήκουστος προδοσία!»[2]. Αφού λοιπόν πρόκειται για προδοσία της πίστεως, τότε γιατί, άραγε, οι ιθύνοντες του Γραφείου και ο Δεσπότης του Πειραιά δεν διαχωρίζουν τη θέση τους από την Εκκλησία της Ελλάδος και δεν αποτειχίζονται; Γιατί δεν ελέγχουν και δεν στηλιτεύουν τον οικ. Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο για όσα πάμπολλα κακόδοξα έχει ξεστομίσει μέχρι τώρα σε συνέδρια του ΠΣΕ;

    Παρακάτω γράφει: «Η άποψη που διατυπώθηκε προς το τότε ‘Πάπα’ Φραγκίσκο το 2014, χρειάζεται διερεύνηση: ‘Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, … δυστυχώς κατά την επί γης στρατείαν αυτής, λόγω της υπερισχύσεως της ανθρωπίνης αδυναμίας και του πεπερασμένου θελήματος του ανθρωπίνου νοός, διεσπάσθη εν χρόνω. Ούτω διεμορφώθησαν καταστάσεις και ομάδες ποικίλαι εκ των οποίων εκάστη διεκδικεί “αυθεντίαν” και “αλήθειαν”».[3] Δεν πρόκειται περί «απόψεως», αλλά περί φρικτής κακοδοξίας η οποία δεν διατυπώθηκε από κάποιο ανώνυμο πρόσωπο, αλλά από τον αιρεσιάρχη Βαρθολομαίο. Η κακοδοξία αυτή δεν χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, διότι έχει διερευνηθεί επαρκώς στην περισπούδαστη μελέτη με τίτλο: «Η νέα Εκκλησιολογία του οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και επίκαιρα ομολογιακά κείμενα», που συνέταξε η «Σύναξη κληρικών και μοναχών». Εκείνο που χρειάζεται είναι η διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας με τον αιρεσιάρχη Βαρθομολομαίο και με όσους κοινωνούν μαζί του. Αλλά αυτό έχει κόστος, διότι απαιτεί θυσίες μητροπολιτικών θρόνων και συνεπάγεται διωγμούς, τους οποίους, δυστυχώς, οι σημερινοί μητροπολίτες και οι συνεργάτες των δεν φαίνονται διατεθειμένοι να υπομείνουν.

    Παρακάτω γράφει: «Το Γραφείο μας, έχοντας ως αποστολή την οριοθέτηση της Ορθοδόξου Πίστεως και την μελέτη και κατάδειξη των αιρέσεων και πλανών, παρακολουθεί και μελετά συστηματικά τη δραστηριότητα της Οικουμενικής Κινήσεως και διατυπώνει τα σχετικά συμπεράσματά του. Από την εξέταση των μέχρι σήμερα πεπραγμένων διαπιστώνουμε ότι οι πολυάριθμες συναντήσεις, η διοργάνωση συνεδρίων, οι μακροχρόνιες συζητήσεις και η έκδοση θεολογικών κειμένων δεν συνιστούν, από μόνες τους, τεκμήρια δογματικής συγκλίσεως ούτε αποδεικνύουν την επίτευξη του αρχικού στόχου της Οικουμενικής Κινήσεως. Το ουσιώδες ερώτημα είναι εάν οι διαφορές που χωρίζουν τις χριστιανικές ομολογίες έχουν αντιμετωπιστεί με σαφήνεια, εάν έχουν επιλυθεί οι θεολογικές αντιθέσεις και εάν έχουν διαμορφωθεί οι προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας». Το «ουσιώδες ερώτημα» δεν είναι «εάν οι διαφορές που χωρίζουν τις χριστιανικές ομολογίες έχουν αντιμετωπιστεί με σαφήνεια…». Το ότι δεν «έχουν αντιμετωπιστεί με σαφήνεια», αυτό είναι το λιγότερο. Η ουσιώδης διαπίστωση, η οποία αγνοείται, είναι κάτι άλλο, πολύ τραγικότερο. Το γεγονός δηλαδή ότι στους μέχρι σήμερα γενομένους διαλόγους όχι μόνον «τεκμήρια δογματικής συγκλίσεως» δεν υπήρξαν, αλλά αντίθετα διαπιστώθηκε μια προϊούσα φθορά και διάβρωση του ορθοδόξου φρονήματος στις ορθόδοξες αντιπροσωπείες των μικτών διαλόγων. Στο ότι δηλαδή φθάσαμε στο τραγικό φαινόμενο να διατυπώνονται από Ορθοδόξους εκπροσώπους και πατριάρχες αντορθόδοξες και βλάσφημες δηλώσεις και να υπογράφονται κοινά κείμενα με τους αιρετικούς, ξένα προς την παράδοση και την δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Ο αείμνηστος καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός γράφει σχετικά: «Αντί η Ορθοδοξία να επηρεάζει σωτηριολογικά τον μη Ορθόδοξο κόσμο, εφθάσαμε στην αποδοχή στην πράξη της ‘βαπτισματικής Θεολογίας’, της ‘Θεολογίας των αδελφών Εκκλησιών’ (πρβλ. συμφωνίας Balamand 1993), της ‘κοινής διακονίας’ της ‘διευρυμένης Εκκλησίας’ και του ‘πολιτιστικού πλουραλισμού’, όπως ορθότατα έχει επισημανθεί…Ο Οικουμενισμός σ’ όλες τις διαστάσεις και εκδοχές του έχει αποβεί αληθινή βαβυλώνιος αιχμαλωσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων των τοπικών ηγεσιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που δέχονται όμως αφόρητη πίεση. Η καύχηση και ο αυτοθαυμασμός των οικουμενιστών μας για μία δήθεν νέα εποχή που άνοιξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τις πατριαρχικές εγκυκλίους των ετών 1902, 1904, και 1920, δεν δικαιώνονται, διότι αυτό που κατορθώθηκε είναι να νομιμοποιήσουμε τις αιρέσεις και τα σχίσματα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού’».[4]

    Το Γραφείο ισχυρίζεται επίσης ότι «μελετά συστηματικά τη δραστηριότητα της Οικουμενικής Κινήσεως και διατυπώνει τα σχετικά συμπεράσματά του». Ωστόσο δεν νοείται συστηματική μελέτη χωρίς την κριτική αξιολόγηση ορισμένων κοινών κειμένων των μικτών θεολογικών επιτροπών μεταξύ ορθοδόξων και ετεροδόξων που είναι γεμάτα από παπικές και προτεσταντικές κακοδοξίες, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων και σφοδρή κριτική στον ορθόδοξο θεολογικό κόσμο. Πρόκειται για τα κείμενα του Μπαλαμάντ, της Ραβέννας, του Πόρτο Αλέγκρε, και του Πουσάν, τα οποία έγιναν αποδεκτά χωρίς να απορριφθούν και καταδικασθούν από την ψευδοσύνοδο της Κρήτης. Η απουσία θεολογικής κριτικής στα παραπάνω κείμενα δημιουργεί ένα ουσιαστικό κενό που υποβαθμίζει σημαντικά την αξία της μελέτης.

    Παρακάτω γράφει: «Ιδιαίτερη κριτική έχει ασκηθεί σε ορισμένες διατυπώσεις και διαδικασίες της ‘Αγίας και Μεγάλης Συνόδου’ της Κρήτης, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2016». Στη συνέχεια παραθέτει τα επιχειρήματα των επικριτών και των υποστηρικτών της ψευδοσυνόδου. Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι το Γραφείο χρησιμοποιεί τον όρο «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» τον οποίο χρησιμοποιούν και οι οικουμενιστές, για να χαρακτηρίσει την Κολυμπάρια Σύνοδο και όχι τον όρο ψευδοσύνοδο. Δεν είναι του παρόντος να παραθέσω εδώ ένα πλήθος από αδιάσειστα τεκμήρια που αποδεικνύουν ότι η Κολυμπάρια Σύνοδος υπήρξε ψευδοσύνοδος. Όσοι αναζητούν τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία για να πειστούν, τους παραπέμπω στη μελέτη μου με τίτλο: «Η ‘Σύνοδος’ της Κρήτης».  Το ότι ο συντάκτης τοποθετεί τη φράση «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» εντός εισαγωγικών δείχνει ότι μάλλον θεωρεί την ψευδοσύνοδο αυτή κάπου μεταξύ ορθοδόξου συνόδου και ψευδοσυνόδου. Την θεωρεί, δηλαδή, ως μία προβληματική σύνοδο με πολλές άστοχες, ασαφείς και προβληματικές διατυπώσεις, που χρήζουν αναθεωρήσεων από μια μελλοντική αληθινά ορθόδοξη Σύνοδο. Ωστόσο η ορθόδοξη Συνοδική μας Παράδοση δεν γνωρίζει ενδιάμεσες, προβληματικές Συνόδους, αλλά μόνο δύο ειδών Συνόδους: τις ορθόδοξες και τις ψευδοσυνόδους. Και τούτο διότι μεταξύ αληθείας και ψεύδους δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός λέει σχετικά: «Ουδέποτε διά μεσότητος άνθρωπε τα εκκλησιαστικά διωρθώθη. Μέσον αληθείας και ψεύδους ουδέν εστίν. Aλλ’ ώσπερ τον του φωτός έξω γενόμενον, εν τω σκότει είναι ανάγκη, ούτω τον της αληθείας μικρόν παρεκκλίναντα, τω ψεύδει λοιπόν υποκείσθαι φαίημεν αν αληθώς».

    Κλείνοντας, θεωρώ αναγκαίο να τονίσω για μια ακόμη φορά ότι η ψευδοσύνοδος της Κρήτης υπήρξε ένα κατ’ εξοχήν τραγικό και συγκλονιστικό εκκλησιαστικό γεγονός, παγκοσμίων διαστάσεων, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή της Εκκλησίας. Ένα γεγονός, που προκάλεσε το πλέον οδυνηρό πλήγμα στο σώμα της Εκκλησίας. Υπήρξε το πλέον τραγικό γεγονός στην ιστορία της ελλαδικής Εκκλησίας, διότι η εκκλησιαστική ηγεσία της επίσημα πλέον αποδέχθηκε τις κακόδοξες αποφάσεις της και τις ενσωμάτωσε στην επίσημη διδασκαλία της. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί τον εγκλωβισμό της και την συμπόρευσή της με την παναίρεση, γι’ αυτό και καθιστά την αποτείχιση από όλους εκείνους τους επισκόπους που αποδέχονται την ψευδοσύνοδο, είτε φανερά, είτε σιωπηρά, αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε.

    Το εξόχως αυτό θλιβερό κακό διπλασιάσθηκε όταν η ίδια εκκλησιαστική ηγεσία αποδέχθηκε δύο χρόνια αργότερα, (2018), επίσημα και συνοδικά τους σχισματικούς της Ουκρανίας του Επιφανίου Ντουμένκο, μέσω του ουκρανικού αυτοκεφάλου, γενόμενη και αυτή σχισματική σύμφωνα με τον Β΄ Ιερό Κανόνα της εν Αντιοχεία Συνόδου: «Μη εξείναι δε κοινωνείν τοις ακοινωνήτοις μηδέ εν ετέρα Εκκλησία υποδέχεσθαι τους εν ετέρα Εκκλησία μη συναγομένους. Ει δε φανείη τις των επισκόπων, ή πρεσβυτέρων, ή διακόνων, ή τις του κανόνος τοις ακοινωνήτοις κοινωνών και τούτον ακοινώνητον είναι, ως αν συγχέοντα τον κανόνα της Εκκλησίας». Τώρα πλέον προστίθεται ένας ακόμη λόγος αποτειχίσεως που την καθιστά ακόμη πιο αναγκαία.    

    Η αποτείχιση στην προκειμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να στηριχθεί απλώς στον 15ο Ιερό Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου, διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα, ή δύο, ή περισσότερους επισκόπους που κηρύσσουν την αίρεση, αλλά με μια ολόκληρη τοπική Εκκλησία που αποδέχεται την αίρεση. Γι’ αυτό και θα πρέπει να έχει ένα πολύ ευρύτερο χαρακτήρα, τον χαρακτήρα της αποτειχίσεως του αγίου Μαξίμου του ομολογητού και του αγίου Μάρκου του Ευγενικού. Ως γνωστόν ο άγιος Μάξιμος αποτειχίσθηκε από τους επισκόπους όλων των Πατριαρχείων της εποχής του που αποδέχθηκαν τον Μονοθελητισμό, έχοντας υπ’ όψη του όχι τον 15ο Ιερό Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου, (οποίος δεν είχε συνταχθεί ακόμη), αλλά ολόκληρη την προγενέστερη Πατερική Παράδοση. Το ίδιο έπραξε και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός,  οποίος αποτειχίσθηκε όχι μόνον από τον τότε Πατριάρχη, αλλά και από όλους τους επισκόπους που υπέγραψαν τα πρακτικά της ψευδοσυνόδου Φεράρας – Φλωρεντίας. Το ίδιο οφείλουμε να πράξουμε και εμείς, μιμούμενοι τον άγιο Μάρκο, διότι η ψευδοσύνοδος της Κρήτης δεν είναι τίποτε άλλο παρά επανάληψη της ψευδοσυνόδου Φεράρας – Φλωρεντίας.

    Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ο ασφαλέστερος δρόμος για τη σωτηρία, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, είναι ο δρόμος της αποτειχίσεως. Είμαι βέβαιος ότι αν ζούσαν σήμερα ο άγιος Παΐσιος, ή ο άγιος Πορφύριος, ή ο άγιος Ιάκωβος, θα είχαν αποτειχισθεί. Όσοι λοιπόν νοιάζονται για τη σωτηρία τους και δεν θέλουν να την χάσουν μέσα από τα χέρια τους, ας λάβουν όσα παραπάνω γράψαμε και ας πράξουν τα δέοντα.


[2] Αγ.  Ιουστίνου Πόποβιτς, καθ. Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, Θεολογική γνωμοδότηση προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Σερβίας με τίτλο: Ορθοδοξία και Οικουμενισμός. Μια ορθόδοξος γνωμάτευσις και μαρτυρία.  Η γνωμοδότηση έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό «Κοινωνία», 18, (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.

[3] Βλ. «Η νέα Εκκλησιολογία του οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και επίκαιρα ομολογιακά κείμενα», Εκδ. «Σύναξη ορθοδόξων κληρικών και Μοναχών», Ιανουάριος 2015, σελ. 9

[4] Πρωτ. Γ. Μεταλληνού, Οικουμενικό Πατριαρχείο και Οικουμενισμός, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου: Οικουμενισμός, Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, Τομ. Α΄, Εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008,σελ. 248-249.

…………………………………………………………

Δείτε σχετικά και:

-Ο οικουμενισμός έχει πρόσωπο: είναι παναίρεση και έχει συγκεκριμένους φορείς

-Η Οικουμενική Κίνηση υπό το φως της Ορθοδόξου παραδόσεως. (Προσδοκίες, αδιέξοδα και θεολογικοί προβληματισμοί - Σύντομη αξιολόγηση της ως τώρα πορείας της)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com