ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ[:Ματθ.22,15-48, 23,1-39]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού
γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης
στις 21-4-1997]
Στην ευαγγελική περικοπή του Όρθρου,
αγαπητοί μου, της Μεγάλης Τρίτης καταχωρούνται πέντε ενότητες. Η πρώτη ενότητα:
η προσπάθεια των Φαρισαίων να
παγιδεύσουν τον Κύριον ἐν λόγῳ. Δευτέρα ενότητα, όπως ακούσαμε: Η αποστόμωσις των Σαδδουκαίων που δεν
πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών· με εκείνον τον μύθο που επενόησαν με τα επτά
αδέλφια και τη μία γυναίκα. Τρίτον: Εκείνος ο νομικός που ήθελε να πειράξει τον Κύριον –εκ μέρους των Φαρισαίων
αυτό- θέτοντας το ερώτημα του ποια είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή εις τον
νόμον. Μη σας φαίνεται ότι ήταν απλό το θέμα αυτό - ήτανε δύσκολο. Αλλά δεν θα
αναλύσομε αυτό.
Τέταρτον. Και τώρα μία αντίστροφος μέτρησις. Αρχίζει ο Κύριος να ερωτά Εκείνος αυτούς. Και να τους καθιστά αναπολογήτους. Και
ρωτάει ο Κύριος: «Τίνος υιός είναι ο Μεσσίας; Και αν είναι του Δαβίδ όπως λέτε- και ορθώς- τότε γιατί ο Δαβίδ αποκαλεί τον απόγονό του ‘’Κύριον’’;» Ένα
πέμπτον: Αποτείνονται εκείνα τα φοβερά «οὐαί» στους Γραμματείς και εις τους Φαρισαίους. Φοβερά!
Αισθανόμεθα όλα αυτά και υπό το βάρος βέβαια των ημερών των Σεπτών Παθών του Χριστού να συνθέτουν μιαν ατμόσφαιρα κρίσεως ολοκλήρου της ανθρωπότητος, που αντιπροσώπευε ο λαός του Ισραήλ εκείνη την ώρα. Θα προσπαθήσομε να μείνομε στην πρώτη παράγραφο, στο πρώτο θέμα της σημερινής, σας είπα, ευαγγελικής περικοπής. Είναι η προσπάθεια των Φαρισαίων να παγιδεύσουν με λόγο τον Κύριον Ιησούν. Και παρακολουθούμε το ιερόν κείμενον: «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ συμβούλιον ἔλαβον οἱ Φαρισαῖοι κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ». «Εκείνον τον καιρό», λέγει, «έκαναν σύναξη οι Φαρισαίοι στον δικό τους τον τόπο να δουν τι θα κάνουν με τον Ιησούν, να τον παγιδεύσουν - λέγει- με λόγο».
Μας
εκπλήσσει αυτή η συμπεριφορά των Φαρισαίων, αγαπητοί μου. Ζητούν, τι ζητούν; Να
παγιδεύσουν ἐν λόγῳ τον Ιησούν. Να
αγρεύσουν λόγια από το στόμα Του για να Τον ενοχοποιήσουν. Να προβούν με τον τρόπον αυτόν εις την
σύλληψίν Του. Δεν επιχειρούν, όμως, διότι εφοβούντο τον όχλον. Διότι ο
όχλος θα εστρέφετο εναντίον των Φαρισαίων, εάν ενοχοποίουν τον Ιησούν. Εξάλλου,
αν το θέλετε, αυτός ήταν ο λόγος που
χρειάστηκαν έναν προδότη. Και τον βρήκαν. Τον Ιούδα. Διότι ήθελαν να
συλλάβουν τον Ιησούν –σαφώς μας λέγει το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: «ἄτερ
ὄχλου», χωρίς όχλον· διότι ο
όχλος, βέβαια, θα αντιδρούσε.
Και προσπαθούν τώρα οι ταλαίπωροι οι Φαρισαίοι με δόλο να παγιδεύσουν τον Ιησούν ἐν λόγῳ για να Τον καταστήσουν
δημοσίως κατηγορούμενον. «Είδατε; Είδατε
τι είπε; Τον ακούσατε;». Αλήθεια, τι ανόητος είναι ο άνθρωπος… Αν εγνώριζαν το Ποιος ήταν ο Ιησούς, ο
Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος, θα ετρόμαζαν. Και μόνο εις την σκέψη ότι πηγαίνουν να
παγιδεύσουν με λόγο τον Θεόν Λόγον… Ταλαίπωρε και φτωχέ άνθρωπε… Άλλη μια
φορά: Τι ανόητος ο άνθρωπος που
αχρηστεύει την νόησή του και τη σύνεσή του… Και τότε πραγματώνεται ο λόγος
του Θεού: «Ὁ δραττόμενος τοὺς πονηροὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν». «Έρχεται να τους αρπάξει τους πονηρούς
ανθρώπους μέσα στην πανουργία τους»· και όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων,
το λέει για εκείνους που ήσαν περίεργοι,
ήρχοντο να ακούσουν την ώρα των Κατηχήσεων τι λένε οι Χριστιανοί- εννοείται
αβάπτιστοι και ακόμη ακατήχητοι. «Ήρθατε»,
λέει, «εδώ για να ανιχνεύσεις τι λέμε;
Δεν σκέπτεσαι ότι και ο Θεός σε
περιπολεί;». Είναι κάτι περίεργο, φοβερό, κάποτε μου ‘χε συμβεί εμένα αυτό,
αλλά δεν θα σας το πω για να μη χάνομε τον καιρό μας· και το είχα ζήσει, σαν
μαθητής, να παρακολουθείς τους άλλους και να παρακολουθείσαι. Έτσι ο άνθρωπος έρχεται να κατασκοπεύσει,
να παρακολουθήσει, να παγιδεύσει, και δεν αντιλαμβάνεται ότι τον περιπολεί
–αυτή την λέξη βάζει, αυτό το ρήμα βάζει ο άγιος πατήρ- ότι τον περιπολεί ο Θεός και τονε βλέπει. Βλέπει τις κινήσεις του. Εδώ
είναι ότι ο άνθρωπος ανοηταίνει πολλές φορές. Και αντί αυτοί, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς να κατανυγούν,
σκέπτονται πονηρά κατά του Ιησού.
Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τότε.
Πότε;». -Ακούσαμε το ιερό κείμενον να λέγει «Τότε ο Ιησούς…». «Τότε. Πότε; Ὅτε μάλιστα κατανυγῆναι ἔδει, ὅτε
φοβηθῆναι τὰ μέλλοντα –γιατί προηγουμένως
ο Κύριος ομίλησε περί αιωνίου Κολάσεως, λίγο πιο πάνω· μίλησε περί σκότους
εξωτέρου και κλαυθμού και βρυγμού των οδόντων - «Και
αντί», λέει, «να κατανυγούν, τι
γίνεται εδώ; Ὅτε φοβηθῆναι ἔδει (:έπρεπε να φοβηθούν), ὅτε ἀπὸ
τῶν παρελθόντων καὶ περί τῶν μελλόντων πιστεῦσαι ἐχρῆν (:και όταν έπρεπε να πιστέψουν για κείνα που
πέρασαν, για κείνα που έρχονται,
αυτοί τι κάνουν; Σχεδιάζουν πώς θα
παγιδεύσουν τον Κύριον με λόγο». Και θα συμπληρώσει άλλος ερμηνευτής, ο
Ζιγαβηνός: «Ὦ τῆς βαθείας πορώσεως! Οὐδὲν τῶν εἰρημένων ἥψατο τῆς ψυχῆς αὐτῶν».
«Τίποτα από εκείνα που είπε ο Κύριος, τίποτα, μα τίποτα δεν τους άγγιξε».
Ταλαίπωρε και πτωχέ άνθρωπε…
Και
τι πράττουν; «Καὶ ἀποστέλλουσιν –συνεχίζει το ιερόν κείμενον- αὐτῷ
-εις αυτόν, τον Ιησούν- τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν
λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ
διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων».
Προσέξατε. Προσέξατε πόσα σωρεύουν αγαθά
γνωρίσματα, για να παρασύρουν τον Κύριον εις την πλεκτάνην την δική τους.
Τον αποκαλούν «διδάσκαλον»· τον
αποκαλούν ότι είναι αληθής και την αλήθειαν υπηρετεί. Κολακεία δηλαδή… Ότι υποδεικνύει την οδόν του Θεού, την αληθινή οδό
και ότι δεν τον ενδιαφέρει μπροστά στην αλήθεια, τι πρόκειται σαν συνέπεια να
του συμβεί. Δεν τον ενδιαφέρει. Διότι Εκείνος θα πει την αλήθειαν, γιατί πρέπει
να πει την αλήθειαν. Και ότι ακόμα δεν προσωποληπτεί. «Οὐ γὰρ βλέπεις», λέει, «εἰς
πρόσωπον ἀνθρώπων».
Κι
αυτά μεν ήσαν αληθή που του είπαν, ήσαν αληθή. Αλλά οι ταλαίπωροι με αυτά τα
αληθή τώρα χτίζουν την παγίδα. Και πλησιάζουν τον Κύριον, όχι βεβαίως οι ίδιοι,
«έστειλαν», λέγει, «τους μαθητάς των» και οι Ηρωδιανοί ήταν
οι οπαδοί του Ηρώδου, οι άνθρωποι του Ηρώδου, της πολιτικής εξουσίας. Δεν πήγε
ο Ηρώδης να θέσει τέτοιο θέμα. Έρχονται οι άνθρωποι του Ηρώδου. Θα λέγαμε: Μια συντροφιά που απετελείτο από άντρες
θρησκευτικούς, αντιπροσώπευαν την θρησκεία –Φαρισαίοι- και από άντρες
πολιτικούς, που αντιπροσώπευαν την πολιτεία, ώστε ο Κύριος ό,τι απάντηση θα
έδιδε, να έπεφτε στην παγίδα ή εις τον χώρον της θρησκείας, αν κάτι προσέβαλε
τον νόμο ή εις τον χώρον της πολιτικής. Δηλαδή είχαν εξασφαλίσει οι
ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι την ασφάλεια και την επιτυχία του ότι ήθελαν να
συλλάβουν τον Ιησούν και να τον παραδειγματίσουν δημοσίως, να τον ενοχοποιήσουν δημοσίως.
Κάνει εδώ ένα πολύ ευφυές, έξυπνο σχόλιον ο Ζιγαβηνός. Λέγει: «Οἷς
κέχρηνται
χαυνῶσαι τοῦτον βουλόμενοι πρὸς τὸ πάντως ἀποκριθῆναι καὶ εἰ ἀληθὴς ἐστίν, πῶς ἀλλαχοῦ
λέγεται ὅτι πλανᾶ τὸν κόσμον;». «Είπατε ότι είναι αληθινός. Ότι τον λόγο του
Θεού διδάσκεις, όλα είναι αληθινά, αληθινός άνθρωπος είσαι, πώς σε άλλη
περίπτωση είπατε, εσείς οι ίδιοι, ότι πλανά τον λαόν; Ποιο απ’ τα δύο είναι
αληθινό; Είναι αληθινός ή είναι
πλάνος;». Το θυμόμαστε αυτό· που το είπαν. Αλλά εδώ είναι· η κολακεία δεν
ενδιαφέρεται αν είναι αντιφατική. «Ἀκόμη «καὶ τοῦτο λέγουσιν, λέγει ο
Ζιγαβηνός, ὑποκνίζοντες αὐτὸν εἰς τὸ μὴ αἰδεσθῆναι τὸν Καίσαρα, μηδὲ διὰ φόβον αὐτοῦ
σιγῆσαι πρὸς τὸ ἐρωτώμενον». Δηλαδή
«ὑποκνίζοντες», «διεγείροντες κάποιο πάθος της ψυχής, μια
παρόρμηση: Εσύ είσαι αληθινός. Δεν βλέπεις εδώ, είμεθα υπό ρωμαϊκή κατοχή. Δεν
βλέπεις ότι το νόμισμα είναι με την επιγραφή του Καίσαρος και το πρόσωπο του
Καίσαρος. Εσύ είσαι Ιουδαίος». Λοιπόν; Του υπεγείρουν, του υπεγείρουν την αγανάκτηση εναντίον των εχθρών του λαού, ώστε από
κει, με τον τρόπον αυτόν, να τον παρασύρουν για να πει λόγον, για να τον
ψαρέψουνε.
Και αν οι άνθρωποι συνθέτουν, αγαπητοί μου, τέτοια κολακεία και
συνωμοσία εις βάρος του Ιησού, πόσο
πρέπει εμείς να προσέχομε; Μάλιστα, δημόσια πρόσωπα πολλές φορές - η κολακεία είναι η παγίδα που συλλαμβάνει.
Αν στην καρδιά μας υπάρχει η κενοδοξία,
τότε πολύ εύκολα παγιδευόμεθα, γιατί κολακευόμεθα.
Αλλά οι κολακεύοντες αποκαλύπτονται.
Και μάλιστα δέχονται και ανάλογον χαρακτηρισμόν, όπως θα το δούμε ευθύς μετά.
Τους λέγει ο Κύριος. Ή μάλλον τους
αποκαλύπτει ο Κύριος: «Γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πονηρίαν αὐτῶν εἶπε·
τί με πειράζετε, ὑποκριταί;». Αποκάλυψις. «Δηλαδή, νομίσατε ότι μπορείτε να με παγιδεύσετε; Έτσι σας δίδαξε ο
πατέρας σας, ο διάβολος;». Γιατί και ο διάβολος εις την έρημον είπε εις τον
Ιησούν: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, πες
–γιατί το άκουσα, το άκουσα στη Βάπτισή σου, εις την δημοσία σου ανάδειξιν-
εάν, λοιπόν, συ είσαι Υιός του Θεού, πες οι πέτρες αυτές να γίνουν ψωμιά». Ο Κύριος δεν μίλησε, παρά μόνον απήντησε με
την Αγίαν Γραφήν. Και δεύτερος πειρασμός. Και τρίτος πειρασμός. Και στο
τέλος ο Κύριος, γιατί βέβαια, υποθέτομε
πώς εμφανίστηκε ο διάβολος, πιθανώς
σαν άνθρωπος· σαν άνθρωπος. Και στο τέλος ο Κύριος τον αποκαλύπτει, κάνει
τα αποκαλυπτήρια: «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ.
Ξέρω ποιος είσαι. Ήρθες να με πειράξεις».
Γι'αυτό λοιπόν και τους αποκαλύπτει αυτούς. Και τι λέγει; Τι λέγει ο
Κύριος τώρα εις τους Φαρισαίους και εις τους Ηρωδιανούς: «Υποκρίνεσθε τους αφελείς. Έρχεστε τάχα με μιαν αφέλειαν, με μια
απλότητα, δήθεν, με ένα ενδιαφέρον να πληροφορηθείτε και μάλιστα με
θρησκευτικόν και πατριωτικόν ενδιαφέρον. Για να με παγιδεύσετε. Αλλά σας
απαντώ: Είσαστε κακοηθέστατοι συνωμόται. Είσαστε υποκριταί. Δεν πιστεύετε
εκείνο το οποίο ήρθατε να κάνετε. Όχι! Ήρθατε να παγιδεύσετε».
Και ποιο είναι το θέμα που επερωτούν τον Κύριον; Με ένα επίπλαστο,
πάντοτε, ύφος αφελείας και ενδιαφέροντος. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν –
και μπαίνουν στο θέμα- , τί σοι δοκεῖ;(:πώς σου φαίνεται; Δηλαδή,
ποια είναι η δική σου η γνώμη. Δεν θέλομε τις γνώμες των άλλων. Την δική σου
την γνώμη. -Γιατί δεν
ενδιαφέρονται για το θέμα στην πραγματικότητα, ενδιαφέρονται να ενοχοποιήσουν τον Ιησούν, όπως τρίτη
φορά το λέμε) Ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;(:Επιτρέπεται, πώς σου φαίνεται, επιτρέπεται να δώσουμε ‘’κῆνσον’’ -νόμισμα
ήτανε- εις τον Καίσαρα ή όχι;».
Χμ. Διλημματικός ο λόγος. Δίλημμα. Και μπορεί
να αναλύσω, αλλά παίρνω, όμως, την ωραία ανάλυση του Ζιγαβηνού: «Ἐρωτῶσι
πάνυ κακοήθως καὶ δολερῶς (:ερωτούν
λοιπόν με κακοήθεια και δολερότητα, δολιότητα, δολερῶς), ἵνα ἐὰν μὲν εἴπῃ ὅτι
ἔξεστιν (: γιατί αν πει: Ναι, επιτρέπεται, να δώσουμε ‘’κῆνσον’’, δηλαδή
φόρον, εις τον Καίσαρα), κινήσωσι κατ’ αὐτοῦ
τοὺς ὄχλους ὡς συμβουλεύοντος δουλεύειν Καίσαρι καὶ ὑποτάσσοντος ἀνθρώπῳ τὸν λαὸν
τοῦ Θεοῦ (:Τότε θα ξεσηκώσουν τα πάντα, τον λαό, θα πουν: Τον είδατε; -Γιατί
οι Ρωμαίοι ήταν στρατός κατοχής- Είδατε;
Είδατε τι κάνει; Θέλει να διατηρηθεί η ρωμαϊκή κατοχή στην πατρίδα μας,
δίνοντας φορολογία σε άνθρωπο, που
δεν πρέπει -γιατί πράγματι ο νόμος έλεγε: ‘’Δεν θα δώσεις φορολογία σε άνθρωπο’’, είναι στο Δευτερονόμιο). Ἐὰν δὲ εἴπῃ ὅτι οὐκ ἔξεστιν (:ότι δεν επιτρέπεται να δώσομε φόρο εις τον
Καίσαρα), παραδώσωσιν αὐτὸν τῷ ἡγεμόνι ὡς
ἀποστασίαν ἀπὸ Καίσαρος καὶ πόλεμον συμβουλεύοντα».
«Είδατε; Συμβουλεύει αποστασία. Συνεπώς;
Συνεπώς, εγείρει πόλεμον κατά των Ρωμαίων». Έτσι να απαντήσει; Έτσι το
πράγμα έχει. Δεν θα απαντήσει; Γιατί δεν υπήρχε άλλη απάντησις. Αυτό θα πει
δίλημμα· ή έτσι κινηθώ, ή έτσι κινηθώ, να βρεθώ σε μία δυσκολία. Δαιμονικά, ομολογουμένως, αριστοτεχνική
ερώτησις…
Και τι
απήντησε ο Κύριος; Χμ. Τι απήντησε ο Κύριος… Αφού τους απεκάλυψε ότι είναι
υποκριταί και συνωμόται, σημείωσε τη σοφή κίνηση, λέγοντας: «Ἐπιδείξατέ
μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου». «Για
‘’κῆνσον’’ δεν ομιλήσατε; Δώσατέ μου
έναν ‘’κῆνσον’’». Και ερωτά: «Τίνος
είναι η εικόνα αυτή και η ἐπιγραφή;». «Ἐπιγραφή» θα πει «τα γράμματα». Είναι αυτό που λέγαμε παλιότερα στο νόμισμα, είτε
έμεινε παροιμιώδης η φράσις, κρατώντας ένα νόμισμα, να λέμε «Κορώνα-γράμματα;». «Κορώνα» ήτανε το πρόσωπον του Καίσαρος. «Γράμματα» ήταν η επιγραφή, ήταν τα γράμματα. «Λοιπόν, για πέστε μου», λέγει, «ποιανού είναι η εικόνα και η επιγραφή;». Κι εκείνοι απαντούν: «Του Καίσαρος». «Μάλιστα». Και τότε παίρνουν αυτήν την απάντηση, την σοφή απάντηση, αφού βεβαίως διέλυσε για τον εαυτόν Του ο Κύριος το σχήμα του
διλήμματος. Το διέλυσε. Το κονιορτοποίησε. «Ἀπόδοτε
οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ».
Αυτή ήταν η απάντησις. «Ό,τι
ανήκει στον Καίσαρα να το αποδώσετε. Και ό,τι ανήκει στον Θεό, να το
αποδώσετε».
Είναι θαυμασία απάντησις. Για
κοιτάξτε. Το κέντρον βάρους πέφτει
στο «ἀποδοῦναι».
Τι είπε ο Κύριος; «Ἀπόδοτε». «Να
αποδώσετε». Το λέμε στο απαρέμφατο. «Ἀποδοῦναι». Όχι στο «δοῦναι»,
που εκείνοι είπαν, «αν επιτρέπεται να
δώσομε», σχηματίζοντες , δοῦναι αυτών, των ερωτώντων. Προσέξτε, αν μείνομε
στο «δοῦναι»,
σχηματίζομε εικόνα άδικον· ότι γιατί να πληρώνομε φόρους στον Καίσαρα; Εικόνα
άδικον. Προσέξατέ το. Το θέμα λύει το
«ἀποδοῦναι».
Όχι «δοῦναι»,
«ἀποδοῦναι».
Λέγει ο Χρυσόστομος: «Οὐκ ἔστι τοῦτο δοῦναι, ἀλλὰ ἀποδοῦναι».
Εδώ ήτανε το κλειδάκι που τους έκανε να
μην μπορούν να πουν τίποτε.
Και
τούτο γίνεται φανερό από την εικόνα και
την επιγραφή του Καίσαρος. Δηλαδή συγκεκριμένα: «Ἐπεὶ Καίσαρος ἐστίν»,
λέει ο Ζιγαβηνός, «ἀπόδοτε Καίσαρι τὰ ἴδια, ἀπόδοτε ὡς ἐκείνου ὄντα». «Αφού, λοιπόν, είναι η επιγραφή και η
εικόνα του Καίσαρος, είναι δίκαιον να αποδώσετε σε εκείνον εκείνα που του
ανήκουν. Δεν είναι η επιγραφή και το
πρόσωπο, η προσωπογραφία του Καίσαρος; Είναι θέμα δικαιοσύνης». Πράγματι. Το νόμισμα εκπροσωπούσε τη
ρωμαϊκή κρατική οργάνωση. Την ασφάλεια του ατόμου, θα λέγαμε σήμερα «την
χωροφυλακή», και την ιδιοκτησία, την
ασφάλεια της ιδιοκτησίας και όλα τα
προνόμια και πλεονεκτήματα που απολαμβάνει ο κάθε πολίτης από μια σταθερά
κυβέρνηση. Συνεπώς, πώς θα ήταν δίκαιον ο πολίτης τώρα να αρνείται την
πληρωμή για τα πλεονεκτήματα, τα οποία τον εξυπηρετούν; Της ασφαλείας του, της
ιδιοκτησίας του… Πώς να το αρνηθεί; Ο φόρος, λοιπόν, ήταν και δίκαιος και
νόμιμος. Αυτό ήταν όλη η φιλολογία.
«Δοῦναι»
λένε αυτοί· «ἀποδοῦναι» λέγει ο Κύριος. Απάνω στο «ἀποδοῦναι»,
«οφείλεις να αποδώσεις. Γιατί; Ο Καίσαρας εσένα, σαν αυτοκράτωρ, σε
εξυπηρετεί. Δηλαδή ποια; Τα προνόμια του πολίτου. Τα δικαιώματα του πολίτου.
Έχεις λοιπόν εσύ, έχεις χρέος να του δώσεις, αυτό θα πει αποδίδω, ‘’ἀποδοῦναι’’», να δώσεις πίσω το
νόμισμα, ως φορολογία, για να σε εξυπηρετήσει εσένα, τον πολίτη». Γι'αυτό ο
Παύλος γράφει ότι πρέπει να αποδίδομε «τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ
τέλος»· οφείλομε. Όλα αυτά
βέβαια εξυπηρετούν την γήινη ζωή μας. Μα ανήκομε στη γήινη ζωή μας. Αλλά
ξεχωρίζουν όμως από εκείνα που οφείλομε στον Θεό. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.
Καμία αντίθεσις, καμία σύγκρουσις μεταξύ των μεν και των δε. Είναι ο καλός
πολίτης και ο καλός Χριστιανός. Αχ να το ξέραμε αυτό…
Μόνον αν η πολιτεία κάνει υπέρβαση των
ορίων της και ζημιώνει τον Χριστιανόν, τότε ο Χριστιανός ενίσταται, αρνείται. «’’Κῆνσον’’;
Θα δώσω. Να προσκυνήσω, όμως, τον αυτοκράτορα ως Θεόν –γιατί οι Ρωμαίοι
ήθελαν να κρατούν τα πλήθη, τα οποία ήσαν ανομοιογενή, είχανε πολλούς λαούς- με
την λατρεία του Καίσαρος· καισαρολατρεία. Ήταν κάτι σαν μέθοδος που την
χρησιμοποίησαν και οι Βαβυλώνιοι. Τότε που αρνήθηκαν οι τρεις παίδες να
προσκυνήσουν. Αλλά έτσι μπορούμε να
αρνηθούμε. Και έχομε το φαινόμενο του μαρτυρίου. Εδώ, όμως, η πολιτεία τι
κάνει; Υπερβαίνει τα όριά της. Και εφόσον υπερβαίνει και μπαίνει μέσα στον
χώρο του Θεού, της θρησκείας: «Α, σου αρνούμαι, πολιτεία. Αν μείνεις στα
όριά σου, ω πολιτεία, θα σου αποδώσω –προσέξτε, ‘’αποδώσω’’· ‘’ἀποδοῦναι’’-
θα στο αποδώσω ό,τι σου ανήκει».
Αγαπητοί. Όλα αυτά για μας είναι
σπουδαιότατα μαθήματα. Με διδάσκαλον τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Συνεπώς, μη αμελούμε πάντοτε να μαθητεύομε
στο Ευαγγέλιό Του και πάντοτε θα γινόμεθα συνετοί και σοφοί.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον
πνευματικό μας καθοδηγητή μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια της ομιλίας:Ελένη
Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/megalh_ebdomada/megalh_ebdomada_043.mp3
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου