ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΜΕ ΠΟΣΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἤδη ἐξετάσαμε προηγουμένως ὅσα ἀφοροῦν τοὺς λογισμούς, ἀλλὰ δὲν διευκρινίσαμε μὲ πόσους τρόπους οἱ πονηρὲς σκέψεις φυτρώνουν δίπλα στοὺς ὀρθοὺς λογισμούς, κρίναμε δίκαιο νὰ προσθέσουμε τώρα κι αὐτό, ὥστε ἡ ἐξέταση αὐτοῦ τοῦ μέρους νὰ εἶναι ἐντελῶς ὁλοκληρωμένη.
Δύο εἶναι λοιπὸν οἱ τρόποι, μὲ τοὺς ὁποίους οἱ ἀπρεπεῖς σκέψεις ἐνοχλοῦν τοὺς ὀρθοὺς λογισμούς· εἴτε ὅταν ἡ ψυχὴ περιπλανιέται ἐξαιτίας τῆς δικής της ἀμέλειας σὲ πράγματα ποὺ δὲν πρέπει καὶ συναντᾶ παράλογες φαντασίες τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη, εἴτε ἀπὸ ἐπιβουλὴ τοῦ διαβόλου ποὺ προσπαθεῖ νὰ παρουσιάζει στὸν νοῦ παράλογα πράγματα καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ μελέτη καὶ τὴν ἐξέταση τῶν ἀξιέπαινων πραγμάτων.
Ὅταν λοιπὸν ἡ ψυχή, ἀφοῦ χαλαρώσει τὴν πυκνότητα καὶ τὴν ἔνταση τοῦ νοῦ, φέρνει στὴ μνήμη της ὅποιες ἀναμνήσεις τύχει καὶ τυχαία πράγματα, τότε ὁ λογισμός, καθὼς παρασύρεται χωρὶς παιδεία καὶ γνώση πρὸς αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ θυμήθηκε, καὶ καθὼς ἀσχολεῖται μὲ αὐτὰ περισσότερο, περνᾶ ἀπὸ τὴ μία πλάνη στὴν ἄλλη σὲ μεγάλες ἀποστάσεις καὶ καταλήγει πολλὲς φορὲς σὲ αἰσχρὲς καὶ παράλογες σκέψεις. Ἀλλὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἀμέλεια καὶ τὴ διάχυση τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ τὴ διορθώνουμε μὲ πιὸ πυκνὴ καὶ πιὸ προσεκτικὴ ἐπαγρύπνηση τοῦ νοῦ καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρουμε, ἀπασχολώντας τον συνεχῶς μὲ τὴ μελέτη τῶν καλῶν πραγμάτων στὸ παρόν.
Ὅταν ὅμως ὁ διάβολος ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιβουλευθεῖ καὶ προσπαθεῖ μὲ μεγάλη σφοδρότητα, σὰν πύρινα βέλη, νὰ ρίξει τοὺς δικούς του λογισμοὺς στὴν ψυχὴ ποὺ ἡσυχάζει καὶ ἠρεμεῖ, καὶ νὰ τὴν ἀνάψει ξαφνικά, δημιουργώντας μακροχρόνιες καὶ δυσεξάλειπτες ἀναμνήσεις αὐτῶν ποὺ ρίχτηκαν μέσα της μία φορά, τότε πρέπει μὲ νήψη καὶ πιὸ ἔντονη προσοχὴ νὰ ἀποφεύγουμε τέτοιες ἐπιβουλές, ὅπως ἀκριβῶς ἕνας ἀθλητὴς μὲ πολὺ προσεκτικὴ φύλαξη καὶ ταχύτητα τοῦ σώματος ἀποφεύγει τὶς λαβὲς τῶν ἀντιπάλων, καὶ νὰ ἀφήνουμε τὰ πάντα στὴν προσευχὴ καὶ στὴν ἐπίκληση τῆς βοήθειας ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ καταλυθεῖ ὁ πόλεμος καὶ νὰ ἀποτραποῦν τὰ τοξεύματα.
Γιατί αὐτὸ μᾶς δίδαξε ὁ Παῦλος λέγοντας: «Πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ πάρετε τὴν ἀσπίδα τῆς πίστεως, μὲ τὴν ὁποία θὰ μπορέσετε νὰ σβήσετε ὅλα τὰ πύρινα βέλη τοῦ πονηροῦ». Κι ἂν λοιπὸν ἀκόμη καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν προσευχῶν ὑποβάλλει τὶς πονηρὲς φαντασίες, ἂς μὴν σταματᾶ ἡ ψυχὴ νὰ προσεύχεται, οὔτε νὰ νομίζει ὅτι εἶναι δικά της δημιουργήματα οἱ πονηρὲς σπορὲς τοῦ ἐχθροῦ καὶ οἱ φαντασίες τοῦ πολυμήχανου θαυματοποιοῦ· ἀλλὰ ἀφοῦ σκεφτεῖ ὅτι ἡ φαντασία τῶν παράλογων σκέψεων προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀναίδεια τοῦ ἐφευρέτη τῆς πονηρίας, ἂς ἐντείνει περισσότερο τὴν προσπάθεια καὶ ἂς παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ διασκορπιστεῖ γιὰ χάρη της τὸ πονηρὸ τείχος τῆς μνήμης τῶν ἄτοπων λογισμῶν, ὥστε χωρὶς ἐμπόδια, μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ νοῦ, νὰ περνᾶ πρὸς τὸν Θεὸ ἀμέσως καὶ γρήγορα, χωρὶς νὰ διακόπτεται πουθενὰ ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν πονηρῶν σκέψεων.
Κι ἂν ἀκόμη ἐντείνεται αὐτὴ ἡ ἐπήρεια τῶν λογισμῶν ἐξαιτίας τῆς ἀναίδειας ἐκείνου ποὺ μᾶς πολεμᾶ, οὔτε τότε πρέπει νὰ ἀπελπιζόμαστε οὔτε νὰ ἀφήνουμε τοὺς ἀγῶνες μισοτελειωμένους, ἀλλὰ νὰ ὑπομένουμε μέχρις ὅτου ὁ Θεός, βλέποντας τὴ δική μας ἔνσταση, στείλει τὸ φῶς τῆς χάριτος τοῦ Πνεύματος, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐπίβουλο θὰ τρέπει σὲ φυγή, καὶ τὸν νοῦ μας θὰ καθαρίζει καὶ θὰ τὸν γεμίζει μὲ θεῖο φῶς, προσφέροντας στὸν λογισμὸ τὴ δυνατότητα νὰ λατρεύει τὸν Θεὸ μὲ εὐφροσύνη μέσα σὲ ἀκύμαντη γαλήνη.

Κατὰ πόσους τρόπους οἱ πονηροὶ λογισμοὶ ἐν ψυχῇ συνίστανται.
Ἐπειδὴ δὲ φθάσαντες μὲν ἤδη τὰ περὶ τῶν λογισμῶν ἐξητάσαμεν, οὐ διελόμεθα δὲ κατὰ πόσους τρόπους αἱ πονηραὶ ἔννοιαι τοῖς ὀρθοῖς λογισμοῖς ἐπιφύονται, νῦν καὶ τοῦτο προσθεῖναι ἐδικαιώσαμεν, ὥστε εἶναι τελειοτάτην τὴν τοῦ μέρους ἐξέτασιν. Δύο τοίνυν τρόποι, καθ’ οὓς αἱ ἀπρεπεῖς ἔννοιαι παρενοχλοῦσι τοῖς ὀρθοῖς λογισμοῖς· ἢ τῆς ψυχῆς κατ’ οἰκείαν ὀλιγωρίαν περὶ τὰ μὴ προσήκοντα πλανωμένης καὶ φαντασίας ἐκ φαντασιῶν ἀλογίστους ἐντυγχανούσης, ἢ κατ’ ἐπιβουλὴν τοῦ διαβόλου πειρωμένου πραγμάτων ἀτοπίας ὑποφαίνειν τῇ διανοίᾳ καὶ ταύτην ἀπάγειν τῆς τῶν ἐπαινετῶν θεωρίας καὶ διασκέψεως. Ὅταν μὲν οὖν ἡ ψυχή, τὸ πυκνὸν καὶ σύντονον τῆς διανοίας ὑποχαλάσασα, μνήμας τὰς προστυχούσας καὶ τῶν τυχόντων ἀναφέρῃ πραγμάτων, τηνικαῦτα ὁ λογισμός, ἀπαιδεύτως καὶ ἀνεπιστημόνως πρὸς τὰ μνημονευθέντα τῶν πραγμάτων φερόμενος, τούτοις τε ἐπὶ πλεῖον ἐνασχολούμενος, πλάνους ἐκ πλάνων μεταβαίνει μακροὺς καὶ εἰς αἰσχρότητας πολλάκις καὶ ἀτοπίας ἐννοιῶν καταστρέφει τὸ τελευταῖον. Ἀλλὰ τὴν μὲν τοιαύτην ὀλιγωρίαν τῆς ψυχῆς καὶ διάχυσιν πυκνοτέρᾳ καὶ ἐπιστρεφεστέρᾳ τῇ τῆς διανοίας ἐπιστάσει διορθοῦσθαι καὶ ἐπανάγειν δεῖ, καὶ τῇ πρὸς τὸ παρὸν ἀεὶ περὶ τὰ καλὰ διασκέψει προσασχολεῖν.
Ὅταν δὲ ὁ διάβολος ἐπιβουλεύειν ἐπιχειρῇ καὶ μετὰ πολλῆς τῆς σφοδρότητος, ὥσπερ τινὰ βέλη πεπυρωμένα, τοὺς παρ’ αὐτοῦ λογισμοὺς ἐνιέναι ἡσυχαζούσῃ καὶ ἠρεμούσῃ βιάζηται τῇ ψυχῇ, καὶ ταύτην αἰφνίδιον ἐμπιπρᾶν καὶ χρονίας καὶ δυσεκλύτους τὰς μνήμας τῶν ἅπαξ ἐμβληθέντων ἐργάζεσθαι, τηνικαῦτα νήψει καὶ προσεχείᾳ συντονωτέρᾳ τὰς τοιαύτας ἐπιβουλὰς ὑπεξίστασθαι δεῖ, καθάπερ ἀθλητοῦ τινος ἀκριβεστάτη φυλακῇ καὶ τάχει σώματος τὰς λαβὰς τῶν ἀντιπάλων ἐκτρεπομένου, καὶ τὸ πᾶν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ ἐπικλήσει τῆς ἄνωθεν συμμαχίας διδόναι τὴν τοῦ πολέμου καθαίρεσιν καὶ τὴν τῶν τοξευμάτων ἀποτροπήν. Τοῦτο γὰρ ἡμᾶς ὁ Παῦλος ἐδίδαξε λέγων· «Ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι». Κἂν τοίνυν ἐν αὐταῖς ταῖς προσευχαῖς ὑποβάλλῃ τὰς πονηρὰς φαντασίας, μὴ ἀφιστάσθω ἡ ψυχὴ τοῦ προσεύχεσθαι, μηδὲ οἰέσθω οἰκεῖα εἶναι γεώργια τὰς πονηρὰς τοῦ ἐχθροῦ ἐπισπορὰς καὶ τὰς τοῦ ποικίλου θαυματοποιοῦ φαντασίας· ἀλλὰ λογισαμένη τῇ ἀναιδείᾳ τοῦ τῆς πονηρίας εὑρετοῦ τὴν τῶν ἀτόπων ἐννοιῶν φαντασίαν γίνεσθαι, μᾶλλον ἐπιτεινέτω τὴν πρόσπτωσιν καὶ ἱκετευέτω τὸν Θεὸν ἀποσκεδασθῆναι αὐτῷ τὸ πονηρὸν διατείχισμα τῆς τῶν ἀτόπων λογισμῶν μνήμης, ὥστε ἀπαρεμποδίστως τῇ τῆς διανοίας ὁρμῇ ἀχρόνως καὶ ὀξυρρεπῶς πρὸς τὸν Θεὸν διαβαίνειν, μηδαμοῦ ταῖς τῶν πονηρῶν ἐνθυμημάτων ἐφόδοις διακοπτόμενον. Εἰ δὲ καὶ ἐπιτείνοιτο ἡ τοιαύτη τῶν λογισμῶν ἐπήρεια διὰ τὴν τοῦ προσπολεμοῦντος ἀναίδειαν, οὐδὲ οὕτως ἀπαγορεύειν οὐδὲ ἡμιέργους τοὺς ἀγῶνας καταλιμπάνειν προσήκει, ἀλλὰ μέχρι τοσούτου καρτερεῖν, μέχρις ἂν ὁ Θεός, τὴν ἡμετέραν ἔνστασιν θεασάμενος, τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἐπιλάμψῃ, τὸν μὲν ἐπίβουλον φυγαδεύουσαν, τὴν δὲ διάνοιαν ἡμῶν καθαίρουσαν καὶ θείου φωτὸς ἐμπιπλώσαν καὶ ἀκυμάντῳ γαλήνῃ τὸν λογισμὸν τῷ Θεῷ λατρεύειν μετ’ εὐφροσύνης παρέχουσαν.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΕΡΓΑ,
Τόμος 9Β, ΑΣΚΗΤΙΚΑ, ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ» (ΕΠΕ) –
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1973 – ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ & ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ
ΔΗΜΟΤΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ https://www.entaksis.gr/m-vasileios_logismoi/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου