28 Οκτ 2026

Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις ἐνώπιον τῆς νεωτερικότητος

 

Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις ἐνώπιον τῆς νεωτερικότητος

Κριτικὴ εἰς τάς θεολογικάς θέσεις τοῦ καθ. Σταύρου Γιαγκάζογλου

Τοῦ κ. Βασιλείου Κονδύλη, θεολόγου 

1.Εἰσαγωγή: Ἡ ἀνανέωσις τῆς θεολογίας καὶ τὸ ζήτημα τῶν κριτηρίων της

Στὸ δημοσίευμα τοῦ Βήματος τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 2026, μὲ τίτλο «Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο: Οἱ γεωπολιτικὲς προκλήσεις καὶ ἡ σύγχρονη μαρτυρία», ὁ καθ. Σταῦρος Γιαγκάζογλου παρουσιάζει τὸ σκεπτικὸ μιᾶς σειρᾶς ἐπιστημονικῶν διαλέξεων σχετικὰ μὲ τὸν ρόλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο. Στὸ ἐπίκεντρο τῆς τοποθέτησής του βρίσκονται ἡ ἐξωστρέφεια τοῦ Φαναρίου, ὁ διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὰ σύγχρονα κοινωνικὰ καὶ πολιτισμικὰ ζητήματα, ἡ ἀνανέωση τῆς θεολογικῆς σκέψης καὶ ἡ δυνατότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως νὰ συνομιλεῖ μὲ ἕνα κόσμο ποὺ ἔχει μεταβληθεῖ σημαντικὰ ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1960 καὶ τοῦ 1970.

Ἡ προβληματικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπὸ μόνη της ξένη πρὸς τὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ συνείδηση. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔζησε ποτέ ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορία οὔτε ἀρνήθηκε νὰ χρησιμοποιήσει τὴ γλώσσα καὶ τὰ ἐννοιολογικὰ ἐργαλεῖα τοῦ ἑκάστοτε πολιτισμοῦ. Οἱ Πατέρες ἀξιοποίησαν δημιουργικὰ τὴ φιλοσοφικὴ ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους, ἐνῷ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι διατύπωσαν τὴν πίστη μὲ ὅρους ποὺ δὲν ἀποτελοῦσαν πάντοτε αὐτούσιες βιβλικὲς ἐκφράσεις. Ὡστόσο, αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ προσαρμοστικότητα δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀναθεωρεῖ τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεώς της ἀνάλογα μὲ τὶς πολιτισμικὲς μεταβολές.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζεται τὸ κρίσιμο ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ τεθεῖ ἀπέναντι στὸ θεολογικὸ πρόγραμμα ποὺ παρουσιάζει ὁ Γιαγκάζογλου: μὲ ποιά κριτήρια διακρίνουμε τὴ γνήσια δημιουργικὴ ἀνανέωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἀπὸ τὴν προσαρμογή της στὶς προϋποθέσεις τῆς νεωτερικότητας;

2. Ἡ ἐξωστρέφεια  τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως καὶ τὰ ὅρια τοῦ διαλόγου μὲ τὸν σύγχρονον κόσμον

Ὁ καθ. Στ. Γιαγκάζογλου ἀποδίδει ἰδιαίτερη σημασία στὴν ἐξωστρέφεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπογραμμίζει ὅτι, παρὰ τὴ συρρίκνωση τῆς ἱστορικῆς καὶ ποιμαντικῆς του ἐνδοχώρας, τὸ Φανάρι δὲν περιορίστηκε σὲ μιὰ ἐσωστρεφῆ διαχείριση τῶν προβλημάτων του, ἀλλὰ ἀνέπτυξε εὐρύτερο οἰκουμενικό, διορθόδοξο καὶ διαχριστιανικὸ ἐνδιαφέρον. Ἡ ἐξωστρέφεια αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴν παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν δημόσιο χῶρο καὶ μὲ τὴ δυνατότητά της νὰ τοποθετεῖται ἀπέναντι στὰ μεγάλα ζητήματα τῆς ἐποχῆς.

Ἡ Ἐκκλησία πράγματι δὲν καλεῖται νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο οὔτε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν κοινωνία ὡς ἕνα χῶρο, μὲ τὸν ὁποῖο δὲν ἔχει τίποτε νὰ συζητήσει. Τὸ Εὐαγγέλιο ἀπευθύνεται σὲ κάθε ἄνθρωπο, ἐνῶ ἡ χριστιανικὴ μαρτυρία προϋποθέτει τὴν ἐπικοινωνία μὲ ἐκείνους ποὺ δὲν συμμερίζονται τὴν ἐκκλησιαστικὴ πίστη.

Ὡστόσο, πρέπει νὰ διακρίνουμε τὴν ἐξωστρέφεια τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος ἀπὸ τὴν προσαρμογή. Ἡ πρώτη σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐξέρχεται πρὸς τὸν κόσμο, γιὰ νὰ μαρτυρήσει τὴν ἀλήθεια ποὺ παρέλαβε. Ἡ δεύτερη σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία κινδυνεύει νὰ ἀναδιαμορφώσει τὸ περιεχόμενο τῆς μαρτυρίας της, προκειμένου νὰ γίνει περισσότερο ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν σύγχρονο πολιτισμό.

Ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιώδης. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώνει τὶς κυρίαρχες ἀντιλήψεις κάθε ἱστορικῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ γιὰ νὰ προσφέρει στὸν κόσμο τὴ δυνατότητα μεταμορφώσεως ἐν Χριστῷ. Ὁ διάλογος δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, οὔτε ἡ κοινωνικὴ ἀποδοχὴ κριτήριο τῆς ἀλήθειας. Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἀκούει, νὰ διακρίνει καὶ νὰ συνομιλεῖ, χωρὶς νὰ θεωρεῖ ὅτι κάθε σύγχρονο αἴτημα ἀποτελεῖ ἐκ τῶν προτέρων θεολογικὰ θεμιτὴ πρόκληση.

Ἡ πατερικὴ παράδοση παρέχει ἐδῶ ἕνα σαφὲς ὑπόδειγμα. Ὁ Μέγας Βασίλειος, στὸν λόγο του Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, δὲν προτείνει οὔτε τὴν ἄκριτη ἀπόρριψη τῆς ἑλληνικῆς παιδείας οὔτε τὴν ἄνευ ὅρων ἀποδοχή της. Προτείνει διάκριση: ὁ χριστιανὸς μπορεῖ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ ὅσα εἶναι ἀληθινὰ καὶ χρήσιμα, χωρὶς νὰ παραδίδει τὸ κριτήριο τῆς κρίσεώς του σὲ ὅσα ἀντιστρατεύονται τὴν πίστη.

Ἑπομένως, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἁπλῶς νὰ βρίσκεται ἡ Ὀρθοδοξία σὲ διάλογο μὲ τὴ νεωτερικότητα. Εἶναι νὰ διευκρινίζεται ποιός εἶναι ὁ θεολογικὸς σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ διαλόγου καὶ ποιά εἶναι τὰ ὅριά του. Ἐπιπλέον, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ νεωτερικότητα δὲν ἀποτελεῖ ἑνιαῖο καὶ οὐδέτερο σύνολο ἰδεῶν· περιλαμβάνει διαφορετικὲς φιλοσοφικὲς ἀνθρωπολογίες καὶ ἀντιλήψεις περὶ ἐλευθερίας, αὐτονομίας καὶ δικαιωμάτων, οἱ ὁποῖες δὲν μποροῦν νὰ υἱοθετοῦνται συλλήβδην χωρὶς προηγούμενη θεολογικὴ ἐξέταση.

3.Ἡ νεοπατερικὴ σύνθεσις: Ἐπιστροφὴ εἰς τοὺς Πατέρας ἢ ἐπιλεκτικὴ ἀνασύνθεσίς τους;

Στὴ σκέψη τοῦ Στ. Γιαγκάζογλου ἔχει ἰδιαίτερη θέση ἡ ἀνανέωση τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας μέσα ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἀξιοποίηση τῆς πατερικῆς παραδόσεως. Ἡ κατεύθυνση αὐτὴ συνδέεται ἱστορικὰ μὲ τὴ νεοπατερικὴ σύνθεση καὶ μὲ τὸ αἴτημα νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἡ ὀρθόδοξη θεολογικὴ σκέψη ἀπὸ τὴν ἄκριτη ἐξάρτηση ἀπὸ δυτικὰ θεολογικὰ σχήματα.

Ἡ κριτικὴ στὴν ἄκριτη πρόσληψη τῆς δυτικῆς θεολογίας εἶναι θεμιτή. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ παραμένει ἐξαρτημένη ἀπὸ προϋποθέσεις ξένες πρὸς τὴ δική της παράδοση, οὔτε νὰ μεταφέρει μηχανικὰ στὴ δική της δογματικὴ γλώσσα κατηγορίες ποὺ δημιουργήθηκαν μέσα σὲ διαφορετικὰ φιλοσοφικὰ καὶ θεολογικὰ περιβάλλοντα.

Ἐντούτοις, ἡ ἐπίκληση τῆς νεοπατερικῆς συνθέσεως δὲν ἀρκεῖ ἀπὸ μόνη της, γιὰ νὰ ἐγγυηθεῖ τὴν ὀρθοδοξία ἑνὸς θεολογικοῦ ἐγχειρήματος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνας σύγχρονος θεολόγος χρησιμοποιεῖ πατερικὲς ἀναφορὲς ἢ ἐπιδιώκει νὰ ἀνανεώσει τὴ θεολογία μέσῳ τῶν Πατέρων δὲν ἀποδεικνύει αὐτομάτως ὅτι ἡ ἑρμηνεία του εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν πατερικὴ πίστη. Βλ. τὸ Πρόσωπο καὶ ἔρως τοῦ πλάνου καὶ διαστροφέα τῶν ἐννοιῶν Χρήστου Γιανναρᾶ, τὸ ὁποῖο εἶναι πλῆρες πατερικῶν παραπομπῶν ἐκτὸς συνάφειας.

Τὸ πρόβλημα ἀρχίζει, ὅταν ἡ «δημιουργική» ἀνάγνωση τῶν Πατέρων καταλήγει σὲ ἐπιλεκτικὴ ἀνασύνθεση τῆς παραδόσεώς τους. Ἐὰν ὁ σύγχρονος θεολόγος ἐπιλέγει ἀπὸ τοὺς Πατέρες ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν εὐκολότερα στὴ σημερινὴ προβληματική, ἐνῶ παραμερίζει ὅσα ἀντιστέκονται στὶς σύγχρονες φιλοσοφικὲς προϋποθέσεις, τότε δὲν ἔχουμε πραγματικὴ ἐπιστροφὴ στὴν πατερικὴ θεολογία. Ἔχουμε μιὰ σύγχρονη θεολογία ποὺ χρησιμοποιεῖ τὴν πατερικὴ παράδοση ὡς νομιμοποιητικὸ πλαίσιο. Αὐτὸ δὲν ἔκανε ἡ Β΄ Σύνοδος τοῦ Βατικανοῦ, τὴν ὁποία τόσο θαυμάζει τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Πόλης;

Ἡ πατερικὴ θεολογία, ἄλλωστε, δὲν ἀποτελεῖ συλλογὴ ἀποσπασμάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μπορεῖ κανείς νὰ ἐπιλέγει ὅσα ἐξυπηρετοῦν τὴ δική του προβληματική. Ἀποτελεῖ μιὰ ἑνιαία ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ διαφορετικὲς ἱστορικὲς συνθῆκες, γλωσσικὲς μορφὲς καὶ θεολογικὲς διατυπώσεις, διατηρώντας ὅμως τὴ συνέχεια τῆς πίστεως.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν πάντοτε τοὺς ἴδιους ὅρους ἢ ὅτι κάθε ἐπιμέρους διατύπωσή τους ἔχει ἀκριβῶς τὴν ἴδια σημασία. Σημαίνει ὅτι οἱ διαφορές τους πρέπει νὰ ἑρμηνεύονται μέσα στὸ σύνολο τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ ὄχι νὰ μετατρέπονται σὲ ἀφορμὴ γιὰ τὴν κατασκευὴ μιᾶς θεολογίας προσαρμοσμένης στὶς σημερινὲς ἀπαιτήσεις.

Ἡ γνήσια «νεοπατερικὴ σύνθεση», συν­επῶς, δὲν κρίνεται ἀπὸ τὸ πόσο σύγχρονη ἢ πρωτότυπη εἶναι, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἐὰν διατηρεῖ τὴν ἀλήθεια, τὴν ὁποία οἱ Πατέρες ὑπερασπίστηκαν. Ἡ δημιουργικότητα εἶναι θεμιτὴ μόνο, ὅταν παραμένει ὑπηρετικὴ τῆς πίστεως καὶ δὲν μετατρέπεται σὲ ἐξουσία ἐπαναπροσδιορισμοῦ της.

Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε μία ἀκόμη ἀντίφαση στὴ σκέψη τοῦ Γιαγκάζογλου. Ἀπὸ τὴ μία ἐπαινεῖ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἀπὸ τὴ βαβυλώνεια αἰχμαλωσία, ἐνῶ, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὑποστηρίζει τὸ ἄνοιγμα καὶ τὸν διάλογο μὲ τὴ δυτικὴ θεολογία. Δηλαδή, ἀπελευθερωθήκαμε ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἀνσελμιανῆς καὶ ἀκινάτειας θεολογίας, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε στὰ δεσμὰ τοῦ δυτικόφερτου περσοναλισμοῦ τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ; Ἄρα, πηγαίνουμε ἀπὸ σκλαβιὰ σὲ σκλαβιά. Μόνο ποὺ ἡ πρώτη σκλαβιὰ ἦταν κάπως σοβαρότερη, διότι ὁ σχολαστικισμὸς ἔχει καὶ κάποια συνέπεια, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ζηζιουλικοὺς θεολόγους.

4. Ἡ κριτικὴ εἰς τὸν πατερικὸν «φονταμενταλισμόν»: Πότε ἡ δημιουργικὴ ἑρμηνεία γίνεται αὐθαιρεσία;

Ὁ Στ. Γιαγκάζογλου θέτει τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως τῆς πατερικῆς παραδόσεως μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀποφεύγεται μιὰ στατικὴ ἢ μηχανιστικὴ ἀντίληψη τῆς θεολογίας. Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἡ κριτικὴ σὲ μιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη πατερικῶν διατυπώσεων μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ εὔλογη: ἡ θεολογία δὲν εἶναι μηχανικὴ παράθεση χωρίων, οὔτε ἡ γνώση τῶν πατερικῶν κειμένων ἐξαντλεῖται στὴ συλλογὴ αὐθεντιῶν.

Ὡστόσο, ἐδῶ ἀπαιτεῖται μιὰ κρίσιμη διάκριση. Ἄλλο εἶναι ἡ μηχανιστικὴ χρήση τῶν Πατέρων καὶ ἄλλο ἡ οὐσιαστικὴ πιστότητα στὴν πατερικὴ διδασκαλία. Τὸ πρῶτο μπορεῖ δικαίως νὰ ἐπικριθεῖ· τὸ δεύτερο δὲν ἀποτελεῖ «φονταμενταλισμό», ἀλλὰ θεμελιώδη ὅρο τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι οἱ Πατέρες παρέπεμπαν πάντοτε σὲ ἄλλους Πατέρες. Ἐμεῖς γιατί νὰ κρίνουμε ὡς φονταμενταλιστὴ ὅποιον πράττει τὸ αὐτό;

Ἡ πιστότητα στὴν Παράδοση δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνονται ἄκριτα ὅλες οἱ ἱστορικὲς ἐκφράσεις τῶν Πατέρων. Σημαίνει ὅτι οἱ θεολογικὲς ἔννοιες πρέπει νὰ ἑρμηνεύονται σύμφωνα μὲ τὸ περιεχόμενο ποὺ ἀπέκτησαν μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ δογματικὴ συνείδηση. Δὲν εἶναι δυνατόν, γιὰ παράδειγμα, νὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ ὅροι «οὐσία», «ὑπόστασις», «φύσις», «θέλησις» καὶ «ἐνέργεια» σὰν νὰ ἀποτελοῦν ἐλεύθερα μετακινήσιμες ἔννοιες, τῶν ὁποίων τὸ νόημα μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ ἀνάλογα μὲ τὴ σύγχρονη φιλοσοφικὴ προβληματική.

Ἡ ἱστορία τῶν δογματικῶν ἀγώνων ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀρκέστηκε νὰ διακηρύξει γενικὰ τὴν πίστη της στὸν Χριστό, ἀλλὰ διατύπωσε μὲ ἀκρίβεια ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ὅτι οἱ δύο φύσεις ἑνώνονται ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως στὸ ἕνα πρόσωπο τοῦ Λόγου καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο φυσικὰ θελήματα καὶ δύο φυσικὲς ἐνέργειες, σύμφωνα μὲ τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση Του.

Οἱ διατυπώσεις αὐτὲς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἱστορικὲς μορφὲς μιᾶς ἀόριστης χριστιανικῆς ἐμπειρίας. Διαφυλάσσουν συγκεκριμένες ἀλήθειες γιὰ τὸ ποιός εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ πῶς πραγματοποιεῖται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐὰν οἱ δογματικοὶ ὅροι ἀποσυνδεθοῦν ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τους καὶ ἐπανανοηματοδοτηθοῦν βάσει σύγχρονων θεωριῶν, ἡ θεολογικὴ γλώσσα μπορεῖ νὰ παραμείνει ἐξωτερικὰ πατερική, ἐνῷ τὸ περιεχόμενό της νὰ ἔχει μεταβληθεῖ οὐσιωδῶς.

Τὸ ὀρθὸ κριτήριο, ἑπομένως, δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἁπλὴ ἐπανάληψη τῶν πατερικῶν λέξεων οὔτε ἡ ἐλεύθερη ἀναδιατύπωσή τους. Εἶναι ἡ διατήρηση τῆς ἀλήθειας ποὺ αὐτὲς οἱ λέξεις διαφυλάσσουν.

5. Ἡ «ἀνοικτὴ ταυτότητα» τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὸ πρόβλημα τῆς δογματικῆς συνεχείας

Ἡ παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν σύγχρονο κόσμο συνδέεται στὸ δημοσίευμα μὲ ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμοῦ καὶ διαλόγου. Ἡ ὀρθόδοξη ταυτότητα δὲν μπορεῖ νὰ ταυτίζεται μὲ μιὰ ἐθνικὴ ἢ πολιτισμικὴ αὐτάρκεια. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἰδιοκτησία ἑνὸς ἔθνους οὔτε μπορεῖ νὰ περιορίζεται στὴν ἀνακύκλωση τῶν ἐσωτερικῶν προβλημάτων μιᾶς τοπικῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.

Αὐτὴ ἡ διαπίστωση, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ταυτότητα πρέπει νὰ παραμένει ἀνοικτὴ ὡς πρὸς τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως. Χρειάζεται νὰ διακρίνουμε δύο ἐπίπεδα: ἀφενός, τὶς ἱστορικὲς καὶ πολιτισμικὲς μορφὲς, μὲ τὶς ὁποῖες ἐκφράζεται ἡ πίστη καὶ, ἀφετέρου, τὴν ἀλήθεια ποὺ ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία.

Οἱ ἱστορικὲς μορφὲς μποροῦν νὰ μεταβάλονται. Ἡ γλώσσα, οἱ τρόποι κατηχήσεως, ἡ ἐκκλησιαστικὴ τέχνη, οἱ μορφὲς ποιμαντικῆς ἐπικοινωνίας καὶ ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στὸν δημόσιο χῶρο δὲν εἶναι ἀμετάβλητες. Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ διακρίνει ποιά στοιχεῖα ἀνήκουν σὲ συγκεκριμένες ἱστορικὲς συνθῆκες καὶ ποιά συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴ δογματικὴ καὶ λειτουργικὴ της ταυτότητα.

Ἡ δογματικὴ ἀλήθεια, ὅμως, δὲν μπορεῖ νὰ μετατρέπεται σὲ ἀντικείμενο διαπρα-γματεύσεως μὲ κάθε νέα πολιτισμικὴ ἀντίληψη. Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἀναπτύσσει τὴν κατανόηση τῆς πίστεως καὶ νὰ βρίσκει ἀκριβέστερες διατυπώσεις γιὰ τὴν ὁμολογία της, χωρὶς νὰ θεωρεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται κάθε φορά ποὺ μεταβάλλεται ἡ κοινωνία.

Ἐδῶ βρίσκεται καὶ τὸ πρόβλημα μιᾶς ἀόριστης ἐπίκλησης τῆς «ἀνοικτῆς ταυτότητας». Ἐὰν ἡ ἔννοια αὐτὴ ἀφορᾶ τὴν ἀποφυγὴ τοῦ ἐθνικισμοῦ, τῆς πολιτισμικῆς περιχαρακώσεως καὶ τῆς ἀπομονώσεως, εἶναι θεμιτή. Ἐὰν, ὅμως, σημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία πρέπει νὰ ἀναδιαμορφώνει τὴν αὐτοσυνειδησία της σύμφωνα μὲ τὶς ἑκάστοτε κυρίαρχες ἀντιλήψεις, τότε τὸ ἄνοιγμα μετατρέπεται σὲ ἀπώλεια τοῦ ἴδιου τοῦ κριτηρίου της.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι οὔτε πολιτισμικὸ μουσεῖο οὔτε ὀργανισμὸς ποὺ προσαρμόζει τὴν ταυτότητά του στὶς κοινωνικὲς προσδοκίες. Εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο παραμένει μέσα στὴν ἱστορία χωρὶς νὰ ἐξαντλεῖται σὲ καμία ἱστορικὴ μορφή.

6. Ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία: Διάλογος χωρὶς ἄκριτον ταύτισιν

Ὁ Στ. Γιαγκάζογλου ἀναφέρεται στὴ συζήτηση γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ στὸ ἐρώτημα ἐὰν αὐτὰ ἀποτελοῦν ἀποκλειστικὰ προϊόν τοῦ δυτικοῦ πολιτισμικοῦ παραδείγματος ἢ ἐὰν μποροῦν νὰ ἀναγνωριστοῦν ἀντίστοιχες ρίζες στὴν ὀρθόδοξη ἀνατολικὴ παράδοση. Τὸ ἐρώτημα εἶναι σημαντικὸ καὶ ἀπαιτεῖ προσεκτικὴ θεολογικὴ ἐξέταση.

Ἰδιαίτερη προσοχὴ ἀπαιτεῖ ἡ ἀναφορὰ στὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ στὴ δυνατότητα ἀναζητήσεως ἀντίστοιχων ριζῶν στὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Ἐδῶ δὲν ἀρκεῖ ἡ γενικὴ διαπίστωση ὅτι ἡ Ἐκκλησία σέβεται τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν ἡ νεότερη ἰδεολογία τῶν δικαιωμάτων, μὲ τὴ συγκεκριμένη ἱστορικὴ καὶ φιλοσοφικὴ διαμόρφωσή της, μπορεῖ νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία.

Ἡ νεότερη γλώσσα τῶν δικαιωμάτων διαμορφώθηκε στὴ Δύση μέσα ἀπὸ μακρὲς πολιτικὲς καὶ κοινωνικὲς συγκρούσεις. Συνδέθηκε, μεταξύ ἄλλων, μὲ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν φεουδαρχικῶν ἱεραρχιῶν, τῶν κληρονομικῶν προνομίων καὶ τῶν μορφῶν ἐξαρτήσεως ποὺ χαρακτήριζαν τὶς προνεωτερικὲς κοινωνίες. Στὴ νεώτερη πολιτικὴ φιλοσοφία, ὁ ἄνθρωπος προβάλλεται σταδιακὰ ὡς φορέας ἀτομικῶν ἀξιώσεων, οἱ ὁποῖες ὀφείλουν νὰ προστατεύονται ἀπέναντι στὴν ἐξουσία.

Ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ διαδρομὴ δὲν σημαίνει ὅτι κάθε ἐπιμέρους δικαίωμα ἀποτελεῖ ἀναγκαστικὰ ἄρνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, οὔτε ὅτι ἡ προστασία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ βία καὶ τὴν ἀδικία εἶναι ξένη πρὸς τὸ Εὐαγγέλιο. Σημαίνει, ὅμως, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ μεταφέρουμε ἄκριτα στὴν Ὀρθοδοξία τὴν ἀτομοκεντρικὴ θεμελίωση τῶν νεώτερων δικαιωμάτων καὶ νὰ τὴν παρουσιάζουμε ὡς αὐτονόητη ἔκφραση τῆς πατερικῆς παραδόσεως.

Ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση ἀφετηριάζεται ἀπὸ διαφορετικὴ πνευματικὴ λογική. Ὁ ἄνθρωπος δὲν νοεῖται πρωτίστως ὡς αὐτόνομο ἄτομο ποὺ ἀξιώνει τὴν ἐξασφάλιση τῶν ἀτομικῶν του διεκδικήσεων, ἀλλὰ ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, κλητὸ στὴν κοινωνία μαζί Του καὶ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ δὲν θεμελιώνεται στὴν ἀνταγωνιστικὴ διεκδίκηση ἀτομικῶν ἀξιώσεων, ἀλλὰ στὴν ἀγάπη, στὴν ταπείνωση, στὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν καὶ στὴ διακονία.

Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ριζικὴ διαφορὰ τῶν δύο ἠθῶν. Ἡ νεώτερη δικαιωματικὴ λογικὴ ἐκκινᾶ ἀπὸ τὸ ἐρώτημα «τί μοῦ ὀφείλεται;». Τὸ εὐαγγελικὸ ἦθος ἀναδεικνύει τὸ ἐρώτημα «πῶς θὰ διακονήσω τὸν πλησίον μου;». Ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε «διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20, 28). Καὶ ὅταν ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του, δὲν τοὺς παρέδωσε μιὰ θεωρία ἀτομικῶν ἀξιώσεων, ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τῆς ταπεινῆς διακονίας.

Ἀσφαλῶς, ἡ διακονία δὲν σημαίνει ἀνοχὴ τῆς κακουργίας, τῆς ἀδικίας ἢ τῆς καταχρήσεως ἐξουσίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀντίληψη δὲν νομιμοποιεῖ τὴν καταπίεση τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλο πρᾶγμα, ὅμως, εἶναι ἡ ἄρνηση τῆς ἀδικίας καὶ ἄλλο ἡ ἀποδοχὴ μιᾶς ἀτομοκεντρικῆς φιλοσοφίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἐλευθερία ὁρίζεται κυρίως ὡς ἐξασφάλιση ἀτομικῶν ἀξιώσεων.

Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια δὲν γεννᾶται ἀπὸ τὴν κρατικὴ ἀναγνώριση ἑνὸς δικαιώματος οὔτε ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δυνατότητα τοῦ ἀτόμου νὰ ἐπιβάλει τὴ βούλησή του. Θεμελιώνεται στὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ στὴν κλήση του πρὸς τὴ θέωση. Ἡ ἐλευθερία, ἀντίστοιχα, δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπεριόριστη αὐτοδιάθεση, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ πάθη.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἄκριτη ταύτιση τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους μὲ τὴ σύγχρονη ἰδεολογία τῶν δικαιωμάτων εἶναι θεολογικὰ ἀπαράδεκτη. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν μπορεῖ νὰ μετατραπεῖ σὲ θρησκευτικὴ ἐπικύρωση μιᾶς φιλοσοφίας ποὺ ἀντιμετωπίζει τὸ αὐτόνομο ἄτομο καὶ τὶς ἀξιώσεις του ὡς τὴν πρωταρχικὴ μονάδα τῆς κοινωνίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ στηρίζεται στὴν κοινωνία καὶ στὴ διακονία, ὄχι στὴν ἀέναη διεκδίκηση.

Ἑπομένως, ὅταν ἐπιχειρεῖται νὰ ἀναζητηθοῦν στὴν ὀρθόδοξη παράδοση οἱ ρίζες τῶν σύγχρονων δικαιωμάτων, χρειάζεται νὰ τεθεῖ πρῶτα τὸ ἐρώτημα, ἐὰν μιλοῦμε γιὰ πραγματικὴ θεολογικὴ συγγένεια ἢ γιὰ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐναρμόνιση δύο διαφορετικῶν ἀνθρωπολογικῶν προτάσεων. Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ προστατεύει τὸν ἀδικημένο, νὰ ἐλέγχει τὴν κατάχρηση ἐξουσίας καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀνθρώπινη ζωή, χωρὶς νὰ ἀποδέχεται ὡς δική της τὴ φιλοσοφία τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος.

7. Ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκολογικὴ μαρτυρία: Ἡ Ἐκκλησία ὡς φορεύς σωτηρίας, ὄχι ἁπλῶς κοινωνικῆς χρησιμότητος

Ἡ ἀνάγκη προστασίας τῆς δημιουργίας καὶ ἡ ἀντιμετώπιση τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας εἶναι ζητήματα ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἀφοροῦν τὴν ὀρθόδοξη συνείδηση. Ἡ δημιουργία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ τὴ φυλάσσει καὶ νὰ τὴν προσφέρει εὐχαριστιακῶς, καὶ ἡ πλεονεξία ἀποτελεῖ πάθος ποὺ καταστρέφει τόσο τὸν ἄνθρωπο ὅσο καὶ τὴ σχέση του μὲ τὸν κόσμο.

Ὅμως, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθεῖ σὲ μιὰ γενικὴ ἠθικὴ διδασκαλία περὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης ἢ περιβαλλοντικῆς εὐαισθησίας. Ἐὰν ἡ θεολογία ἀρχίζει νὰ ἀξιολογεῖται κυρίως μὲ βάση τὴν ἱκανότητά της νὰ συμβάλει στὶς προτεραιότητες τῆς σύγχρονης κοινωνίας, τότε ἡ Ἐκκλησία κινδυνεύει νὰ χάσει τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῆς ἀποστολῆς της.

Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει πρωτίστως, γιὰ νὰ προσφέρει ἕνα ἀποδεκτὸ κοινωνικὸ πρόγραμμα. Ὑπάρχει γιὰ νὰ κηρύσσει τὸν Χριστό, νὰ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ μετάνοια, νὰ θεραπεύει τὰ πάθη καὶ νὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ἡ κοινωνικὴ προσφορὰ καὶ ἡ προστασία τῆς δημιουργίας ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή· δὲν τὴν ἀντικαθιστοῦν.

Ἡ διάκριση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη. Διαφορετικά, ἡ θεολογία κινδυνεύει νὰ μετατραπεῖ σὲ ἀνθρωπιστικὸ λόγο μὲ χριστιανικὴ ὁρολογία.

Τὸ περιβάλλον δὲν προστατεύεται μὲ συμπόσια καὶ διαλέξεις, ἀλλὰ μὲ τὸν περιορισμὸ τῆς πλεονεξίας, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν καρδιά μας. Ὅλα αὐτὰ περὶ «πράσινου Πατριάρχη» καὶ οἰκοθεολογίας δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἁπλῶς ὀχήματα ποὺ ὁδηγοῦν τὶς θρησκεῖες σὲ συμπόρευση καὶ, ἐντέλει, στὸν οἰκουμενισμό.

8. Ὁ θεσμός, τὸ χάρισμα καὶ ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀκρίβεια

Ἡ ἀναζήτηση μιᾶς δημιουργικῆς σχέσεως ἀνάμεσα στὸν θεσμὸ καὶ τὸ χάρισμα, καθὼς καὶ ἀνάμεσα στὴ συνοδικότητα καὶ τὴν πρωτοκαθεδρία, ἀποτελεῖ σημαντικὸ ζήτημα τῆς σύγχρονης ἐκκλησιολογικῆς συζητήσεως. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλεῖται σὲ γραφειοκρατικὲς διαδικασίες, οὔτε ἡ κανονικὴ τάξη νὰ ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀντίστοιχα, ἡ ἀναφορὰ στὸ χάρισμα δὲν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς δικαιολογία γιὰ τὴν ὑποβάθμιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως.

Ἐδῶ, ὅμως, χρειάζεται προσοχὴ, ὥστε νὰ μὴ μετατρέπονται οἱ ἐκκλησιολογικὲς ἔννοιες σὲ ἀφηρημένα σχήματα. Ὁ θεσμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ διοικητικὴ δομὴ ποὺ περιορίζει τὴ δημιουργικότητα, ὅπως καὶ τὸ χάρισμα δὲν εἶναι μιὰ ἀνεξάρτητη δύναμη ποὺ ἀντιπαρατίθεται ἀναγκαστικὰ στὴν κανονικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ ἡ χαρισματικὴ ζωὴ νοοῦνται μέσα στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὴν πίστη, τὴ λατρεία καὶ τὴν ἀποστολικὴ διαδοχή.

Ἀνάλογη ἀκρίβεια ἀπαιτεῖται καὶ γιὰ τὴ συν­οδικότητα. Ἡ συνοδικότητα ἀποτελεῖ οὐσιώδη ἔκφραση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ἁπλῶς συντονισμὸ διοικητικῶν μονάδων οὔτε μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ σὲ μιὰ διαδικασία συλλογικῆς λήψεως ἀποφάσεων χωρὶς συγκεκριμένο ἐκκλησιολογικὸ περιεχόμενο. Ἡ πρωτοκαθεδρία, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσυνδέεται ἀπὸ τὴ συνοδικὴ ζωὴ καὶ νὰ μετατρέπεται σὲ αὐθαίρετη ἐξουσία.

Ὅλα αὐτά, ὅμως, ἀφοροῦν τὴ Β΄ Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὐδέποτε προσπάθησε νὰ συμφιλιώσει θεσμὸ καὶ χάρισμα. Ἀντίθετα, τὸ χάρισμα εἶναι θεσμὸς καὶ τὸ ἀντίστροφο. Ὁ θεσμὸς εἶναι ἡ ἀναγνώριση τοῦ χαρίσματος. Ὅλα εἶναι χάρισμα στὴν Ὀρθοδοξία.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀπαράδεκτη προσ­πάθεια συμφιλιώσεως Χριστολογίας καὶ Πνευματολογίας. Αὐτὴ ἐντοπίζεται στὰ κείμενα τῆς Β΄ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ προβληματικὴ αὐτὴ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν Ζηζιούλα καὶ τὸν Γιαγκάζογλου στὴν ὀρθόδοξη θεολογία, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει κἂν τέτοιο ζήτημα.

Συμπέρασμα

Ἡ κριτικὴ στὶς θεολογικὲς θέσεις τοῦ καθ. Σταύρου Γιαγκάζογλου ἀναδεικνύει ἕνα θεμελιῶδες πρόβλημα: τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὴ γνήσια ἀνανέωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας καὶ στὴν προσαρμογή της στὶς προϋποθέσεις τῆς νεωτερικότητας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀρνεῖται τὸν εὐαγγελισμό στό σύγχρονο κόσμο, οὔτε τὴ δημιουργικὴ ἀξιοποίηση τῆς φιλοσοφικῆς καὶ πολιτισμικῆς παραδόσεως· ἀρνεῖται, ὅμως, νὰ παραδώσει σ’ αὐτὴν τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειάς της. Ἡ νεοπατερικὴ σύνθεση δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ πρόσχημα ἐπιλεκτικῆς ἀνασυνθέσεως τῶν Πατέρων, οὔτε ἡ πιστότητα στὴ δογματικὴ παράδοση νὰ χαρακτηρίζεται φονταμενταλισμός. Ἀντίστοιχα, ἡ ἐπίκληση τῆς ἀνοικτῆς ταυτότητας, τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τῆς οἰκολογικῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς κοινωνικῆς μαρτυρίας δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖ σὲ ἄκριτη ἀποδοχὴ σύγχρονων ἰδεολογικῶν σχημάτων. Ἡ ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία θεμελιώνεται στὴ δημιουργία κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, στὴν ἐλευθερία ὡς πορεία πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ στὴ διακονία τοῦ πλησίον, ὄχι στὴν αὐτονόμηση τοῦ ἀτόμου καὶ στὴν ἀέναη διεκδίκηση ἀξιώσεων. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μαρτυρία, ἐπίσης, δὲν ἐξαντλεῖται σὲ κοινωνικὰ προγράμματα, οἰκολογικὲς πρωτοβουλίες ἢ διαθρησκειακὲς συμπλεύσεις, ἀλλὰ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ τὴν κλήση τοῦ ἀνθρώπου στὴ σωτηρία.

Τὸ βαθύτερο ζήτημα, συνεπῶς, δὲν εἶναι ἐὰν ἡ Ὀρθοδοξία ὀφείλει νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο, ἀλλὰ ἐὰν ὁ διάλογος αὐτὸς διεξάγεται μὲ ἀκλόνητο κριτήριο τὴν ἁγιοπατερικὴ καὶ συνοδικὴ Παράδοση ἢ ἐὰν ἡ ἴδια ἡ Παράδοση ἐπαναερμηνεύεται ὑπὸ τὴν πίεση ξένων πρὸς αὐτὴν φιλοσοφικῶν προϋποθέσεων. Ἡ προβληματικὴ τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ χαρίσματος, καθὼς καὶ τῆς Χριστολογίας καὶ τῆς Πνευματολογίας, δὲν μπορεῖ νὰ μεταφέρεται ἄκριτα στὴν ὀρθόδοξη θεολογία ὡς ἕνα ἕτοιμο δυτικὸ θεολογικὸ σχῆμα, παραγνωρίζοντας τὴν ἴδια τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατανόηση τῶν σχέσεων αὐτῶν. Ἡ Ὀρθοδοξία δὲν χρειάζεται νὰ ἐπινοήσει μιὰ νέα ταυτότητα, γιὰ νὰ καταστεῖ σύγχρονη, οὔτε νὰ ἀναζητήσει στὴ νεωτερικότητα τὴ νομιμοποίηση τῆς μαρτυρίας της. Χρειάζεται νὰ παραμείνει πιστὴ στὴν ἀλήθεια ποὺ παρέλαβε, νὰ διακρίνει τὰ ἀληθινὰ στοιχεῖα κάθε πολιτισμοῦ καὶ νὰ ἀπορρίπτει ὅσα ἀλλοιώνουν τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως. Διότι ἡ ἀληθινὴ ἀνανέωση δὲν συνίσταται στὴν προσαρμογὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ στὴ διαρκῆ ἐπιστροφὴ στὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὴ παραδόθηκε καὶ βιώνεται μέσα στὸ Σῶμα Του.

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com