Ἡ συγκλονιστικὴ μαρτυρία μίας ψυχῆς ποὺ δραπέτευσε
ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ ἀποκρυφισμοῦ καὶ τῆς ψευδο-αὐτογνωσίας.
ΑΝΝΑ: ΑΠΟ ΤΑ ΞΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΑΛΥΜΜΕΝΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ «ΑΥΤΟΒΕΛΤΙΩΣΗΣ»
ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ
|
εἰσαγωγικό ἀπό entaksis: Ἡ συγκλονιστικὴ μαρτυρία τῆς Ἄννας ἀποτελεῖ μία ὠμὴ καὶ εἰλικρινὴ καταγραφὴ τῆς πορείας ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πίστεψε ὅτι ἡ εὐτυχία καὶ ἡ αὐτοβελτίωση βρίσκονται στὸν ἔλεγχο τῶν ἀόρατων δυνάμεων. Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν «ἀθώα» ἐφηβικὴ περιέργεια γιὰ τὰ ξόρκια, βυθίστηκε σταδιακὰ στὸν σκοτεινὸ κόσμο τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τοῦ Κάρλος Καστανέντα καὶ τῶν ἀλλοιωμένων καταστάσεων συνείδησης. Τὸ κείμενο αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία διήγηση· εἶναι μία προειδοποίηση γιὰ τὸ πῶς ἡ ἀναζήτηση τῆς «διευρυμένης ἀντίληψης» μέσῳ τῆς γιόγκα, τῶν σεμιναρίων αὐτοβελτίωσης καὶ τῶν ἐναλλακτικῶν θεραπειῶν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν πλήρη ἀποσύνθεση τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς ὑγείας. Μέσα ἀπὸ τὴν προσωπική της τραγωδία, τὴν ἀπομόνωση καὶ τὴν ἐξάντληση, ἡ Ἄννα περιγράφει τὴ μάχη της μὲ «ἐνεργειακὲς ὀντότητες» ποὺ κατέτρωγαν τὴ ζωτικότητά της, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἀπελπισία τὴν ὁδήγησε στὴν πηγή τῆς ἀληθινῆς ἴασης. |
Ἱστορία γιὰ τὶς τελευταῖες μαγικὲς πρακτικές
Με λένε Ἄννα. Καὶ ἡ ἱστορία μου εἶναι γιὰ τὸ πῶς ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν κατέστρεφα τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ τὸ ὀνόμαζα «αὐτοβελτίωση».
Καὶ ὅλα ξεκίνησαν μὲ ἕναν τρόπο κοινότοπο μέχρι ἀηδίας: σχολικὰ χρόνια, ἐρωτευμένη, ἐπιθυμία νὰ κατακτήσω τὸν ἀγαπημένο μου μὲ κάθε τίμημα. Μία φίλη μοῦ ἔδωσε τὸ βιβλίο μὲ τὰ ξόρκια τῆς Ναταλίας Στεπάνοβα (σημ.: γνωστή μάγισσα της Ρωσίας). Τὴ δεκαετία τοῦ ’90 ἦταν ἡ πιὸ ἀγαπημένη συγγραφέας τῶν κοριτσιῶν στὸ σχολεῖο μας. Αὐτὰ τὰ βιβλία τὰ δάνειζαν ἐλεύθερα στὴν παιδική (!) βιβλιοθήκη. Καὶ εἶχαν μέσα τόσες συμβουλές, ἱστορίες καὶ ξόρκια γιὰ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς, ποὺ ἦταν δύσκολο νὰ μὴν παγιδευτεῖς σὲ αὐτὰ τὰ δίχτυα. Οἱ γονεῖς μου δὲν εἶχαν ἰδέα μὲ τί ἀσχολούμουν, κι ἐγὼ ἤμουν μία πειθαρχημένη μαθήτρια τῆς μαγείας. Ἔκανα μάγια, χωρὶς νὰ σιχαίνομαι οὔτε τὴ «μαύρη μαγεία», πήγαινα σὲ γιαγιάδες καὶ πρακτικὲς γιὰ βοήθεια, ὥστε νὰ ἐνισχύσω τὸ ἀποτέλεσμα. Καὶ οἱ ἐπιδιώξεις μου ἦσαν ταπεινές: νὰ κάνω μάγια ἐρωτικά, νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ ἀνταγωνίστριες, νὰ δώσω σὲ κάποιον ἄλλον τὶς ἀρρώστιες μου, νὰ μάθω ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα… Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τώρα φαντάζουν ἀσήμαντα, διότι τὰ δύσκολα ἄρχισαν ἀργότερα. Ἡ μαγεία μὲ τὴν ὁποία ἀσχολούμουν ἦταν πρωτόγονη. Δὲν ἔθετε ὑψηλοὺς στόχους, κι ἐγὼ μεγάλωνα καὶ ἤθελα κάτι περισσότερο. Ἤθελα νὰ διευρύνω τὰ ὅρια τῆς ἀντίληψης. Καὶ ἔπεσα σὲ καινούργια δίχτυα – τὸν Κάρλος Καστανέντα.
Ὁ Καστανέντα ἦρθε σὲ μένα μέσω τῶν στενῶν μου συγγενῶν. Ἐκεῖνοι τὸν διάβασαν καὶ τὸν ξέχασαν, ἀλλὰ ἐγὼ πῆρα ἀπὸ αὐτὸν ὅ,τι ἦταν δυνατόν. Ἔδωσα 8 χρόνια σὲ αὐτὴ τὴ διδασκαλία. Πανοῦργος ὁ Κάρλος· μιλώντας γιὰ τὸν Θεό, δὲν Τὸν ἀρνιόταν, ἀλλὰ ἀναλυόταν στὸ ὅτι ὑπάρχει μία πιὸ σύνθετη ὀργάνωση τοῦ σύμπαντος. Ἀντιθέτως, περιγελοῦσε ἀλύπητα τὶς ἀνατολικὲς διδασκαλίες, τὴν ἀστρολογία καὶ ἄλλες μυστικιστικὲς προσπάθειες προσέγγισης τῆς ἀλήθειας. Ἰσχυριζόταν ὅτι δὲν εἶχαν ἰδέα γιὰ τί πρᾶγμα μιλοῦσαν καὶ ὅτι δὲν θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ κοιτάξουν πέρα ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς ἀνθρώπινης ἀντίληψης. Αὐτὴ ἡ ἰδέα μοῦ ἄρεσε. Καὶ ἄρχισε ἡ κατηφόρα. Ἐφαρμόζοντας ὅλα ὅσα περιέγραφαν ὁ Καστανέντα, ἡ Τάϊσα Ἀμπελάρ, ἡ Φλορίντα Ντόνερ-Γκράου καὶ οἱ ἄλλοι μαθητές του, καθὼς καὶ τὴν εἰδικὴ γυμναστικὴ Τενσεγκρίτι (σημ.: Η Τενσεγκρίτι είναι ένα σύστημα φυσικών ασκήσεων που δημιούργησε ο Κάρλος Καστανέντα στα τέλη της δεκαετίας ’90, βασισμένο σε «μαγικές κινήσεις» που υποτίθεται ότι δίδαξε ο σαμάνος don Juan Matus. Πρόκειται για ροϊκές, ενεργειακές κινήσεις σώματος, χεριών, αναπνοών και τεντωμάτων -παρόμοιες με τάι τσι ή τσι γκονγκ- που στοχεύουν να συγκεντρώνουν ενέργεια, να βελτιώνουν τη ζωτικότητα, την ευαισθησία και την υγεία του σώματος-νου), ἔφτασα σὲ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδο ὅπου ἡ γνώση ἔρχεται ἀπὸ μόνη της. Ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διαβάζω κάτι, νὰ ψάχνω. Εὔκολα ἔβγαινα ἀπὸ τὰ πλαίσια τῆς συνηθισμένης συνείδησης, ὑπῆρχαν ἐξωσωματικὰ ταξίδια, κολοσσιαία ἀνάπτυξη τῆς διαίσθησης. Ἔπαψε νὰ με ἐνδιαφέρει ἡ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ ἤξερα ἀπὸ πρὶν τί θὰ σκεφτοῦν καὶ τί θὰ ποῦν(σημ.: Η γυναίκα πίστευε ότι μπορούσε να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων, και αυτό το ένιωθε πολύ πραγματικά για εκείνη. Όμως, με βάση όσα περιγράφει -απάθεια, αποξένωση από ανθρώπους, εξάντληση, αϋπνία, βαριές αρρώστιες, τρομακτικές οντότητες, αίσθηση ότι όλα είναι ίδια και χωρίς νόημα- το πιο πιθανό είναι να φανταζόταν ή να υπερερμήνευε τα πράγματα λόγω της ψυχολογικής της κατάστασης. Ο εγκέφαλός της ήταν σε βαθιά αποδιοργάνωση (αποπροσωποποίηση, αποπραγματοποίηση). Σε τέτοιες φάσεις, ο νους προβάλλει τις δικές του σκέψεις/φόβους στους άλλους και νομίζει ότι «τα ξέρει όλα από πριν». Αυτό δεν είναι αληθινή ικανότητα, αλλά παγίδα της διάσπασης και της απομόνωσης που προκάλεσε η υπερβολική πρακτική. Με λίγα λόγια: Ένιωθε ότι διάβαζε σκέψεις, αλλά δεν διάβαζε – απλώς ο νους της είχε μπερδευτεί τόσο πολύ που έβλεπε συνδέσεις εκεί που δεν υπήρχαν). Οἱ συζητήσεις ἔχασαν τὸ νόημά τους. Γιὰ τὴν οἰκογένειά μου ἔνιωθα μία παγερή ἀδιαφορία. Ἡ ἴδια ἡ ἀπάθεια ἦταν ὁ στόχος μου· ἡ ἀνθρωπιὰ με κρατοῦσε δέσμια στὸν κόσμο τῆς καθημερινότητας καὶ ἦταν κάτι σὰν φυλακή· ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ σταθεροποιημένη ἀντίληψη. Τελικά, αὐτὸς ὁ σύνθετος, μακρύς καὶ ἐπικίνδυνος δρόμος με ὁδήγησε στὴν καταστροφή.
Καταστροφή. Σὲ κατάσταση ἀλλοιωμένης συνείδησης, ἐμφανίστηκαν δύο «φίλοι» μου – ἐνεργειακὲς ὀντότητες. Ἡ ἐπικοινωνία μας γινόταν σὲ μία ἄλλη πραγματικότητα, ὅταν τὸ «ἐγώ» μου ἦταν συγκεντρωμένο στὸ «λεπτοφυὲς» σῶμα. Μέχρι τότε, χωρὶς ἰδιαίτερη προσπάθεια, ἁπλῶς βυθιζόμουν σὲ μία τέτοια ἀσυνήθιστη ἄβυσσο, ποὺ θύμιζε ὁράματα ναρκομανῶν. Ταυτόχρονα, ἤμουν πάντα κατηγορηματικὰ ἀντίθετη στὶς χονδροειδεῖς, ἀνεξέλεγκτες «ἀστρικὲς» ἐξόδους καὶ δὲν πῆρα ποτὲ ναρκωτικά. Ἀντιθέτως, τέτοιες μεθόδους χρησιμοποιοῦσαν κάποιοι φίλοι μου, φτιάχνοντας διάφορα σύνθετα μείγματα, βράζοντας τὴ νοτιοαμερικανικὴ «ἀγιαχουάσκα», μανιτάρια ψιλοκυβίνης κ.λπ. Οἱ ἐνεργειακὲς ὀντότητες μποροῦσαν νὰ πάρουν ὁποιαδήποτε μορφή, ἀλλὰ μία μέρα τὶς εἶδα ὅπως ἦσαν πραγματικά. Εἶναι δύσκολο νὰ τὸ περιγράψω, δὲν μοιάζουν μὲ τίποτα. Πυκνά, μαῦρα, συριζοντα, κατακόρυφα ξύλα, ποὺ ἄλλαζαν συνεχῶς μέγεθος, καὶ με κοίταζαν μὲ ὅλο τους τὸ «σῶμα». Εἶναι τρομακτικά! Ἡ μορφή τους δὲν εἶχε καμία σχέση μὲ τὶς ἀπεικονίσεις φαντασμάτων, πνευμάτων ἢ δαιμόνων, τῶν ὁποίων ἡ περιγραφὴ φαίνεται κάπως παιδική, γελοία. Ἀλλὰ ἀνάμεσά μας δὲν ὑπῆρξε φιλία. Τρέφονταν ἀπὸ τὴ δύναμή μου, προσκολλήθηκαν πάνω μου καὶ με φόβιζαν· τὸ ἄγγιγμά τους προκαλοῦσε ἀνυπόφορο πόνο ὄχι μόνο στὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ στὴν ψυχή. Ἤμουν σὰν σὲ ἠλεκτρικὴ καρέκλα, καὶ αὐτὸ δὲν εἶχε τέλος.
Δὲν εἶχα κανέναν νὰ ρωτήσω γιὰ συμβουλή. Ἔπαψα νὰ κοιμᾶμαι, οἱ δυνάμεις ἔλιωναν, ἡ ἐνέργεια μηδενίστηκε (κι ἐγὼ μὲ τέτοια ἀπληστία τὴ συγκέντρωνα). Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ἔκανα ἀκόμη παραλληλισμοὺς μὲ τὸν χριστιανισμό. Γιὰ μένα δὲν ὑπῆρχε καλὸ καὶ κακό· ξεκιντοῦσα ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς παγκόσμιας ἰσότητας, δηλαδὴ ὅτι τίποτα δὲν εἶναι σημαντικό, ὅλοι καὶ ὅλα εἶναι τὸ ἴδιο, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἴσος μὲ ὁποιαδήποτε πέτρα, κανεὶς δὲν ἔχει σημασία. Αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια δὲν εἶναι ὅλη ἡ πραγματικότητα, παρὰ μόνο μία μικρὴ πτυχή, καὶ γιὰ νὰ ἑνωθοῦν ὅλα τὰ κομμάτια τοῦ πάζλ – χρειαζόταν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀσήμαντη προσωπικότητα· ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἀποδείχθηκαν περιττὰ ἡ καλοσύνη, ἡ ἀγάπη, τὸ ἔλεος, ἡ συμπόνια. Γι’ αὐτὸ στὶς ἀπόψεις μου δὲν ὑπῆρχε χῶρος γιὰ διαχωρισμὸ σὲ κακοὺς καὶ καλούς. Ὑπῆρχαν ἁπλῶς ἄλλες παράξενες μορφὲς ζωῆς, ποὺ δὲν ἀνῆκαν πάντα στὸν κόσμο μας καὶ δὲν εἶχαν σωματικὸ περίβλημα. Καὶ τὸ ὅτι ἔγινα ἄθελά μου δότης γιὰ παράσιτα – τὸ θεωροῦσα ἁπλῶς ὡς δική μου παράλειψη, λάθος καὶ ἀπώλεια ἐλέγχου τῆς κατάστασης. Ἂν κάποιος μοῦ ἔλεγε τότε ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνω εἶναι ἁμαρτία, θὰ νόμιζα ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ πλήρη ἄγνοια καὶ σκέφτεται μὲ πρωτόγονες ἔννοιες. Καὶ μετὰ ἦρθε ὁ καιρὸς τῶν βαριῶν ἀσθενειῶν. Οἱ γιατροὶ ἐπιβεβαίωναν ὅτι ἡ ὑγεία μου ἦταν σὲ οἰκτρὴ κατάσταση· ὁ ἰατρικός μου φάκελος ἔγινε τόσο παχὺς ὅσο μία ἐγκυκλοπαίδεια. Ἀλλὰ τὴν αἰτία δὲν τὴ γνώριζε κανείς, ἐκτὸς ἀπὸ μένα. Ἔπρεπε νὰ κάνω κάτι, ὁτιδήποτε, γιὰ νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ συμφορά.
Ὁ δρόμος πρὸς τὴν ὑγεία. Ἐδῶ τὰ πράγματα δὲν ἦσαν καλύτερα. Φυσικά, τὰ φάρμακα δὲν βοηθοῦσαν. Συνέχιζα τὴν παραφροσύνη μου, δοκιμάζοντας τὸν ὑποσυνείδητο προγραμματισμὸ ἀπὸ τὰ βιβλία τοῦ Βαλέριου Σινέλνικοφ (σημ.: Ρώσος ψυχοθεραπευτής, γιατρός-θεραπευτής, ομοιοπαθητικός και πολύ γνωστός συγγραφέας βιβλίων αυτοβοήθειας). Οἱ μέθοδοί του καὶ ἄλλες παρόμοιες (ὑπάρχουν πάρα πολλές) ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς θετικῆς σκέψης, ἀλλὰ συνδέονταν στενὰ μὲ τὰ ἀπὸ καιρὸ ξεχασμένα ἀπὸ μένα ξόρκια, τοὺς ψιθύρους καὶ τὰ μαγικά τῆς ἐφαρμοσμένης μαγείας, στὴν ὁποία κάποτε κυριαρχοῦσε ἡ Στεπάνοβα. Ἡ διαφορὰ ἦταν μόνον ὅτι οἱ νεωτερισμοὶ ἀπέφευγαν μὲ κάθε τρόπο ὁποιονδήποτε συνειρμὸ μὲ τὸν μυστικισμὸ καὶ τὴ μαγεία. Ἡ ἔμφαση δινόταν στὸ ὑποσυνείδητο. Τὰ ἴδια τὰ ξόρκια εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ νοητικὲς εἰκόνες, θετικὲς νοητικὲς μορφές, ἀλλὰ ἡ οὐσία δὲν εἶχε ἀλλάξει. Αὐτὲς οἱ τεχνικές, ποὺ ὑπόσχονται τὴν ἐκπλήρωση ἐπιθυμιῶν, τὴν προσωπικὴ ἀνάπτυξη, τὴν ὑγεία, χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους γιὰ τοὺς ἴδιους ταπεινοὺς σκοπούς: νὰ παντρευτοῦν ἕναν ὀλιγάρχη, νὰ ἔχουν σωρὸ τὰ χρήματα, νὰ ξανανιώσουν, νὰ εἶναι τυχεροὶ στὸ καζίνο καὶ ἄλλα. Καὶ τὸ κυριότερο, ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνταν ἰδιαίτερες προσπάθειες, δὲν χρειαζόταν νὰ ἀλλάξεις ζωή, νὰ μετανοήσεις· ὅλη ἡ εὐθύνη ἔπεφτε στὸ παντοδύναμο ὑποσυνείδητο, τὸ ὁποῖο θὰ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ ἐμᾶς.
Σήμερα αὐτὴ εἶναι μία πολὺ διαδεδομένη μορφὴ συγκαλυμμένης μαγείας, γίνονται πλῆθος σεμιναρίων καὶ ἐκπαιδεύσεων. Τὸ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν κίνδυνο σὲ αὐτὰ εἶναι γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲν σκέφτεται πολὺ πρακτικὰ ἀδύνατο. Ἐμένα δὲν με βοήθησαν ἰδιαίτερα αὐτὲς οἱ μέθοδοι, μᾶλλον ἄρχισα πάλι νὰ νιώθω τὸ κέντρο τῆς γῆς, κι αὐτὸ δὲν συμβάδιζε μὲ τὴν ἰδεολογία μου. Γιὰ ἕνα διάστημα ἐνδιαφέρθηκα γιὰ νεοπαγανιστικὰ ρεύματα, τὴ βεδική γραμματεία, ἄκουγα διαλέξεις τοῦ Τρεχλέμποφ· τὸ βιβλίο τοῦ Βέλες καὶ οἱ Ρωσικὲς Βέδες μοῦ φάνηκαν παράλογες ἀνοησίες, ἕνα εἶδος «τεχνουργήματος» κατασκευασμένου στὸ πόδι. Ἄνθρωποι ντύνονται μὲ παλαιοσλαβικὲς ἐνδυμασίες, πηδοῦν πάνω ἀπὸ φωτιές, παρερμηνεύουν τὴν ἱστορία κατὰ τὸ δοκοῦν, συζητοῦν γιὰ τὸν κόσμο τῶν πνευμάτων καὶ τῆς τάξης, καὶ θολώνουν γιὰ τὰ καλά τὰ μυαλὰ μὲ λεπτοὺς ἐθνικιστικοὺς χειρισμούς. Αὐτὸς ὁ δρόμος δὲν ἦταν γιὰ μένα. Προσπέρασα.
Πῆγα γιὰ λίγο σὲ βελονισμό, μετὰ γνώρισα τὴ χάθα γιόγκα· μοῦ κίνησε τὸ ἐνδιαφέρον. Ἡ γιόγκα… μία βαθιὰ ἄβυσσος. Ἔγινε καθημερινὴ συμμέτοχος στὸν ἀγώνα μου ἐνάντια στὸν ἑαυτό μου. Βρῆκα ἕνα σπάνιο βιβλίο γιὰ τὴ γιόγκα. Ὅλοι οἱ ἐκπαιδευτὲς ἰσχυρίζονται μὲ μία φωνὴ ὅτι ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη στάση (ἀσάνα) διορθώνει διάφορες διαταραχὲς στὴν ὑγεία. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀνοησίες ποὺ προορίζονται γιὰ τὶς ἀνόητες μάζες, καθὼς ὁ σκοπὸς τῆς γιόγκα εἶναι νὰ φτάσει κανεὶς στὴ «φώτιση», στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς λογικῆς, καὶ ἡ βελτίωση τῆς ὑγείας εἶναι ἁπλῶς μία παρενέργεια. Καὶ οἱ κίνδυνοι σὲ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ εἶναι πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ὅσο μπορεῖ κανεὶς νὰ φανταστεῖ. Δέχθηκα ἕνα χαστούκι καὶ ἀπὸ τὴ γιόγκα, ἡ ὁποία ὑπονόμευσε ὁριστικὰ τὴν ὑγεία μου· γιὰ μένα, μὲ τὴ διάγνωση ποὺ εἶχα, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν εἶχε ἀκόμη τεθεῖ, οἱ ὑπερβολικὲς ἀσκήσεις ἦσαν ἁπλῶς ἐγκληματικές· ἔτσι, ὅταν σταμάτησα τὰ μαθήματα, ἀπέκτησα μία ἀκόμη μη χειρουργήσιμη νόσο. Οἱ γιατροὶ ἀποροῦσαν πῶς κατάφερα σὲ τόσο νεαρὴ ἡλικία νὰ κολλήσω τόσες πολλὲς σπάνιες καὶ ἀνίατες ἀσθένειες, ἀλλὰ ἐμένα αὐτὸ δὲν με ξένιζε, τὰ ἐξηγοῦσα ὅλα μὲ τὴν ἀπώλεια τῆς ζωτικῆς δύναμης, τὴν ὁποία μοῦ ἀφαιροῦσαν μὲ τὴ βία. Δὲν περνοῦσε κἂν ἀπὸ τὸ μυαλό μου ὅτι ὅλες οἱ ἀσθένειές μου ἦσαν στὴν οὐσία ὁ ζουρλομανδύας ποὺ μοῦ φόρεσε ὁ Κύριος, προκειμένου ἐπιτέλους νὰ σταματήσω τὶς δαιμονικές μου ἀσχολίες καὶ νὰ καταπιαστῶ μὲ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μου ποὺ χανόταν. Καὶ φυσικά, δὲν ἔχασα τὴν εὐκαιρία νὰ πάω σὲ μαθήματα ὁλοτροπικῆς ἀναπνοῆς (σημ.: Η ολοτροπική αναπνοή είναι μια έντονη θεραπευτική τεχνική που δημιούργησε ο Stanislav Grof, όπου με πολύ γρήγορη και βαθιά αναπνοή για ώρες, μαζί με δυνατή μουσική, προκαλείς αλλοιωμένες καταστάσεις συνείδησης χωρίς ναρκωτικά. Μέσα από αυτή την υπερ-αναπνοή βγαίνουν στην επιφάνεια καταπιεσμένα συναισθήματα, τραύματα, οράματα ή βαθιές εμπειρίες, με στόχο την ψυχολογική απελευθέρωση και αυτογνωσία), μετὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἐνεργειακὲς ὀντότητες στράφηκαν ἐναντίον μου μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη λύσσα. Ἀποφάσισα νὰ κάνω τὸν ἀπολογισμὸ ὅλων τῶν «προσπαθειῶν» μου.
Ἀπολογισμός. Τὴ δύναμη ποὺ εἶχα συγκεντρώσει τὴν ἔχασα, ἀπὸ τὴν ὑγεία μου ἔμειναν μόνο κουρέλια, ἡ ψυχική μου κατάσταση ἐξισώθηκε μὲ τὴ σχιζοφρένεια. Μοῦ ἔγραφαν μάλιστα χάπια γι’ αὐτό. Τὴν ἀπελπισία μου οἱ ψυχίατροι τὴν ὀνόμασαν κατάθλιψη, τοὺς ἐφιαλτικούς μου ὕπνους καὶ τὴν αϋπνία ἐπίσης μὲ κάποια τρομερὴ λέξη. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀρνήθηκα νὰ πάρω τὰ φάρμακά τους, ἐπειδὴ ἤμουν σίγουρη ὅτι τὰ πνευματικὰ νοσήματα δὲν θεραπεύονται μὲ χάπια, οἱ γιατροὶ δὲν ἔφεραν κἂν ἀντίσταση. Ἕνας νεαρὸς ψυχίατρος, ποὺ με γνώριζε καιρὸ πιὰ, ἄφησε νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ ἡ ψυχιατρικὴ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις νὰ καθορίσει τί ἔχει ὁ ἄνθρωπος καὶ πῶς νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτό, καὶ τὴ διάγνωση τὴν ἔβαλαν ἐπειδὴ ἔπρεπε κάπως νὰ ὀνομάσουν τὴν κατάστασή μου. Στὰ 28 μου χρόνια δὲν εἶχα ἀποκτήσει οὔτε οἰκογένεια, οὔτε παιδιά, οὔτε ἀξιόλογη μόρφωση, οὔτε δουλειά. Ἔμεινε μόνο ἡ προαίσθηση ἑνὸς τέλους ποὺ πλησίαζε, καὶ ἤθελα τόσο πολὺ νὰ ἐπιταχύνω ἡ ἴδια αὐτὴ τὴ στιγμή. Ἀλλὰ γιὰ κάποιο λόγο φοβόμουν…
Σωτηρία. Δὲν εἶχαν μείνει πιὰ δυνάμεις γιὰ νὰ ψάξω κάτι, νὰ δοκιμάσω· ἐμφανίστηκε τὸ αἴσθημα τοῦ ἀδιεξόδου, ἁπλῶς συμβιβάστηκα μὲ τὴν ἰδέα ὅτι δὲν θὰ ἔβγαζα οὔτε χρόνο ἀκόμη. Ζήτησα χρήματα ἀπὸ ἕναν φίλο καὶ πῆγα στὸ Ντιβέεβο, στὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔμαθα ἀπὸ ἕνα βιβλιαράκι ποὺ μοῦ χάρισε τὴν προηγουμένη ὁ πατέρας μου. Τότε δὲν εἶχα ἀκόμη θερμὴ πίστη, ἀλλὰ ἐμφανίστηκε ἡ ἐλπίδα· πίστεψα σὲ ὅλα τὰ θαύματα ποὺ περιγράφονταν στὸ βιβλίο γιὰ τὸν πατέρα Σεραφείμ. Νὰ προσεύχομαι, νὰ νηστεύω, νὰ μετανοῶ δὲν ἤξερα, ἀλλὰ ζήτησα εἰλικρινὰ βοήθεια μπροστὰ στὴ λάρνακα τοῦ ἁγίου. Καὶ νιώθω ὅτι ἄναψε στὴν ψυχή μου τὸ καντηλάκι τῆς πίστης. Καὶ ἔγινε τόσο καλὰ καὶ ἤρεμα. Οἱ ἀσθένειες ἄρχισαν νὰ ὑποχωροῦσαν, ἀλλὰ δὲν ἐξαφανίστηκαν. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως ἐμφανίστηκε στὴν ψυχὴ μία ἀπίστευτη ἐλαφράδα, γιὰ πρώτη φορὰ ὑποχώρησε τὸ αἴσθημα τῆς μοναξιᾶς. Διάβασα πολλὴ ὀρθόδοξη γραμματεία καὶ ἔμεινα ἀπειράκις ἔκπληκτη συνειδητοποιώντας ὅτι νά, ἐδῶ ἔπρεπε νὰ ψάξω τὴν Ἀλήθεια. Δὲν κρυβόταν, δὲν ἐξαφανιζόταν· πλησίασε, πάρε ὅποιος θέλει, γνώρισε τὴ χάρη καὶ τὴ χαρὰ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅλο αὐτὸ ἦταν πάντα δίπλα, ὁ Ναὸς ὄχι μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι μου· τώρα ἔγινε τὸ ἀγαπημένο μου μέρος στὴν πόλη, ἀλλὰ παλαιότερα, σὰν τυφλή, δὲν παρατηροῦσα αὐτὸν τὸν θησαυρό. Νὰ μὴν προσεύχομαι δὲν μποροῦσα πλέον, διότι τὰ λόγια τῆς προσευχῆς εἶναι τὰ πιὸ φωτεινὰ καὶ καθαρὰ λόγια ποὺ βγῆκαν ποτὲ ἀπὸ τὸ στόμα μου. Καὶ εἶμαι ἀκόμη ζωντανή, σὰν νὰ μοῦ χάρισαν μία παράταση. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀλήθεια στὸ σύμπαν· δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν βουδισμό, οὔτε στὸν κρισναϊσμό, οὔτε στὸν σαμανισμό, οὔτε στὶς λοιπὲς μυστικιστικὲς καὶ ἐσωτεριστικὲς διδασκαλίες.
Καὶ ἐκεῖνες οἱ ἐνεργειακὲς ὀντότητες, ἀποδείχθηκε ὅτι δὲν ἀντέχουν τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὴν προσευχή. Τώρα καταλαβαίνω ὅτι εἶναι συνηθισμένα δαιμόνια. Στὸ Εὐαγγέλιο ὑπάρχουν τὰ χρυσὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν;»
Ἂν περιέγραφα τὴν ἀπάρνησή μου ἀπὸ τὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ παρέθετα ὡς παράδειγμα τὰ Ἐκκλησιαστικὰ μέσα, στὰ ὁποῖα ἀπὸ τότε ἄρχισα νὰ καταφεύγω, τότε αὐτὴ ἡ ἱστορία θὰ ἐπαναλάμβανε τὶς ἱστορίες πολλῶν ἄλλων παθόντων. Δὲν ἐφηῦρα τίποτα καινούργιο. Ἡ πρώτη μου ἐξομολόγηση ἦταν ψυχρή, δὲν ἔνιωθα μετάνοια. Αὐτὴ με πλημμύρισε μετὰ ἀπὸ 3-4 μῆνες τακτικῆς συμμετοχῆς στὶς ἀκολουθίες. Ἡ μετάνοια ἐρχόταν σὲ μένα μὲ τόσο πικρὰ δάκρυα. Πνιγόμουν ἀπὸ τὸν πνευματικὸ πόνο, σὰν κάτι νὰ ξύπνησε μέσα μου. Ἄρχισα σιγὰ-σιγὰ νὰ συνειδητοποιῶ ὅτι ἐπὶ πολλὰ χρόνια ζοῦσα μέσα στὸ πιὸ μεγάλο καὶ μοχθηρὸ ψέμα· ἡ «ἀλάθητη» κοσμοθεωρία μου κατέρρευσε σὰν χάρτινος πύργος. Διάβαζα τὸν παρακλητικὸ κανόνα καὶ ἔκλαιγα, τὰ παθήματα δὲν με ἄφηναν. Πήγαινα καὶ παραπονιόμουν στὸν ἱερέα ὅτι οἱ ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες εἶχα ἤδη ἐξομολογηθεῖ, με πίεζαν πάλι πρὸς τὸ χῶμα μὲ νέα δύναμη. Ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ὅτι αὐτὲς οἱ πληγὲς θὰ αἱμορραγοῦν γιὰ πολὺ καιρὸ ἀκόμη.
Ὦ, πόσο δύσκολα ἀπαλλάχθηκα ἀπὸ ὅλη τὴ μαγικὴ λογοτεχνία! Ἡ βιβλιοθήκη μου ἄδειασε κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλὰ τὸ πιὸ δύσκολο ἀπ’ ὅλα ἦταν νὰ ἀποχαιρετήσω τὸν Καστανέντα. Τὸ στερητικὸ σύνδρομο ἦταν χειρότερο κι ἀπὸ τῶν ναρκομανῶν. Ἤθελα νὰ κρύψω κάπου αὐτὰ τὰ παχιὰ βιβλία, νὰ ἀγγίζω τὶς σελίδες, νὰ εἰσπνέω τὸ ἄρωμα μίας τόσο μεγαλοφυοῦς ἀπάτης. Κι ὅταν τελικὰ τὰ πέταξα, τότε στὰ μαγαζιά ἄρχισαν συχνὰ νὰ πέφτουν στὸ μάτι μου αὐτὲς οἱ ἐκδόσεις. Ὁ πονηρὸς δὲν ἤθελε νὰ με ἀφήσει. Χρειάστηκε ἕνας ὁλόκληρος χρόνος γιὰ νὰ ξεριζωθεῖ αὐτὴ ἡ νοσταλγία ἀπὸ τὴν καρδιά μου. Ἐξομολόγηση κάθε ἑβδομάδα, θεία κοινωνία, εὐχέλαιο, καθημερινὴ ἀνάγνωση ἀκαθίστων καὶ κανόνων, στρωτὲς μετάνοιες καὶ ἀγώνας ἐνάντια στὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη μου. Διότι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βαρὺ ἁμάρτημα τῆς μαγείας, εἶχα πάνω μου πλῆθος σαρκικῶν ἁμαρτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἐξαλείφονταν μὲ δυσκολία. Πολὺ ἀργὰ ἄρχισε νὰ ἀναρρώνει ἡ ἁμαρτωλή, σβησμένη ψυχή μου. Ὁ Κύριος ἔδινε δύναμη, καὶ μόνο χάρη σὲ αὐτὴν ἄρχισα νὰ νιώθω χαρά, ἠρεμία, γαλήνη. Παρέμενα ἐξίσου ἀνίσχυρη, ἔγιναν συζητήσεις γιὰ νὰ μοῦ δώσουν ἀναπηρία, ἀλλὰ γιὰ κάποιο λόγο δὲν μοῦ ἔδωσαν, καὶ νὰ δουλέψω μέχρι τώρα δὲν μπορῶ, γιατὶ τὴ μία ἑβδομάδα εἶμαι στὸ πόδι καὶ τὴν ἄλλη δὲν σηκώνομαι ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ὑποφέροντας ἀπὸ πόνους καὶ ἄλλα συμπτώματα. Θεωρῶ ὅμως ὅτι αὐτὸς ὁ χρόνος μοῦ δόθηκε γιὰ προσευχές, γιὰ μελέτη τῆς πατερικῆς κληρονομιᾶς, τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τοὺς γονεῖς μου, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα χρόνια εἶχαν στερηθεῖ τὴν ἀγάπη μου.
Κάποτε στὴν 7η τάξη βγάζαμε φωτογραφίες μὲ μία φίλη μου μὲ μία πολαρόιντ. Ἀλλὰ ἡ φωτογραφία με λύπησε. Ἤμουν ντυμένη μὲ ἕνα μαῦρο γούνινο παλτό, καὶ στὸ μέσο τοῦ στήθους μου στὴ φωτογραφία φαινόταν ἕνας χρυσαφένιος σταυρὸς μὲ τὴ μορφὴ μίας ξεκάθαρα διαγεγραμμένης λάμψης, ἕνας μεγάλος, τόσο φωτεινὸς σταυρός. Τότε φοβήθηκα πολὺ· ἐπιπλέον, ἡ μητέρα τῆς φίλης μου εἶπε ὅτι αὐτὸ ἦταν κακὸ σημάδι. Ἀπὸ τότε ἤμουν πεπεισμένη ὅτι δὲν θὰ ζήσω γιὰ πολύ, ὅτι μοῦ εἶχαν «βάλει σταυρό» (ξέγραψαν), σὰν κάποια κατάρα. Τώρα ὅμως, θυμούμενη ἐκεῖνο τὸ ἀσυνήθιστο φαινόμενο ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία, κατέληξα στὸ συμπέρασμα ὅτι ἦταν ἕνα σημάδι πὼς ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔκανα τὴν ἐπιλογή μου – νὰ εἶμαι μὲ τὸν Χριστό. Καὶ ὁ σταυρός μου ἀποδείχθηκε πολὺ βαρύς, ἀλλὰ ἄλλωστε καὶ ὁ Κύριος σήκωσε πάνω Του τὸν δικό Του σταυρό. Ὁ σταυρὸς δὲν εἶναι σύμβολο θανάτου, ἀλλὰ σύμβολο ζωῆς, σωτηρίας. Αὐτὸν τὸν δρόμο χρειάστηκε νὰ διανύσω γιὰ νὰ ξεκαθαρίσω ΤΙ εἶναι ἡ Ἀλήθεια καὶ ΠΟΥ βρίσκεται. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν! Ἀνεξερεύνητοι οἱ δρόμοι τοῦ Κυρίου!
Ἄννα
ΠΗΓΗ: История
о последних магических практиках – Суевериям.нет –
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΑΠΟΔΟΣΗ:Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ https://www.entaksis.gr/anna/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου