8 Ιουν 2026

Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας-Υπόμνημα εις τον τρίτον ψαλμό του Δαυίδ.

 

ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΡΙΤΟΝ ΨΑΛΜΟ ΤΟΥ ΔΑΥΙΔ

          Στίχος 2: «Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; (: Κύριε, σε πόσο μεγάλο και αμέτρητο πλήθος έχουν αυξηθεί οι εχθροί που με καταθλίβουν!)»

       Λέγει λοιπόν: «Γιατί πολλαπλασιάστηκαν;», χρησιμοποιώντας το «τί» αντί του «σφόδρα(:υπερβολικά, πάρα πολύ) -πολλαπλασιάστηκαν)». Γιατί μένει κατάπληκτος βλέποντας ότι είναι αναρίθμητοι αυτοί που παρασκευάζουν μηχανορραφίες γι’ αυτόν. Και φοβάται βέβαια ως άνθρωπος, ωστόσο δεν υποχωρεί μπροστά στους φόβους, αλλά έχοντας στηριγμένη την καρδιά του στον Θεό, ελπίζει ότι θα νικήσει εκείνους που τον επιβουλεύονται. Στενοχωρούσαν βέβαια τον Δαβίδ καθώς αυξάνονταν οι διακόσιοι άνδρες από την Ιερουσαλήμ που προστέθηκαν στον Αβεσσαλώμ [Β΄Βασ.15,11: «Καὶ μετὰ Ἀβεσσαλὼμ ἐπορεύθησαν διακόσιοι ἄνδρες ἐξ Ἱερουσαλὴμ κλητοὶ καὶ πορευόμενοι τῇ ἁπλότητι αὐτῶν καὶ οὐκ ἔγνωσαν πᾶν ῥῆμα(: Και όταν αναχώρησε ο Αβεσσαλώμ από την Ιερουσαλήμ, τον ακολούθησαν και διακόσιοι εκλεκτοί και επίσημοι άνδρες, οι οποίοι πήγαν μαζί του με όλη τους την απλότητα και με καλή διάθεση, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε από τα συνωμοτικά του σχέδια)»], όταν προστέθηκαν σ’ αυτόν και ο Αχιτόφελ και ο Θεκών και όχλος ισχυρός και λαός πολύς μαζί με αυτόν. Γιατί όλοι αυτοί προξενούσαν στενοχώρια στον Δαβίδ, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Σεμεεί, ο οποίος πορευόμενος καταριόταν τον Δαβίδ.

  Στίχος 4: «Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου (: Εσύ, όμως, Κύριε, είσαι βοηθός μου και προστάτης μου. Εσύ θα με δοξάσεις και πάλι και θα σηκώσεις ψηλά την κεφαλή μου, την οποία τώρα ντροπιασμένος έχω σκυμμένη προς τα κάτω)».

    Αφού ο Δαβίδ προανέφερε την πίεση και την αμηχανία που αισθανόταν από την επανάσταση των εχθρών του, τώρα διαστέλλει τη μελωδία με το διάψαλμα, και ανακτώντας θάρρος με εκείνο που με τρόπο απόρρητο ήχησε μέσα του, αφήνει να βγει αυτή η σωτήρια φωνή: «Συ, όμως, Κύριε, είσαι βοηθός μου». «Εκείνοι, βέβαια», λέγει, «κινούν όπλα και περιμένουν να με νικήσουν επειδή απογυμνώθηκα από τη χάρη Σου, εγώ, όμως, γνωρίζω τον Σωτήρα και Λυτρωτή μου. Δεν στηρίζω την ελπίδα μου στο τόξο και η ρομφαία μου δεν θα με σώσει, αλλά τείχος αδιάρρηκτο για μένα και πλήθος σωματοφυλάκων που δεν καταβάλλεται εύκολα είναι η δική Σου ευμένεια, Δέσποτα, και η βοήθειά Σου. Και δεν θα χρειαστώ κανένα, γιατί η αγαθότητά Σου μού απονέμει δόξα και υψώνει το κεφάλι μου, δηλαδή με καθιστά ένδοξο και πέρα από τους εχθρούς μου». Ή «κεφαλή» ονομάζει την εξουσία του, την οποία, αφού ταπεινώθηκε για λίγο, την έλαβε πάλι υψωμένη.

     Θα μπορούσε, όμως, και ο Σωτήρας ως άνθρωπος να πει στον Πατέρα Του: «Συ είσαι βοηθός μου και δεν εγκαταλείπεις την ψυχή μου στον άδη, και δόξα μου είσαι, λέγοντας: ‘’Και σε δόξασα, και θα σε δοξάσω πάλι’’ [Ιω.12,28: «Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω»] και δόξασες την κεφαλή μου, δηλαδή την θεότητα, κάνοντάς την φανερή με τα θαύματα)». Γιατί τα θαύματα πάνω στον σταυρό ήταν σαφής απόδειξη της θεότητας του Μονογενούς. Ανυψώνει, όμως, και την δική μας κεφαλή ο Θεός, δηλαδή τον νου και το ηγεμονικό, όταν βλέπουμε ψηλά, παραβλέποντας καθετί το σωματικό.

    Στίχος 5: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ(: Πολλές φορές στο παρελθόν με φωνή ισχυρή φώναξα προς τον Κύριο ζητώντας την βοήθειά Του και με άκουσε από το όρος Σιών, όπου φυλάσσεται η κιβωτός της Διαθήκης Του και έγινε γι’ αυτά άγιο κατοικητήριό Του)»

     Ο προφήτης διηγούμενος τα πάθη του και ότι αντιμετώπισε με γενναιότητα όσα του συνέβαιναν, με το παράδειγμά του μας αφήνει έξοχη διδασκαλία της υπομονής και μας διδάσκει ότι στις δύσκολες περιστάσεις δεν πρέπει να προσφεύγουμε σε άλλον, αλλά στον Θεό, και ότι ο καρπός αυτής της προσφυγής είναι το ότι εισακουόμαστε. Τώρα, βέβαια, στρέφει το πρόσωπό του σε μας και μας λέγει με ποιον τρόπο, αφού προσευχήθηκε, εισακούσθηκε, και λέγει: «Φώναξα με δυνατή φωνή στον Κύριο και με άκουσε από το άγιο όρος Του».

   Στίχος 6: «Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου(: Ως εκ τούτου και στις δύσκολες αυτές στιγμές του παρόντος δεν έχασα το θάρρος και την ειρήνη μου, αλλά μολονότι με έχουν κυκλώσει τόσοι εχθροί, κοιμήθηκα κατά την νύχτα ήσυχος και έπεσα σε ύπνο ήρεμο και βαθύ. Σηκώθηκα δε το πρωί γεμάτος θάρρος και ελπίδα, διότι ο Κύριος θα με βοηθήσει  και θα με προστατεύσει)».

    «Ύπνο» εδώ εννοεί τον ύπνο του νου, με τον οποίο έπεσε και στην αμαρτία. Ομολογεί το παράπτωμα, και το γεγονός του ύπνου που συνέβη στον νου το χαρακτηρίζει έγκλημα. Γιατί εάν ο νους είναι άγρυπνος, έργο και φροντίδα του είναι να αποφεύγει αυτό που είναι κακό και να βιάζεται να απομακρυνθεί από αυτό που από την φύση του αδικεί. Όταν, όμως, ροχαλίζει και πάσχει από οκνηρία, αυτό είναι δείγμα ότι νικιέται από τα πάθη και μάλιστα τα σαρκικά. Λοιπόν συγχρόνως και την αμαρτία του μνημονεύει, και αναπέμπει ευχαριστήρια ωδή στον Θεό λέγοντας «Εγώ βέβαια κοιμήθηκα από πνευματική νωθρότητα και παραδόθηκα στην αμαρτία, αμαρτάνοντας με την Βηρσαβεέ και σκοτώνοντας τον σύζυγό της, τον Ουρία[ βλ. Β΄Βασ. 11, 1 -27]. Και δεν θα κατόρθωνα την ανόρθωσή μου με τη μετάνοια, εάν δεν με βοηθούσε ο Κύριός μου». Αυτό ασφαλώς σημαίνει ότι ομολογεί βέβαια έμπρακτα την αδυναμία της ανθρώπινης διανοίας, αλλά στεφανώνει με τους επαίνους τον Θεό που και πάντοτε σώζει και βοηθεί, και συντρίβει την παγίδα του διαβόλου, ελευθερώνοντας εκείνους που πιάστηκαν σ’ αυτήν.

       «Αλλά», λέγει, «και όταν ο Αβεσσαλώμ με εχθρευόταν, εγώ έδειχνα αδιαφορία και κατά κάποιο τρόπο κοιμόμουνα, τώρα, όμως, αφυπνίσθηκα και γνωρίζω  ότι ο Κύριος, όταν αδικούμαι, θα με βοηθήσει. Θα αποτινάξω και τον ύπνο της λιποψυχίας, τον οποίο μου προξένησε η νύχτα της συμφοράς, και θα σηκωθώ γεμάτος από ευθυμία, σαν να βλέπω ημέρα λευκή, την φαιδρότερη κατάσταση των πραγμάτων. Γιατί η ελπίδα της βοήθειας του Θεού δεν με αφήνει να κοιμάμαι και να αποθαρρύνομαι».

    Στίχος 7 :«Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι (: Δεν θα φοβηθώ από τα αναρίθμητα πλήθη του λαού που με έχουν κυκλώσει και μου επιτίθενται από κάθε κατεύθυνση)».

      «Επειδή», λέγει, «με βοήθησε ο Κύριος, έχω ανακτήσει την δύναμή μου και απέκτησα τόση νεανική αυτοπεποίθηση, ώστε να μη φοβάμαι με κανένα τρόπο, ακόμα και αν με περιστοιχίζουν αμέτρητα πλήθη λαού μαζί με τον Αβεσσαλώμ». Είναι, δηλαδή, καλή η πίστη των αγίων, γιατί δεν φοβούνται καθόλου, αν και τους επιτίθεται αναρίθμητο πλήθος εχθρών, όταν είναι υπερασπιστής τους ο Θεός. Γιατί αρκεί να είναι μόνος όντας παρών, να διαλύσει τις πολλές μυριάδες. Ούτε ο Κύριος φοβήθηκε τους Ιουδαίους και τους εθνικούς που Τον περικύκλωναν τον καιρό του Πάθους. Γι'αυτό και απέφυγε να έχει μυριάδες αγγέλων.

       Στίχος 8: «Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου (:Σήκω επάνω, Κύριε, σώσε με, Θεέ μου)».

       Σ’ αυτούς που υποφέρουν η σιωπή δεν είναι πράγμα χωρίς βλάβη, ενώ το να μιλούν είναι χρήσιμο και σωτήριο: «Σήκω επάνω, Κύριε, σώσε με, Θεέ μου». Ωστόσο νομίζω ότι αυτό δεν ταιριάζει σε άλλους. Γιατί εκείνοι που περιφρονούν τα θελήματα του Θεού και με τις ηδονές τους έχουν χαλαρώσει κατά κάποιον τρόπο όλα τα χαλινάρια, πώς και από πού μπορούν να έχουν το θάρρος να απευθύνονται στον Θεό; Εκείνοι βέβαια που έχουν σκυμμένο τον αυχένα τους και πειθαρχημένο στους νόμους του Θεού, έχουν πολλή παρρησία προς Αυτόν, και μπορούν δικαιολογημένα να λένε το «Σήκω επάνω, σώσε με, εμένα, τον δούλο Σου». Και ο Δαβίδ, λοιπόν, ονομάζει τον Θεό «Κύριό του», επειδή εκτελεί το θέλημά Του και λέγει: «Θεέ μου, σώσε με», επικαλούμενος με πολλή διάθεση τον Θεό των όλων, και παρακαλώντας Τον να σηκωθεί και να τον βοηθήσει.

     Και η προσευχή του είναι άξια της πραότητός του. Γιατί δεν είπε: «Εξαφάνισε τους εχθρούς μου», αλλά τι; «Σώσε με». «Αυτό μόνο», λέγει, «ζητώ, να σωθώ εγώ και όχι να εξολοθρευθούν οι εχθροί μου». Ίσως επειδή και ως προφήτης, γνωρίζοντας ότι η ψυχή του, και αν ακόμα κατασχεθεί στον άδη, ο Χριστός, αναστημένος από τους νεκρούς, θα την σώσει, προλέγοντας έτσι το μέλλον. Και προσεύχεται στον Κύριο να επισπεύσει την Ανάστασή Του, ώστε μέσω αυτής να επιτύχει και αυτός την σωτηρία του. Μέχρι τότε, όμως, σύμφωνα με τη συνήθεια της Γραφής, λέγεται ότι ο Θεός κοιμάται όταν δείχνει μακροθυμία, όπως το «Ἐξεγέρθητι· ἱνατί ὑπνοῖς, Κύριε; (:Σήκω επάνω για να πάρεις εκδίκηση και να μας βοηθήσεις, Κύριε. Γιατί μοιάζεις να κοιμάσαι, αδιαφορώντας για το κατάντημά μας;)»[Ψαλμ.43,24] και σηκώνεται πάλι, όταν εκδικείται και επισκέπτεται. Και εδώ, λοιπόν, λέγει: «Σήκω, Κύριε», δηλαδή «παραμέρισε τη μεγάλη μακροθυμία Σου και σήκω να με βοηθήσεις».

        Ακόμα και όταν ο Σωτήρας παραδινόταν για μας, ο Πατέρας Του «κοιμόταν», κατά κάποιον τρόπο, δείχνοντας ανοχή προς τον Οποίο και έλεγε: «Πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης(:Πατέρα μου, σώσε με και απάλλαξέ με από τη σκληρή αυτή ώρα του μαρτυρικού μου θανάτου)»[Ιω. 12,27]. Το ίδιο μπορούμε να λέμε κι εμείς κατά τους πειρασμούς μας. Όμως πρόσεχε ότι, όταν συνέλθουμε, τότε και ο Θεός σηκώνεται για να μας σώσει. Και ο Δαβίδ, λοιπόν, ο ίδιος, αφού πρώτα άφησε τον ύπνο της νωθρότητας, τότε παρακάλεσε και τον Θεό να σηκωθεί για να τον βοηθήσει.

        Στίχος 8: «ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως (:Διότι είμαι βέβαιος ότι εσύ θα συντρίψεις όλους αυτούς που με εχθρεύονται δίχως αιτία)».

     Πρόσεξε, όμως, την ασφάλεια του λόγου· γιατί δεν είπε απλώς «αυτούς που με εχθρεύονται», αλλά «αυτούς που το κάνουν άδικα», δηλαδή έτσι στην τύχη και περιττά, και χωρίς κανένα παράπτωμα. Και εχθρεύεται κάποιος άδικα, όταν δεν έχει προηγουμένως αδικηθεί, ούτε και έχει πάθει κάτι από αυτά που συνήθως προκαλούν λύπη και εξοργίζουν. Και έχει άδικα εχθρούς εκείνος που δεν δίνει πρόφαση έχθρας και μίσους, όπως συμβαίνει με όλους εκείνους που διώκονται επειδή ζουν με ευσέβεια, προς τους οποίους ο Κύριος λέγει: «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ (:Μακάριοι είστε εσείς οι μαθητές μου, όταν σας χλευάσουν οι άνθρωποι και σας καταδιώξουν και εξαιτίας μου πουν κάθε είδους ψεύτικες κακολογίες και κατηγορίες εναντίον σας)» [Ματθ.5,11] και τα παρακάτω. Και ο Δαβίδ είχε πολλούς που τον εχθρεύονταν άδικα, τον Σαούλ και τον Αβεσσαλώμ, και εκείνους που ήταν μαζί τους. Γιατί ήταν άδικα εχθροί αυτού, αφού αυτός έδειχνε μεγάλη πραότητα προς αυτούς.

      Στίχος 8: «ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας (:Εσύ είμαι βέβαιος ότι θα συντρίψεις τα δόντια των αμαρτωλών, που έρχονται να με κατασπαράξουν σαν άγρια θηρία)».

    Αυτό το «συνέτριψες τα δόντια», το είπε σαν να επρόκειτο για άγρια θηρία, γιατί είναι δολοφόνοι γενικά όσοι επιζητούν την αμαρτία και τρίζουν τα δόντια τους με αφορμή τις επιτυχίες των αγίων. Και συνηθίζει η θεόπνευστη Γραφή να τους εξομοιώνει με θηρία αυτούς που μελετούν να επιτεθούν σε κάποιους με αγριότητα. Το «συνέτριψες τα δόντια», λοιπόν, ειπώθηκε αντί του «τους απογύμνωσες από κάθε δύναμη», χρησιμοποιώντας τη μεταφορά από τα θηρία, τα οποία, όταν στερηθούν τα δόντια τους, γίνονται πολύ άξια περιφρονήσεως και ευκολονίκητα.

      Λέγει, βέβαια, και ο Σωτήρας στον Πατέρα Του: «Συ πάταξες τον βρεφοκτόνο Ηρώδη που με εχθρευόταν άδικα, και θα πατάξεις και τους Ιουδαίους, παραδίδοντάς τους στους Ρωμαίους, και θα συντρίψεις τα δόντια τους, επειδή είπαν: «Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα (:Δεν έχουμε άλλον βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα)» [Ιω.19,15] και:  «Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν (:Η ενοχή και η ευθύνη για το χύσιμο του αίματός του ας πέσει πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας)». Πατάσσονται, όμως, από τον Κύριο και οι δαίμονες, επειδή, αν και δεν αδικήθηκαν καθόλου από μας, μας εχθρεύονται άδικα εξαιτίας της κακίας τους, και τα νοητά δόντια τους, εννοώ τα πάθη, με τα οποία κατατρώνε τους ευκολόπιστους, συντρίβονται. Γιατί λέγει: «Σὺ ἐκραταίωσας ἐν τῇ δυνάμει σου τὴν θάλασσαν, σὺ συνέτριψας τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος (: Εσύ, και μόνο Εσύ, αφού έσχισες στα δύο την Ερυθρά Θάλασσα, με την δύναμή Σου κράτησες στερεά και ολόρθα σαν τείχη τα νερά της, για να περάσουν ανάμεσά τους οι Ισραηλίτες. Εσύ και όχι κανείς άλλος συνέτριψες τα κεφάλια των δράκων επάνω στο νερό, όταν έπνιγες στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας τους άρχοντες, τους αξιωματικούς και όλο τον στρατό των Αιγυπτίων)»[Ψαλμ.73,13], «Συ, ο Οποίος με την Ανάσταση αιχμαλώτισες το μεγάλο κήτος, Συ, ο Οποίος κατάργησες τον Άδη και πάτησες τον θάνατο και κατάργησες τον διάβολο». Συ, όμως, Σε παρακαλώ, πρόσεχε, ότι αυτοί που αδικούν, αυτοί είναι εκείνοι που βλάπτονται, γιατί πατάσσονται από τον Θεό, ενώ εκείνοι που αδικούνται, αυτοί είναι και που έχουν ωφεληθεί, γιατί σώζονται.

      Στίχος 9: «Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου (:Εσύ, Κύριε, θα μου δώσεις τη σωτηρία και η ευλογία Σου θα έλθει στον δικό Σου λαό, που Σε λατρεύει)».

    Είναι γνώρισμα αγίου το να παρακαλεί να συμβεί και στους άλλους αυτό που παρακαλεί να συμβεί σε αυτόν. Γιατί δεν ζητά να γίνει μέτοχος των θεοσδότων αγαθών αυτός μόνος, αλλά να είναι κοινή σε όλους εκείνους που αγαπούν τον Θεό η γενναιοδωρία που θα εκδηλωθεί γι’ αυτούς. Και μην απορήσεις εάν είναι τέτοιος ο σκοπός των αγίων, οι οποίοι και υποφέρουν μαζί με αυτούς που πάσχουν, και δακρύζουν μαζί με αυτούς που κλαίνε και την οργή που οφείλεται σε αυτούς που αγαπούν την αμαρτία την κάνουν κοινή.

     Ίσως μάλιστα να θεολογεί εδώ ο Δαβίδ λέγοντας: «Από Σένα, τον Κύριο και Πατέρα, ας αποσταλεί ο Σωτήρας Ιησούς, η σωτηρία της ανθρωπίνης φύσεως, και η ευλογία του Αγίου Πνεύματος ας σταλεί στον λαό Σου, δηλαδή στα έθνη, τα οποία και να τα ευλογήσεις με κάθε πνευματική ευλογία. Γιατί με τον Ιησού Χριστό θα ευλογηθούν όλα τα έθνη, ενώ οι Ιουδαίοι θα εκδιωχθούν)»[πρβ. Ιερ.9,16: «Καὶ διασκορπιῶ αὐτοὺς ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εἰς οὓς οὐκ ἐγίνωσκον αὐτοὶ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν, καὶ ἐπαποστελῶ ἐπ᾿ αὐτοὺς τὴν μάχαιραν ἕως τοῦ ἐξαναλῶσαι αὐτοὺς ἐν αὐτῇ(: Επίσης, θα τους εξορίσω από την χώρα της Ιουδαίας και θα τους διασκορπίσω μεταξύ των ειδωλολατρικών λαών, τους οποίους δεν γνώριζαν ούτε αυτοί οι πατέρες τους. Κατόπιν θα στείλω εναντίον ους εχθρικό μαχαίρι μέχρις ότου τους εξολοθρεύσω με αυτό εντελώς)»]. Και ο Χριστός λέγει ότι η σωτηρία Του, την οποία πέτυχε με την Ανάστασή Του από τους νεκρούς, είναι του Πατέρα Του, και παρόμοια αναθέτει σε Αυτόν και την ευλογία αυτών που πιστεύουν σε Αυτόν. Γι'αυτό λέγει: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου (:Ελάτε εσείς που είστε ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμασθεί για σας από τότε που θεμελιωνόταν ο κόσμος)»[Ματθ.25,34].

     Δίκαια, λοιπόν, και ο Ψαλμός θα βρει την προσαρμογή του και στην ανθρώπινη φύση, την οποία πίεζαν οι δαίμονες πριν από την παρουσία του Σωτήρα, αλλά πατάχθηκαν με την πραγματική δύναμη του Χριστού που έγινε άνθρωπος, και η φύση που πολεμήθηκε από αυτούς, απόλαυσε και σωτηρία και ευλογία.

             ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

                      επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

·       https://melodos.com/thisavros/biblio.php?p=patrologia/_5os/%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82%20%CE%91%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82

       ·          Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος  Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2003, τόμος 14, «Ὑπόμνημα εἰς τούς Ψαλμούς Α΄-Μ΄», κεφάλαιο 11ο, σελ. 46-59.

       ·          Παν. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997

       ·          http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

       ·          http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

       ·          http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com