11 Φεβ 2026

Φίλος ή εχθρός του Χριστού ο Τολστόϊ ;

                                                           Ἀλεξάνδρου Ἀλεξάνδροβιτς Μπρόνζωφ

ΦΙΛΟΣ Η ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Ο ΤΟΛΣΤΟΪ;

Εἰσαγωγικὸ ἀπό entaksis:     Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ μία δριμεῖα θεολογικὴ κριτικὴ τοῦ Ἀλεξάντρ Μπρόνζοφ (Александр Александрович Бронзов  1858-1937), διαπρεποῦς καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας τῆς Πετρούπολης, γραμμένη ὡς ἀπολογία γιὰ τὴν ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσίας νὰ ἀφορίσει τὸν Λέοντα Τολστόϊ τὸ 1901. Κεντρικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς εἶναι ἡ Γιάσναγια Πολιάνα, τὸ πατρικὸ κτῆμα τοῦ συγγραφέα, τὸ ὁποῖο μετέτρεψε σὲ κέντρο ἑνὸς «ἀκαθάρτου» χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ. Ὁ Μπρόνζοφ ἐξηγεῖ ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἦταν μία ἐκδικητικὴ πράξη, ἀλλὰ ἡ ἐπίσημη διαπίστωση ὅτι ὁ Τολστόϊ εἶχε ἤδη ἀποκόψει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀρνούμενος τὴ Θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ Μυστήρια. Στὴν Ἑλλάδα, ἡ προσωπικότητα τοῦ Τολστόϊ καὶ ἡ σύγκρουσή του μὲ τὸ θρησκευτικὸ κατεστημένο ἐπηρέασε λογίους ὅπως ὁ Νίκος Καζαντζάκης καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Θεοτόκης, οἱ ὁποῖοι εἶδαν στὸ πρόσωπό του ἕναν πρωτοπόρο τῆς κοινωνικῆς ἀφύπνισης. Ἡ μελέτη αὐτὴ φωτίζει τὸ χάσμα μεταξὺ τῆς δογματικῆς πίστης καὶ τοῦ τολστοϊκοῦ πανθεϊσμοῦ, καταδεικνύοντας γιατί γιὰ τὴν ἐποχή του ὁ «κόμης» θεωρήθηκε ὁ μέγιστος ἐσωτερικὸς ἐχθρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας.

   Τὸ ἐρώτημα ἀφορᾶ τὸν κόμητα τῆς Γιάσναγια Πολιάνα, ὁ ὁποῖος προκάλεσε τόση φασαρία κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του καὶ ἀκόμη καὶ μετὰ θάνατον… Παρακολουθοῦσα πάντα κάθε σύγγραμμά του ποὺ ἔβλεπε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας. Συχνὰ ἀνταποκρινόμουν στὶς νέες του ἀπόψεις, στὴ σπάνια διδασκαλία του. Ἔγραψα ἀρκετὰ ἄρθρα, μεταξύ ἄλλων, καὶ μὲ ἀφορμή τὴν ἐπέτειο ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ κόμητος. Αὐτὰ τὰ ἄρθρα προκάλεσαν στοὺς θαυμαστὲς τοῦ Τολστόϊ μία ἔκρηξη ἀγανάκτησης καὶ τῆς πιὸ εἰλικρινοῦς κακίας πρὸς τὸν συγγραφέα. Τί εἴδους γράμματα δὲν ἔλαβα ἀπὸ τοὺς «τολστοφίλους»; Ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὶς συνηθισμένες ἀνόητες φλυαρίες αὐτῶν τῶν ἀνταποκριτῶν μου, ἔστρεψα ἄθελά μου τὴν προσοχή μου σὲ μία θέση, τὴν ὁποία ὅλοι τους κηρύττουν καὶ ὑπερασπίζονται μὲ σπάνια ἐνέργεια, μὲ θαυμαστὴ ἐπιμονή. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἀγνοήσω αὐτὴ τὴ θέση, πόσο μᾶλλον ποὺ οἱ κύριοι ἀνταποκριτὲς ἀπαιτοῦν, κυριολεκτικά – ἀπαιτοῦν, εἴτε νὰ συμφωνήσω μαζί τους, καὶ μάλιστα δημόσια, πανηγυρικά…, εἴτε νὰ ἀποδείξω τὸ σφάλμα τους, χρησιμοποιοῦντας ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὰ ἴδια τὰ ἔργα τοῦ Τολστόϊ καὶ χωρὶς νὰ καταφύγω σὲ ὁποιεσδήποτε ἔρευνες τρίτων γι’ αὐτόν, ἔστω καὶ τὶς πλέον αὐθεντικές.

Ἐκτελῶ εὐχαρίστως τὴν ἀπαίτησή τους, ὅπως εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀνταποκριθῶ καὶ σὲ κάθε ἄλλη παρόμοια…, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι ἀναγνῶστες μου ἀποφάσιζαν νὰ ἀπευθυνθοῦν σὲ ἐμένα μὲ αὐτήν. Η θέση τῶν θαυμαστῶν τοῦ Τολστόϊ, ποὺ προκάλεσε τὴν ἐμφάνιση τῶν παρόντων γραμμῶν, μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ ἐν συντομίᾳ ὡς ἑξῆς: Ὁ κόμης Λ. Τολστόϊ εἶναι φίλος τοῦ Χριστοῦ, ἀληθινὸς χριστιανός, καὶ ὄχι κάποιος ἀντίχριστος, οὔτε ἐχθρὸς τοῦ Κυρίου μας… καὶ, συνεπῶς, διόλου δὲν ἄξιζε τὸν ἀφορισμὸ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία, τὸν ὁποῖο ὑπέστη καὶ ὁ ὁποῖος προκάλεσε ἀνείπωτο, λένε, σκανδαλισμὸ σὲ ὅλους τοὺς Ρώσους, καὶ ὄχι μόνο σὲ αὐτούς… Θὰ ἔπρεπε, λέει, νὰ ταφεῖ χριστιανικά… Τίθεται τὸ ἐρώτημα: εἶναι βάσιμη αὐτὴ ἡ θέση ἢ ὄχι; Ἀπαντῶ, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία: εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμη, καθ’ ὁλοκληρίαν ἐσφαλμένη… Αὐτὴν τὴν ἀπάντησή μου θὰ τὴν ὑποστηρίξω μὲ παραπομπὴ στὰ συγγράμματα τοῦ ἴδιου τοῦ κόμητος καὶ μόνο σὲ αὐτά…

Κάθε κοινωνία, ὁποιουδήποτε εἴδους κι ἂν εἶναι, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μόνο ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι τὰ μέλη ποὺ τὴν ἀποτελοῦν θὰ ἐκπληρώνουν τὸ καταστατικό της, θὰ παραμένουν πιστὰ στὶς ἀρχὲς ἐκεῖνες ποὺ δίνουν νόημα στὴν κοινωνία, καθορίζουν τὸν διακριτικό της χαρακτήρα… Διαφορετικὰ ἡ κοινωνία θὰ διαλυθεῖ. Ἐὰν ὁ καθένας ἀρχίσει νὰ ἐνεργεῖ κατὰ τὴν προσωπική του κρίση καὶ αὐθαιρεσία, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὰ θεμέλια τῆς κοινωνίας, τὶς βάσεις της, τότε θὰ προκύψει τέλεια ἀναρχία – δὲν θὰ ὑπάρχει λόγος νὰ σκέφτεται κανεὶς ὁποιαδήποτε τάξη – γιὰ ὁποιαδήποτε συμπαγὴ ὀργάνωση, γιὰ ὁποιαδήποτε συντονισμένη δραστηριότητα τῶν ἐπιμέρους μελῶν κ.λπ. θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατο νὰ μιλήσει κανείς. Κάθε μέλος ποὺ καταπατεῖ καὶ ἀπορρίπτει τοὺς κανονισμοὺς τῆς κοινωνίας, ἤδη μὲ αὐτὸ τὸ ἴδιο δηλώνει μὲ τὴν πράξη του, μὲ τὴ συμπεριφορά του, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ πλέον μέρος τῆς ἐν λόγω ὀργάνωσης, ἔχει ἐξέλθει ἀπὸ αὐτήν… Καὶ ἐὰν τὰ ὑπόλοιπα μέλη, ποὺ παραμένουν πιστὰ στὶς ἀρχὲς τῆς κοινωνίας, ποῦν δημόσια ὅτι αὐτὸς δὲν ἀνήκει πλέον στὴν τελευταία, τότε δὲν θὰ ἐκφράσουν τίποτα τὸ νέο, τίποτα τὸ ἰδιαίτερο στὴν οὐσία, ἀλλὰ ἁπλῶς θὰ διαπιστώσουν αὐτὸ ποὺ ἔχει ἤδη συμβεῖ καὶ, μάλιστα, ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἐν λόγω προσώπου.

Ἡ Ὀρθόδοξη τοῦ Χριστοῦ «Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἱδρυθεῖσα κοινωνία ἀνθρώπων, ἑνωμένων μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἱεραρχία καὶ τὰ Μυστήρια» (βλ. «Ἐκτενὴς Χριστιανικὴ Κατήχηση τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας»…, «ἐγκεκριμένη ὑπὸ τῆς Ἁγιωτάτης Διοικούσης Συνόδου»…· ἀρχὴ τοῦ κεφαλαίου «περὶ τοῦ ἐνάτου ἄρθρου» τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως). Ὅλοι ὅσοι εἶναι πιστοὶ στοὺς κανονισμούς της, εἶναι καὶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι ὅσοι δὲν ἀναγνωρίζουν αὐτοὺς τοὺς κανονισμούς, ἤδη οἱ ἴδιοι eo ipso θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους ὅτι δὲν ἀνήκει στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, σὲ αὐτήν τὴν «κοινωνία», ὡς ἄνθρωποι αὐθαιρετοῦντες, ποὺ δὲν ὑπολογίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία. Σὲ ἐξέχουσες περιπτώσεις ἡ Ἐκκλησία διαπιστώνει αὐτὸ τὸ γεγονός, ἐνῶ σὲ ἄλλες ὑπομένει μὲ ὑπομονὴ καὶ ἔλεος συγκαταβαίνοντας στοὺς πλανωμένους καὶ προσδοκώντας τὴ μετάνοιά τους, τὴν ἐπιστροφή τους… Συγκεκριμένα – ὅταν αὐτὴ ἡ ἐπίμονη πλάνη φαίνεται ἀπελπιστικὴ καὶ – ἐπιπλέον – πολὺ ἐπικίνδυνη γιὰ ἄλλα πρόσωπα, ποὺ παραμένουν ἀκόμη μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ σκανδαλίζονται ἀπὸ τὴν ἀταξία τῶν ἀποστατῶν, – σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πράξει διαφορετικὰ παρὰ νὰ εἰδοποιήσει ἀμέσως ὅλα τὰ πιστά της μέλη γιὰ τὸν πλανώμενο, – δὲν μπορεῖ…, καθὼς σὲ ἀντίθετη περίπτωση δὲν θὰ στεκόταν στὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της, δὲν θὰ φρόντιζε γιὰ τὸ ὄφελός της…

Σὲ τί πιστεύει ἡ Ἐκκλησία καὶ σὲ τί, συνεπῶς, πρέπει νὰ πιστεύει καὶ κάθε μέλος της ποὺ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψει τοὺς δεσμούς του μαζί της; Ἡ ἀπάντηση δίνεται στὸ «σύμβολο τῆς πίστεως», τὸ γνωστό ὑπὸ τὸ ὄνομα «Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως». Εἰδικότερα, 1) ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς πρέπει νὰ πιστεύει στὸν Θεὸ – «ἕναν» κατ’ οὐσίαν καὶ Τριαδικὸ στὰ Πρόσωπα, – 2) στὸν Θεὸ – «Δημιουργὸ» τοῦ κόσμου γενικὰ καὶ τοῦ ἀνθρώπου εἰδικότερα, – 3) στὸν «Υἱὸ τοῦ Θεοῦ» – τὸ 2ο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ «σαρκώθηκε», «ἔπαθε» γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ ἀνθρωπότητα, γεύτηκε τὸν σταυρικὸ θάνατο, «ἀναστήθηκε», ἀναλήφθηκε «στοὺς οὐρανούς», «κάθεται» ἐκεῖ «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός» καὶ πρόκειται νὰ ἔρθει στὴ γῆ γιὰ τὴν «κρίση» «ζώντων» καὶ «νεκρῶν», – 4) στὸ «Πνεῦμα τὸ Ἅγιο» – τὸ 3ο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος – ποὺ «μίλησε διὰ τῶν προφητῶν»…, – 5) στὴν «Ἁγία Ἐκκλησία» καὶ τὴ διδασκαλία της, – 6) στὰ ἅγια μυστήρια, – 7) στὴν «ἀνάσταση τῶν νεκρῶν» καὶ στὴ «ζωὴ» τὴν αἰώνια.

Τώρα ἂς δοῦμε: πῶς καὶ σὲ τί πίστευε ὁ Λ. Τολστόϊ; Πίστευε σὲ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ πιστεύει κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἢ ὄχι; Δὲν πίστευε. Στὴν «Ἐπιστολή του πρὸς τὸν ΝΝ» (Γενεύη, 1890· 2η ἔκδ. M. Elpidine) ὁ κόμης τῆς Γιάσναγια Πολιάνα δηλώνει μὲ ὑπερηφάνεια καὶ εἰλικρίνεια ὅτι «ἡ Σύνοδος τῆς Νικαίας προκάλεσε τόσο κακό»… (σελ. 4), προφανῶς μὲ τὸ σύμβολο τῆς πίστεώς της… Ἀπὸ ἐδῶ εἶναι ἤδη ἐκ τῶν προτέρων σαφές πῶς ὁ Τολστόϊ θὰ ἀντιμετωπίσει τὰ παραπάνω κύρια σημεῖα αὐτοῦ τοῦ συμβόλου. Εἶναι σαφές ὅτι ἡ στάση του μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο μία: ἀρνητική, βλάσφημη… «Οἱ ἀναγνωρισμένες ἀπὸ ὅλους βάσεις» τῆς χριστιανικῆς «θρησκείας, ποὺ καθιερώθηκαν ἀπὸ τὸ σύμβολο τῆς Νικαίας», – λέει κυνικὰ αὐτὸς ὁ περιβόητος βλάσφημος, – «εἶναι τόσο παράλογες καὶ ἀνήθικες, ἔχουν φτάσει σὲ τέτοια ἀντίφαση μὲ τὸ ὑγιὲς ἀνθρώπινο συναίσθημα καὶ τὴ λογική, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν» δῆθεν «νὰ πιστέψουν σὲ αὐτές». «Οἱ ἄνθρωποι», λέει, «μὲ τὰ χείλη μποροῦν νὰ ἐπαναλαμβάνουν ὁρισμένες λέξεις, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν σὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει» – δῆθεν – «νόημα»… (διάβασε Τολστόϊ: «Τί εἶναι ἡ θρησκεία καὶ ποιά ἡ οὐσία της;» Ἔκδ. «Ἐλεύθερου Λόγου», ἀρ. 75. A. Tchertkoff. Christchurch, Hants, England, 1902. Σελ. 19 – 20). Δὲν φαίνεται ἀπὸ ἐδῶ ἤδη, τί εἴδους μέλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ σοφὸς τῆς Γιάσναγια Πολιάνα, ποὺ μὲ τέτοια «υἱϊκή» (!!) ἀγάπη καὶ μὲ τέτοιο «σεβασμό» (!) καὶ «πραότητα» (!) ἀναφέρεται στὸ «σύμβολο τῆς Νικαίας»;.. Ναί, – αὐτὸ εἶναι ἀρκετὰ φανερὸ σὲ ὅλους, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τοὺς τυφλούς του – τοῦ κόμητος – θαυμαστές, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντας ἰδέα οὔτε γιὰ τὴν πραγματικὴ διδασκαλία τοῦ κόμητος, οὔτε πολὺ περισσότερο γιὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἰσχυρίζονται μὲ θράσος ὅτι ὁ Τολστόϊ εἶναι – δῆθεν – ἀληθινὸς χριστιανὸς καὶ δὲν ἄξιζε τὸν «ἀφορισμό» ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Κι ἐμεῖς – λέει – εἴμαστε τέτοιοι χριστιανοί, – δηλώνουν μὲ εἰλικρίνεια…, γιὰ τὸ ὁποῖο καὶ τοὺς συγχαίρουμε, μὴ ἐμποδίζοντάς τους ταυτόχρονα νὰ εἶναι καὶ τέτοιοι, ὅπως ὁ Τολστόϊ, φιλόλογοι, ποὺ συζητοῦν «γιὰ τὴ χρήση τοῦ ut στὶς ὑποθετικές» (?!) «προτάσεις» (Τολστόϊ: «Σονάτα τοῦ Κρόϊτσερ μὲ Ἐπίλογο». Ἀπὸ τὸ διορθωμένο χειρόγραφο ἔκδ. M. K. Elpidin· Γενεύη, 1890· σελ. 19) καὶ μελετοῦν τὴ χριστιανικὴ δογματικὴ μὲ τὴ βοήθεια ἐγχειριδίων «λειτουργικῆς καὶ ὁμιλητικῆς» (βλ. τὴν κομητικὴ «Κριτικὴ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας»), ποὺ φαντάζουν στὸν κόμητα κάτι σὰν «μπαμποῦλες»… «Ἡ πίστη ποὺ ὁμολογεῖ ἡ ἱεραρχία μας», λέει ὁ Τολστόϊ, «εἶναι ὄχι μόνο ψεῦδος, ἀλλὰ καὶ ἀνήθικη ἀπάτη. Στὴν ὀρθόδοξη δογματική» ὑπάρχουν δῆθεν, κατὰ τὴ δήλωση τοῦ κόμητος, «οἱ πιὸ ἀκατανόητες, βλάσφημες καὶ ἀνήθικες θέσεις, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνο δὲν γίνονται δεκτὲς ἀπὸ τὴ λογική, ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς ἀσύλληπτες καὶ ἀντίθετες πρὸς τὴν ἠθική» (Τολστόϊ: «Ἔκθεση τοῦ Εὐαγγελίου μὲ σημειώσεις»… Ἔκδ. «Ἐλεύθερου Λόγου», ἀρ. 61. A. Tchertkoff· Christchurch, Hants, England. 1901. Σελ. 105). Καλὸς χριστιανός, πάντως! Ἄλλωστε, ὅλες αὐτὲς καὶ οἱ ἄλλες δηλώσεις του συνήθως παραμένουν ἁπλῶς μία καθαρὴ συκοφαντία, ὡς μηδαμινὰ ἐπιβεβαιωμένες καὶ ἀναπόδεικτες, καθὼς δύσκολα θὰ φανεῖ σὲ κάποιον ἀρκετὴ ἡ γυμνὴ κομητικὴ ὕβρις καὶ δύσκολα κάποιος δὲν θὰ ἀπαιτήσει στὴν προκειμένη περίπτωση κάτι πιὸ πειστικό; Καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖο ὁ Τολστόϊ δὲν σκοπεύει νὰ τὸ δώσει… οὔτε ἐδῶ, οὔτε μετέπειτα.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ γενικὴ περιγραφὴ τῶν ἀπόψεων τοῦ Τολστόϊ γιὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴ σημασία καὶ τὴν ἀξία της… στὰ δικά του – τὰ κομητικὰ – μάτια, ἂς περάσουμε στὶς λεπτομέρειες. 1). Στὸ ζήτημα περὶ Θεοῦ ὁ Τολστόϊ διαφωνεῖ πλήρως μὲ τὴ χριστιανικὴ κοσμοθεωρία. Τὴν τριαδικότητα τῶν «Προσώπων» στὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ πλέον νὰ τὴν ἀναγνωρίσει γιὰ τὸν λόγο ὅτι θεωρεῖ τὸν Θεὸ Ὄν ἀπρόσωπο: «ἐγὼ μάλιστα γνωρίζω» (ἀπὸ ποῦ;) «βεβαίως», – λέει ὁ κόμης, – «ὅτι Αὐτός» – ὁ Θεὸς – «δὲν εἶναι προσωπικός» (Τολστόϊ: «Σκέψεις γιὰ τὸν Θεό». Ἔκδ. «Ἐλευθ. Λόγου»: ἀρ. 40. A. Tchertkoff. Purleigh, Maldon, Essex, England. 1900· σελ. 13). Αὐτὴν τὴν ἰδέα ὁ κόμης ξεκάθαρα καὶ συγκεκαλυμμένα, ἄμεσα καὶ ἔμμεσα τὴν προωθεῖ σὲ πολλὰ σημεῖα τῶν θλιβερῶν του ἔργων, τῶν «θρησκευτικο-φιλοσοφικῶν» (ὀνομαζόμενων ἔτσι συνήθως μόνο ἀπὸ μία παρεξήγηση) (σύγκρ., π.χ., αὐτόθι, σελ. 27. Διάβασε Τολστόϊ: «Ἡ ἔννοια περὶ Θεοῦ μερικῶν προσώπων, ποὺ κατανοοῦν ἐξίσου τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ»· Γενεύη, – M. Elpidine… 1889. Διάβασε ἐπίσης τὴν παρατεθεῖσα παραπάνω «Ἔκθεση Εὐαγγελίου», σελ. 1 καὶ πολλὰ ἄλλα). Ἡ πανθεϊστικὴ κοσμοθεωρία τοῦ Τολστόϊ εἶναι γενικὰ πασίγνωστη καὶ ἀπὸ κανέναν δὲν ἀμφισβητεῖται, οὔτε μπορεῖ, βέβαια, νὰ ἀμφισβητηθεῖ, – ἀλλὰ ἡ ἀξία της (στὰ μάτια τῶν θεϊστῶν) – εἶναι μικρότερη ἀπὸ μία τσακιστὴ δεκάρα…

Εἶναι φυσικό, ἑπομένως, ὅτι ὁ Τολστόϊ ὄχι μόνο δὲν ἀναγνωρίζει ὁ ἴδιος τὴν «Τριαδικότητα»…, ἀλλὰ, κρίνοντας τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, εἶναι βέβαιος ὅτι δῆθεν δὲν τὴν ἀναγνωρίζουν οὔτε οἱ ὑπόλοιποι. Ἔτσι, στὸ «Προσκλητήριο πρὸς τὸν κλῆρο» (ἔκδ. «Ἐλευθ. Λόγου», ἀρ. 81. A. Tchertkoff. Christchurch, Hants, England. 1903), ὁ Τολστόϊ ἰσχυρίζεται: «πιστεύετε ὅτι πρέπει νὰ λέτε πὼς πιστεύετε σὲ αὐτό», δηλαδή, ὅτι «ὁ Θεὸς εἶναι Τριάδα», «ἀλλὰ δὲν πιστεύετε ὅτι συνέβη αὐτὸ ποὺ λέτε. Δὲν πιστεύετε, διότι ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι εἷς καὶ τρεῖς…, δὲν ἔχει γιὰ ἐσᾶς κανένα νόημα. Μπορεῖ κανείς», λέει, «νὰ προφέρει λέξεις ποὺ δὲν ἔχουν νόημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύει σὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει νόημα»… «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύει κανεὶς ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ταυτόχρονα – καὶ εἷς καὶ τρεῖς»… (σελ. 40). Σὲ αὐτὲς τὶς θέσεις ὁ κόμης ἐπανέρχεται συχνὰ (ib., σελ. 43…). Τὸ δόγμα περὶ τῆς «Τριαδικότητος» τῶν Προσώπων τῆς Θεότητος τὸν συγχέει σὲ ὕψιστο βαθμό. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτό, κατὰ τὰ λόγια του, «δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει σὲ ἕνα ὑγιὲς κεφάλι» (διάβασε Τολστόϊ: «Σύνοψη καὶ μετάφραση τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων»· ἔκδ. M. K. Elpidin· τ. I· Γενεύη, 1892· σελ. 6 – 7). «Θεὸς 1 καὶ 3…, κάτι ποὺ ἐγώ», λέει ὁ Τολστόϊ, «δὲν μπορῶ νὰ ἀποδεχθῶ, ἐκτὸς ἂν παραφρονήσω» («Ἅπαντα τὰ ἔργα τοῦ κόμητος Τολστόϊ, ἐκδοθέντα στὸ ἐξωτερικό». Ἔκδ. E. V. Hertzick: Πετρούπολη. 1906· τ. I. «Ἐξομολόγηση». «Εἰσαγωγὴ στὴν κριτικὴ τῆς δογματικῆς θεολογίας καὶ στὴν ἔρευνα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας»· σελ. 29 – 30). «Στὸ κεφάλι, στὸ ὁποῖο ἔχει καρφωθεῖ ἡ σφήνα τῆς Τριάδος»…, – λέει ὁ κόμης, – «δὲν μπορεῖ πλέον νὰ συγκρατηθεῖ καμία λογική…. κατανόηση τῆς ζωῆς» («Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 32· σρ. σελ. 36). «Τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ παράλογο ἀπὸ αὐτό», – ἐρωτᾶ ὁ Τολστόϊ, – «ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι εἷς καὶ τρεῖς, καὶ ὄχι τρεῖς θεοί, ὅπως ὁ Βράχμα, ὁ Βισνοὺ καὶ ὁ Σίβα, ἀλλὰ εἷς καὶ ταυτόχρονα τρεῖς» («Τί εἶναι ἡ θρησκ.»…, σελ. 19); Αὐτὸ – λέει – «δὲν παρουσιάζει κανένα νόημα»… (σελ. 20)…

Ἡ ἄποψη τοῦ Τολστόϊ γιὰ τὸ ἐν λόγω σημεῖο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, εἶναι πλήρως σαφής, καὶ ἀμφιβολίες ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἀπομένουν ἀπολύτως καμία. Μὴ δυνάμενος νὰ ἀνυψωθεῖ ἕως τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, – ἔχοντας ταυτίσει ἀπολύτως τὴν ἀκατανόητη ἀπὸ αὐτόν, ἐπιπλέον, «Δογματική» τοῦ μητροπ. Μακαρίου μὲ τὴ χριστιανικὴ δογματικὴ αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, – ἀναζητώντας τὴ διευκρίνιση δογματικῶν ζητημάτων στὶς «Λειτουργικὲς» καὶ τὶς «Ὁμιλητικὲς» καὶ σχεδὸν στὴ λατινικὴ Γραμματική… καὶ γι’ αὐτὸ φυσικὰ παρασυρθεὶς στὴν πλάνη, ὁ κόμης εἶχε ἀκόμη τὸ θράσος, – ὅπως εἴδαμε παραπάνω, – νὰ ἀποδίδει στοὺς ἄλλους, π.χ., στὸν «κλῆρο», αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ τελευταῖος ἀπολύτως δὲν εὐθύνεται διόλου, καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦσε ἰδιοκτησία μόνο τοῦ ἀσθενοῦς κομητικοῦ κεφαλιοῦ καὶ ἄλλων παρομοίων του! Σὲ αὐτὸ ὁ κόμης ἁμάρτανε γενικὰ ὄχι λίγο. Δὲν ὑστεροῦν ἀπὸ αὐτὸν καὶ οἱ ἀνόητοι ἀκόλουθοί του… Ἀλλά, ἄλλωστε, ὁ λόγος μας ἐδῶ δὲν εἶναι γι’ αὐτό. Τὸ καθῆκον μας ἀποσκοπεῖ μόνον στὸ νὰ διαπιστώσει τὶς πραγματικὲς ἀπόψεις τοῦ Τολστόϊ στὰ πλέον οὐσιώδη χριστιανικὰ ζητήματα, ὥστε στὴ συνέχεια νὰ μπορέσουμε νὰ ἀπαντήσουμε τεκμηριωμένα στὸ ἐρώτημα ποὺ τέθηκε στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ ἄρθρου μας…

2). Τὴ βιβλικὴ διδασκαλία περὶ Θεοῦ, ὡς «Δημιουργοῦ» τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Τολστόϊ, μὲ τὴ σειρά του, τὴν ἀπορρίπτει, ὡς μὴ συμβαδίζουσα μὲ τὴν παράλογη πανθεϊστική του κοσμοθεωρία. Καὶ ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, δὲν περιορίζεται συνήθως μόνο στὴν ἄρνηση τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀπόψεως, ἀλλὰ ἐπιπλέον προσπαθεῖ νὰ χλευάσει ὅσους σκέφτονται διαφορετικὰ καὶ τοὺς ἀποδίδει τὰ δικά του ἐπινοήματα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι διόλου δὲν συμμερίζονται… Ἀπευθυνόμενος στὸν κλῆρο (βλ. Τολστόϊ «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.») ὁ κόμης, – μετὰ ἀπὸ χλευασμοὺς κατὰ τῆς «ἱερᾶς ἱστορίας», κατὰ τῶν δῆθεν «ἐλθόντων σὲ ἀντίφαση μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν κατανόηση τῶν ἀνθρώπων ἀνηθίκων» (?!) «διηγήσεών» της, κατὰ τῶν «ἀρχαϊκῶν» (?) «θέσεων τοῦ συμβόλου τῆς Νικαίας»… (σελ. 45), – δηλώνει μὲ τὴ συνήθη γι’ αὐτὸν κατηγορηματικότητα: «κανένας» – λέει – «υγιής… μορφωμένος ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἀνατράφηκε στὴν παιδική του ἡλικία στὴ δική σας πίστη, ὄχι μόνο δὲν θὰ σᾶς πιστέψει, ἀλλὰ εἴτε θὰ γελάσει, εἴτε θὰ σᾶς περάσει γιὰ ψυχικὰ ἀσθενή» (νά ποῦ ἔφτασε ὁ κυνικός-βλάσφημος τῆς Γιάσναγια Πολιάνα!), «ἀκούγοντας τὶς διηγήσεις σας γιὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου»… (σελ. 46)… Μήπως δὲν συμβαίνει τὸ ἀντίθετο, κόμη; Μήπως ἐσᾶς δὲν θὰ περάσει κάθε σωφρονῶν ἄνθρωπος πιὸ εὔκολα γιὰ τρελό, ἀκούγοντας πῶς ἐσεῖς, μὴ θέλοντας νὰ κοπιάσετε γιὰ νὰ κατανοήσετε τὴν ἀποκαλυφθεῖσα διδασκαλία περὶ κοσμοποιΐας, προφέρετε ἐναντίον της μία τόσο ἄγρια καὶ ἀληθινὰ παράφρονη καταδίκη; Μήπως ὄχι ἐσᾶς, ποὺ ἀναπόδεικτα ἰσχυρίζεστε ὅτι δῆθεν «ὁ πατέρας ἢ ὁ δάσκαλος» τοῦ παιδιοῦ, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς μεγαλύτερους μὲ ἐρωτήσεις, – κάθε φορά, ἀντίθετα πρὸς τὴν ἐσωτερική του πεποίθηση («στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του ἀναγνωρίζει ὡς μὴ ἀληθινό»), «λέει…, ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο σὲ ἕξι ἡμέρες»… (Τολστόϊ «Χριστιανικὴ διδασκαλία»· ἔκδ. Vl. Chertkov, ἀρ. 10. Purleigh, Essex, England. 1898. Σελ. 68); Καὶ ποιός σᾶς γνώρισε τόσο σχολαστικὰ τὶς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, τὶς ὁποῖες μετρᾶτε μόνο μὲ τὸ δικό σας πλαστὸ μέτρο; Μιὰ καὶ ὁ διεστραμμένος νοῦς σας δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει τὴ βιβλικὴ διδασκαλία περὶ «δημιουργίας τοῦ κόσμου ἐκ τοῦ μηδενὸς πρὶν ἀπὸ 6000» (??) «χρόνια» (καὶ ἀκόμη τῆς πίστεως στὴν «Τριάδα», γιὰ τὴν Ὁποία ὁ Τ. μιλάει ἑκατομμύρια φορὲς εὐκαίρως ἀκαίρως, – τόσο πολὺ Τὸν ἀνησυχεῖ!)…, σπεύδετε ἤδη μὲ τὴ συνηθισμένη σας καὶ σὲ ὅλους ἀνιαρὴ δήλωση, ὅτι αὐτὸ δῆθεν δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει οὔτε κανένας ἄλλος νοῦς, – διαφορετικὰ – λέει – γιὰ τὸν «ἄνθρωπο οἱ ἀπαιτήσεις τῆς λογικῆς» θὰ εἶναι «πλέον μὴ ὑποχρεωτικές», «καὶ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιος γιὰ καμία ἀλήθεια»… (Τολστόϊ «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 31–32). Ἀλλὰ γιατί ἀκριβῶς «δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει» τὴ βιβλικὴ διδασκαλία κανενὸς ὁ νοῦς…, σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα (καὶ σὲ παρόμοιά του) ὁ κόμης συνήθως σιωπᾶ ἢ… δοκιμάζει νὰ ξεφύγει μὲ ὕβρεις, τὶς ὁποῖες τόσο πολὺ συνήθισε καὶ οἱ ὁποῖες, φυσικά, κανέναν δὲν μποροῦν νὰ πείσουν. Οἱ μέθοδοι τοῦ κόμητος εἶναι παντοῦ οἱ ἴδιες… «Χωρὶς νὰ μιλᾶμε πιὰ γιὰ ὅλους τοὺς παραλογισμοὺς τῆς παλαιᾶς διαθήκης ὅπως ἡ δημιουργία τοῦ φωτὸς πρὶν ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου πρὶν ἀπὸ 6000 χρόνια»… (Τολστόϊ «Τί εἶναι ἡ θρησκεία»…, 18 – 19), – δηλώνει, π.χ., αὐτός, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει διόλου τὴν ἀπὸ καιροῦ ἤδη διευκρινισμένη (ἔστω καὶ ἀπὸ τὸν μητροπ. Φιλάρετο καὶ πολλοὺς ἄλλους) δυνατότητα τῆς «δημιουργίας τοῦ φωτὸς πρὶν ἀπὸ τὸν ἥλιο»…, – ἔχοντας ἀποστηθίσει – μηχανικὰ ἐσφαλμένα ἀντιγραμμένο ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸ «6000» κ.λπ., – χωρὶς νὰ δοκιμάζει διόλου νὰ ἀποδείξει τὴν ὕπαρξη «παραλογισμῶν» καὶ ὑποθέτοντας, προφανῶς, ὅτι ὅλοι θὰ τὸν πιστέψουν μὲ τὸν λόγο του (ἐ, πῶς ἀλλιῶς;)…

Καὶ λοιπόν, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι – «προσωπικός», ὅτι Αὐτὸς εἶναι – «Τριαδικὸς στὰ Πρόσωπα», ὅτι Αὐτὸς εἶναι – «Δημιουργὸς» τοῦ κόσμου…, – ὅλα αὐτὰ δὲν χωροῦν στὸ «λογικὸ» κεφάλι τοῦ κόμητος τῆς Γιάσναγια Πολιάνα. Ὁ τελευταῖος, ἄλλωστε, δὲν ἀναγνωρίζει οὔτε αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀοράτου κόσμου (μὴ ἔχοντας τὴ δυνατότητα, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν ἀπαράμιλλη θρασύτητά του, νὰ ἀρνηθεῖ τὸν «ὁρατό»)… Ὁ Τολστόϊ ἐξοργίζεται μὲ τὸ κήρυγμα στὶς «μάζες» – τῆς «πίστεως στοὺς διαβόλους»… («Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 34), στὸν «διάβολο» (σελ. 30)… «Διάβολοι καὶ ἄγγελοι», – λέει, – εἶναι – «αὐτὰ ποὺ δὲν μπορῶ νὰ ἀποδεχθῶ, ἐκτὸς ἂν παραφρονήσω» (παρατ. τ. I «Ἅπαντα Τ.», ἔκδ. Hertzick, σελ. 29–30)… Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἄγγελοι, οὔτε διάβολος, – δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ἑπομένως, οὔτε «ψαλμωδία» τῶν πρώτων «ἀπὸ τὸν οὐρανό», οὔτε ὁποιεσδήποτε «συνομιλίες» μὲ τὸν τελευταῖο («Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 30), – δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, βεβαίως, καὶ καμία δημιουργία οὔτε τῶν μὲν οὔτε τοῦ δέ. Διαφορετικοῦ εἴδους μαρτυρίες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, σαφεῖς καὶ ἀναμφισβήτητες, ἀπειράριθμες, δὲν χωροῦν στὸ κεφάλι τοῦ κόμητος, «ἕως ὅτου» – λέει – αὐτὸς ἀκόμη «δὲν παραφρονήσει»… Δὲν παρατηρεῖ ἐδῶ μόνο ἕνα, – ὅτι ἤδη ἀπὸ καιροῦ, προφανῶς, πρόλαβε νὰ «παραφρονήσει», ἐξαιτίας τοῦ ὁποίου καὶ ἄρχισε νὰ χαρίζει στὴν κοινωνία τὰ ἀνόητα θρησκευτικο-φιλοσοφικά του παραληρήματα – τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, παρουσιάζοντάς τα μὲ κομπασμὸ ὡς ἀλήθεια, ὡς ἀνακαλύψεις… Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ποὺ δὲν ἔχασαν ἀκόμη τὰ λογικά τους καὶ οἱ ὁποῖοι, συνεπῶς, μποροῦν ἀκόμη νὰ κατανοοῦν αὐτὸ ποὺ διαβάζουν, συνήθως ἐμμένουν σὲ ἄλλες ἀπόψεις γιὰ τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἀνάγνωση τῆς Βίβλου…

3). Σχετικὰ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὁ Τολστόϊ, μὲ τὴν ἰδιάζουσα σὲ αὐτὸν κυνικὴ θρασύτητα, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Κύριος διόλου δὲν εἶναι τὸ «2ο Πρόσωπο», ὅτι Αὐτὸς δὲν «δημιούργησε τὸν κόσμο» καὶ δὲν «κατῆλθε στὴ γῆ» κ.λπ. (Τολστόϊ «Χριστ. διδ.», σελ. 68). Λόγω τῶν προαναφερθέντων χαρακτηριστικῶν τῆς κομητικῆς κοσμοθεωρίας, ποὺ ἀρνεῖται τὸν «προσωπικὸ» καὶ «Τριαδικὸ» Θεό, βέβαια, ὅλα αὐτὰ εἶναι καὶ κατανοητά, ἀλλὰ τὸ πόσο μακριὰ βρίσκονται ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ, συνεπῶς, ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, – εἶναι ἤδη – ἄλλο, βεβαίως, ζήτημα… Ὁ Κύριός μας, κατὰ τὸν Τολστόϊ, δὲν εἶναι Θεός, ἀλλὰ ἁπλὸς ἄνθρωπος (ibid., σελ. 77) (σρ. «Ἔκθ. Εὐαγγελίου», σελ. 119 κ.ἄ.), ἂν καὶ – λέει – «ἀπὸ τὴν ἰδέα» τῆς θείας Του φύσεως ἀκόμη καὶ μέχρι τώρα «δὲν μποροῦν νὰ ἀπαλλαγοῦν δισεκατομμύρια ἀνθρώπων ἔξυπνων καὶ ἀνόητων, λογίων καὶ ἀγραμμάτων»… (ibid., σελ. 119). Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλη ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Θεανθρώπου ἀποτελοῦσαν μία συνεχή ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας ποὺ εἶναι ἀντίθετη πρὸς τοὺς κομητικοὺς ἰσχυρισμούς, τουλάχιστον γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχασαν ἀκόμη τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνουν τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀκουόμενα…, ὁ Ρῶσος ἀντίχριστος ἀπὸ τὴ Γιάσναγια Πολιάνα, γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἄποψή του, ποὺ ἐρχόταν σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ξεμπερδεύει μὲ αὐτὰ τὰ γεγονότα χωρὶς τελετές, μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀντιεπιστημονικῶν του μεθόδων, ἀπορρίπτοντας τὰ πάντα χωρὶς συζήτηση, ὁτιδήποτε ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον δὲν ἀνταποκρίνεται στὸ σεχταριστικὸ τολστοϊσμό.

Ἀπὸ ἐδῶ προκύπτει ὅτι ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἀντίληψη τοῦ κόμητος διόλου δὲν ἦταν «παντελῶς ἁγία καὶ ξένη πρὸς τὴν ἁμαρτία» (βλ. «Κατήχ.» – περὶ τοῦ «3ου ἄρθρου»), ἀλλὰ ὑπῆρξε μόνον ἡ πλέον συνηθισμένη: ἕνας ἄνθρωπος, λέει, ποὺ θεωρεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του «ὑποχρεωτικὲς τὶς ἀπαιτήσεις τῆς λογικῆς», δὲν μπορεῖ νὰ σκέφτεται διαφορετικά (Τολστόϊ «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 31, 32…, 43). Ὡς ἐκ τούτου, καὶ τὸ νὰ προσεύχεται κανεὶς στὴ «Θεοτόκο», ὡς σὲ κάποιο δῆθεν ἀνώτερο ὄν, εἶναι παράξενο: αὐτὸ – λέει – εἶναι ζήτημα μιᾶς παρόμοιας «φοβερῆς ἀπάτης», ὅπως καὶ ἡ προσευχὴ στὸν «Θεό, τὸν Χριστό, τὸν Βούδα, τὸν Μωάμεθ»… (Τολστ. «Χριστ. διδ.», σελ. 77)… Αὐτὸς ὁ χριστιανός, γιὰ τὸν «ἀφορισμό» τοῦ ὁποίου ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς δῆθεν ἀδικώτατο, τόσο πολὺ θρηνοῦν οἱ τολστοϊκοί, – ἔθεσε, – ὅπως βλέπετε, – στὴν ἴδια γραμμὴ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό καὶ τὸν Βούδα καὶ τὸν Μωάμεθ! Καλὸς χριστιανός, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία!.. Ἀλλὰ ἀκόμη χειρότεροι, ἴσως (ἂν βέβαια μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπινοήσει κάτι χειρότερο ἀπὸ τὰ τολστοϊκὰ παραληρήματα), εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ περιβόητοι θρηνητές! Γιατί δὲν θρηνοῦν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, καὶ γιὰ τὴν ἀπόρριψη τοῦ Ἑωσφόρου ἀπὸ τὸν Θεό;.. Πιστὸς στὸν ἑαυτό του ὁ βλάσφημος καὶ ὑβριστής, οὔτε ἐδῶ μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ στὸν ἑαυτό του τὴν εὐχαρίστηση νὰ χλευάσει: «τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ Θεοτόκος εἶναι – καὶ μητέρα καὶ παρθένος»… (Τολστ. «Τί εἶναι ἡ θρησκεία»…, σελ. 19)…, ἐρωτᾶ ὁ Τολστόϊ, μὴ θέλοντας νὰ ὑπολογίσει τὶς διευκρινίσεις ἐκ μέρους τῆς χριστιανικῆς Δογματικῆς…

Ἐφόσον ἡ γέννηση τοῦ Σωτῆρος, κατὰ τὸν Τολστόϊ, εἶναι φαινόμενο – τὸ πλέον συνηθισμένο, – εἶναι κατανοητό, ἀπὸ ἐδῶ, ὅτι ὁ κόμης μὲ μειδίαμα (ἐλλείψει ἄλλων ἀποδείξεων) ἀντιμετωπίζει καὶ ὅλες τὶς θαυμαστὲς περιστάσεις ποὺ συνόδευαν αὐτὸ τὸ ἀπαράμιλλο στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου γεγονός: «ἡ πορεία τοῦ ἀστέρος, ἡ ψαλμωδία ἀπὸ τὸν οὐρανό»… ἀπορρίπτονται ἀπὸ αὐτὸν χωρὶς καμία συζήτηση, ἐνῶ ὁ περιβόητος ψεύτης κατὰ τοῦ χριστιανισμοῦ – ὁ κόμης αὐτός – δὲν διστάζει νὰ ἐπινοήσει ὅτι δῆθεν ἡ Ἐκκλησία ὑποβιβάζει τὴ χριστιανικὴ «ἠθικὴ διδασκαλία», τὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία»… ἔναντι τῆς «συμφωνίας τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὴν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης» κ.τ.λ. (Τολστόϊ «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 30)… Ὁ Τολστόϊ ἐπλήττει ἐδῶ τὴν Ἐκκλησία γιὰ τὴ διάδοση δῆθεν «παραμυθιῶν» (σελ. 30 – 31), ἀλλὰ δὲν παρατηρεῖ ὅτι γιὰ παραμύθια μπορεῖ κανεὶς νὰ μιλήσει μόνον σὲ ἐφαρμογὴ στοὺς δικούς του λόγους – τὸν διόλου θεμελιωμένο καρπὸ τῆς ἀριστοκρατικῆς του φαντασίας, τῆς φαντασίας ἑνὸς ἀργόσχολου ἀνθρώπου, – καὶ ὄχι στὶς διηγήσεις τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, οὔτε στὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ ἐρείδεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια καὶ εἶναι σὲ ὅλες τὶς λεπτομέρειές της λογικὰ τεκμηριωμένη…

Ὅλα ὅσα διηγοῦνται στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν «Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή», τὴ «σύλληψη, τὴ γέννησή» του…, χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Τολστόϊ – ὡς «θρῦλοι» (Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 212 – 213). Πολὺ περισσότερο ὁ κόμης δὲν μπορεῖ νὰ συμβιβαστεῖ μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση γιὰ τὴ βάπτιση τοῦ Κυρίου,– ὅτι «ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί», ὅτι ἀκούστηκε «φωνὴ ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα»… (Ματθ. III:16–17)… «Τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ παράλογο ἀπὸ αὐτό», – ἐρωτᾶ, – «ὅτι ὁ οὐρανὸς ἀνοίχθηκε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκούστηκε φωνή» (Τολστ. «Τί εἶναι ἡ θρησκ.», σελ. 19); «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύει κανείς», λέει ὁ ἴδιος, «ὅτι ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοί, οἱ ὁποῖοι γιὰ ἐμᾶς πλέον δὲν ὑπάρχουν» (Τ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 40–41)… Ὅ,τι δὲν χωράει στὸ κεφάλι τοῦ περιορισμένου Ρώσου «σοφοῦ-φιλοσόφου», αὐτὸ καὶ εἶναι – λέει – «παράλογο»… Ὅ,τι κηρύσσεται ἀπὸ τὶς νεώτερες, συνήθως πολὺ πρόσκαιρες, θεωρίες, αὐτὸ – λέει – μόνον εἶναι ἀληθές! «Γιὰ ἐμᾶς», – βλέπετε, – οὐρανοὶ «πλέον δὲν ὑπάρχουν»… Βεβαίως! Ἀλλά, σὲ κάθε περίπτωση, ἡ κάτω γῆ, ἡ κόλαση μὲ τὸν Βεελζεβοὺλ ἀκόμη παρέμειναν καὶ γιὰ τὸν Τολστόϊ!

Τὰ περαιτέρω γεγονότα στὴ ζωὴ τοῦ Σωτῆρος μας, ὅπως ὁ πειρασμός Του ἀπὸ τὸν διάβολο στὴν ἔρημο (Ματθ. 4:1-11), ἀπὸ τὸν Τολστόϊ κατανοοῦνται μὲ τὴ συνήθη γι’ αὐτὸν ἔννοια: ἡ «συνομιλία μὲ τὸν διάβολο» εἶναι – «παραμύθι» (Τ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 30). «Ὁ συγγραφέας», δηλαδή, ὁ εὐαγγελιστής, ἐδῶ «ἀναγκάζει τὸν Χριστὸ νὰ μιλήσει μὲ τὸν ἑαυτό του», – διδάσκει ὁ κόμης, – «καὶ αὐτὸς ὀνομάζει τὴ μία φωνὴ – φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν ἄλλη πότε διάβολο, δηλαδή, ἀπατεώνα, πότε πειραστή»… «Οἱ λέξεις ποὺ ἀποδίδονται στὸν πειραστή», – κατὰ τὸν Τολστόϊ, – «ἐκφράζουν μόνο τὴ φωνὴ τῆς σαρκός» – τίποτε περισσότερο. «Ὅλοι οἱ πειρασμοὶ εἶναι» – λέει – «οἱ πλέον συνηθισμένες ἐκφράσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνα, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται στὴν ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου» – καὶ μόνον… (Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 125–130)… Γιατί ἔτσι, – καὶ ὄχι διαφορετικά…, – γιατί ἡ σαφὴς εὐαγγελικὴ διήγηση γι’ αὐτό τὸ γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ Σωτῆρος πρέπει νὰ κατανοεῖται μὲ τὴν τολστοϊκὴ ἔννοια, τὴν παρὰ φύσιν…, – παραμένει αἴνιγμα. Εἶναι σαφὲς μόνον ἕνα, ὅτι, ἐὰν σταθεῖ κανεὶς σὲ μία τέτοια «αὐθαίρετη» ἄποψη, μπορεῖ εὔκολα νὰ παρερμηνεύσει ὅλη τὴν ἱστορία ὅπως θέλει ὁ καθένας (ὁ περιβόητος Σίσκο εἶναι ἀκόμη σὲ ὅλους «ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν»…), – μπορεῖ κανεὶς ἀκόμη καὶ τὸν κόμητα Τολστόϊ, ἴσως, νὰ τὸν μετατρέψει σὲ «χριστιανὸ» καὶ σχεδὸν στὸν «τελευταῖο», μετὰ τὸν ὁποῖο χριστιανοὶ πλέον καὶ δὲν ἀπέμειναν στὸν κόσμο (βλ. τὸ ἄρθρο μου: «Ὁ τελευταῖος χριστιανός»· «Ἐκκλ. Ἀγγελιοφόρος», 1911, ἀρ. 5–6)… Τὰ πάντα μποροῦν νὰ ἀποδειχθοῦν, ἐκτός… ἀπὸ τὴ μία «ἀλήθεια», ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ κύριοι μήπως ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτήν;..

Ἤδη ἐκ τῶν προτέρων μπορεῖ κανεὶς νὰ περιμένει ὅτι ὁ Τολστόϊ θὰ κρατήσει ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πολυάριθμα θαύματα τοῦ Χριστοῦ καί, χρησιμοποιοῦντας τὴ μέθοδό του τῆς ἀπόλυτης αὐθαιρεσίας στὴν ἑρμηνεία τῶν σαφέστατων εὐαγγελικῶν διηγήσεων, θὰ μεταποιήσει κατὰ τὸ δοκοῦν ἀκόμη καὶ ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ διαστρέβλωση, θὰ φαινόταν, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατη… Ὅλα αὐτὰ καὶ τὰ βλέπουμε…, δυστυχῶς, ἂν καὶ ὄχι πρὸς ἔκπληξη… Ὁ Τολστόϊ διαβεβαιώνει ὅτι καὶ ὁ «κλῆρος» «δὲν πιστεύει» στὰ θαύματα (σρ. Τ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 43…)… «Ὁ ἄνθρωπος», κατὰ τὰ λόγια τοῦ κόμητος, δῆθεν «δὲν θὰ εἶναι σὲ θέση» οὔτε κὰν «νὰ γνωρίσει τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν πίστη στὸ θαυμαστό, στὸ ὑπερφυσικό», – ἐὰν δὲν ἀρχίσει «νὰ ἀναγνωρίζει ὡς ψεῦδος ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀφύσικα», ποὺ «ἀντιφάσκουν στὴ λογική», ποὺ ἀπὸ ἐδῶ εἶναι μόνον «ἀνθρώπινη ἀπάτη», ὅπως εἶναι – λέει – ὅλα τὰ θαύματα, γιὰ τὰ ὁποῖα γίνεται λόγος – «στὴ βίβλο, στὰ εὐαγγέλια, στὰ βουδιστικά, μωαμεθανικά, ταοϊστικὰ καὶ ἄλλα βιβλία»… (Τολστ. «Χρ. διδ.», σελ. 78–79). Ὅλα – σὲ μία μάζα: καὶ τὰ εὐαγγελικὰ θαύματα, καὶ τὰ «βουδιστικὰ» παραμύθια κ.τ.λ. Μόνο ποὺ θὰ εἶχε ἐνδιαφέρον νὰ μάθουμε, γιὰ ποιά βουδιστικὰ θαύματα μιλάει ὁ κόμης; Προφανῶς, οἱ γνώσεις τοῦ Τολστόϊ γιὰ τὸν βουδισμό, τὸν μωαμεθανισμό, τὸν ταοϊσμό… εἶναι ὑπερβολικὰ «ἀξιοζήλευτες»!..

Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ ὁ κόμης τὰ ὀνομάζει «παραμύθι» – καὶ τέλος! «Παραμύθι»: ἡ «μετατροπὴ τοῦ ὕδατος σὲ οἶνο», – «παραμύθια»: οἱ «πορεῖες ἐπὶ τῶν ὑδάτων», οἱ «θεραπεῖες», οἱ «ἀναστάσεις ἀνθρώπων» κ.λπ. (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 30–31)…, – γενικὰ ὅλα τὰ θαυμαστὰ φαινόμενα τοῦ Κυρίου (σελ. 31)…, ὡς κάτι ἀσυμβίβαστο μὲ τὶς «ἀπαιτήσεις τῆς λογικῆς» (ibid., σελ. 31–32), δηλαδή, τῆς κομητικῆς, καὶ ὄχι τῆς ἀνθρώπινης γενικά… Π.χ., ὁ Κύριος θεράπευσε «μία γυναίκα ποὺ εἶχε πνεῦμα ἀσθενείας γιὰ δεκαοκτὼ χρόνια» («ἦταν συγκύπτουσα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνακύψει»)… (Λουκ. XIII:11–17). Τὸ γεγονὸς τῆς θεραπείας ἦταν παρόν καὶ συνέβη γρήγορα, στιγμιαῖα. Ὁ Κύριος «ἐπέθηκε τὶς χεῖρες, – καί» ἡ γυναίκα «ἀμέσως ἀνέκυψε»… (στ. 13). «Ὁ ἀρχισυνάγωγος» ἐξέφρασε «ἀγανάκτηση» γιὰ τὸ «ὅτι ὁ Ἰησοῦς θεράπευσε» – ἐθεράπευσεν (σελ. 14)… Καὶ ὁ Τολστόϊ διευκρινίζει: «Ὁ Ἰησοῦς ἄρχισε νὰ τὴν κουράρει» (Τ. «Ἔκθεση Εὐαγγελίου», σελ. 7). Τὸν τύπο τοῦ ἀορίστου τοῦ ρήματος δὲν θὰ τὸν μετέφραζε ἔτσι, ὅπως τὸ ἔκανε ὁ κόμης, βεβαίως οὔτε μαθητὴς γυμνασίου, ποὺ ἔχει μελετήσει ἔστω καὶ λίγο τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα (δυστυχῶς, ἡ τελευταία καὶ στὰ γυμνάσια ὑπέστη διωγμούς!). Δὲν μιλᾶμε πλέον γιὰ τὸ ὅτι ἡ κομητικὴ μετάφραση βρίσκεται σὲ ἀντίφαση μὲ ὅλη τὴ ροὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου… Ἀλλὰ τί τὸν νοιάζουν τὸν κόμητα οἱ ἀντιφάσεις; Ἐὰν ἀρχίσουμε τὸν «ἐνεστώτα χρόνο» νὰ τὸν μεταφράζουμε ὡς «μέλλοντα» καὶ ἀντίστροφα, – τὴν «τετελεσμένη ὄψη» ὡς ἀτελῆ κ.τ.λ., ἀνάλογα μὲ τὴν προσωπική μας ἐπιθυμία, τότε, κ. κόμη, μεταξὺ τοῦ πρωτοτύπου καὶ τῆς μεταφράσεως δὲν θὰ ἀπομείνει πλέον ἀπολύτως τίποτε κοινό, κανένα σημεῖο ἐπαφῆς…

Γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους ὁ Κύριος ἔπαθε ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς Ἰουδαίους καὶ γεύτηκε τὸν σταυρικὸ θάνατο. Ὁ Τολστόϊ δὲν μπορεῖ μὲ κανέναν τρόπο νὰ ἀποσαφηνίσει στὸν ἑαυτό του οὔτε τὴν προπατορικὴ πτώση, οὔτε τὴ σημασία της, ὅπως αὐτὴ ἀποδίδεται στὸν χριστιανισμό, οὔτε τὸ ἀπολυτρωτικὸ νόημα τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ σταυρικοῦ θανάτου… Ὅλη ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία φαίνεται στὸν κόμητα καὶ παράξενη, καὶ παράλογη, καὶ ἀκόμη «ἀνήθικη»… «Τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ ἀνήθικο ἀπὸ ἐκείνη τὴ φοβερὴ διδασκαλία, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεός, κακὸς καὶ ἐκδικητικός, τιμωρεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ καὶ γιὰ τὴ σωτηρία τους στέλνει τὸν υἱό του στὴ γῆ, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸν σκοτώσουν»… (Τολστ. «Τί εἶναι ἡ θρησκεία»…, σελ. 19); Μὴ συνηθισμένος νὰ ὑποχωρεῖ οὔτε κὰν ἐνώπιον τῆς βλασφημίας καὶ συνήθως μὲ ἐλαφρὰ τὴν καρδία ἐμπαίζοντας τὰ πάντα, ὅσα εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν κατανόησή του, ὁ Τολστόϊ, ὅπως βλέπετε, εἶναι πιστὸς στὸν ἑαυτό του καὶ ἐδῶ: καὶ «φοβερὴ διδασκαλία», καὶ ὑπερ-ανήθικη, καὶ «κακός, ἐκδικητικὸς Θεός», κ.τ.λ… Δὲν τὸν ἀνησυχούσαν, προφανῶς, τέτοια συνηθισμένα φαινόμενα, ὅπως ἡ κληρονομική – ἀναμφισβήτητη μεταβίβαση ἀπὸ τοὺς προγόνους ἀκόμη καὶ στοὺς μακρινοὺς ἀπογόνους διαφόρων εἰδῶν νοσηρῶν προδιαθέσεων, ἀκόμη καὶ τῶν πλέον φοβερῶν, ποὺ ἀναγκάζει νὰ ὑποφέρουν ἀθῶα παιδιά, ἐγγόνια… γιὰ τὶς ἁμαρτίες πατέρων, παππούδων κ.τ.λ. Δὲν ἔλαβε τὸν κόπο ἔστω καὶ λίγο νὰ ἐμβαθύνει στὴν ἀνάπτυξη ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τοῦ δόγματος περὶ ἀπολυτρώσεως, – τῶν λεπτομερειῶν καὶ τῶν ἐπιμέρους στοιχείων του… Γι’ αὐτόν – τὸν κόμητα – ἀποδείχθηκε ἀρκετὸ μόνον ἕνα: μιὰ καὶ δὲν τὸ κατάλαβε, ἂν καὶ δὲν χρησιμοποίησε τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀποσαφήνιση τοῦ ζητήματος μέσα, – καὶ ὅλα ἔξω, ὅλα στὴν ἄκρη, ὡς ἄχρηστα, ἀνήθικα… Μήπως δὲν εἶναι τέτοιες, ἀντιθέτως, στὴν προκειμένη περίπτωση οἱ δικές του μέθοδοι;.. «Κανένας – λέει – ὑγιής, ἐνήλικος μορφωμένος ἄνθρωπος», – βλέπετε, – «ὄχι μόνο δὲν θὰ σᾶς πιστέψει» (δηλαδὴ τὸν κλῆρο), «ἀλλὰ εἴτε θὰ γελάσει, εἴτε θὰ σᾶς περάσει γιὰ ψυχικὰ ἀσθενή, ἀκούγοντας τὶς διηγήσεις σας» γιὰ τὴν «ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὴν ἀπολύτρωση τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὸν θάνατο τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 46)… Ἔτσι συνήθως ἐπιχειρηματολογεῖ ὁ κόμης: παντοῦ σ’ αὐτὸν ὑπάρχουν μόνον «ψυχικὰ ἀσθενεῖς», παντοῦ σ’ αὐτὸν ὑπάρχουν μόνον πράγματα, ἄξια μόνον «γέλιου»…, ὅπου ἁπλῶς δὲν φτάνει ἡ κατανόησή του ἢ ἀκόμη καὶ μία μικρὴ ἔστω ἐπιθυμία νὰ κατανοήσει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο γράφει… Ὅποιος πιστεύει στὴ διδασκαλία περὶ «πτώσεως τοῦ Ἀδὰμ»…, «γιὰ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο οἱ ἀπαιτήσεις τῆς λογικῆς πλέον δὲν εἶναι ὑποχρεωτικές» (σελ. 31), ὅπως καὶ γι’ αὐτὸν ποὺ πιστεύει στὴν «ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ» (σελ. 32), «στὴν ἀπολυτρωτικὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους θυσία τοῦ θανάτου του» (σελ. 31)… Γιατί, ὅμως…, – αὐτὸ θὰ μπορούσε νὰ τὸ πεῖ μόνον ὁ κόμης Τολστόϊ, στὸν ὁποῖο μὲ ἀσυγκρίτως μεγαλύτερο δίκαιο θὰ μπορούσε κανεὶς νὰ ἀπαντήσει, ὅτι καθόλου «δὲν εἶναι ὑποχρεωτικές οἱ ἀπαιτήσεις τῆς λογικῆς» γι’ αὐτοὺς ποὺ μποροῦν ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον νὰ πείθονται ἀπὸ τοὺς ἀσυνάρτητους κομητικοὺς λόγους…, – γι’ αὐτοὺς ἀκριβῶς, καὶ ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλον. Τὴν «ἀπολύτρωση τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδὰμ» «διὰ τοῦ αἵματος» τοῦ Χριστοῦ ὁ Τολστόϊ τὴ θέτει στὴν ἴδια μοίρα μὲ τέτοια παραληρήματα, ὅπως τὸ ὅτι ὁ «Βούδας πέταξε στὸν οὐρανό», ὅτι ὁ «Μωάμεθ πέταξε στὸν ἕβδομο οὐρανό» κ.τ.λ. (Τ. «Χριστ. διδ.», σελ. 68… Σρ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 36 κ.ἄ.)… Γιατί…, – ὅμως, – αὐτὸ εἶναι σὲ ὅλους ἄγνωστο. Δὲν τὸ γνωρίζει αὐτό, βεβαίως, οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Τολστόϊ.

Θεωρώντας ἀναμφίβολα τὸν Κύριό μας ὡς προσωπικό του ἐχθρό (διαφορετικὰ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ στάση τοῦ Τολστόϊ ἀπέναντι στὸν Σωτήρα), ὁ κόμης δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει γιὰ τὰ πάθη καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ γλώσσα ψύχραιμη καὶ κάπως εὐπρεπή, ὄχι πλέον γιὰ χριστιανό, ἀλλὰ ἔστω γιὰ ἕναν πολιτισμένο γενικὰ ἄνθρωπο… «Ὁ Θεὸς… τιμώρησε γιὰ τὴν» ἁμαρτία τοῦ Ἀδὰμ «ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μετὰ ἔστειλε τὸν υἱό του… στὴ γῆ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν κρεμάσουν ἐκεῖ! Αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ κρέμασμα χρησιμεύει στοὺς ἀνθρώπους ὡς μέσο ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν τιμωρία τους γιὰ» ἐκείνη «τὴν ἁμαρτία»… (Τολστόϊ: «Εἶναι πράγματι ἔτσι ἀπαραίτητο;» Ἔκδ. «Ἐλευθ. Λόγου», ἀρ. 45. A. Tchertkoff. Christchurch, Hants, England. 1901. Σελ. 25). Καὶ ἡ γλῶσσα καὶ ἡ δογματολογία – ἡ μία εἶναι ἀντάξια τῆς ἄλλης! «Κρέμασαν», «κρέμασμα»… – καὶ τέλος! Ὁ Κύριος δῆθεν ἐμφανίστηκε «στὴ γῆ» «μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν κρεμάσουν» – καὶ τέλος! Σύντομα καὶ ἁπλά…, ἀλλὰ ἀπείρως ἀνόητα. Ἢ ἀκόμη ἕνα μαργαριτάρι τῆς τολστοϊκῆς «καλλιτεχνικῆς» γλώσσας, τῆς τολστοϊκῆς «βαθιᾶς» θεολογίας: «Πρὶν ἀπὸ 1800 χρόνια ἐμφανίστηκε κάποιος ζητιάνος καὶ κάτι εἶπε. Τὸν μαστίγωσαν καὶ τὸν κρέμασαν»… (Τολστ. «Ἔκθεση Εὐαγγ.», σελ. 119). «Κάποιος ζητιάνος»…, – «κάτι εἶπε», – «μαστίγωσαν», «κρέμασαν»!.. Εἶναι ἀδύνατο καὶ νὰ φανταστεῖ κανεὶς ὅτι ὁ λόγος δὲν γίνεται γιὰ κάποιον ἄλλον, ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἴδιο τὸν πολυτιμότατο γιὰ ἐμᾶς Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό!.. Διότι καὶ ἡ πλέον φαύλη καὶ βλάσφημη γλῶσσα, φαίνεται, δὲν θὰ μπορούσε νὰ πεῖ τίποτε πιὸ κυνικό, πιὸ διαβολικό! Γιὰ κάποιον Βούδα, γιὰ κάποιον Μωάμεθ… καὶ ὁ ἴδιος ὁ βλάσφημος τῆς Γιάσναγια Πολιάνα ποτὲ δὲν ἐκφράστηκε τόσο ἐπονείδιστα… Σὲ τί σημεῖο ξέπεσε; Σὲ τί σατανικὴ κακία ἔφτασε;.. Τὰ ἀπαράμιλλα πάθη τοῦ Κυρίου, ὁ σταυρικός Του θάνατος – ὅλα αὐτὰ συγκίνησαν ἀπείρως ἀκόμη καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες, προκάλεσαν ρίγος ἀκόμη καὶ στὴ φύση, ἀκόμη καὶ σὲ αὐτήν…, – ἐνῶ αὐτὸς ὁ «χριστιανὸς» δῆθεν Τολστόϊ, κάποιος ἄθεος, κάποιος, κατὰ τὴ δική του ὁμολογία, ακόλαστος καὶ κυνικός… μόνο χλευάζει, χλευάζει χειρότερα ἀπὸ τὸν Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη, προσπαθεῖ νὰ βρεῖ στὸ «καλλιτεχνικό» του – ἁμαξάδικο λεξιλόγιο τὶς πλέον ἐπιλεγμένες ὑβριστικὲς λέξεις: «ζητιάνος», καὶ μάλιστα «κάποιος», «κάτι» (λὲς καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι γνωστό σὲ ὅλο τὸν κόσμο!) «εἶπε» (σὰν τὸν πρῶτο τυχόντα ρήτορα τοῦ δρόμου!), «μαστίγωσαν»… (τὸν Τολστόϊ θὰ ἄξιζε, πράγματι, νὰ τὸν μαστιγώσουν!), «κρέμασαν»!.. Πῶς δὲν ξεράθηκε ἀκόμη τὸ ἀσεβὲς τολστοϊκὸ χέρι, ὅταν ἀποφάσισε νὰ χαράξει στὸ χαρτὶ παρόμοιες ἀπαράμιλλα βλάσφημες ὕβρεις; Ἀληθινά, εἶναι μακρόθυμος ὁ Κύριος!

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πέθανε στὸν σταυρό… Μὲ αὐτὸ ὅλα, κατὰ τὸν Τολστόϊ, τελείωσαν. Τίποτα παραπέρα δὲν ὑπῆρξε. Τελεία – καὶ τέλος στὰ πάντα (βλ. Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 103. – Τολστ. «Ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ». Ἔκδ. 2η «Ἐλευθ. Λόγου», ἀρ. 34. A. Tchertkoff. Christchurch, Hants, England. 1903. Σελ. 27). Ὁ Τολστόϊ, κρίνοντας τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, εἶναι πεπεισμένος ὅτι καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας «δὲν πιστεύουν στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ» (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 43), ποὺ ἀκολούθησε τὴν 3η ἡμέρα μετὰ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Σωτῆρος. Αὐτὴν τὴν «ἀνάσταση» ὁ κόμης τὴν ὀνομάζει μὲ τὴν ἀγαπημένη του λέξη: «παραμύθι» (σελ. 30). Τόσο πολὺ θέλει νὰ θεωροῦν ὅλοι ὡς παραμύθι ἕνα πραγματικὸ καὶ τεκμηριωμένα μαρτυρημένο γεγονός, ὥστε γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ δὲν διστάζει οὔτε ἐνώπιον τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. «Ἄλλοι ἔλεγαν», – διαβάζουμε σὲ αὐτόν, – «ὅτι εἶδαν τὸν ἴδιο τὸν πεθαμένο δάσκαλο» (δηλαδή, ἀναστημένο). «Αὐτοὶ ἐπινοοῦσαν αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε, καὶ ἔλεγαν ψέματα»… (Τολστόϊ «Ἡ ἀποκατάσταση τῆς κόλασης» – «θρῦλος»;; Πετρούπολη 1905. «Σειρὰ ἔργων ποὺ ἦταν ὑπὸ ἀπαγόρευση στὴ Ρωσία»· ἀρ. 2. Σελ. 7). Ἐσεῖς λέτε ὅτι εἴδατε αὐτὸ κι ἐκεῖνο, – καὶ ὁ κόμης Τολστόϊ, στὸν ὁποῖο αὐτὸ εἶναι δυσάρεστο, σᾶς δηλώνει ἀναπόδεικτα ὅτι «ἐπινοεῖτε», ὅτι «ψεύδεσθε»… – καὶ τέλος στὶς ἀντιρρήσεις! Δὲν εἶναι ἄσχημες οἱ μέθοδοι! Μία ἄλλη φορὰ ὁ Τολστόϊ εἶπε: «ἡ ἐμφάνιση στὸν Θωμᾶ καὶ σὲ δέκα ἀνθρώπους καὶ μετὰ σὲ πεντακόσιους δὲν θὰ μπορούσε μὲ κανέναν τρόπο νὰ πείσει γι’ αὐτὸ τοὺς ἄλλους, ἐκείνους ποὺ δὲν εἶδαν αὐτὴν τὴν ἀνάσταση». «Οἱ μαθητὲς ἁπλῶς διηγοῦνταν γιὰ τὴν ἀνάσταση», – συνεχίζει ὁ κόμης, – «καὶ νὰ διηγεῖται κανεὶς μπορεῖ τὰ πάντα»… (Τολστ. «Ἔκθεση Εὐαγγ.», σελ. 207)… Σὲ ποιὰ βάση ὑπονομεύεται ἡ φιλαλήθεια τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἄγνωστο. Εἶναι ἄγνωστο γιατί τοὺς ἀποδίδεται ἡ ἱκανότητα νὰ «διηγοῦνται τὰ πάντα», ὅ,τι τοὺς κατέβει, δηλαδή, ἀκόμη καὶ τὸ ψεῦδος. Φαίνεται ὅτι δὲν ἄξιζαν μὲ τίποτα μία τόσο ταπεινὴ γνώμη γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Οἱ γύρω τους, ἀντιθέτως, γνώριζαν γιὰ τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴ φιλαλήθειά τους καὶ γι’ αὐτὸ πίστευαν στὶς διηγήσεις τους, – πείθονταν, – πολὺ περισσότερο ποὺ δὲν διηγοῦνταν ἕνας, οὔτε δύο – τρεῖς ἄνθρωποι, ἀλλὰ μία ὁλόκληρη μάζα προσώπων, τὰ ὁποῖα, ὅπως κι ἂν τὰ δεῖ κανείς, δὲν μποροῦσαν βέβαια ὅλα νὰ ψεύδονται… Καὶ τί ἀξίζει ἡ γλῶσσα τοῦ κόμητος: «στὸν Θωμᾶ» (γιατί νὰ μὴν προσθέσει: «στὸν Ἀπόστολο»;) «καὶ σὲ δέκα ἀνθρώπους» («ἀνθρώπους – καὶ τέλος!..)…, – «ἐπινοοῦσαν», «ψεύδονταν»…; Λοιπόν, ἡ «ἀνάσταση» τοῦ Χριστοῦ εἶναι κάτι τέτοιο, κατὰ τὸν κόμη, «ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ καταλάβει». Καὶ ὁ Τολστόϊ δὲν λυπᾶται λέξεις ἀπὸ τὸ «καλλιτεχνικό» του (!) λεξιλόγιο, ὥστε, ἐλλείψει ἄλλων ἀποδείξεων, ἔστω καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ὅπλο νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ψεύτικη ἄποψή του: τὸ «θαῦμα τῆς ἀνάστασης», κατὰ τὸν κόμη, «εἶναι ἄμεσα ἀντίθετο στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ», ὁ Ὁποῖος δῆθεν «ἄμεσα ἀρνούνταν τὴν ἀνάσταση»… (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 208). Τὰ πάντα στὸν Τολστόϊ εἶναι «ἄμεσα», καὶ «ἄμεσα», ἀλλὰ στὸ ἀποτέλεσμα βγαίνει μόνον καὶ μόνον στρεβλὸ καὶ ψευδές: ὁ κόμης γιὰ κάποιο λόγο (ἀποδίδοντας στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ αὐτὸ ποὺ ὁ Κύριος ποτὲ δὲν εἶπε, δηλαδή, π.χ., ὅτι δὲν «ἀρνούνταν τὴν ἀνάσταση»…) ξεχνάει ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Σωτήρας προείπε τὴν ἀνάστασή Του (πῶς μετὰ ἀπὸ αὐτὸ θὰ μπορούσε νὰ εἶναι «ἀντίθετη στὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ», καὶ μάλιστα «ἄμεσα»;;): Μάρκ. XIV:58· Ἰωάνν. II:19· Ματθ. XXVI:61, – XXVII:40· Μάρκ. XV:29… Ἡ εὐαγγελικὴ διήγηση «περὶ τῆς ἀνάστασης» τοῦ Χριστοῦ, – διαβεβαιώνει ὁ Τολστόϊ, – εἶναι «θρῦλος»· «ἡ ἀνάσταση εἶναι γεγονός, ἐπινοημένο» δῆθεν «χωρὶς καμία βάση» (Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 209)… «Ὁ θρῦλος εἶναι ψεῦδος» (σελ. 210) (σρ. σελ. 213)… κ.τ.λ. Τέτοιες ἀναπόδεικτες δηλώσεις ἔχει ὁ κόμης – ὅσες θέλετε, ἀλλὰ ἡ ἀξία τους εἶναι μηδὲν μὲ μεῖον – τίποτε περισσότερο. Γιὰ νὰ καταλάβει τὸ νόημα καὶ τὴ σημασία τῆς ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὁ κόμης ἂς διάβαζε ἔστω τὸ Α’ Κορ. XV… Στὸν ἴδιο ὅμως μὲ τὸν διεφθαρμένο του νοῦ, μὲ τὴν ἀπέραντη μεροληψία του…, φυσικά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσει στὴν ἀλήθεια… Δυστυχὴς θεολόγος! Δυστυχὴς ἑρμηνευτὴς χωρὶς γνώση οὔτε τῶν στοιχείων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας! Ἀλλά – μὲ τὸν ἀέρα τοῦ πρώτου φιλολόγου! Γιατί, κ. Κ., νὰ μὴν ἐπινοήσετε γιὰ τὸν κόμητα καὶ ἕναν ἰδιαίτερο ἐπιστημονικὸ βαθμό («doctissimus»…);

Μὴ κατανοώντας τὸ νόημα τῆς «ἀνάστασης» τοῦ Κυρίου, ὁ Τολστόϊ φυσικὰ (ἀπὸ τὴ δική του σκοπιά) δὲν κατάλαβε καὶ αὐτὸ ποὺ συνέβη στὴ συνέχεια μέχρι τὴν «ἀνάληψη» τοῦ Χριστοῦ, – δὲν ἐννόησε τὸ νόημα τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Κυρίου, τῶν διδαχῶν, τῶν ὑποσχέσεων…, – ὅλων ἐκείνων ποὺ ὁ Κύριος θεώρησε ἀπαραίτητα νὰ κάνει, ὥστε νὰ ὁλοκληρώσει τὴ θεία Του ἀποστολὴ στὴ γῆ… Ὡς ἐκ τούτου ὁ κόμης λέει: «τὸ νὰ ἀναστήσουν… τὸν ἀνέστησαν» οἱ «συγγραφεῖς» (μὲ τὶς «ἐπινοήσεις» τους), «ἀλλὰ τὸ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ πεῖ κάτι καὶ νὰ κάνει κάτι ἀντάξιό του – δὲν τὸ κατάφεραν» (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 208)… Τὸ ὅτι ὁ Κύριος ἔστειλε τοὺς μαθητές Του «νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο σὲ ὅλη τὴν κτίση», προσθέτοντας τὰ λόγια: «ὅποιος πιστέψει καὶ βαπτιστεῖ θὰ σωθεῖ· ὅποιος δὲν πιστέψει θὰ καταδικαστεῖ», – ὅτι «ὅσοι πίστεψαν» «θὰ ἐκβάλλουν δαιμόνια στὸ ὄνομα» τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ πάθουν κακό οὔτε ἀπὸ «φίδια», οὔτε ἀπὸ «θανατηφόρο» δηλητήριο, θὰ θεραπεύουν «ἀσθενεῖς»… (Μάρκ. XVI:15–18) (Ματθ. XXVIII:19–20· Λουκ. XXIV: 47, 49… Ἰωάνν. XXI:15–23…) κ.λπ. κ.λπ., – ὅλα αὐτὰ στὰ μάτια τοῦ Τολστόϊ, προφανῶς, δὲν ἔχουν καμία σημασία, ἐὰν αὐτὸ τὸ εἴδωλο τῶν ἀθέων καὶ ὁ ἀπαράμιλλος κυνικὸς ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ ἐρωτᾶ: «γιὰ ποιό λόγο ἔπρεπε νὰ ἀναστηθεῖ, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ κάνει καὶ νὰ πεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀνοησίες;» κ.λπ. (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 208)… Τὰ πάντα, – βλέπετε, – στὸν Τολστόϊ εἶναι «ἀνοησίες»…, ὅ,τι δὲν ταιριάζει στὴν ταπεινή του σκοπιά, – ὅ,τι ξεπερνάει τὴν κατανόησή του, – τὰ πάντα, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς κολοσσιαῖες παραλογίες ποὺ ἐκστομίζει ἀναπόδεικτα καὶ ἀυθαίρετα σὲ κάθε ἀπολύτως βῆμα… Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὅμως τὸ ζήτημα παρουσιάζεται ἐντελῶς διαφορετικά: καὶ ἐξαιρετικὰ σημαντικό, καὶ λίαν ἀπαραίτητο, καθὼς, κατὰ τὴν ἀντίληψή τους, «ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μετὰ τὴν ἀνάστασή Του» «ἐπὶ 40 ἡμέρες» «συνέχισε νὰ διδάσκει τοὺς Ἀποστόλους τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πράξ. 1, 3» («Κατήχ.» – «Περὶ τοῦ πέμπτου ἄρθρου»)…

Ἐκπληρώνοντας τὸ θεῖο Του ἔργο στὴ γῆ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς «ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. XVI:19). Ὁ Τολστόϊ, ποὺ ἀρνεῖται τὴν «ἀνάσταση» τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι φυσικό, ἀκόμη πιὸ ἀρνητικὰ στέκεται καὶ ἀπέναντι στὸ γεγονὸς τῆς «ἀνάληψης» τοῦ Κυρίου. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ὁ κόμης, μὲ τὴν ἰδιαίτερη ἠθική του ἀδιακρισία, ἀντὶ γιὰ τὸν ὅρο: «ἀναλήφθηκε» συνήθως χρησιμοποιεῖ τὸ: «πέταξε» (βλ., π.χ., Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 207…), ὅπως ἀκριβῶς ἀντὶ γιὰ τὸ: «βαπτίζεται» λέει: «κάνει μπάνιο» (ibid.) κ.λπ. Στὴ συνέχεια γιὰ τὴν ἴδια τὴν «ἀνάληψη» τοῦ Κυρίου δηλώνει ὅτι «αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐπινοημένο περιττὸ θαῦμα» (ibid.). Γιατί «ἐπινοημένο»…, ὅταν εἶναι μαρτυρημένο ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Εὐαγγελιστές (Μάρκ. XVI:19· Λουκ. XXIV:51· Πράξ. I:9–10, 11)…, αὐτὸ εἶναι ἄγνωστο, βέβαια… Γιατί εἶναι «περιττό» ἀφοῦ ὁ Κύριος τελείωσε στὴ γῆ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, γιὰ τὸ ὁποῖο σαρκώθηκε… κ.λπ. (σρ. Ἐφεσ. IV:10), – αὐτὸ πάλι παραμένει ἄγνωστο σὲ ὅλους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν κόμητα, – ἀλλὰ κι αὐτός, βεβαίως, ἐδῶ, ὅπως καὶ στὶς προηγούμενες καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, δὲν δίνει ὁ ἴδιος λόγο στὸν ἑαυτό του γιὰ τὰ λόγια του… καὶ μιλάει στὸν ἀέρα, ἀρκεῖ νὰ πεῖ κάτι ἐναντίον τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ… Λοιπόν, δὲν εἶναι παράφρον γαύγισμα τὰ λόγια τοῦ κόμητος: «τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ παράλογο ἀπὸ τὸ ὅτι… ὁ Χριστὸς πέταξε στὸν οὐρανό»… (Τ. «Τί εἶναι ἡ θρησκεία;»… Σελ. 19); Δὲν εἶναι μοναδικοῦ εἴδους πεῖσμα ἑνὸς κακοῦ ἀνθρώπου νὰ ἰσχυρίζεται, παρὰ τὰ πάντα, παρὰ τὰ γεγονότα, τὰ σαφῶς καὶ βάσιμα μαρτυρημένα, ὅτι τὸ «πέταγμα» (!) τοῦ Κυρίου «στὸν οὐρανό» εἶναι – «παραμύθι» (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 30); Καὶ μάταια ὁ βλάσφημος τῆς Γιάσναγια Πολιάνα ἐπιβάλλει στὸν «κλῆρο» τὴ δική του ἀπιστία, τὴν ἀπιστία ἑνὸς ἀργόσχολου ἀριστοκράτη, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀεργία καταπιάστηκε μὲ τὸ νὰ ξύνει τὴ γλώσσα του, – μάταια ἰσχυρίζεται ὅτι δῆθεν ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία περὶ ἀναλήψεως «δὲν ἔχει κανένα νόημα» γιὰ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας (σελ. 40…), οἱ ὁποῖοι δῆθεν, γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, καὶ δὲν πιστεύουν σὲ αὐτήν (ibid.· βλ. ἐπίσης σελ. 43…). Σὲ κάθε βῆμα ἀποδείκνυε καὶ ἀποδεικνύει ὅτι νὰ διαβάζει στὴν ξένη ψυχὴ – ἀλίμονο! – δὲν εἶναι σὲ θέση. Τὸ ἴδιο κι ἐδῶ. Ἀντὶ γι’ αὐτό, θὰ εἶχε κάνει καλύτερα, ἂν διάβαζε πιὸ προσεκτικὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο ἀπρόσκλητος καὶ ἀναγνώριστος καταπιάστηκε νὰ ἑρμηνεύσει καὶ στὸν ὁποῖο ἐπιβάλλει ὅ,τι τοῦ κατέβει. Νά ἕνα ἀπὸ τὰ ἀπειράριθμα παραδείγματα. «Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει… γιὰ τὴν ἀνάληψη παρουσίᾳ 500 ἀνθρώπων» (Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 206)… Ἀπὸ ποῦ βρῆκε αὐτὰ τὰ 500 πρόσωπα ὁ κόμης Τολστόϊ; Τὰ ἐπινόησε, βέβαια, – ὅπως ἔπραττε καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις. Τὸ νὰ πεῖ ψέματα δὲν τοῦ κοστίζει τίποτα. Καὶ μετὰ πιστέψτε τον, – τοὺς κατηγορηματικούς του καὶ ἀνέκκλητους ἰσχυρισμούς… Ἀλλὰ «παραλογότερά» τους εἶναι δύσκολο καὶ νὰ ἐπινοήσει κανεὶς κάτι, ποὺ πράγματι δὲν ὑπολογίζει τὶς «ἀπαιτήσεις τῆς λογικῆς»… Ναί! Δυστυχία μὲ τοὺς ἑρμηνευτές, ποὺ δὲν ξέρουν νὰ διαβάζουν τὰ τυπωμένα καὶ ἐπινοοῦν ὁλόκληρες ἑκατοντάδες ἀνθρώπων (στὴν προκειμένη περίπτωση 500)…

Ὁ δὲ Τολστόϊ συνεχίζει τὴν ὑστερική του κραυγὴ ἀμετάβλητα καὶ στὴ συνέχεια. «Τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ παράλογο ἀπὸ αὐτό, ὅτι… ὁ Χριστός…, κάθεται… κάπου ἐκ δεξιῶν τοῦ πατρός» (Τ. «Τί εἶναι ἡ θρησκεία;..», σελ. 19); Τὸ ὅτι «ὁ Χριστός», – συνεχίζει τὶς βλασφημίες του ὁ κόμης, – θὰ ἔλθει ἀπὸ ἐκεῖ» (ἀπὸ τὸν οὐρανὸ) «νὰ κρίνει τοὺς ἀναστάντες, – δὲν ἔχει» δῆθεν γιὰ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας «κανένα νόημα»… (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 40)… Ἐφόσον ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι – Υἱὸς Θεοῦ, – ἐφόσον Αὐτός, ἐκπληρώνοντας τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο στὴ γῆ, ἐπέστρεψε στὸν οὐρανό, τότε ποῦ ἀλλοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ διαμένει, παρὰ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα; Ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ὅλοι θὰ ἀναστηθοῦν, τότε δὲν εἶναι φυσικὸ νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση ἐπ’ αὐτῶν, – δὲν εἶναι φυσικὸ νὰ ἀπαιτηθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς λόγος γιὰ τὴ διαγωγή τους; – δὲν θὰ ἦταν παράλογο, ἀντιθέτως, νὰ ὑποθέσουμε ὅτι, μετὰ τὴν ἀνάσταση, θὰ τεθοῦν στὴν ἴδια μοίρα καὶ οἱ καλοὶ καὶ οἱ κακοί;.. Καὶ ποιός εἶναι ὁ πλέον κατάλληλος νὰ τοὺς κρίνει, παρὰ ὁ παθὼν γι’ αὐτοὺς καὶ ἀπολυτρώσας αὐτοὺς Χριστός;.. Ἐν τέλει, «νόημα» συνήθως δὲν ὑπάρχει μόνον στὰ λόγια καὶ στοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κυνικοῦ καὶ βλασφήμου τῆς Γιάσναγια Πολιάνα…, ἀλλὰ ὄχι στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, οὔτε στὴ διδασκαλία τῆς ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας… Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα!

Καλό μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὁ Τολστόϊ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία! Καλὸς χριστιανός! Καὶ μήπως, διδάσκοντας ἔτσι, δὲν ἔχει διαγράψει προ πολλοῦ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴ «χριστιανική» κοινωνία; Μήπως εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐδῶ κάποιες σοβαρὲς ἀμφιβολίες ἢ ἀντιρρήσεις, κ.κ. τολστοφίλοι;..

4). Μὴ ἀναγνωρίζοντας Προσωπικὸ Θεό, χλευάζοντας τὸν Ἰησοῦ Χριστό… ὁ βλάσφημος τῆς Γιάσναγια Πολιάνα ἀποκαλεῖ «ψευδοδιδασκάλους» τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διδάσκουν γιὰ τὸ 3ο Πρόσωπο (τῆς ἀρνουμένης ἀπὸ τὸν Τολστόϊ Παναγίας Τριάδος) – τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ τὴν «κάθοδό Του στοὺς Ἀποστόλους»… («Ἅπαντα Τολστ.»· ἔκδ. Hertzick· Πετρούπολη 1907, τ. II, σελ. 16. – «Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 7). Λέγοντας «ὅτι κατῆλθαν σὲ αὐτοὺς πύρινες γλῶσσες», οἱ Ἀπόστολοι –λέει– «ἐπινοοῦσαν αὐτὸ ποὺ ποτὲ δὲν συνέβη, καὶ ἔψευδον»… («Ἀποκατ. κόλασης»· loco cit)… Ἐφόσον στὸν Τολστόϊ δὲν ἀρέσει ἡ σαφὴς διδασκαλία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ περὶ «καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Πράξ. Ἀποστ., κεφ. 2), αὐτός, παραμένοντας πιστὸς στὸν ἑαυτό του, σπεύδει γιὰ βοήθεια στὸ ἁμαξάδικο λεξιλόγιό του: «ἐπινοοῦσαν»…, «ἔψευδον»… Ἐξέμεσε ὕβρεις καὶ – τέλος! Ποιές ἄλλες ἀποδείξεις χρειάζονται γιὰ τὴν ἀνατροπὴ ἐκείνου, στὸ ὁποῖο ἑκατομμύρια ἀνθρώπων πίστευαν καὶ πιστεύουν ἐδῶ καὶ δεκαεννέα αἰῶνες;

Καὶ λοιπόν, κατὰ τὸν Τολστόϊ, «Τριάδα» δὲν ὑπάρχει, – ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν ἁπλὸς μόνον ἄνθρωπος, – Ἅγιο Πνεῦμα – ἐπίσης δὲν ὑπάρχει… Συνεπῶς, δὲν «κατῆλθε» ποτὲ καὶ σὲ κανέναν… Εἶναι σαφὲς ἀπὸ ἐδῶ ὅτι, ἀπὸ τὴν κομητικὴ σκοπιά, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὴ ἡ παράγραφος τῆς «Κατηχήσεως» ποὺ λέει: «Ἱερὰ Γραφὴ» ὀνομάζονται «τὰ βιβλία ποὺ γράφτηκαν ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, διὰ μέσου καθηγιασμένων ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται Προφῆτες καὶ Ἀπόστολοι. Συνήθως αὐτὰ τὰ βιβλία ὀνομάζονται Βίβλος» (βλ. τὸ κεφάλαιο «Περὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς»). Ὁ κόμης, βεβαίως, καὶ ἀπορρίπτει παρόμοια ἄποψη γιὰ τὴν Ἱερὰ Γραφή, ὡς δυσπαράδεκτη…, – καὶ ἐπίσης, ἀπὸ τὴ δική του πλευρά, ἐκστομίζει ὄχι λίγα χονδροειδῆ καὶ προσβλητικὰ πράγματα (γιὰ νὰ ὑποτιμήσει τὴ Βίβλο), τὰ ὁποῖα τόσο ἄφθονα ὑπάρχουν στὸ «καλλιτεχνικό» του ἀπόθεμα, ἀποδίδοντας ταυτόχρονα (κατὰ τὴ συνήθειά του) στοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι τοῦ κατέβει. Ὁ κλῆρος, κατὰ τὴ διαβεβαίωση τοῦ Τολστόϊ, δῆθεν «δὲν πιστεύει στὴ θεοπνευστία ὅλης αὐτῆς τῆς γραφῆς, τὴν ὁποία» αὐτὸς «ὀνομάζει ἱερή» (Τ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 43). Γιατί, ὅμως, ὁ κόμης σκέφτεται ἔτσι, αὐτὸ εἶναι ἄγνωστο, ὅπως καὶ στὶς περιπτώσεις γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγινε λόγος παραπάνω ἐπανειλημμένως. Στὸν Τολστόϊ δὲν ἀρέσει ὅτι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία «ἡ Βίβλος ἀναγνωρίστηκε ὡς ἱερή», «ἡ γραφὴ ὡς ἀλάνθαστη» (Τ. «Τί εἶναι ἡ θρησκεία»…· σελ. 18), ἐνῶ ἐν τῷ μεταξὺ –λέει– πόσες «παραλογίες» ὑπάρχουν στὴν «παλαιά» ἔστω «διαθήκη, ὅπως ἡ δημιουργία… τοῦ κόσμου…, ἡ τοποθέτηση ὅλων τῶν ζώων στὴν κιβωτό» κ.τ.λ. (σελ. 18–19). Οἱ ἄνθρωποι –λέει– «ἀναγνώρισαν ὡς ἱερὴ ἔκθεση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ 49 βιβλία καὶ σὲ αὐτὰ τὰ βιβλία ἀναγνώρισαν κάθε λέξη ὡς ἔργο τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἁγίου πνεύματος», ἂν καὶ δῆθεν σὲ αὐτὰ ὑπάρχει – «μία στοίβα ἀπὸ ψευδεῖς ἱερὲς ἀλήθειες» («Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 9)… Ποιές; Γιατί ψευδεῖς; Ἀλλά, φυσικά, εἶναι κατώτερο τῆς Τολστοϊκῆς ἀξιοπρέπειας νὰ τὸ ἀποσαφηνίσει αὐτό, – καὶ ὁ κόμης, βεβαίως, δὲν κοπιάζει νὰ τὸ ἀποσαφηνίσει… Λέγοντας ὅτι στὰ κανονικὰ βιβλία τῆς Ἱερᾶς Γραφῆς «τὰ πάντα εἶναι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ κάθε λέξη εἶναι ἀληθινή», «μὲ αὐτό» ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὸν Τολστόϊ, «κατέστρεψε καὶ ἔβλαψε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀποδέχθηκε» (Τολστ. «Σύνοψ. καὶ μετ… Εὐαγγ.», σελ. 10), – καθὼς ὁ κόμης, – βλέπετε, – βρίσκει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ πράγματα ποὺ δὲν τοῦ ἀρέσουν, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε νὰ πεταχτοῦν καὶ τὰ ὁποῖα δῆθεν δὲν μποροῦν νὰ ἀναγνωριστοῦν ὡς πρέποντα στὴν Ἱερὰ Γραφή, ὡς τέτοια: π.χ., τὴν «ἀπάτη» (?!) «τοῦ ἀγαπημένου ἀπὸ τὸν Θεὸ Ἰακώβ», τὶς «πανουργίες τοῦ Ἰωσήφ»…, τὰ «φοβερὰ ἐγκλήματα ποὺ διαπράττονται… ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό» (??)… («Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 30), τὸν «κατακλυσμό»… (σελ. 31), τὴν «ἱστορία τῶν πρώτων ἀνθρώπων καὶ τῆς ἁμαρτίας τοῦ Ἀδὰμ»… (σελ. 46) κ.τ.λ. Ὅπως βλέπετε, – ἀντὶ νὰ προσπαθήσει νὰ κατανοήσει τὸ νόημα τῶν βιβλικῶν διηγήσεων, π.χ., ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῶν ἁγίων Πατέρων…, – ὁ κόμης, ποὺ κανέναν δὲν θεωρεῖ ἀνώτερό του, ὁ ἴδιος – χωρὶς τὶς ὑποδείξεις κανενός, ἀπὸ μία καὶ μόνη ἀριστοκρατική του ἰδιοτροπία, τὸ ἕνα τὸ πετάει, τὸ ἄλλο τὸ θεωρεῖ παράλογο, χρησιμοποιεῖ ἀκόμη καὶ ἀνεπίτρεπτες γιὰ κάθε κάπως ἀξιοπρεπῆ ἄνθρωπο λέξεις (γιὰ τὸν πατριάρχη Ἰακώβ, γιὰ τὸν πατρ. Ἰωσήφ…), κατηγορεῖ μὲ θράσος «τὸν ἴδιο τὸν Θεό» (πιο πέρα δὲν ἔχει νὰ πάει οὔτε ὁ ἴδιος ὁ διάβολος!)… καὶ εἶναι ἕτοιμος, ὅσον ἀφορᾶ τὶς παράφρονες ἐπιθέσεις του, τὴν ἀπέραντη βλασφημία καὶ τὸν ἀπεριόριστο ἠθικὸ κυνισμό, νὰ σπάσει κάθε ρεκόρ. Δὲν εἶναι ἀπορίας ἄξιο, συνεπῶς, ὅτι ὁ ὑβριστής-Τολστόϊ, ἐπὶ τέλους, ἔφτασε σὲ ἕνα τόσο παράφρονο ἐρώτημα: «ὑπάρχει στὸν χριστιανικὸ κόσμο βιβλίο ποὺ νὰ προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιὰ στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ αὐτὸ τὸ φοβερὸ βιβλίο, ποὺ ὀνομάζεται Ἱερὰ Ἱστορία τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης;» Τὸν Τολστόϊ τὸν ἐξοργίζει τὸ ὅτι «αὐτὴν τὴν ἱστορία» τὴ μελετοῦν «ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, ὡς τὴν πρώτη ἀπαραίτητη βασικὴ γνώση, ὡς τὴ μία, αἰώνια θεία ἀλήθεια» (σελ. 31)… Μόνον ἕνα δὲν ξεκάθαρισε στὸν ἑαυτό του ὁ παράφρων τῆς Γιάσναγια Πολιάνα: χάρη σὲ τί – ὁ ἴδιος ἦταν στὸν καιρό του ἕνας λίγο-πολὺ ἀξιοπρεπὴς ἄνθρωπος ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, μέχρι ποὺ παραστράτησε πνευματικὰ καὶ ἄρχισε νὰ ξεστομίζει κάθε βλάσφημη καὶ πορνογραφικὴ ἀνοησία; Σὲ αὐτόν – τὸν κόμητα – δὲν θὰ ἔβλαπτε ποτὲ νὰ θυμᾶται τὸν μῦθο: «Τὸ γουρούνι κάτω ἀπὸ τὴν αἰωνόβια δρυ» κ.τ.λ.

Καὶ λοιπόν, κατὰ τὸν κόμη, πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἡ «Παλαιὰ Διαθήκη» δὲν εἶναι «θεόπνευστη γραφή» (Τ. «Σύνοψ. καὶ μετ… Εὐαγγ.», σελ. 8–9). Στὸν Τολστόϊ φαίνεται γελοία ἡ ὑπόθεση ὅτι «ὁ Θεὸς… ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ἀλήθεια στὸν Μωυσή, γράφοντας μὲ τὸ δάχτυλο πάνω στὴν πέτρα ὅτι πρέπει νὰ κρατοῦμε τοὺς ὅρκους, νὰ θυμόμαστε τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, νὰ περιτεμνόμαστε»… (Τ. «Χριστ. διδασκαλία», σελ. 68)… Αὐτὸ ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε, αὐτὸ –βλέπετε– βεβαίως εἶναι γιὰ ἐμᾶς μόνο γελοῖο, μόνο παράξενο… – τίποτε περισσότερο!.. Πολύ καλά!

Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἡ ἐπιείκεια ποὺ ἐπιδεικνύεται δὲν εἶναι δὴ καὶ τόσο μεγάλη! Τὸ Εὐαγγέλιο (τὸ ὁποῖο ὁ κόμης βλέπει μὲ τὰ ἴδια μάτια ποὺ βλέπει καὶ κάθε ἀνθρώπινο βιβλίο γενικά, διότι, ὅπως εἰπώθηκε, δὲν ἀναγνωρίζει καμία «θεοπνευστία») –ἔχει «συνταχθεῖ» –λέει– «ἀπὸ ἀνθρώπους ἀμόρφωτους καὶ δεισιδαίμονες» καὶ αὐτὸ «μὲ κανέναν τρόπο δὲν εἶναι ἀλάνθαστη ἔκφραση τῆς Θείας ἀλήθειας…, εἶναι γεμάτο σφάλματα καὶ γι’ αὐτὸ σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτό, ὡς ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»… «Ἐμεῖς», –λέει αὐτὸς ὁ κωμικὸς ἑρμηνευτής, –«ὀφείλουμε» (ἰδιαίτερα αὐτὸς μὲ τὶς μηδαμινές του φιλολογικές, φιλοσοφικές καὶ θρησκευτικὲς γνώσεις), «ἐὰν σεβόμαστε τὴν ἀλήθεια» (ἀλλὰ στὸν κόμητα, δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχει καμία σχέση μὲ τὴν ἀλήθεια, –ὑπολογίζει μόνον τὸν σατανικό του ἐγωισμό, ποὺ δὲν θέλει νὰ γνωρίζει τίποτε ἀνώτερο καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του), «νὰ διορθώνουμε τὰ σφάλματα ποὺ συναντῶνται σὲ αὐτὰ τὰ βιβλία»… (Τολστόϊ: «Πῶς νὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ποιά εἶναι ἡ οὐσία του;» 2η ἔκδοση «Ἐλευθ. Λόγου», ἀρ. 6. A. Tchertkoff. Purleigh, Maldon, Essex, England. 1900. Σελ. 6)… Ναί, –ἐὰν ἐπιτρέψουμε στὰ Εὐαγγέλια τὸν Τολστόϊ μὲ τὶς ἀπαράμιλλα ἀμαθεῖς καὶ ἀγράμματες μεθόδους του, τότε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἱερὰ κείμενα ζήτημα εἶναι ἂν θὰ ἀπομείνει κάτι! Ἂς ἔπαιρνε τοὐλάχιστον ὁ κόμης τὸν κόπο νὰ γνωρίσει τὴν ἱστορία τῶν ζητημάτων: περὶ τῆς γνησιότητας τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, περὶ τοῦ κειμένου τους κ.λπ., –τότε θὰ μάθαινε πολλά, τὰ ὁποῖα μέχρι στιγμῆς οὔτε ὑποψιαζόταν, καὶ αὐτὴ ἡ γνωριμία θὰ κατέβαλλε ὅλη τὴν ὑπεροψία του… Τώρα ὅμως, ἐντελῶς ἀνίδεος γιὰ τὰ πάντα, βλέποντας φῶς μόνο στὸ στενό, σεκταριστικό του παραθυράκι, αὐτός, παρ’ ὅλα αυτά, δηλώνει ἀνέκκλητα ὅτι «εἶναι ἄγνωστο ποιός ἔγραψε», π.χ., «τὸ τέταρτο εὐαγγέλιο»…, καὶ «ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ» καὶ δὲν εἴμαστε σὲ θέση «νὰ κρίνουμε τὴν ἱστορικὴ ἀξιοπιστία τοῦ εὐαγγελίου»… (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 209). Στὸν Τολστόϊ, βέβαια, δὲν εἶναι γνωστό οὔτε αὐτό, οὔτε πολλὰ ἄλλα (τοῦ εἶναι καλά γνωστές μόνο οἱ χονδροειδεῖς ἁμαξάδικες λέξεις καὶ ἐκφράσεις, ποὺ σκορπᾶ μὲ ἀναίδεια δεξιὰ καὶ ἀριστερά μὲ καθαρά καπηλική θρασύτητα: σ’ αὐτὸν καὶ «οἱ γυναῖκες (μπάμπες) πηγαίνουν στὸν τάφο» τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἡ «χαλασμένη Μαρία», καὶ οἱ «κουμπάρες»…: σελ. 210), –ἀλλὰ σὲ ὅλους τοὺς συνετούς ἀνθρώπους ὅλα αὐτὰ εἶναι προ πολλοῦ ξεκάθαρα, χάρη στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστική, στέρεη καὶ καθορισμένη παράδοση, τὴν ἀδιάκοπη ἀπὸ τοὺς Ἀποστολικούς χρόνους…

Σχετικὰ μὲ τὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» ὁ Τολστόϊ δηλώνει ὅτι σὲ αὐτὸ βρίσκεται ἕνα στοιχεῖο, «συχνὰ ὄχι μόνο μὴ διδακτικό, ἀλλὰ ἄμεσα σκανδαλῶδες»…, –ὅτι «τώρα δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς βιβλίο πιὸ βλάσφημο, ποὺ νὰ ὑπονομεύει περισσότερο τὴν πίστη», ἀπὸ αὐτὸ δῆθεν τὸ βιβλίο (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 111· σρ. σελ. 110…), –ὅτι οἱ «Πράξεις»…, «ὅπως καὶ πολλὲς ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου, συχνὰ ὄχι μόνο δὲν ἔχουν τίποτε κοινὸ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο…, ἀλλὰ συχνὰ ἀντιφάσκουν» σὲ αὐτό… (σελ. 112) (βλ. ἐπίσης στὸ «Σύνοψ. καὶ μετ… Εὐαγγ.», τ. I, σελ. 10, 12…)… Ἀλλά, ἐὰν ζητήσει κανεὶς ἀπὸ τὸν κόμητα μία συνετή (ἔστω καὶ λίγο) ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα: τί ἀκριβῶς «σκανδαλῶδες» βρῆκε στὶς «Πράξεις», –τί – «βλάσφημο», «ποὺ ὑπονομεύει τὴν πίστη», –τί ἐκεῖ δῆθεν «ἀντιφάσκει» στὸ Εὐαγγέλιο καὶ στὰ ἄλλα καινοδιαθηκικά κείμενα, –τότε, βεβαίως, τέτοια ἀπάντηση δὲν θὰ περιμέναμε ποτέ, –δὲν ὑπάρχει πουθενά στὸν κόμητα… Δὲν ὑπάρχει, συνεπῶς, λόγος γιὰ περαιτέρω συζήτηση. Ἀπομένει νὰ ποῦμε ἴσως μόνο τοῦτο, ὅτι καὶ μὲ «σκανδαλώδη», καὶ μὲ «βλάσφημα», καὶ μὲ «ἀντιφατικά»… στοιχεῖα εἶναι γεμάτα μόνο τὰ δικά του –τὰ κομητικά– ἔργα, ἀλλὰ σὲ καμία περίπτωση τὰ καινοδιαθηκικά βιβλικά κείμενα. Τὶς βλάσφημες καὶ σκανδαλώδεις, ὑπονομευτικές τῆς πίστεως τολστοϊκὲς ὁμιλίες τὶς ἀκούσαμε ἤδη παραπάνω περισσότερες ἀπὸ μία φορές, –ὅσο δὲ γιὰ τὸ πῶς ὁ κόμης ἀντιφάσκει σκληρὰ στὸν ἑαυτό του, μπορεῖ κανεὶς νὰ κρίνει τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴ στάση του ἀπέναντι στὸ ζήτημα τοῦ γάμου: θεωρεῖ «ἰδανικὴ γυναίκα» πότε ἐκείνη «ἡ ὁποία θὰ δοθεῖ στὴ γυναικεία της κλήση… καὶ θὰ γεννήσει… τὸν μεγαλύτερο ἀριθμὸ παιδιῶν», πότε ἐκείνη «ἡ ὁποία θὰ καταστρέψει μέσα της αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν κλήση, θὰ τὴν ἐξαφανίσει»… (βλ. λεπτομέρειες στὸ ἄρθρο μου: «Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὅρων τῆς κανονικῆς ροῆς τῆς ζωῆς τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας»· «Χριστ. Ἀνάγνωσμα», 1898, Ἀπρίλιος, σελ. 546)… Κατὰ τὴ συνήθειά του ὁ Τολστόϊ καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» μεταθέτει τὴν εὐθύνη ἀπὸ τὸ δικό του κεφάλι σὲ ἄλλο…

Τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Ἀπ. Παύλου ὁ κόμης δὲν τὰ ἀγαπᾶ (σρ. ἐν μέρει ἤδη παραπάνω). Ὁ Ἀπ. Παῦλος, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Τολστόϊ, δῆθεν κήρυσσε τὴ «βία στὸ ὄνομα τοῦ καλοῦ» (Τολστόϊ «Ἐπιστολὴ πρὸς Ν. Ν»· σελ. 5). Πρόδηλη παρανόηση ἢ ἀπροθυμία κατανόησης τοῦ Ἀποστόλου! Μὴ θέλοντας νὰ κατανοήσει τὸ νόημα τῆς Ἀποστολικῆς συμβουλῆς περὶ τοῦ «οἴνου» (1 Τιμ. V:23: «μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ’ οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας»), –συμβουλῆς σαφοῦς καὶ μὴ διδούσης ἀφορμὲς γιὰ παρερμηνεῖες, –ὁ κόμης ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ εἰρωνεύεται γι’ αὐτὸ τὸ θέμα («τὰ πάντα» –λέει– «εἶναι ἅγια:… καὶ οἱ συμβουλὲς τοῦ Παύλου περὶ οἴνου»: βλ. «Σύνοψ. καὶ μετ… Εὐαγγ.», σελ. 10), –ἀλλὰ τί ἀνόητη καὶ παράλογη εἰρωνεία εἶναι αὐτή, ποὺ ἐπιστρέφει ὁλόκληρη καὶ μὲ τόκο στὸν δημιουργό της!.. Τὸν Ἀπ. Παῦλο ὁ Τολστόϊ δὲν θέλει ἢ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν καταλάβει, ὅταν ἐντελῶς ἄδικα λέει ὅτι ὁ «Παῦλος» δῆθεν «διδάσκει τὴ δική του πίστη, τὴν ὁποία ὀνομάζει» μόνο «Χριστοῦ» (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 196). Μὲ ἀγανάκτηση κατὰ τοῦ Ἀπ. Παύλου γιὰ τὸ γεγονός, βέβαια, ὅτι ὁ τελευταῖος ἑρμήνευσε τόσο λαμπρά καὶ τόσο μεγαλοφυῶς τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ὁ κόμης δὲν λυπᾶται τὶς συνηθισμένες του ὕβρεις, ἀποκαλώντας, π.χ., τὴν Α’ ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους «ἄσχημη» (σελ. 196) κ.τ.λ. καὶ ξεχνώντας ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπίθετο ταιριάζει περισσότερο ἀπὸ ὅλα σὲ αὐτόν –τὸν ἄθεο τῆς Γιάσναγια Πολιάνα, ὡς πλήρως ἀξιωμένο ἀπὸ αὐτόν… Στὸν κόμητα ὑπάρχουν μόνο ὕβρεις: ἐδῶ «ἄσχημη», ἐκεῖ «παπάδες» («Ἐπιστολὴ πρὸς Ν. Ν», σελ. 5) κ.τ.λ. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὁ κόμης παραμένει πιστὸς στὸν ἑαυτό του…, δυστυχῶς…

Τὴν «Ἀποκάλυψη» ὁ Τολστόϊ πλέον ὁριστικὰ δὲν τὴν ἀνέχεται. Μόνο αὐτὸ διαβάζετε σὲ αὐτόν: «τὸ παραλήρημα τῆς Ἀποκάλυψης» (Τ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 110)· στὴν Ἀποκάλυψη –λέει– ὑπάρχει περιεχόμενο «ἄμεσα σκανδαλῶδες» (σελ. 110–111)· «ἡ Ἀποκάλυψη πλέον ἄμεσα δὲν ἀποκαλύπτει τίποτα» (σελ. 112) κ.τ.λ. (σρ. «Σύνοψ. καὶ μετ… Εὐαγγ.», σελ. 10, 12…)… Σὲ τί, ὅμως, ἐκδηλώνεται αὐτὸ τὸ «παραλήρημα», –τί εἶναι σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο «σκανδαλῶδες»…, –ὅλα αὐτά, ἄλλωστε, παρέμειναν κρυμμένα στὸ κεφάλι τοῦ κόμητος καὶ στὸν κόσμο ἔτσι καὶ δὲν ἀποκαλύφθηκαν, διότι πράγματι δὲν ὑπῆρχε τίποτε νὰ ἀποκαλυφθεῖ. Καὶ τὸ ὅτι ἡ Ἀποκάλυψη δῆθεν «ἄμεσα» (ἀγαπημένη καὶ ἄτοπα χρησιμοποιούμενη ἀπὸ τὸν κόμητα λεξούλα!) «δὲν ἀποκαλύπτει τίποτα», –αὐτὸ εἶναι ἀληθινὰ μία «ἀποκάλυψη» ἐκ μέρους τοῦ κόμητος, ποὺ πρὶν ἀπὸ αὐτὸν δὲν εἶχε διατυπωθεῖ ἀπὸ κανέναν καὶ ἦταν σὲ ὅλους ἄγνωστη… Ἂν ἔλεγε ὁ κόμης ὅτι αὐτός, παρὰ τὸν μοναδικό –δή– καὶ ἐξαιρετικό –δή– νοῦ του, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τίποτε στὴν Ἀποκάλυψη, –αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἀκόμη παράξενο, –ἀλλὰ τὸ νὰ πεῖ ὅτι τὸ βιβλίο δῆθεν δὲν ἀποκαλύπτει τίποτα, αὐτὸ εἶναι ὑπερβολικὰ κωμικό… ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν κόμητα, παρ’ ὅλο που στὶς γελοῖες ἐπιθέσεις του ἔχουμε ἤδη κάπως συνηθίσει…

Λοιπόν, μὲ τὴν Ἱερὰ Γραφή, ὡς θεόπνευστη πηγή, ὁ Τολστόϊ ξεμπερδεψε ἐντελῶς καὶ ὁριστικά. Ἀμφιβολίες πλέον δὲν μένουν… Καλὸς εἶναι, ὅμως, αὐτὸς ὁ χριστιανός!..

5). «Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἱδρυμένη κοινωνία ἀνθρώπων»… («Κατήχ.» «Περὶ τοῦ ἐνάτου ἄρθρου»…). Ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐνῶ ὁ κόμης Τολστόϊ μὲ τὴ συνήθη σὲ αὐτὸν βλασφημία δηλώνει ὅτι «ὁ ἐφευρέτης τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ διάβολος μὲ ἐπενδύτη (πελερίνα)» (βλ. Τολστ. «Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 23), –ὅτι αὐτὸς ἀκριβῶς «ἐπινόησε τὴν Ἐκκλησία» γιὰ νὰ «σώσει» τὸν Βεελζεβοὺλ καὶ τοὺς συντρόφους του καὶ νὰ «ἀποκαταστήσει τὴν κόλαση» (σελ. 7)…, ποὺ κλονίστηκε καὶ συντρίφθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σελ. 4, 3)… Η Ἐκκλησία –λέει– χρειάζεται στὸν διάβολο γιὰ νὰ σκοτεινιάσει, νὰ διαστρέψει τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ! Ὁ κόμης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐκφράζεται βλάσφημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, ἀντιθέτως, εἶναι κλημένη νὰ διατηρεῖ καὶ νὰ μεταδίδει μὲ καθαρότητα καὶ ἀκεραιότητα τὴ ζωοποιό διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας καὶ ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ ὅλες τὶς δυνάμεις της γιὰ νὰ συντελέσει στὴ σωτηρία τῶν μελῶν της…, –γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ἵδρυσε ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς – ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ (Ματθ. XVI:18). Ὁ Τολστόϊ στὴν προκειμένη περίπτωση ξεπέρασε, φαίνεται, ἤδη ὅλους τοὺς παράφρονες ὅλων τῶν ἐποχῶν!

«Ἡ δὲ ἐκκλησία», – συνεχίζει αὐτός, – «εἶναι ἐκεῖνο τὸ πρᾶγμα ποὺ ὅταν οἱ ἄνθρωποι ψεύδονται καὶ αἰσθάνονται ὅτι δὲν τοὺς πιστεύουν, ἐπικαλούμενοι πάντοτε τὸν Θεό, λέγουν: Μὰ τὸν Θεό, εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ λέω – αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐκκλησία»… Παράλληλα «οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἀναγνώρισαν τοὺς ἑαυτούς τους ὡς ἐκκλησία, πείθονται ὅτι δὲν μποροῦν πλέον νὰ πλανῶνται, καὶ γι’ αὐτό, ὁποιαδήποτε ἀνοησία» (!!) «κι ἂν ποῦν, δὲν μποροῦν πλέον νὰ τὴν ἀρνηθοῦν» κ.τ.λ. (Τολστ. «Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 7)… Ἐδῶ διαβάζουμε στὸν κόμητα πλέον κυριολεκτικὰ ἕνα συνονθύλευμα – ἕνα εἶδος ἄγριου παραληρήματος ἑνός τρελοῦ… Εἶναι πλέον θετικὰ ἀδύνατο νὰ βγάλει κανεὶς ἄκρη στὸν τολστοϊκὸ παραλογισμό – καὶ εἶναι ἀναμφίβολο ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Τολστόϊ δὲν ἔδινε κανένα λόγο στὸν ἑαυτό του γιὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔγραφε. Σώρευσε μία μάζα ἀνοησιῶν – καὶ τέλειωσε! Πράγματι, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι, – ἂς ὑποθέσουμε, – ψεύδονται οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ καὶ ἐάν, αἰσθανόμενοι ὅτι οἱ ἄλλοι δὲν τοὺς πιστεύουν, ἀρχίσουν νὰ ὁρκίζονται γιὰ νὰ βεβαιώσουν τὴν ἀλήθεια τους…, – τότε ποιά Εκκλησία ὑπάρχει ἐδῶ; Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν Τολστόϊ θὰ ἦταν, φαίνεται, ἤδη δύσκολο νὰ πεῖ κάτι τόσο ἄτοπο, τόσο ἀπέραντα παράλογο! Ἐὰν «ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἱδρυμένη κοινωνία ἀνθρώπων, ἑνωμένων μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἱεραρχία καὶ τὰ Μυστήρια» («Κατήχ.»: loc. cit.), – τότε τί σχέση ἔχουν ἐδῶ τὰ ἐπινοούμενα ἀπὸ τὸν κόμητα «ψεύδη», οἱ «ὅρκοι»…, ἡ «ἀνοησία», τὴν ὁποία θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἐκεῖ ὅπου εἶναι καὶ τὸ πλέον κατάλληλο μέρος νὰ βρίσκεται; Ἢ μήπως ὁ «πολιτισμένος» ὑβριστὴς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει χωρὶς τὴν ἁμαξάδικη γλῶσσα – τόσο πολὺ τοῦ εἶναι προσφιλής;

Ἐὰν μὲ παρόμοιο τρόπο βλέπει ὁ Τολστόϊ τὴν Ἐκκλησία, τὴν οὐσία της, τὴν προέλευσή της…, τότε εἶναι σαφὲς ὅτι, ἀπὸ τὴ δική του σκοπιά, θὰ ἦταν παράξενο νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ τὴν «ἁγιότητά» της… Καὶ δὲν μιλᾶ γι’ αὐτό… Ἀντιθέτως, δηλώνει κατηγορηματικὰ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δῆθεν «παρερμήνευσε τὴ διδασκαλία» τοῦ Χριστοῦ πρὸς «ὄφελος» τοῦ Βεελζεβοὺλ καὶ τῶν συντρόφων του (Τ. «Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 8), ὅτι καθαγίαζε καὶ καθαγιάζει «φοβερὲς ἀπάτες» (Τ. «Χρ. διδασκαλία», σελ. 77)…, – ὅτι ἡ κηρυττόμενη ἀπὸ αὐτὴν διδασκαλία εἶναι διδασκαλία «σκότους καὶ ψεύδους», στραμμένη «ἐναντίον τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀλήθειας» (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 33), – διδασκαλία τόσο «ἀνήθικη», ποὺ δῆθεν «ποτὲ δὲν κήρυξε καμία θρησκεία» (Τ. «Τί εἶναι ἡ θρησκ.;..», σελ. 18)…, – καὶ ὅτι «χρειάζεται ἡ ἐξόντωση» αὐτῆς τῆς «ψεύτικης» θεωρίας, «στὴν ὁποία ἀνατρέφονται οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας» (Τ. «Εἶναι πράγματι ἔτσι ἀπαραίτητο;» σελ. 26)… Ἡ παράθεση περαιτέρω ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὰ τολστοϊκὰ συγγράμματα εἶναι πλέον περιττή: μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ κρίνει ἐπαρκῶς βάσει τῶν παρατεθέντων ἐδαφίων. Ὁ Τολστόϊ εἶναι γενναιόδωρος σὲ παρόμοιες ὁμιλίες καὶ δὲν φείδεται λέξεων. Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν προσπαθεῖ νὰ θεμελιώσει τὶς θέσεις του, βασιζόμενος στὴν εὐπιστία τῶν ἀφελῶν ἀναγνωστῶν. Ἔτσι, δὲν ἐξηγεῖ καθόλου καὶ δὲν ἀποδεικνύει διόλου – ποῦ καὶ πῶς ἡ Ἐκκλησία «παρερμήνευσε» κακόβουλα τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ; Διότι ἡ Ἐκκλησία πάντοτε ἐμφανιζόταν καὶ ἐμφανίζεται σαφῶς, ἀνοικτά, καὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τὴ διδασκαλία της, συγκρίνοντάς την μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου. Γιὰ ποιές «διαστρεβλώσεις» θὰ μποροῦσε νὰ μιλήσει κανεὶς ἐδῶ; Γιὰ ποιές «ἀπάτες», καὶ μάλιστα «φοβερές»; Καὶ ἂς προσπαθοῦσε ὁ κόμης διὰ τῆς ἐπιμελοῦς παραβολῆς τῆς «ἐκκλησιαστικῆς» διδασκαλίας πρὸς τὴν «Χριστοῦ» διδασκαλία νὰ ἀποδείξει τὶς ἀποκλίσεις τῆς πρώτης ἀπὸ τὴ δεύτερη. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν θὰ τὸ κατάφερνε ποτέ, οὔτε καὶ δοκιμάζει νὰ κάνει κάτι παρόμοιο, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων ποῦ θὰ ὁδηγοῦσε ὅλο αὐτό… Τὸ νὰ μιλᾶ κανείς, κόμη, εἶναι εὔκολο… Ποιό «σκότος», ποιό «ψεῦδος» κηρύττει ἡ Ἐκκλησία, μὲ ποιό «φῶς», μὲ ποιά «ἀλήθεια» πολεμᾶ, αὐτὸ εἶναι πάλι ἄγνωστο σὲ ὅλους, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν μόνον φαντασιόπληκτο – τὸν Τολστόϊ. Σὲ τί συνίσταται ἡ ἀπίστευτη «ἀνηθικότητα» τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας; Καὶ πάλι εἶναι ἄγνωστο. Εἶναι γνωστὸ μόνον ὅτι, ὅσο ἐξασθενεῖ ἡ ἐπιρροὴ αὐτῆς τῆς διδασκαλίας στὴν κοινωνία, τόσο περισσότερο στερεώνεται καὶ ἐνισχύεται σὲ αὐτὴν ὁ ἠθικὸς χουλιγκανισμός, τόσο περισσότερο ἐξαπλώνεται ἡ διαφθορὰ κ.τ.λ. Καὶ ἐὰν ὑπάρχει κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο κάθε συνετὸς ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ μεριμνᾶ, αὐτὸ εἶναι μοναδικὰ ὄχι ἡ «ἐξόντωση» τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ ἀντιθέτως – μόνον καὶ μόνον ἡ ἐνίσχυσή της. Αὐτὸ τὸ κατανοοῦν ἄριστα καὶ τὸ συναισθάνονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν μολυνθεῖ ἀπὸ τὴ χριστιανοφοβία… Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἐπιρροή της…, ὁ Τολστόϊ καὶ οἱ θαυμαστές του θὰ ἔβλεπαν ὁλοζώντανα τὰ ἀποτελέσματα (ἡ Πορτογαλία, ἡ Γαλλία, ἡ Β. Ἀμερική…. εἶναι ἤδη μπροστά μας… Θὰ ἔβλεπαν ὅτι ἡ «βία», –γιὰ τὴν ὁποία ὁ κόμης ἀδίκως κατηγορεῖ τὴν Ἐκκλησία αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ὅτι δῆθεν κατέφευγε σὲ αὐτὸ τὸ «μέσο κατὰ τῆς διαφωνίας» κάποιου μὲ τὴ διδασκαλία της, –ἡ βία καὶ ἡ φανερὴ καὶ ἡ «κρυφή»… (Τολστ. «Περὶ θρησκευτικῆς ἀνοχῆς»· ἔκδ. «Ἐλευθ. Λόγου», ἀρ. 72. A. Tchertkoff. Christchurch, Hants, England. 1902, σελ. 10, 11…· σελ. I «Διορθώσεων καὶ προσθηκῶν»), –ἀποτελεῖ στὴν πραγματικότητα κτῆμα ὄχι τῆς «χριστιανικῆς» Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἀληθινὴ ἔννοια τῆς λέξης, –ἀλλὰ τῶν ἐχθρῶν της (θυμηθεῖτε τὸν σύγχρονο διωγμὸ κατὰ τοῦ χριστιανισμοῦ στὶς προαναφερθεῖσες «πολιτισμένες» χῶρες…)…

Στὴν Ἐκκλησία «ἀνήκουν ὅλοι ὅσοι ἐτελεύτησαν μὲ τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ ἁγιότητα»… Οἱ χριστιανοί, «ποὺ ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία» ἡ ὁποία ἀκόμη «ἀγωνίζεται στὴ γῆ.., ἐπικαλοῦνται», μεταξὺ ἄλλων, «σὲ βοήθεια τοὺς Ἁγίους, ποὺ ἀνήκουν στὴν οὐράνια Ἐκκλησία»… «Ἡ διαδοχὴ τοῦ Ἀποστολικοῦ λειτουργήματος διατηρεῖται στὴν Ἐκκλησία» διὰ τῆς «ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας» κ.λπ. («Κατήχ.»· περὶ τοῦ «ἐνάτου ἄρθρου» τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως).

Ὁ κόμης Τολστόϊ ἀπέναντι σὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι διατεθειμένος κατὰ τὴ συνήθειά του ἀρνητικά. Κατατάσσει στὴν περιοχὴ τῶν «φοβερῶν ἀπατῶν» τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία περὶ «ἁγίων» καὶ «προσευχῶν» πρὸς αὐτούς, –περὶ «λειψάνων» (τὸ τελευταῖο τὸ εἰκονογραφεῖ μὲ τὴ βλάσφημη ἐπινόηση ὅτι δῆθεν «στὸ Κίεβο τὰ λείψανα» εἶναι «παραγεμισμένα μὲ ἄχυρο»), περὶ «εἰκόνων», περὶ «θαυματουργῶν εἰκόνων – τῆς Καζάν, τῆς Ἰβήρων»…, περὶ «ἐξαγωγῆς μερίδων», «τοποθέτησης κεριῶν», «μνημοσύνων», «ἁγιασμῶν», «φέρουσι σταυρούς», περὶ «προσευχῶν στοὺς ναούς», «νηστειῶν» κ.τ.λ. (βλ. Τολστόϊ· «Χρ. διδ.», σελ. 77, 78, 79· «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 34, 35· «Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 10· «Τί εἶναι ἡ θρησκεία;»… σελ. 19. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 211 καὶ ἀλλ.· «Ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδ. τοῦ Ἰησ.», σελ. 7…).

Μὲ τὴν πανθεϊστικὴ σκοπιά, ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει Προσωπικὸ Θεό, ἀρνεῖται τὴν προσωπικὴ μεταθανάτια ὕπαρξη…, –μὲ τὴν ἄρνηση τῆς Θεότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ..., –εἶναι, βεβαίως, κατανοητὴ ἡ ἀποστροφὴ τοῦ Τολστόϊ πρὸς τὰ ἀπαριθμηθέντα σημεῖα τῆς χριστιανικῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας: πρὸς τὴν τιμὴ τῶν ἁγίων, τὶς εἰκόνες, τὶς προσευχές, τὴν «ἱεραρχία» κ.λπ. Ἄλλο, βεβαίως, ζήτημα εἶναι τὸ πόσο αὐτὴ ἡ σκοπιὰ εἶναι στὴν πραγματικότητα ψεύτικη, πρᾶγμα ποὺ εἶναι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, γεγονὸς κοινὰ ἀναγνωρισμένο… Ὅλα αὐτά, –ἐπαναλαμβάνουμε, –εἶναι ἀκόμη κατανοητά. Ἀλλὰ ἐντελῶς ἀκατανόητο εἶναι κάτι ἄλλο: αὐτή –ἡ ὁποία ποτὲ δὲν ἐγκαταλείπει τὸν κόμητα (!!)– νοσηρή κάπως τάση πρὸς τὸν κυνισμό, πρὸς τὴ βλασφημία, πρὸς τὸ ψεῦδος… Ὑπὸ τὴν ἐπήρεια αὐτῆς τῆς θλιβερότατης τάσης ὁ Τολστόϊ μιλᾶ γιὰ ἀπάτες ἐκεῖ ὅπου αὐτὲς οἱ ἀπάτες δὲν ὑπάρχουν οὔτε κὰν ὡς ὑποψία… Τοὐλάχιστον, δὲν προσπαθεῖ μὲ τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ γυμνὲς καὶ ἀναπόδεικτες φράσεις, νὰ ἐπιβεβαιώσει τὶς ἀπίστευτες δηλώσεις του, οἱ ὁποῖες, συνεπῶς, χάνουν κάθε σημασία… Ἡ δὲ δήλωση τοῦ βλασφήμου –Τολστόϊ σχετικὰ μὲ τὰ λείψανα τοῦ Κιέβου εἶναι σὲ τέτοιο βαθμὸ ψεύτικη, παράφρων…, σὲ τέτοιο βαθμὸ ἀπέχει ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ἔχει προ πολλοῦ ἐλεγχθεῖ καὶ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάθε ἀμφισβήτηση, ὥστε γι’ αὐτὴν δὲν ἀξίζει πλέον νὰ μιλᾶμε. Ἀκόμη καὶ ὁ διάβολος στὸν ᾅδη, παρ’ ὅλη τὴν ἀνέκφραστη καὶ ἀπαράμιλλη κακία του, δὲν θὰ μπορούσε νὰ ἐπινοήσει πιὸ ἐπονείδιστη συκοφαντία ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἐπινόησε ὁ ἀριστοκράτης τῆς Γιάσναγια Πολιάνα. «Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι» (Ἰακ. II:19)… Ὁ δὲ Τολστόϊ οὔτε πιστεύει, οὔτε φρίσσει, –ἀντιθέτως, μέσα στὴν ἀσυγκράτητη βλασφημία του ἐπαναστατεῖ μὲ θράσος ἐναντίον τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ἐναντίον τῆς ἁγίας Του Ἐκκλησίας, ἐναντίον τῶν θεσμῶν της, ἐναντίον τῆς διδασκαλίας της…, ἐπαναστατεῖ μὲ θράσος… καὶ οὔτε ἴχνος τρόμου…, ἀκόμη καὶ ἐπίδειξη κυνισμοῦ, ἀθεΐας, ἀντιχριστιανικῶν αἰσθημάτων!…

6). Ἡ Χριστιανικὴ Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι «μυστήριο εἶναι μία ἱερὴ πράξη, διὰ τῆς ὁποίας ἐνεργεῖ πάνω στὸν ἄνθρωπο μὲ τρόπο μυστικὸ ἡ χάρη ἤ, πράγμα ποὺ εἶναι τὸ ἴδιο, ἡ σωτήρια δύναμη τοῦ Θεοῦ», – καὶ ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ἑπτά… («Κατήχ.» «Περὶ τοῦ δεκάτου ἄρθρου» τοῦ Συμβ. τῆς πίστεως). Αὐτὴ τὴ διδασκαλία ὀφείλει νὰ ὁμολογεῖ κάθε χριστιανός, ὡς τέτοιος.

Ἐντελῶς διαφορετικὰ βλέπει τὸ ζήτημα ὁ κόμης Τολστόϊ.

«Ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία χρειάζονται ἑπτὰ μυστήρια», – γι’ αὐτό, κατὰ τὸν ἰσχυρισμό του, «στὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ δὲν ὑπάρχει οὔτε μία νύξη» («Ἔκθ. Εὐαγγ.» – Τολστ., σελ. 119). Μὲ τὸν Τολστόϊ θὰ μποροῦσε νὰ συμφωνήσει, βεβαίως, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος «βλέποντας δὲν βλέπει» ἤ ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει τίποτα, δὲν διαβάζει τίποτα… Ἀλλὰ ὁ καθένας, ἀπολύτως ὁ καθένας, μόνον θὰ γελάσει μὲ τὶς ἀξιώσεις του, ὅποιος θυμᾶται, π.χ., τὸ Ἰωάν. III:5· Ματθ. XXVIII:19· Μάρκ. XVI:16· Ματθ. XXVI:26–28· Ἰωάν. VI:56, 54· Λουκ. XXII:19· Ματθ. XVIII:18· Ἰωάν. XX:22, 23 καὶ πάρα πολλὰ ἄλλα χωρία ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια (δὲν μιλᾶμε πιὰ γιὰ τὶς ἀμέτρητες μαρτυρίες στὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων: τὰ κυριότερα χωρία παρατίθενται ἤδη στὴν «Κατήχηση»)… Στὸν Τολστόϊ δὲν ἀρέσει ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ μυστηρίων, καὶ δηλώνει ὑπεροπτικά: «ἐσεῖς λέτε» (δηλ. οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἱεραρχίας), «ὅτι ἡ τελειοποίηση μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις χωρὶς τὴ βοήθεια… τῶν μυστηρίων… εἶναι ἁμαρτία ὑπερηφάνειας, ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία του ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ πιστεύει ὄχι στὸ δικό του λογικό, ἀλλὰ στὶς ἐντολὲς τῆς ἐκκλησίας»… («Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 34)… Δὲν πρόκειται γιὰ ὑπερηφάνεια ἐδῶ στὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου, χωρὶς τὴν ἄνωθεν βοήθεια, νὰ φτάσει στὴν τελειότητα: ὁ καθένας ποὺ ἔχει παρακολουθήσει ἔστω καὶ λίγο τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἔχει ἀναλύσει, αὐτὸ τὸ καταλαβαίνει ἄριστα, πρᾶγμα ποὺ κατανοοῦσαν ἀκόμη καὶ οἱ εἰδωλολάτρες (Ὀβίδιος…). Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, καὶ σὲ ἄλλες, ποτὲ δὲν βρίσκεται σὲ ἀντίφαση μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ «λογικοῦ», ἀλλὰ ἀντιθέτως – συμφωνεῖ μὲ αὐτὲς πάντοτε. Ὅλες οἱ ἀπόπειρες στὸ τολστοϊκὸ πνεῦμα συντρίβονταν ἀμετάβλητα πάνω στὴν ἐντελῶς σαφὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, πάνω στὶς ἀπαράμιλλες ἑρμηνεῖες τῶν πλέον ἔγκριτων ἁγίων Πατέρων τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας…

Μεταβαίνοντας στὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὰ ἐπιμέρους μυστήρια, ὁ Τολστόϊ ἐρωτᾶ: «τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ ἀνήθικο ἀπὸ αὐτὴ τὴν τρομερὴ διδασκαλία…, ὅτι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν ἁμαρτία συνίσταται στὸ νὰ εἶναι βαπτισμένοι»… («Τί εἶναι ἡ θρησκεία;..» Τολστ., σελ. 19); Τί βλέπει ὁ κόμης στὴ χριστιανικὴ διδασκαλία γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ «βαπτίσματος» ὄχι μόνο ἀνήθικο, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὑπερ-ανήθικο, – αὐτὸ εἶναι ἄγνωστο σὲ ὅλους, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸν ἴδιο, βέβαια, – ἐφόσον δὲν παραθέτει καμία θεμελίωση τῆς παραφροσύνης του: ἐξέμεσε ὕβρεις – καὶ τέλος… Τί ἄλλο θέλετε; Ἀρκεῖ –λέει– ὁ λόγος τοῦ κόμητος, τὸν ὁποῖο, δῆθεν, πιστεύουν ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι ἤ, τοὐλάχιστον, προσποιοῦνται τοὺς πιστούς… Μὴ πιστεύοντας στὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ στὴ θεία Του χάρη, ὁ Τολστόϊ, ὅπως εἶναι φυσικό, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει καὶ στὴ σωτήρια δύναμη τῶν μυστηρίων… Ἀλλὰ τὸ νὰ μιλάει γιὰ ἀνηθικότητα, καὶ μάλιστα ἐξαιρετική, δὲν θὰ μποροῦσε οὔτε κὰν μὲ τὴ δική του ἄθεη καὶ παραλογότατη σκοπιά, – δὲν θὰ μποροῦσε, δηλαδή, δὲν εἶχε στοιχεῖα, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα…

Ἀλλὰ ἰδιαίτερα χλευάζει ὁ κόμης τὸ ἁγιώτατο μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας. Φαίνεται ὅτι ὅλες οἱ πονηρὲς δυνάμεις τοῦ ᾅδη ἑνώθηκαν, γιὰ νὰ ποῦν μὲ τὴ γλῶσσα τοῦ βλασφήμου τῆς Γιάσναγια Πολιάνα ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ βλάσφημα, προσβλητικά, εἰδεχθέστερα πράγματα…, – καὶ πέτυχαν σὲ αὐτό: ὅλα τὰ ρεκόρ ἔχουν καταρριφθεῖ ἀναμφισβήτητα… Καὶ ἐδῶ ἰδιαίτερα, – ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, – εἶναι ἁπλῶς σιχαμερὸ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν θὰ ἤθελα νὰ μεταφέρω τὶς τολστοϊκὲς βδελυρότητες, – ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ δείξουμε στοὺς ἀνίδεους τί εἴδους «χριστιανὸς» (??!) ἦταν ὁ Τολστόϊ, ὁ ὁποῖος συνήθως ἀπὸ αὐτοὺς – αὐτοὺς τοὺς κυρίους – τόσο ἀποκλειστικὰ ὑποστηρίζεται…, – τότε… εἴμαστε ἀναγκασμένοι, μὲ σφιγμένη τὴν καρδιά, αὐτὲς τὶς βδελυρότητες, – τοὐλάχιστον μερικές ἔστω ἀπὸ αὐτές, – νὰ τὶς διαπιστώσουμε, πρὸς μεγάλη λύπη καὶ ταραχὴ τῆς ψυχῆς μας…

Γιὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο, κατὰ τὸν ὁποῖο ἱδρύθηκε τὸ ἁγιώτατο μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὁ Τολστόϊ διηγεῖται διεξοδικὰ ὡς γιὰ ἕνα ἁπλό «δεῖπνο» μόνον, – ὡς γιὰ ἕνα τέτοιο γεγονὸς μόνον, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δῆθεν δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαχθεῖ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ἡ Ἐκκλησία, κ.τ.λ. (Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 196· σύγκρ. σελ. 119 καὶ ἀλλ.), – κατὰ τὴν ὁποία προσθέτει κατὰ τὴ συνήθειά του ὄχι λίγες λέξεις καὶ ἐκφράσεις ἀπὸ τὸ «καλλιτεχνικό» του λεξιλόγιο: γιὰ τὴν ἀπέραντα «ταπεινὴ πτώση τῆς διδασκαλίας, ποὺ ὀνομάζεται Χριστοῦ», – γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία, ὡς γιὰ «κάτι» «ἄγριο», «τοῦ ὁποίου ὅμοιο δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς σὲ καμία ἄγρια πίστη», καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά (σελ. 196)… Διαβάζοντας ὅλα αὐτά, ἀπορεῖτε: ἆραγε ὁ Τολστόϊ δὲν γνώριζε τοὐλάχιστον τὸ Ματθ. XXVI:26–28, – τὸ Ἰωάν. VI:56, 54, – τὸ Λουκ. XXII:19;.. Καὶ μὲ ποιό δικαίωμα ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του τὶς συνηθισμένες του ἐπιθέσεις; Καὶ γιὰ ποιά καὶ τίνος «πτώση» θὰ ἔπρεπε στὴν πραγματικότητα νὰ μιλᾶμε, – γιὰ τίνος ἠθικὴ «ἀγριότητα»;.. Βεβαίως, μόνον καὶ μόνον γιὰ τὶς τολστοϊκές… Ἐνῶ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κόμης ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ ὁμιλεῖ μὲ τὸν πλέον ἐξοργιστικὸ τρόπο: γιὰ τὴν ἁγία Εὐχαριστία, ὡς γιὰ «ἕνα παράλογο» (?!) «μυστήριο, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Βολταῖρος ἔλεγε ἀκόμη ὅτι ὑπῆρχαν καὶ ὑπάρχουν κάθε εἴδους παράλογες θρησκευτικὲς διδασκαλίες, ἀλλὰ ποτὲ ὣς τώρα δὲν ὑπῆρξε τέτοια, στὴν ὁποία ἡ κύρια θρησκευτικὴ πράξη νὰ συνίσταται στὸ νὰ τρώει κανεὶς τὸν Θεό του»… (Τολστ. «Τί εἶναι ἡ θρησκεία»;.., σελ. 19). Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὸν Βολταῖρο θὰ ἔπρεπε, βεβαίως, νὰ τὸν ἀφήσουμε κατὰ μέρος: τὰ ἀνόητα παραληρήματά του ἔχουν προ πολλοῦ παραδοθεῖ στὸ ἀρχεῖο γιὰ πάντα, – καὶ γιὰ κανέναν δὲν ἀποτελεῖ αὐθεντία μὲ τὴν «ἀδιάντροπη κολακεία καὶ ταπείνωσή» του, τὸν «ἐγωισμό», τὴν «τρομερὴ δειλία», μὲ τὸ «ἰδανικό» του, τὸ ὁποῖο ἦταν: «ἡ λάμψη τῆς αὐλῆς, οἱ τιμές, ἡ προσοχὴ τῶν γυναικῶν», – μὲ τὴν «ἀπληστία, τὴν μικροπρέπεια, τὴν κακεντρέχεια», τὴν «ἐκδικητικότητα», τὴν «ἱκανότητα γιὰ τὸ πλέον ταπεινὸ ψεῦδος»… (βλ. «Ὀρθόδοξος Θεολογικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια», – ἔκδ. καθηγ. Α. Π. Λοπούχιν· τ. III· Πετρούπολη 1902· καθηγ. Σ. Σ. Γκλαγκόλεφ: «Βολταῖρος», στῆλ. 803–811)… Ἤ μήπως ὁ Τολστόϊ στὸ πρόσωπο τοῦ Βολταίρου βρῆκε μία συγγενικὴ πρὸς τὸν ἑαυτό του – «ψεύτικη»… – φύση; Καὶ ἔπειτα, ἀντὶ γιὰ τὸν Βολταῖρο, γιατί νὰ μὴν ἀπευθυνθεῖ γιὰ ἐξηγήσεις, ὅσες εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν στὴν προκειμένη περίπτωση, τοὐλάχιστον σὲ ἐκείνους ποὺ ὑποδεικνύονται ἀπὸ τὴν «Ὀρθόδοξη Κατήχηση»: στὴν «Ἔκθεση πίστεως τῶν Ἀνατολικῶν Πατριαρχῶν», στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό;.. Διότι, ἐὰν ἐμεῖς γιὰ τὴν κατανόηση τῆς Ἀποκάλυψης ἀπευθυνόμαστε στοὺς κ.κ. Μορόζοφ, Σβιάτσκι καὶ Σία», – τότε μήπως θὰ χωθοῦμε μέσα στὸ πλέον ἀδιαπέραστο δάσος παραλογισμῶν κάθε εἴδους; Νὰ μελετᾶ κανεὶς τὸν Χριστιανισμό μέσω τοῦ Βολταίρου! Μπορεῖ πράγματι νὰ σκεφτεῖ κανεὶς τέτοιο παράλογο! Γιατί ὄχι καὶ μέσω τοῦ Κέλσου, τοῦ Νίτσε, τοῦ Γκόρκι;.. Ὅποιος θέλει νὰ γνωρίσει τὸ παρελθὸν τῆς ρωσικῆς ἱστορίας, – αὐτὸς θὰ ἀποφεύγει ὅσο γίνεται περισσότερο τὸν Σίσκο καὶ παρόμοιους μὲ αὐτὸν ἀμαθεῖς· ὅποιος θέλει νὰ κατανοήσει τὸ νόημα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, θὰ ἀπευθυνθεῖ ὄχι σὲ κάποιον ἄλλον, παρὰ στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, στοὺς ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας…, σὲ πρόσωπα ποὺ στάθηκαν πιὸ κοντὰ ἀπὸ ὅλους στὸν Κύριο καὶ γι’ αὐτὸ κατανόησαν καλύτερα ἀπὸ ὅλους τὴ διδασκαλία Του… Σὲ αὐτούς, καὶ ὄχι σὲ ἀθέους καὶ διεφθαρμένους… Ὁ ἴδιος (στὰ νιάτα του) διεφθαρμένος – ὁ Τολστόϊ καὶ καταφεύγει σὲ παρόμοιες περιπτώσεις γιὰ βοήθεια σὲ τέτοια πρόσωπα. Ἀνίκανος νὰ ὑψωθεῖ πάνω ἀπὸ τὸ χονδροειδές, τὸ ὑλικό – θεωρεῖ, γι’ αὐτό, «ἀπάτη» τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ «μετουσιώσεως τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου»… (Τολστ. «Χριστ. διδ.», σελ. 78–79), – τὸ θεωρεῖ…, παρὰ τὶς ἀντιθέτου χαρακτήρα σαφεῖς μαρτυρίες καὶ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως… Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος σὲ ἀπελπιστικὴ τύφλωση θεωρεῖ τὸ λευκὸ μαῦρο καὶ ἀντιστρόφως, τότε τὸ νὰ συνεχίσει κανεὶς τὶς συζητήσεις μαζί του εἶναι πλέον περιττό. Ἕνας ἄνθρωπος, – μὲ ἀσθενῆ νοῦ, μὲ περιορισμένο καὶ φθαρμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, – ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ κατανοήσει ὅλα τὰ θρησκευτικὰ μυστήρια, στὰ ὁποῖα μπορεῖ κανεὶς μόνο νὰ πιστεύει, – καὶ ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγηθεῖ χωρὶς ὑπόλοιπο ἀπὸ τὸ λογικό, τὸ θεωρεῖ ὡς παράλογο, ὡς δυσπαράδεκτο…, – ἐκδηλώνει μία τέτοια ἀλαζονεία, μία τέτοια αὐτοθεοποίηση…, ποὺ ποτὲ δὲν θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ «ταπεινωθεῖ» (!!) μέχρι τὴν ὑπακοὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία… Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι χαμένος γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἀνεπιστρεπτί… Ἡ ὑπερηφάνεια τὸν φέρνει πιὸ κοντὰ στὸν Βεελζεβοὺλ ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον…, μὲ ἐκεῖνον τὸν ἴδιο ποὺ βρίσκεται συνεχῶς στὰ χείλη του, π.χ., στὸ σύγγραμμα «Ἀποκατάσταση τῆς κόλασης», ὅπου ὁ κόμης προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐκφραστεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ περιφρονητικὰ γιὰ τὸ μισητὸ σὲ αὐτὸν ἁγιώτατο μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ἀπολαμβάνοντας τὶς λέξεις: «ζουμί (νερόπλυμα)», «κομματάκια ψωμιοῦ»… (σελ. 10) κ.λπ. Τὸ δὲ τί ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του στὴν προκειμένη περίπτωση στὸ ὑπερ-βλάσφημο ἔργο του «Ἀνάσταση»…, – θὰ ἦταν ἀδύνατο καὶ νὰ τὸ μεταφέρει κανείς. Στὰ γεράματά του αὐτὸς ὁ «χριστιανός» (!!!), ποὺ ἀρνεῖται στὴν πραγματικότητα κάθε τι χριστιανικό, φαίνεται ὅτι ἔχει πλέον ὁριστικὰ χάσει τὸ λογικό του…

«Ἱερωσύνης», ὡς· «Μυστηρίου, στὸ ὁποῖο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ἀρχιερέως, καθιστᾶ τὸν κανονικὰ ἐκλεγμένο λειτουργὸ τῶν Μυστηρίων καὶ ποιμένα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ» («Κατήχ.» «Περὶ τοῦ δεκάτου ἄρθρου τοῦ Συμβ. τῆς π.»), – ὁ κόμης δὲν ἀναγνωρίζει, διαβεβαιώνοντας, ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀλήθεια (Ἰωάν. ΧΧ:21–23· Λουκ. XXIV:50 κ.ἄ.), ὅτι δῆθεν «στὴ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ δὲν ὑπάρχει οὔτε μία νύξη» γιὰ τὸ μυστήριο αὐτό… (Τολστ. «Ἔκθ. Εὐαγγ.», σελ. 119)…

«Στὸ εὐαγγέλιο», κατὰ τὰ λόγια τοῦ Τολστόϊ, δῆθεν «δὲν ὑπάρχει ἔνδειξη γιὰ τὸν γάμο», – ἀλλὰ «ὑπάρχει» μόνον «ἄρνηση αὐτοῦ»· «γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ γάμου» ἐκεῖ –λέει– «δὲν γίνεται λόγος», – δὲν ὑπάρχει «τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ παράλογο θαῦμα τῆς Κανᾶ»…· «ὁ γάμος εἶναι ἕνας μὴ χριστιανικὸς θεσμός»· ὁ Ι. Χριστὸς «ποτέ» –λέει– «δὲν ἵδρυσε τὸν γάμο»… (Τολστόϊ «Περὶ τοῦ σεξουαλικοῦ ζητήματος». «Σκέψεις συλλεγθεῖσες ὑπὸ Βλαδιμήρου Τσερτκόφ». Ἔκδ. 2η «Ἐλευθ. Λόγου», ἀρ. 62. A. Tchertkoff. Christchurch, Hants, England. 1903. Σελ. 47). «Ὁ ἐκκλησιαστικὸς γάμος» «δὲν ἔχει» –λέει– «μέσα του τίποτε χριστιανικό»· εἶναι δῆθεν «ἐπινοημένος» γιὰ «ἀνθρώπους μὴ χριστιανικοῦ πνεύματος»… (σελ. 27)· «στὴν ἀληθινή χριστιανικὴ διδασκαλία» δῆθεν «δὲν ὑπάρχουν καθόλου θεμέλια γιὰ τὴν ἵδρυση τοῦ γάμου»· «χριστιανικὸς γάμος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε»… (σελ. 11)· «ὁ Χριστὸς ποτὲ δὲν καθόρισε τὸν γάμο» (σελ. 10)… «Ὁ κλῆρος» «τελεῖ» «ἔναντι χρημάτων μία τελετή» μόνο (τίποτε περισσότερο!), «ἡ ὁποία ὀνομάζεται… γάμος» (σελ. 11)… «Ὁ Χριστός» (βλ. Τ. «Ἡ σονάτα τοῦ Κρόϊτσερ») «ὄχι μόνο ποτὲ δὲν καθόρισε τὸν γάμο…, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν ἀρνούνταν» (σελ. 114)· «χριστιανικὸς γάμος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε» (σελ. 115· σρ. παραπάνω – σελ. 11 ἀπὸ τὸ ἔργο Τ. «Περὶ γεν. ζητ.»)· «ἔτσι» δῆθεν «ἐκλαμβανόταν αὐτὸ πάντοτε ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς τῶν πρώτων καὶ τῶν ἑπόμενων αἰώνων» («Σον. Κρόϊτσερ», σελ. 115)… «Ὁ πραγματικὸς γάμος», κατὰ τὰ λόγια τοῦ κόμητος, «συνίσταται» στοὺς χριστιανοὺς «στὸ νὰ ντυθοῦν μὲ τὰ καλύτερα φορέματα, νὰ πᾶνε σὲ ἕνα μεγάλο, κτισμένο γι’ αὐτόν τὸν σκοπό» (?!), «κτίριο καὶ ἐκεῖ, ἀφοῦ φορέσουν στὰ κεφάλια ἰδιαίτερα, προετοιμασμένα γι’ αὐτό, καπέλα, ὑπὸ τοὺς ἤχους διαφόρων τραγουδιῶν» (?) «νὰ γυρίσουν τρεῖς φορὲς γύρω ἀπὸ ἕνα τραπεζάκι»… («Ἀποκατ. κόλασης», σελ. 11· σρ. σελ. 12). Καὶ «ἐάν» –λέει– στοὺς ἀνθρώπους «φανοῦν περιοριστικές… οἱ ἀπαιτήσεις ποὺ συνδέονται μὲ τὸν ἐκκλησιαστικὸ γάμο, τότε κανονίζουν ἔτσι ὥστε νὰ τελεῖται μία δεύτερη περιφορὰ γύρω ἀπὸ τὸ τραπεζάκι, ἡ δὲ πρώτη θεωρεῖται ἄκυρη» (σελ. 12)… «Ὅταν φαίνονται» στοὺς ἀνθρώπους «περιοριστικές μερικὲς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἐθίμου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γάμου», τότε «σύζυγοι καὶ γυναῖκες σκοτώνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον»…, καὶ γενικὰ «ἕνας πολὺ μεγάλος ἀριθμὸς φόνων μᾶς δίνει ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ χριστιανικοῦ γάμου»… (σελ. 16) κ.τ.λ.

Ὡστόσο, ἀρκοῦν τὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ τολστοϊκὰ συγγράμματα! Πόσες, ὅμως, ἀσυγχώρητες ἀνοησίες ἔχουν εἰπωθεῖ ἀπὸ τὸν κόμητα καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση;

Ἐὰν κάποιος ἄνοιγε τὸ Εὐαγγ. Ματθ. ΧΙΧ:4–6, – ἔπειτα – τὴν ἐπιστ. τοῦ ἁγ. Ἀπ. Παύλου: πρὸς Ἐφεσ. V:31, 32· Α’ Κορ. VI:16· VII:39…, – στὴ συνέχεια – τὰ ἔργα, π.χ., τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου (ποὺ μιλᾶ γιὰ «γάμο ἐν Κυρίῳ» καὶ «μετὰ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου»), τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως (ποὺ μιλᾶ γιὰ τὸν «καγιασμό τοῦ γάμου διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς προσευχῆς»), τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (κατὰ τὰ λόγια τοῦ ὁποίου στὸν γάμο «συνάπτονται νεανικὰ χέρια διὰ τῆς χειρὸς τοῦ Θεοῦ») καὶ πολλῶν ἄλλων (βλ. ὅλα αὐτὰ καὶ παρόμοια ἀποσπάσματα, π.χ., στὸν π. Ν. Π. Μαλινόφσκι: «Ὀρθόδοξος Δογματικὴ Θεολογία»· IV τ., Σέργκιεφ Ποσὰντ 1909, σελ. 379–383), – τότε ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος θὰ ἔβλεπε ὁλοφάνερα ὅτι, παρὰ τὶς διαβεβαιώσεις τοῦ Τολστόϊ, ὁ γάμος εἶναι «χριστιανικὸς θεσμός», ποὺ ἕλκει τὴν καταγωγὴ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό, – ὅτι ὡς τέτοιος ἀναγνωριζόταν ἤδη «στοὺς πρώτους καὶ τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες» τῆς χριστιανικῆς ἐποχῆς (σρ. στὸν Καθηγ. Α. Λ. Κατάνσκι στὸ ἔργο «Ἡ δογματικὴ διδασκαλία περὶ τῶν ἑπτὰ ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων στὰ ἔργα τῶν ἀρχαιοτέρων πατέρων καὶ δασκάλων τῆς Ἐκκλησίας»…· Πετρούπολη 1877)… Σχετικὰ μὲ τὸ «παράλογο θαῦμα τῆς Κανᾶ» πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ παραλογισμὸς βρίσκεται μόνο στὸ κεφάλι τοῦ κόμητος. Ὁ Κύριος, κατὰ τὰ λόγια τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «θαυματουργεῖ στὸν γάμο καὶ μὲ τὴν παρουσία Του τιμᾶ τὴ συζυγία» (στὸν π. Ν. Π. Μαλινόφ., σελ. 380). Παρόμοια μὲ τοὺς «κατοίκους τῆς Κανᾶ», – λέει ὁ ἅγ. Ἰ. Χρυσόστομος, – «ἂς ἔχουν οἱ νυμφευόμενοι ἀνάμεσά τους τὸν Χριστό» (ibid.). «Στὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν γάμο τῆς Κανᾶ» πολλοὶ πατέρες καὶ δάσκαλοι χριστιανοί («ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρ., ἅγ. Ἐπιφάνιος, μ. Αὐγουστῖνος»…) «εἶδαν τὴν ἀπαρχὴ τῆς εὐλογίας ἀπὸ Αὐτὸν τοῦ χριστιανικοῦ γάμου» (σελ. 385), – εὐλογίας, ποὺ ἐπιβεβαιώθηκε μὲ ἰδιαίτερη ἔμφαση, βεβαίως, διὰ τοῦ θαύματος…

Δὲν εἶναι στὴν ἐξωτερικὴ «τελετή» (?!) – μόνον τὸ ζήτημα, οὔτε στὰ φορέματα, στὰ «καπέλα» (αὐτὰ εἶναι τὰ «στέφανα»!), οὔτε στὴν περιφορὰ μόνο γύρω ἀπὸ τὸ «τραπεζάκι» (!!)… Τὰ δὲ «τραγούδια» σας, κόμη, κατὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ γάμου δὲν ψάλλονται… Τὸ ζήτημα κυρίως βρίσκεται στὴ «χάρη», ποὺ «ἐξαιτεῖται» γιὰ τοὺς νυμφευομένους… «πρὸς εὐλογημένη τεκνογονία καὶ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν» («Κατήχ.» «Περὶ τοῦ δεκάτου ἄρθρου»…). Ἡ δὲ «στέψη»… – εἶναι – μόνον «ἕνα ὁρατὸ κάλυμμα ἢ σύμβολο, ὑπὸ τὸ ὁποῖο μεταδίδεται στοὺς συζευγνυομένους ἡ ἀόρατη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἁγιάζει τὴ συζυγική τους ἕνωση» (στὸν π. Ν. Π. Μαλίν., σελ. 387)…

Τὸ διαζύγιο στὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία ἐπιτρέπεται καθόλου ὄχι τόσο ἁπλὰ καὶ ὄχι τόσο ἐλαφρόμυαλα, ὅπως παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν κόμητα, – ἀλλὰ μόνον σὲ περίπτωση μοιχείας τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν συζύγων (Ματθ. V:32. ΧΙΧ:9), καὶ ἐδῶ ἀκόμη προηγουμένως συνιστᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ δοκιμαστοῦν ὅλα τὰ μέσα, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ ἕνα τόσο θλιβερὸ τέλος (βλ. τὸ παραπεμφθὲν ἄρθρο μου: «Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ὅρων… τῆς ζωῆς τῆς χρ. οἰκογένειας», σελ. 535–536)… Οἱ «φόνοι» κ.λπ. στὴν προκειμένη περίπτωση συμβαίνουν κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἐξασθένησης μόνον τῆς χριστιανικῆς ἐπιρροῆς στοὺς συζύγους…, καὶ ὄχι ἀντιστρόφως…, – καὶ τὸ νὰ δείχνει κανεὶς ἐδῶ ἐπικριτικὰ τὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, κ. κόμη, εἶναι ντροπή, εἶναι εἰδεχθές…

Ἀρκεῖ, νομίζουμε, ἡ γνωριμία μὲ τὶς τολστοϊκὲς ἀπόψεις περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μυστηρίων! Τὸ ζήτημα εἶναι ἤδη πολὺ ξεκάθαρο…

7). Ὁ Χριστιανισμὸς διδάσκει περὶ τῆς μελλούσης «ἀναστάσεως νεκρῶν» (11ο ἄρθρο τοῦ Συμβ. τῆς πίστεως) καὶ περὶ τῆς «ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» (12ο ἄρθρο), – τῆς αἰωνίου.

Ὁ Τολστόϊ ἀπορρίπτει αὐτὴ τὴ διδασκαλία, βέβαιος ὢν ὅτι καὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας δῆθεν «δὲν πιστεύουν» οὔτε «στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν», οὔτε «στὴν κόλαση» (Τολστ. «Προσκλ. πρὸς κλῆρ.», σελ. 43). «Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀντίληψη περὶ παραδείσου καὶ κολάσεως», κατὰ τὰ λόγια τοῦ κόμητος, εἶναι δῆθεν «ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης» (Τολστ. «Χριστ. διδ.», σελ. 132). Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, «ποὺ ἀναγνωρίζει ἕναν Θεὸ ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ αἰώνια βασανιστήρια», εἶναι –λέει– γι’ αὐτό, «ταπεινή, σκληρή»… (σελ. 3) (ἰδιαιτέρως βλ. Τολστόϊ «Κριτικὴ τῆς Δογματικῆς Θεολογίας»)… Τὴν ἴδια τὴν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν τάφο ὁ Τολστόϊ τὴν ἀντιλαμβάνεται πανθεϊστικά («Χριστ. διδ.», σελ. 131–133)…

Ὅπως βλέπετε, στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν δὲν ἀρκεῖ τὸ ὅτι ὁ ἴδιος δὲν πιστεύει οὔτε στὸν παράδεισο, οὔτε στὴν κόλαση, – ὄχι, κρίνοντας τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴ δική του ξεθωριασμένη καὶ κενὴ ψυχή, θέλει νὰ πείσει ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι δὲν πιστεύουν οὔτε στὸν ἕναν οὔτε στὴν ἄλλη. Ποῦ νὰ μπορέσει αὐτὸς νὰ διαβάσει στὶς ξένες ψυχές, ὅταν, προφανῶς, οὔτε τὴ δική του δὲν γνωρίζει καλά, ἀντιφάσκοντας στὸν ἑαυτό του σὲ κάθε βῆμα (ἕνα δεῖγμα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν παραδειγμάτων παρουσιάστηκε παραπάνω) καὶ, ἐπιπλέον, στὰ πλέον θεμελιώδη ζητήματα…

Ἡ κατηγορία κατὰ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας γιὰ «ταπεινότητα», «σκληρότητα»…, τὸ «ἀσυμβίβαστο» τῆς «ἐκκλησιαστικῆς ἀντίληψης περὶ παραδείσου καὶ κολάσεως μὲ τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης»… – ὅλα αὐτὰ τὰ «μπαμπούλα» ὑπάρχουν ὡς τέτοια μόνο στὸ κεφάλι τοῦ Τολστόϊ καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια μὲ αὐτό, – ἀλλὰ πουθενὰ ἀλλοῦ. Γιὰ τὸν «παράδεισο» καὶ τὴν «κόλαση», γιὰ τὰ «βασανιστήρια» εὐθύνονται μόνο οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ ὄχι ὁ Θεός (Ὁ Ὁποῖος δὲν εἶναι μόνο «ἀγάπη», ἀλλὰ καὶ «δικαιοσύνη»), οὔτε ἡ ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία γνωρίζει τὸ Ματθ. XXV:46· σρ. Ἰωάν. V:29· σρ. Δαν. XII:2. Ὁ εὐαγγελικὸς λόγος, ποὺ μεταφέρει τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, εἶναι πολὺ σαφής, πολὺ συγκεκριμένος…, – καὶ οἱ ἀπόπειρες κανενὸς νὰ τὸν διαστρέψει, νὰ τὸν παρερμηνεύσει μὲ τὸν δικό του τρόπο (ἔστω κι ἂν εἶναι ἑκατοντάδες οἱ Τολστόϊ μὲ ὅλους τοὺς «Ἰουλιανούς» καὶ τοὺς «Χαῖκελ»…) δὲν θὰ ἔχουν ἐπιτυχία. Καὶ ἐὰν κανεὶς δὲν ἔχει τὸ θράσος (ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀθέους) νὰ κατηγορήσει τὴν Εὐαγγελικὴ διδασκαλία γιὰ «σκληρότητα, ταπεινότητα», – τότε, γι’ αὐτό, κανεὶς δὲν θὰ ἀποφασίσει νὰ κατηγορήσει γιὰ τὸ ἴδιο καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία, ὡς ἀκριβῶς ἀκολουθοῦσα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, – ἀκριβῶς…, χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀπόκλιση… Ἐὰν ὁ Κύριος εἶπε ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ «ἀπελεύσονται εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ματθ. loc. cit.), – τότε τί ἄλλο ὑπάρχει ἐδῶ νὰ ποῦμε;.. «Παράδεισος», «κόλαση»;.. Μὰ ποιός τὰ δημιουργεῖ; Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ δὲν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς οἱ μόνοι;

Κάθε ἄνθρωπος μὲ τὴ συμπεριφορά του δημιουργεῖ στὸν ἑαυτό του μία συγκεκριμένη ἠθικὴ φυσιογνωμία. Ἐὰν διάγει μία ἠθικὰ ἀγαθὴ ζωή, τότε εἶναι ἤδη μακάριος μέσα στὴν πράξη του (Ἰακ. I:25), – κατέχει ἤδη τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συνίσταται σὲ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ (Ρωμ. XIV:17), – ἡ ὁποία δὲν ἔρχεται ἀπὸ κάπου ἀλλοῦ ἐξωτερικά, ἀλλὰ οἰκοδομεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο καὶ βρίσκεται ἐντὸς αὐτοῦ (Λουκ. XVII:20–21). Στὴ μεταθανάτια ζωὴ θὰ ὑπάρξει μόνο περαιτέρω ἀνάπτυξη καὶ ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ ἐσωτερικοῦ πλούτου τοῦ ἀνθρώπου. Ἐὰν ἡ ἀνθρώπινη βούληση, ἔχοντας διαμορφωθεῖ στὴν ἐδῶ ζωὴ πρὸς μία ἠθικὰ ἀγαθὴ κατεύθυνση, καταλάβει τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι τώρα δυνατό, τότε εἶναι ἐντελῶς φυσικό, ἀκόμη καὶ ἐντελῶς ἀπαραίτητο νὰ ὑποθέσουμε ὅτι στὴ μεταθανάτια ζωὴ θὰ συνεχίσει νὰ ἀναπτύσσεται πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἀκριβῶς διότι ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρξουν αἰτίες ποὺ θὰ τὴν ἀπέτρεπαν ἀπὸ τὴν κατεύθυνση ποὺ πῆρε. Συνεπῶς, τὸ ζήτημα ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ παράδεισος, ποὺ τόσο ταράζει τὸν Τολστόϊ, ἀποτελεῖ ἐν μέρει κτῆμα τοῦ ἠθικὰ ὡραίου ἀνθρώπου ἤδη ἐδῶ – στὴ γῆ, – τοὐλάχιστον στὸ ἀρχικό του στάδιο, – καὶ θὰ ἦταν ἄκρως παράδοξο καὶ ἀνακόλουθο νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ὁ παράδεισος τῆς μελλούσης ζωῆς δὲν εἶναι πλήρως καὶ μάλιστα μοναδικὰ ἡ φυσικὴ συνέχεια τοῦ ἐπιγείου, νοουμένου μὲ τὴν προαναφερθεῖσα ἔννοια. Ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν παράδεισο, τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν κόλαση. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ στὴν ἐδῶ ζωὴ ἐκδηλώνεται συνεχῶς πρὸς μία κατεύθυνση ἠθικὰ φαύλη, δημιουργεῖ μέσα του μία στέρεη κακὴ διάθεση, μία στέρεη κακὴ βούληση ἤ, – πρᾶγμα ποὺ εἶναι κυριολεκτικὰ τὸ ἴδιο ὑπὸ μία ἔννοια, – μία κόλαση, συνυφασμένη μὲ βασανιστήρια καὶ τύψεις συνειδήσεως. Φυσικὴ καὶ ἀναπόφευκτη συνέχεια τῆς ἐπίγειας κόλασης εἶναι ἡ κόλαση τῆς μελλούσης ζωῆς, ὡς πρόκειται νὰ συνίσταται πρωτίστως στὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη ἐκείνης τῆς ἠθικὰ διεφθαρμένης διάθεσης τῆς ἀνθρώπινης βούλησης, ἡ ὁποία ἀποκτήθηκε ἐδῶ. Καὶ ἐὰν στὴ γῆ ἡ στροφὴ τῆς παγιωμένης ἠθικὰ διεφθαρμένης κατεύθυνσης πρὸς τὴν ἀντίθετη πλευρά, χωρὶς τὴν παρέμβαση κάποιου ἐντελῶς ἐξαιρετικοῦ γεγονότος, εἶναι ψυχολογικὰ ἀδύνατη, τότε αὐτὴ ἡ ἀδυναμία φυσικὰ θὰ παραμείνει τέτοια καὶ στὴ μεταθανάτια ζωή… Με μία λέξη, ὁ παράδεισος καὶ ἡ κόλαση, πρωτίστως, δὲν εἶναι κάτι ποὺ εἰσέρχεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ἔξω, δὲν εἶναι κάτι ποὺ τοῦ δωρίζεται μόνο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν πλευρά κάποιου ἄλλου, ἀλλὰ πρωτίστως καὶ κατὰ κύριο λόγο δημιουργοῦνται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ τελευταῖος πρωτίστως καθορίζει καὶ τὴ συνέχεια καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐπ’ ἄπειρον, πέρα ἀπὸ τὴν παρέμβαση σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὁποιασδήποτε ξένης, ἐξωτερικῆς δυνάμεως… (βλ. τὸ ἄρθρο μου: «Εἶναι δυνατὸν καὶ χρειάζεται νὰ ἀποδογματιστεῖ ἡ χριστιανικὴ ἠθική;» «Ἱεραποστολικὴ Ἐπιθεώρηση». 1903, Ἰούλιος, ἀρ. 11, σελ. 28–29).

Ἡ πανθεϊστικὴ τολστοϊκὴ σκοπιὰ εἶναι ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴ χριστιανική-θεϊστικὴ καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει τὸν κόμητα σὲ τίποτε ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ μία ἀτέρμονη σύγχυση (σρ. Τ. «Χριστ. διδ.», σελ. 131–133).

Θεωροῦμε ἐπαρκῆ γιὰ τὴν οὐσία τοῦ ζητήματος τὰ ἀποσπάσματα ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ τολστοϊκὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα παραθέσαμε ἀνωτέρω, ἂν καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ παραθέσουμε ἀκόμη ἀπείρως μεγαλύτερο ἀριθμό αὐτῶν: τόσο ἄφθονο ὑλικὸ γιὰ τοὺς σκοπούς μας προσφέρουν τὰ ἔργα τοῦ κόμητος, ἰδιαίτερα ἐὰν θέλαμε νὰ δώσουμε ἀποσπάσματα ἀπὸ ὅλα τὰ θρησκευτικο-ἠθικὰ «έργα» τοῦ βλασφήμου τῆς Γιάσναγια Πολιάνα ποὺ βρίσκονται μπροστά μας. Τὰ στοιχεῖα ποὺ προτείναμε, τῶν ὁποίων ἡ ἐγκυρότητα δὲν μπορεῖ νὰ ὑποβληθεῖ σὲ καμία ἀμφιβολία, εἶναι πολὺ εὔγλωττα καὶ πολὺ πλήρη, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ πλέον νὰ μένει σὲ κανέναν καμία ἀπορία ἢ ἀμφιβολία… Μᾶς ζητήθηκε νὰ διευκρινίσουμε: εἶναι φίλος τοῦ Χριστοῦ ὁ Τολστόϊ, εἶναι ἀληθινὸς χριστιανός; Μήπως εἶναι ἀντίχριστος, μήπως εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Κυρίου ὁ κόμης; Αὐτὸ ἦταν ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτήθηκε ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἀποκαλύψουμε. Καὶ τὰ προαναφερθέντα στοιχεῖα ἀπαντοῦν ἀναμφισβήτητα καὶ καθαρὰ στὸ ἐρώτημα. Ἐδῶ δὲν ἀπαιτήθηκε ἀπὸ ἐμᾶς νὰ προχωρήσουμε στὴν ἐξέταση ἄλλων λεπτομερειῶν τῆς τολστοϊκῆς θεωρίας, οἱ ὁποῖες φανερώνουν τὴν ἐσφαλμένη κατανόηση ἀπὸ τὸν κόμητα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας (π.χ., τῶν περιβοήτων τολστοϊκῶν «πέντε ἐντολῶν» καὶ τῆς τολστοϊκῆς «μὴ ἀντίστασης στὸ κακό», –τῶν τολστοϊκῶν ἀναρχικῶν ἀρχῶν κ.ἄ.), ἀλλὰ δὲν ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὸ καθῆκον μας καὶ δίνουν, ἐπιπλέον, ἀφορμὲς γιὰ διαφορετικὴ κατανόησή τους (ἐνῶ ἀπὸ ἐμᾶς ζητήθηκε νὰ φωτίσουμε τὸ ζήτημα μόνο μὲ ἀναφορὲς σὲ σαφῆ καὶ μὴ προκαλοῦντα ἀπορίες χωρία ἀπὸ τὰ τολστοϊκὰ βιβλία καὶ φυλλάδια).

Εἰδικότερα, ἀπὸ τὰ συγγράμματα τοῦ ἰδίου τοῦ κόμητος Λ. Τολστόϊ εἴδαμε (ἀνωτέρω) ἀδιαφιλονίκητα καθαρά, ὅτι αὐτὸς ἀπέρριπτε στὸν Χριστιανισμὸ κάθε τι οὐσιῶδες, –κάθε τι ποὺ καὶ μόνο κάνει τὸν Χριστιανισμὸ Χριστιανισμό. Εἶναι καθαρὸ σὰν τὴν ἡμέρα, ὅτι ὁ κόμης Τολστόϊ χριστιανὸς δὲν ἦταν. Ἐὰν κανένας ἀπὸ τοὺς χριστιανούς, ποὺ ὁμολογοῦν τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ, π.χ., βουδιστὴς ἢ μωαμεθανός, τότε στὸν ἴδιο βαθμὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ καὶ ὁ Τολστόϊ χριστιανός, ὡς ἀρνούμενος ὅλες τὶς χριστιανικὲς ἀρχές, ὡς τέτοιες. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἄλλωστε, τὸ ὅτι ὁ Τολστόϊ δὲν ἦταν χριστιανός (ἤ, ἐνῶ θεωροῦνταν τέτοιος κάποτε, μετέπειτα ἔπαψε νὰ εἶναι ἔστω καὶ αὐτό), –ἦταν ἕνας μανιώδης ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, χλευάζοντας καὶ ἐμπαίζοντας μὲ κάθε τρόπο καὶ τὸν Κύριό μας, καὶ τὴν ἁγία Ἐκκλησία, τοὺς θεσμούς της, τοὺς ἐκπροσώπους της κ.λπ. Ἀνωτέρω παρατέθηκαν ὄχι λίγες ἀποδείξεις ἀπὸ τὰ τολστοϊκὰ ἔργα. Ἐὰν κάποιος μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ ἀντίχριστος –ἀντίπαλος τοῦ Χριστοῦ, ἐχθρός Του, τότε ὁ Τολστόϊ μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ σὲ ὄχι μικρότερο βαθμὸ ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον (π.χ., τὸν Νίτσε, τὸν Χαῖκελ, τοὺς σοσιαλιστές: κάποιον Ντίτσγκεν, Μπέμπελ κ.τ.λ., –καὶ ἴσως –καὶ σὲ μεγαλύτερο, ἐὰν λάβει κανεὶς ὑπόψη ἐκείνη τὴ μανιώδη λύσσα, μὲ τὴν ὁποία ἐπιτίθεται στὸν χριστιανισμό, ἐκείνη τὴν ἀπαράμιλλη ἱεροσυλία, τὴ θρασεία βλασφημία, τὸν πρωτοφανῆ κυνισμό, τὰ ὁποῖα αὐτὸς σὲ κάθε βῆμα ἤρεμα (!!) ἐκδηλώνει…

Ὄχι, δὲν εἶναι φίλος τοῦ Χριστοῦ ὁ Τολστόϊ, ἀλλὰ ἐχθρός, ἀντίχριστος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια!

Ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ποὺ ἰσχυρίζονται τὸ ἀντίθετο (ἔχοντας λάβει μερικές φορὲς ὄχι μόνο μία «κοσμική», ἀλλά, πρὸς ἔκπληξη, καὶ «θεολογικὴ» μόρφωση καὶ ρωτώντας ἀφελῶς: «Ὁ Τολστόϊ πέθανε. Μὲ ποιόν θὰ μείνουμε τώρα;»… Πέστε μου, σᾶς παρακαλῶ!!!), –ἔτσι ἐνεργοῦν, –ἔτσι μποροῦν, τοὐλάχιστον, νὰ ἐνεργοῦν: εἴτε ἀπὸ ἄγνοια (δὲν γνωρίζουν συχνὰ ὄχι μόνο τὸν χριστιανισμό, ἀλλὰ καὶ τὸν τολστοϊσμό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιμένουν μὲ τὰ «ἔξυπνα» κεφάλια τους), εἴτε ἀπὸ δόλο (ἀκολουθώντας τὴν ἰησουίτικη εἰδεχθὴ ἀρχή, εἶναι ἕτοιμοι, ἐνάντια στὴν προφανῆ ἀλήθεια, νὰ θεωρήσουν τὸν Τολστόϊ ὄχι μόνο χριστιανό, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ «τελειοποιημένο Χριστό», γιὰ νὰ πλήξουν τὴν Ἐκκλησία κ.λπ.). Tertium non datur!

Καὶ ἐφόσον ὁ Τολστόϊ εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἁγίας Του Ἐκκλησίας, –εἶναι σαφὲς ὅτι σὲ αὐτὴν δὲν ἀνῆκε, καὶ εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀφορίζοντάς τον ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὴν Ἐκκλησία, δὲν ἔκανε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ διαπιστώσει ἁπλῶς τὴν πραγματικότητα, ἕνα γυμνὸ γεγονὸς –τίποτε περισσότερο… Καὶ εἶναι καιρὸς γιὰ ὅλους μας νὰ πάψουμε νὰ κολακεύουμε τοὺς τολστοϊκούς, εἶναι καιρὸς νὰ λέμε τὴν ἴδια ἀλήθεια γιὰ τὸν βλάσφημο καὶ κυνικὸ τῆς Γιάσναγια Πολιάνα ἐνώπιον ὅλων, χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε καὶ χωρὶς νὰ φοβόμαστε κανέναν καὶ τίποτα…

Καὶ ἐὰν στὸν Τολστόϊ ἀποδείχθηκαν ἐφαρμόσιμα τὰ λόγια τοῦ προφήτη περὶ «ταφῆς ὄνου», ποὺ ἀπευθύνονταν στὸν Ἰωακείμ, βασιλέα τῆς Ἰουδαίας (Ἱερεμ. ΧΧΙΙ:18–19), –τότε γι’ αὐτὸ φταίει μόνο ὁ ἴδιος ὁ κόμης, –μόνο αὐτὸς ὁ ἴδιος, –φταίει ἀπόλυτα…, –καὶ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν –κανείς! Δικαίωμα σὲ χριστιανικὴ ταφὴ ἔχει βεβαίως νὰ ἐλπίζει μόνον ὁ χριστιανός, καὶ ὄχι ὁ εἰδωλολάτρης… Ὁ δὲ Τολστόϊ στὶς σχέσεις του πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν χριστιανισμὸ ἦταν χειρότερος ἀπὸ κάθε εἰδωλολάτρη… Ἀκόμη καὶ οἱ πλέον δεινοὶ εἰδωλολάτρες θὰ σταματοῦσαν μπροστά στὶς τολστοϊκὲς βλασφημίες καὶ τὸν κυνισμό…

Ναί! Αὐτὴ εἶναι –ἡ ἀλήθεια!

Καθηγητὴς Α. Μπρόνζοφ. 5 Φεβρ. 1912.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ: Μπρόνζοφ Α.Α. Φίλος ἢ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ ὁ Τολστόϊ; – Χριστιανικὸ Ἀνάγνωσμα. 1912. Τεύχ. 3. Σελ. 330–349. – Друг или враг ХристовТолстой? – Александр Александрович Бронзовчитать, скачать

Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. https://www.entaksis.gr/tolstoy/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com