9 Μαρ 2026

ΚΑΤΑΚΟΜΒΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΕΤΣΚΙ

ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΦΣΚΙ

ΚΑΤΑΚΟΜΒΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ  ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΕΤΣΚΙ

Τὸ 1929 στὸ νησὶ Σολοβκί, στὸ φρικτὸ στρατόπεδο συγκέντρωσης, καθὼς πλησίαζε τὸ Πάσχα, ἄρχισε ἡ ἔνταση τῶν διώξεων γιὰ τὶς θρησκευτικὲς πεποιθήσεις καὶ ἡ ἀντιθρησκευτικὴ προπαγάνδα. Στὸ Ἀντιθρησκευτικὸ Μουσεῖο, ποὺ στεγαζόταν στὴν πρώην πτέρυγα τοῦ ἡγουμένου, ἄρχισαν νὰ διοργανώνονται καθημερινὰ «ἐκδρομές». Ἔφερναν τοὺς κρατούμενους ὀργανωμένα, σὲ ὁμάδες, σὲ αὐτὸ τὸ «μουσεῖο» καὶ τοὺς ἔδειχναν τὰ «ἀνοιγμένα» λείψανα τῶν ὁσίων Ζωσιμᾶ καὶ Σαββατίου. Κάτω ἀπὸ τὸ γυαλὶ βρίσκονταν τὰ τίμια λείψανα τῶν ἁγίων, τὰ ἄφθαρτα ὀστά τους, ἐνῶ σὲ εἰδικές, τεράστιες ἀφίσες ἦταν γραμμένο ὅτι κατὰ τὸ «ἄνοιγμα τῶν λειψάνων» βρέθηκαν σαπίλες καὶ κούτσουρα. Οἱ τσεκιστές ἔδιναν «ἐξηγήσεις», φορώντας τὰ καπέλα τους, μὲ τὰ τσιγάρα στὸ στόμα, τονίζοντας μὲ κάθε τρόπο τὴ βλασφημία τους…

Τὶς νύχτες ὅμως, μέσα σὲ μεγάλη σιωπὴ καὶ μυστικότητα, ρισκάροντας νὰ συλληφθοῦν καὶ νὰ βασανιστοῦν μέχρι θανάτου, τρύπωναν σὲ αὐτὸ τὸ «μουσεῖο» κρατούμενοι ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ πιστοὶ λαϊκοὶ καὶ, βρέχοντας μὲ αἱμάτινα δάκρυα τὶς συκοφαντημένες λάρνακες τῶν ὁσίων, προσεύχονταν εὐλαβικὰ κατακομβικὰ καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ γιὰ ὅλη τὴ Ρωσία. Καὶ βοηθοῦσαν θαυμαστὰ τοὺς προσευχόμενους οἱ ἅγιοι τοῦ Σολοβκί, οἱ συσταυρωμένοι μὲ τὸν ρωσικὸ λαὸ μέσῳ τῶν κατακρεουργημένων σιωπηλῶν λειψάνων τους.

Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Δευτέρας, ἀνακοινώθηκε σὲ ὅλους τοὺς λόχους ὅτι οἱ προσευχητικὲς συγκεντρώσεις ἀπαγορεύονται ρητά· ὅποιος παρατηρηθεῖ νὰ κάνει «θρησκευτικὴ προπαγάνδα» (δηλαδὴ προσευχή), ὑπόκειται σὲ αὐστηρὴ τιμωρία. Ἐπίσης ἀπαγορευόταν τὸ ψήσιμο κάθε εἴδους τσουρεκιοῦ (κουλίτς) καὶ γενικὰ κάθε εἴδους ἰδιαίτερη προετοιμασία φαγητοῦ γιὰ τὶς ἐρχόμενες μέρες τῆς γιορτῆς. Ἡ ἡμέρα τῆς λαμπρῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ κηρύχθηκε συνηθισμένη ἐργάσιμη μέρα. Ἡ διάθεση τῶν περισσότερων κρατουμένων ἦταν καταθλιπτική.

Οἱ γιατροί, ποὺ εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ δίνουν ἀπαλλαγὲς ἀπὸ τὴν ἐργασία, βρέθηκαν σὲ πολὺ δύσκολη θέση. Ἀπὸ τὴ μία μεριά – ἐντάθηκαν οἱ σκληρὲς ἀπαιτήσεις τῆς διοίκησης, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη – αὐξήθηκε ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰτημάτων γιὰ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοὺς κρατούμενους. Ἀπαγορευόταν ρητὰ νὰ ξεπεραστοῦν τὰ ὅρια τῶν ἀπαλλαγῶν στὰ ἰατρεῖα (ὄχι πάνω ἀπὸ 10% ὅλων τῶν προσερχομένων γιὰ βοήθεια). Οἱ γιατροὶ ἦταν πολὺ λίγοι, καὶ στὰ ἰατρεῖα ἐργάζονταν συνήθως νοσοκόμοι (φέλντσερ). Ἦταν ἐξαιρετικὰ σκληροὶ καὶ ποτὲ δὲν ξεπερνοῦσαν τὰ ὅρια τῶν ἀπαλλαγῶν. Ἀλλὰ ἡ διοίκηση τοῦ στρατοπέδου συχνὰ ἔκρινε ἀπαραίτητο νὰ ἐλέγχει τὴ δουλειὰ τῶν νοσηλευτικῶν σταθμῶν μὲ σκοπὸ νὰ μειώσει ἀκόμη περισσότερο τοὺς ἤδη χαμηλοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀπαλλαγμένων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ στέλνονταν γιατροὶ μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ μειώσουν τὸ ποσοστὸ τῶν ἀπαλλαγῶν.

Τὴ Μεγάλη Τετάρτη ἐγώ, ὡς γιατρός, ὁρίστηκα γιὰ ἕναν τέτοιο «ἔλεγχο» ἑνὸς νοσηλευτικοῦ ἰατρείου. Φτάνοντας μισὴ ὥρα πρὶν τὴν ἔναρξη τῆς ὑποδοχῆς, εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ γνωριστῶ καὶ νὰ συνομιλήσω μὲ τὸν νοσοκόμο ποὺ θὰ ἤλεγχα. Ἀποδείχθηκε ὅτι ἦταν ὁ ἐπικεφαλῆς νοσοκόμος τοῦ λόχου ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Πολτάβα. Τὸ τεράστιο γκρίζο μουστάκι του μὲ ἐντυπωσίασε καὶ μὲ κέρδισε ἀμέσως. Τὰ καλὰ μάτια, ποὺ μὲ κοίταζαν ἐπίμονα καὶ θλιμμένα κάτω ἀπὸ τὰ πυκνὰ γκρίζα φρύδια – συμπλήρωσαν τὴν ἐντύπωση: τὸν ἐμπιστεύτηκα. «Αὐτὸς δὲν θὰ προδώσει, – πέρασε ἡ σκέψη ἀπὸ τὸ μυαλό μου, – μαζί του μπορῶ νὰ ρισκάρω νὰ συνεννοηθῶ». Κοιτάζοντας τὸ μικροσκοπικὸ δωμάτιό του (ἔμενε δίπλα στὸ ἰατρεῖο), παρατήρησε στὸν τοῖχο μία παλιὰ μαντούρα (ἔγχορδο), στὴν πίσω πλευρὰ τῆς ὁποίας ἦταν χαραγμένη ἡ εἰκόνα τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ καὶ τὰ λόγια: «Ἂς πεθάνουμε γιὰ τὴν πατρίδα μας Οὐκρανία». Ὅλες οἱ ἀμφιβολίες μου ἐξαφανίστηκαν καὶ μπῆκα κατευθείαν στὸ θέμα.

Εἴμαστε καὶ οἱ δύο ὀρθόδοξοι, – τοῦ εἶπα. – Μὲ ἔστειλαν νὰ «μειώσω» τὸν ἀριθμὸ ἐκείνων ποὺ ἀπαλλάσσετε ἀπὸ τὴν ἐργασία, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο καταλαβαίνουμε καλὰ ὅτι τὸ χριστιανικό, ἠθικὸ καὶ ἰατρικό μας καθῆκον εἶναι νὰ δώσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες ἀπαλλαγὲς λόγω ἀσθένειας, ὥστε οἱ ὀρθόδοξοι ἄνθρωποι νὰ μπορέσουν νὰ γιορτάσουν τὴ λαμπρὴ γιορτὴ καὶ νὰ προσευχηθοῦν. Τὴν ὑποδοχὴ τὴν κάνετε ἐσεῖς, δῶστε ἀπαλλαγὴ σὲ ὅποιους περισσότερους μπορεῖτε. Σὲ ἀμφίβολες περιπτώσεις ἀπευθυνθεῖτε σὲ ἐμένα. Ἐγὼ δὲν θὰ μειώνω, ἀλλὰ θὰ αὐξάνω τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀπαλλαγμένων…

– Ναί… τὸ καταλαβαίνω, – ἀπάντησε συλλογισμένος ὁ νοσοκόμος, – ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν διπλασιάσουμε τὸ προβλεπόμενο ποσοστὸ ἀπαλλαγῶν, πάλι δὲν θὰ ἱκανοποιήσουμε ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους… Μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς προτείνω κάτι… βάσει τῆς ἑπταετοῦς ἐμπειρίας μου στὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης (ἡ ποινή μου εἶναι 10 χρόνια καὶ ἔχω ἐκτίσει ἤδη τὰ ἑπτά).

– Τί θέλετε νὰ προτείνετε; – ρώτησα.

 – Νὰ τί… Γιὰ νὰ ἀπαλλάξουμε περισσότερους ὀρθοδόξους, πρέπει νὰ εἴμαστε πιὸ σκληροὶ καὶ, ἂν θέλετε, πιὸ βάναυσοι πρὸς ἐκείνους ποὺ ξέχασαν τὸν Θεὸ καὶ βλαστημοῦν… ἐννοῶ τοὺς ποινικοὺς (ούροκ), ποὺ βρίζουν τὰ θεῖα κυνικὰ καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχουν θρησκευτικὲς γιορτές!..

Κοίταξα τὸν νοσοκόμο σιωπηλὸς καὶ θλιμμένος.

– Τὸ καταλαβαίνω… – εἶπε κάπως ἀμήχανα, – ἴσως νὰ μὴν εἶναι χριστιανικό… Ὅμως… πιστέψτε με… με βασάνισε πολὺ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα… δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση!.. Γιατὶ ἂν ἀπαλλάξετε πάρα πολλούς, τότε τὴν ἐπιτροπή μας ἁπλῶς θὰ τὴν ἀκυρώσουν καὶ ὅλους τοὺς ἀπαλλαγμένους θὰ τοὺς κυνηγήσουν μὲ τὸ «δρύνο» (δηλαδὴ τὸ ξύλο) γιὰ δουλειά… Καὶ γιὰ τὴν τύχη τῶν χούλιγκαν καὶ τῶν βλάσφημων μὴν ἀνησυχεῖτε! Αὐτοὶ μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο θὰ καταφέρουν νὰ πάρουν ἀπαλλαγὴ ἢ θὰ προκαλέσουν μεγάλο σκάνδαλο, θὰ παραπονιοῦνται καὶ θὰ φωνάζουν ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε πολὺ σκληροὶ μαζί τους… Τὰ παράπονά τους θὰ μᾶς βοηθήσουν! – τελείωσε μὲ νόημα ὁ νοσοκόμος, – θὰ εἶναι δύσκολο νὰ μᾶς κατηγορήσουν γιὰ ὑπερβολικὴ μαλακότητα… Παρόλο ποὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαλλαγμένων θὰ εἶναι πολὺ πάνω ἀπὸ τὸ ὅριο, οἱ κραυγὲς γιὰ τὴ σκληρότητά μας θὰ εἶναι ἀκόμη περισσότερες καὶ ἡ διοίκηση θὰ εἶναι εὐχαριστημένη μὲ τὴ δουλειά μας…

Συμφώνησα, ἂν καὶ βαθιὰ μέσα μου ἔνιωθα ταραγμένος καὶ πικραμένος. Ἡ ὑποδοχὴ ἄρχισε. Ὁ νοσοκόμος, ὅπως φάνηκε, εἶχε δίκιο… Δύο ἐντελῶς διαφορετικοὶ ψυχολογικοὶ τύποι ἀνθρώπων πέρασαν ἀπὸ μπροστά μας. Ἥσυχοι, ταπεινοί, κυρίως ἱερεῖς καὶ μοναχοί, ἄνθρωποι ὥριμοι καὶ γέροντες, σοβαροὶ χωρικοὶ καὶ διανοούμενοι, μὲ χάλκινους καὶ ἀσημένιους σταυροὺς στὸν λαιμό τους – δὲν ζητοῦσαν τίποτα καὶ δὲν περίμεναν ἀπαλλαγή. Φωνακλάδες, θορυβώδεις, θρασεῖς καὶ βίαιοι ποινικοὶ (φυσικὰ ὄχι ὅλοι, γιατὶ καὶ ἀνάμεσα στοὺς ποινικοὺς ὑπῆρχαν πιστοί) – ἀπαιτοῦσαν ἀπαλλαγὴ καὶ ἔβριζαν κυνικά. Οἱ βρισιές τους δὲν περιγράφονται! Ἡ αἰσχρολογία, ἑνωμένη μὲ τοὺς πιὸ κυνικοὺς καὶ βλάσφημους χαρακτηρισμοὺς γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος καὶ τῆς Θεομήτορος, ἦταν ἀνυπόφορη! Τὰ ἀστεῖα καὶ οἱ προσβολὲς κατὰ τῶν «παπάδων» καὶ ὁ χλευασμὸς τῶν θρησκευτικῶν συναισθημάτων τῶν πιστῶν ξεπερνοῦσαν κάθε ὅριο: ἔφτυναν τοὺς σταυρούς, τοὺς ἅρπαζαν ἀπὸ τὸν λαιμὸ τῶν διπλανῶν τους, τοὺς ποδοπατοῦσαν μὲ γέλια.

Οἱ ἀπειλὲς καὶ οἱ τιμωρίες δὲν βοηθοῦσαν. Οἱ παρακλήσεις καὶ οἱ συμβουλὲς προκαλοῦσαν γέλιο. Μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση κοιτοῦσα αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ δὲν ἔβλεπα μέσα τους σπίθα Θεοῦ. Ναί, προφανῶς ὁ νοσοκόμος εἶχε δίκιο. Δὲν ἔνιωθα τύψεις ὅταν ἤμουν πολὺ σκληρὸς καὶ ἔστελνα τοὺς ἐλαφρὰ ἀσθενεῖς στὴ δουλειά. Ὅταν πῆγα στὸ κελί μου, μοιράστηκα τὰ συναισθήματα καὶ τὶς ἐμπειρίες μου μὲ τοὺς συναδέλφους γιατρούς. Δὲν μοῦ εἶπαν τίποτα. Ἀργὰ τὴ νύχτα ἐξομολογήθηκα στὸν π. Νικόλαο Π., ἕναν ἐξαιρετικὸ ἱερέα καὶ ὁμολογητή, ποὺ ἦταν ὁ πνευματικὸς ὅλων τῶν πιστῶν γιατρῶν. Ὁ πατὴρ Νικόλαος μοῦ εἶπε ὅτι δὲν ἔπραξα σωστά. Ἔπρεπε, ἀφοῦ προσευχηθῶ γιὰ νὰ μὲ σκεπάσει ὁ Κύριος, νὰ ἀπαλλάσσω ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς χωρὶς ἐξαίρεση, εἴτε ἦταν βλάσφημοι εἴτε δίκαιοι, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀπαλλάσσω καὶ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους, προσευχόμενος ἐσωτερικὰ νὰ μὲ βοηθήσει ὁ Κύριος νὰ τοὺς ἀναγνωρίζω ἀπὸ τὸ βλέμμα τους… Ἡ συνείδησή μου μοῦ εἶπε ὅτι ὁ π. Νικόλαος εἶχε δίκιο!

Ἦρθε ἡ Μεγάλη Πέμπτη. Τὸ βράδυ, γύρω στὶς ὀκτώ, στὸ κελὶ τῶν γιατρῶν, ὅπου ἐκτὸς ἀπὸ ἐμένα βρίσκονταν ὁ ἐπίσκοπος Μαξὶμ (καθηγητὴς ἰατρικῆς Ζιζιλένκο) καὶ οἱ γιατροὶ Κ. καὶ Π., ἦρθαν – δῆθεν γιὰ θέμα ἀπολύμανσης – ὁ ἐπίσκοπος Βίκτωρ (βικάριος τοῦ Βιάτκα) καὶ ὁ π. Νικόλαος Π. Ψιθυριστά, κατακομβικά, τελέσαμε τὴν ἀκολουθία μὲ τὴν ἀνάγνωση τῶν 12 Εὐαγγελίων…

Τὸ πρωὶ τῆς Παρασκευῆς διαβάστηκε στοὺς λόχους ἡ διαταγή: γιὰ τρεῖς μέρες ἡ ἔξοδος ἀπὸ τοὺς λόχους μετὰ τὶς ὀκτὼ τὸ βράδυ ἐπιτρεπόταν μόνο σὲ ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις μὲ εἰδικὲς γραπτὲς ἄδειες ἀπὸ τὸν φρούραρχο τοῦ στρατοπέδου. Στὶς ἑπτὰ τὸ βράδυ, ὅταν ἐμεῖς οἱ γιατροὶ μόλις εἴχαμε ἐπιστρέψει στὰ κελιά μας μετὰ ἀπὸ 12 ὧρες δουλειᾶς, ἦρθε ὁ π. Νικόλαος Π. καὶ μᾶς εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ὁ ἐπιτάφιος, σὲ μέγεθος παλάμης, ζωγραφίστηκε ἀπὸ τὸν κρατούμενο καλλιτέχνη Ρ. Ἡ ἀκολουθία – ἡ ταφὴ – θὰ γίνει καὶ θὰ ἀρχίσει σὲ μία ὥρα».

– Ποῦ; – ρωτήσαμε ἀνυπόμονα.

Μέσα σὲ ἕνα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο (περίπου ὀκτὼ μέτρα μῆκος), γιὰ τὸ στέγνωμα τῶν ψαριῶν· αὐτὸ τὸ κιβώτιο βρίσκεται στὸ δάσος, μισὸ χιλιόμετρο ἀπὸ τὸν λόχο ἀρ. … Συνθηματικὸ χτύπημα: 3 καὶ 2 φορές. Καλύτερα νὰ ἔρχεστε ἕνας-ἕνας.

Μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα, ὁ Δεσπότης Μαξὶμ κι ἐγὼ βγήκαμε ἀπὸ τὸν λόχο μας καὶ κατευθυνθήκαμε πρὸς τὴν ὁρισμένη «διεύθυνση». Δύο φορὲς οἱ περιπολίες μᾶς ζήτησαν ἄδεια. Ἐμεῖς οἱ γιατροὶ τὶς εἴχαμε. Νά καὶ τὸ δάσος. Χωρὶς παράθυρα. Ἡ πόρτα μόλις ποὺ φαίνεται. Σούρουπο. Χτυπᾶμε 3 καὶ 2 φορές. Μπαίνουμε. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ κιβωτίου εἶχε μεταμορφωθεῖ σὲ ἐκκλησία. Στὸ πάτωμα, στοὺς τοίχους – κλαδιὰ ἐλάτου. Κεριὰ τρεμοπαίζουν. Μικρὲς χάρτινες εἰκόνες. Ἕνας μικρός, σὲ μέγεθος παλάμης, ἐπιτάφιος βυθισμένος στὴν πρασινάδα τῶν κλαδιῶν. Περίπου 10 πιστοί. Ἀνάμεσά τους ὁ Δεσπότης Βίκτωρ (τοῦ Βιάτκα), ὁ Δεσπότης Ἱλαρίων (τοῦ Σμολένσκ) καὶ ὁ Δεσπότης Νεκτάριος (τοῦ Τρεζβίνσκ), ὁ π. Νικόλαος Π., ὁ π. Μητροφάνης Ι., ὁ καθηγητὴς Α. Α. Μ. (γνωστός Ρῶσος φιλόσοφος), δύο φοιτητές, δύο ἄγνωστοι μοναχοί… Ἀργότερα ἦρθαν ἀκόμη πέντε ἄτομα. Ἡ ἀκολουθία ἄρχισε. Ψιθυριστά. Φαινόταν σὰν νὰ μὴν εἴχαμε σώματα. Ἤμασταν μόνο ψυχές. Τίποτα δὲν μᾶς ἀποσποῦσε καὶ τίποτα δὲν ἐμπόδιζε τὴν προσήλωση τῆς προσευχῆς… Δὲν θυμᾶμαι πῶς ἐπιστρέψαμε «σπίτι», δηλαδὴ στὸν λόχο τῆς ὑγειονομικῆς μονάδας. Ὁ Κύριος μᾶς σκέπασε!..

Ὁ Ὄρθρος τῆς Λαμπρῆς εἶχε ὁριστεῖ νὰ γίνει στὸ κελί μας. Στὶς 11 τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου ἔγινε ἐπιθεώρηση τοῦ στρατοπέδου ἀπὸ τὸν φρούραρχο μὲ τὴ συνοδεία του. Πέρασαν καὶ ἀπὸ ἐμᾶς, στὸ κελὶ τῶν γιατρῶν. Τὸ κελὶ ἦταν τακτοποιημένο. Στὸ τραπέζι – ἕνα καθαρὸ λευκὸ τραπεζομάντιλο… – Τί εἶναι, ἑτοιμάζεστε γιὰ δεῖπνο; – ρώτησε καλοπροαίρετα ὁ φρούραρχος. – Ναί! – ἀπαντήσαμε ἐμεῖς. – Λοιπόν, καληνύχτα!.. Ἔφυγαν…

Μετὰ ἀπὸ μισὴ ὥρα ὅμως, μὲ διάφορα προσχήματα, χωρὶς καμία γραπτὴ ἄδεια, συγκεντρώθηκαν ὅλοι ὅσοι σκόπευαν νὰ ἔρθουν. Μαζεύτηκαν περίπου 15 ἄτομα. Ὁ Ὄρθρος καὶ ἡ Λειτουργία πέρασαν γρήγορα καὶ μὲ μία ἀσυνήθιστη πνευματικὴ χαρά. Καθίσαμε γιὰ τὸ πασχαλινὸ τραπέζι. Στὸ τραπέζι ὑπῆρχαν τσουρέκια, πάσχα (τυρένιο γλύκισμα), βαμμένα αὐγά, μεζέδες, «κρασί» (ὑγρὴ μαγιὰ μὲ ἐκχύλισμα κράνμπερι, ζάχαρη καὶ σόδα). Γύρω στὶς τρεῖς διαλυθήκαμε. Καὶ γύρω στὶς τέσσερις τὸ πρωὶ – ξαφνικὰ νέα, δεύτερη ἐπιθεώρηση τοῦ φρουράρχου. Μπῆκαν στὸ κελί μας. Ἐμεῖς οἱ γιατροὶ καθόμασταν στὰ κρεβάτια μας, ντυμένοι, καὶ κουβεντιάζαμε σιγανά. – Τί ἔγινε, γιατροί, δὲν κοιμάστε;.. – ρώτησε ὁ φρούραρχος καὶ ἀμέσως πρόσθεσε: – Τί νύχτα εἶναι αὐτή!… οὔτε ποὺ σοῦ πάει ὁ ὕπνος!.. Καὶ ἔφυγε. Ὁ Κύριος μᾶς σκέπασε!..

Ἐμεῖς οἱ γιατροὶ καθόμασταν στὰ κρεβάτια μας, ντυμένοι, μὲ δάκρυα εὐγνωμοσύνης, ἀγκαλιάζοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον:

– Χριστὸς Ἀνέστη! – Ἀληθῶς Ἀνέστη! Τὸ πασχαλινὸ ξημέρωμα τοῦ Σολοβκὶ μᾶς χάιδευε – μεταμόρφωνε τὸ μοναστήρι-στρατόπεδο σὲ μία ἀόρατη πολιτεία Κίτεζ καὶ πότιζε τὶς ἐλεύθερες ψυχές μας μὲ μία γαλήνια, οὐράνια χαρά!..

Πηγή: Андреевский И.М. Группа монахинь в Соловецком концлагере / Православная Русь. 1947. № 13. – Катакомбные богослужения в Соловецком концлагереИван Михайлович Андреевскийчитать, скачать

Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. https://www.entaksis.gr

Δείτε σχετικά και:

-Ανακρίσεις στις φυλακές της NKVD (Απὸ τις σημειώσεις ενὸς πρώην κρατουμένου στα Σολόβκι)

-Μια ομάδα μοναζουσών στο Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Σολοβκὶ

-Ένας ορθόδοξος Εβραίος ομολογητής (Από την ιστορία τού θρησκευτικού αγώνα κατά τού μπολσεβικισμού)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com