ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Θεσμική εκτροπή, σύγκρουση συμφερόντων και επιτακτική
ανάγκη ελέγχου.
Η υπόθεση Τυχικού και οι βαριές ευθύνες της διοίκησης υπό
τον Αρχιεπίσκοπο Γεώργιο.
Η Εκκλησία, όσο και αν επικαλείται το πνευματικό της έργο, δεν απαλλάσσεται
από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, της χρηστής διοίκησης και της
λογοδοσίας. Αντιθέτως, ακριβώς λόγω της ηθικής και κοινωνικής επιρροής της, η
απαίτηση για διαφάνεια είναι αυξημένη. Όταν δε, η ανώτατη εκκλησιαστική ηγεσία
ενεργεί με τρόπο που γεννά σοβαρά ερωτήματα νομιμότητας, σύγκρουσης συμφερόντων
και ενδεχόμενης κατάχρησης εξουσίας, η κατάσταση παύει να είναι «εσωτερικό
εκκλησιαστικό ζήτημα» και καθίσταται θεσμικό πρόβλημα δημοσίου ενδιαφέροντος.
Η απαίτηση του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου να παραδοθούν τα κλειδιά του χώρου διαμονής του Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού, συνοδευόμενη από την εντολή να εγκαταλείψει τον χώρο χωρίς σαφή, θεσμικά ασφαλή εναλλακτική, συνιστά πράξη διοικητικής βίας στο πλαίσιο εκκρεμούς διαδικασίας. Το γεγονός ότι προτάθηκε ως «λύση» η μετακίνησή του στην ίδια την Αρχιεπισκοπή, δηλαδή στον χώρο διοίκησης του προσώπου που λειτουργεί ταυτόχρονα ως κατήγορος και τοποτηρητής, εγείρει καίριο ζήτημα αμεροληψίας.
Σύμφωνα με πάγιες αρχές του δικαίου, ουδείς δύναται να ασκεί εξουσία σε
υπόθεση στην οποία έχει άμεσο προσωπικό, θεσμικό ή διαδικαστικό συμφέρον. Η
σύγκρουση συμφερόντων εδώ δεν είναι θεωρητική· είναι πραγματική και εμφανής. Ο
Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος:
φέρεται να έχει συντάξει ή υποστηρίξει κατηγορητήριο,
ενεργεί ως τοποτηρητής της Μητρόπολης
Πάφου,
ασκεί πλήρη διοικητικό
και οικονομικό έλεγχο,
ζητά την παράδοση κλειδιών, αρχείων και εξουσίας.
Αυτή η συσσώρευση ρόλων συνιστά θεσμική εκτροπή και αντίκειται όχι μόνο στο
κοσμικό δίκαιο, αλλά και στις στοιχειώδεις αρχές κανονικού δικαίου της
Εκκλησίας.
Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι εκκρεμεί έκκλητο, ενώ
δεν μπορεί να αποκλειστεί προσφυγή στα πολιτικά δικαστήρια. Σε ένα κράτος δικαίου,
κάθε πράξη διοίκησης που λαμβάνει χώρα ενώ εκκρεμεί ένδικο μέσο, οφείλει να
είναι απολύτως αναγκαία, αναστρέψιμη και αυστηρά περιορισμένη. Οτιδήποτε πέραν
αυτού ενδέχεται να θεωρηθεί καταχρηστική άσκηση εξουσίας.
Το κρίσιμο ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά είναι το εξής:
Εάν ο Μητροπολίτης Τυχικός τελικώς δικαιωθεί, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη
για τις ενδιάμεσες πράξεις διοίκησης;
Ποιος θα επαναφέρει την τάξη, την περιουσία, τις συμβάσεις και –κυρίως– το
κύρος ενός προσώπου που ενδεχομένως έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ηθική βλάβη;
Η τοποτηρητεία δεν αποτελεί εντολή αναδιάρθρωσης, ούτε άδεια οικονομικής
δραστηριότητας. Αποτελεί προσωρινό θεσμό διατήρησης. Κάθε αγοραπωλησία, σύναψη
συμβολαίου, οικονομική δοσοληψία ή διοικητική μεταβολή που δεν είναι απολύτως
αναγκαία για την καθημερινή λειτουργία, ενδέχεται να είναι νομικά ελέγξιμη και
ακυρώσιμη.
Οι επίμονες αναφορές για οικονομικές συναλλαγές χωρίς διαφάνεια, επαφές με
τοπικούς παράγοντες και φερόμενες συμφωνίες «κεκλεισμένων των θυρών» δεν
μπορούν να απορρίπτονται αβασάνιστα. Η επανάληψη τέτοιων ισχυρισμών δημιουργεί
υποχρέωση ελέγχου, όχι απλής διάψευσης.
Ιδιαίτερη και βαρύνουσα διάσταση λαμβάνει το ζήτημα της προγενέστερης
οικονομικής διαχείρισης του ίδιου του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου κατά την περίοδο
που ήταν Μητροπολίτης. Δημόσια γραφόμενα και μαρτυρίες κάνουν λόγο για:
• σημαντική απομείωση οικονομικών αποθεμάτων,
• ασαφείς διαδρομές χρημάτων,
• ισχυρισμούς περί μεταφοράς πόρων σε τοπικές ή ιδιωτικές χρήσεις.
Δεν πρόκειται για καταδίκες, αλλά για σοβαρά, επαναλαμβανόμενα ερωτήματα.
Σε κάθε άλλη νομική τάξη, τέτοιες αναφορές θα αρκούσαν για να κινηθεί
ανεξάρτητος οικονομικός έλεγχος. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη, δεν αίρει την
ανάγκη – την καθιστά επιτακτικότερη.
Υπό το πρίσμα αυτό, τίθεται το αμείλικτο ερώτημα:
Μπορεί ένα πρόσωπο για το οποίο αιωρούνται τέτοια ερωτήματα να θεωρείται
αδιαμφισβήτητο πρόσωπο εμπιστοσύνης, ώστε να του παραδίδεται πλήρης έλεγχος,
αρχεία και κλειδιά;
Η εμπιστοσύνη, ιδίως στη διαχείριση κοινωφελούς περιουσίας, δεν είναι θέμα
αξιώματος. Είναι θέμα ελέγχου και λογοδοσίας.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της ευθύνης της Ιεράς Συνόδου. Εάν
πράγματι παραχωρήθηκαν στον τοποτηρητή εξουσίες πέραν της απλής διαχείρισης,
τότε:
• πού καταγράφεται αυτή η απόφαση;
• ποιο είναι το εύρος της;
• ποιος ελέγχει την εφαρμογή της;
Η σιωπή επ’ αυτών υπονομεύει την ίδια τη συνοδικότητα και δημιουργεί την
εντύπωση αυθαίρετης εξουσίας.
Τέλος, η στάση της Πολιτείας και ειδικότερα του Γενικού Εισαγγελέα προκαλεί
εύλογο προβληματισμό. Όταν διακινούνται δημόσια καταγγελίες για οικονομική
κακοδιαχείριση σε οργανισμό που διαχειρίζεται τεράστια περιουσία, δωρεές πιστών
και απολαμβάνει φορολογικά προνόμια, η αυτεπάγγελτη έρευνα δεν είναι επιλογή·
είναι θεσμική υποχρέωση.
Η μη παρέμβαση κινδυνεύει να εκληφθεί ως ανοχή ή φόβος πολιτικού κόστους.
Και αυτό πλήττει όχι μόνο την Εκκλησία, αλλά και το ίδιο το κράτος δικαίου.
Η φωνή όσων ζητούν έλεγχο δεν είναι εχθρική προς την Εκκλησία. Είναι φωνή
υπέρ της αλήθειας, της κάθαρσης και της θεσμικής αξιοπρέπειας. Όσο αυτή
αγνοείται, τόσο ενισχύεται η υποψία ότι η εξουσία λειτουργεί χωρίς αντίβαρα.
Και αυτό, σε μια δημοκρατική κοινωνία και σε μια Εκκλησία που οφείλει να
διδάσκει ήθος, δεν μπορεί να γίνει ανεκτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου