Ἡ Ἐκκλησία φωνὴ συνειδήσεως ὑπὲρ τῶν ἀδυνάτων ἀγροτῶν
Γράφει ὁ κ.
Δημήτριος Λογοθέτης, θεολόγος
Ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος βρίθει ἀπὸ παραδείγματα ἀγροτικῶν κινημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντανακλοῦν βαθειὲς κοινωνικὲς ἀνισότητες, οἰκονομικὲς πιέσεις καὶ ἀγῶνες διὰ δικαιοσύνην, καθὼς ἡ οἰκονομία τῆς Ἑλλάδος ἐβασίζετο κατ᾿ ἐξοχὴν στὴν ἀγροτικὴ αὐτῆς οἰκονομία. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς Ῥωμανίας, ὅπου ὁ Αὐτοκράτωρ Βασίλειος Β΄ ὁ Βουλγαροκτόνος (976-1025 μ.Χ.) υἱοθέτησε πολιτικὲς ὑπὲρ τῶν πτωχῶν ἀγροτῶν ἐναντίον τῶν πλουσίων γαιοκτημόνων, μέχρι τὶς ἐξεγέρσεις στὴν Θεσσαλία κατὰ τὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνος, ὅπου ἱερεῖς συμμετεῖχαν ἐνεργῶς στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν τσιφλικάδων, τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα ἔχουν συχνὰ γίνει καταλύτες κοινωνικῶν ἀλλαγῶν, ἀλλαγές στις ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία δὲν ἦτο ἀποῦσα καὶ πάντοτε λάμβανε θέση ὑπὲρ τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ.
Περαιτέρω,
ἡ παράδοση αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τάσσεται στὸ πλευρὸ τῶν ἀδυνάτων, δὲν
περιορίζεται μόνο κατὰ τὶς ἱστορικὲς περιόδους κρίσεων, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ὀργανικὸ
μέρος τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, ὅπως φανερώνεται στοὺς βίους τῶν Ἁγίων. Ὁ
Μέγας Βασίλειος, λόγου χάριν, δὲν ἠρκέσθη σὲ θεωρητικὲς διδασκαλίες περὶ
φιλανθρωπίας, ἀλλ᾿ ἀνέλαβεν ἐνεργὸ ῥόλο καὶ ἵδρυσε τὴν περίφημη Βασιλειάδα, ἕνα
ὁλόκληρο συγκρότημα φροντίδος διὰ τοὺς πτωχούς, ὀρφανούς, ἀσθενεῖς καὶ
περιθωριοποιημένους, καταδικάζων σφοδρῶς τὴν ὑπερσυγκέντρωση πλούτου στὰ χέρια
τῶν ὀλίγων. Παρομοίως, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μετὰ τὶς καυστικὲς ὁμιλίες
αὐτοῦ, ὑπερασπίζετο τοὺς πένητες ἐργάτες καὶ κατεδίκαζε τοὺς πλουσίους, οἱ ὁποῖοι
ἐξεμεταλλεύοντο τὸν ἱδρῶτα αὐτῶν, ὑπενθυμίζων ὅτι «Μὴ τοίνυν εἴπῃς· Ἐμόν ἐστι τὸ
χρῆμα, ἐμὸν τὸ χρυσίον. Οὐ γάρ ἐστιν ἐμόν, ἀλλὰ κοινόν. Εἰ γὰρ σὺ λέγεις ὅτι ἐμόν
ἐστι, τὸ σὸν μόνον λέγεις γνώμην· οὐ γὰρ κοινῇ πάντες οὕτω λέγομεν. Ἐγὼ δὲ σοι
κοινὸν ἀποφαίνω εἶναι, οὐ λόγῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ πράγματι. Τί γὰρ ὅπερ σὺ λέγεις ἐμόν,
τοῦτο οὐ καὶ ἑτέρου ἐστίν;». Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας,
ἐγένετο πρότυπο ἐλεημοσύνης, διανέμων ὁ ἴδιος τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία στοὺς
πτωχούς, θεωρῶντας τὴν πτώχεια ὄχι ἁμαρτία, ἀλλὰ εὐκαιρία ἀγάπης. Ὅταν μάλιστα
οἱ οἰκονόμοι τῆς Ἐκκλησίας δίσταζαν νὰ διανείμουν ἄφθονα τὰ ἐκκλησιαστικὰ
χρήματα στοὺς πρόσφυγες καὶ τοὺς πτωχούς (λόγῳ τοῦ φόβου μήπως ἐξαντληθοῦν τὰ
ταμεῖα), ὁ Ἅγιος ἀπεκρίθη σὲ αὐτοὺς μέ λόγους οἱ ὁποῖοι μένουν ἀλησμόνητοι:
«Εἰ μὲν ἦν
ἴδιά μου ὑπάρχοντα, ἃ ἐκ γενετῆς μου εἶχον, ἴσως ἂν ἐλυπούμην διδούς αὐτά. Εἰ δὲ
Θεοῦ ἐστιν ἃ διανέμετε, κατὰ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ δεῖ πολιτεύεσθαι… Τὸ γὰρ ἀπερίγραπτον
ταμεῖον τοῦ Θεοῦ οὐ στενοχωρεῖται, οὐδὲ τὸ τῆς ἁγίας αὐτοῦ Ἐκκλησίας.»
Μέσα στὴν
νεοελληνικὴ ἱστορία, ἡ στάση αὐτή ἐπαναλαμβάνεται μετὰ τρόπου συγκινητικοῦ. Κατὰ
τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐστάθη ἁπλῶς ὡς πνευματικὸς ὁδηγός, ἀλλὰ
καί ὡς ὑπερασπιστὴς τῶν καταπιεζομένων Ἑλλήνων ἀπέναντι στὴν ὀθωμανικὴ ἐκμετάλλευση,
μέ τὴν συμμετοχὴ κληρικῶν, ὅπως ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς καὶ ὁ Παπαφλέσσας νὰ ἡγοῦνται
τοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν κοινωνικὴ ἰσότητα τῶν χριστιανῶν. Πολλὰ
παιδιά, ἐπίσης, τῶν καταπιεζομένων Ἑλλήνων ἐσπούδασαν στὸ ἐξωτερικὸ μὲ τὰ
χρήματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ στὸν 20ὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τραγικὴ περίοδο τῆς
Κατοχῆς (1941-1944), ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνὸς ἀνέδειξε τὸν ῥόλο τῆς Ἐκκλησίας
ὡς φύλακος τῶν ἀδυνάτων: ἵδρυσε τὸν Ἐθνικὸ Ὀργανισμὸ Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης
(ΕΟΧΑ), ὠργάνωσε συσσίτια διὰ χιλιάδες πεινασμένους, ἀντέστη ἐμφανῶς ἀπέναντι
στὶς γερμανικὲς ἀρχὲς καὶ ἐξέδωσε ψευδεῖς ταυτότητες, διὰ νὰ σώσῃ Ἑβραίους καὶ ἄλλους
διωκομένους. Ἡ δράση του αὐτή δὲν ἦτο πολιτική, ἀλλὰ βαθεῖα ἐκκλησιαστική, καθὼς
ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας ἐναντίον τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως
ἀποτελεῖ πυλῶνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως.
Ἰδιαιτέρως
ἐμπνευσμένος εἶναι καὶ ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (18ος αἰώνας), ὁ ὁποῖος
περιώδευε στὶς ἀγροτικὲς περιοχὲς τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος, διδάσκων ὄχι μόνο τὸ Εὐαγγέλιο,
ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Κατεδίκαζε τὴν τοκογλυφία καὶ τὴν ἐκμετάλλευση
τῶν πτωχῶν ὑπὸ τῶν Τούρκων καὶ χριστιανῶν ἀρχόντων, προέτρεπε σὲ ἀλληλεγγύη
μεταξὺ «ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων», ἵδρυε σχολεῖα διὰ τὰ παιδιὰ τῶν ἀγροτῶν καὶ ὑπεμίμνησκε
ὅτι ἡ ἀληθινὴ πίστη ἐκφράζεται στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ἰδιαιτέρως τὸν πτωχὸ
καὶ καταπιεσμένο. Ἡ διδασκαλία του αὐτή, βαθέως ῥιζωμένη εἰς τὴν ὀρθόδοξη
παράδοση, δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐστάθη ποτὲ ἀδιάφορη ἀπέναντι στὶς
κοινωνικὲς ἀνισότητες, ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρξε σταθερὰ φωνὴ συνειδήσεως ὑπὲρ τῶν ἀδυνάτων.
Ἀπὸ πολιτικῆς
πλευρᾶς καὶ διοικητικῆς, ὁ Βασίλειος Β΄ ὁ Βουλγαροκτόνος, κυβέρνησε σὲ
μία ἐποχὴ, ὅπου ἡ συγκέντρωση γῆς στὰ χέρια ὀλίγων πλουσίων ἀριστοκρατῶν
(“δυνατοί”) ἠπείλει τὴν οἰκονομικὴ καὶ στρατιωτικὴ σταθερότητα τῆς αὐτοκρατορίας.
Ἡ ἀγροτικὴ του πολιτικὴ ἦτο προσανατολισμένη στὴν ἐνίσχυση τοῦ κεντρικοῦ
κράτους μέσον τῆς προστασίας τῶν μικρῶν ἀγροτῶν (“πένητες”), οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν
τὴν βάση τῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ στρατοῦ. Τὸ 996 μ.Χ., ἐξέδωσε μία Novella, ἡ ὁποία
ἀκύρωνε τὴν 40ετῆ παραγραφὴ διὰ ἀγορές γῆς ὑπὸ πλουσίων εἰς βάρος πτωχῶν, ἀναγκάζουσα
αὐτοὺς νὰ ἐπιστρέψουν ἰδιοκτησίες.
Περαιτέρω,
γύρω εἰς τὸ 1002 μ.Χ., εἰσήγαγε τὸ “ἀλληλέγγυον”, ἕνα σύστημα ὅπου οἱ πλούσιοι
γαιοκτήμονες ὑποχρεοῦντο νὰ καλύπτουν τοὺς φόρους τῶν πτωχῶν, οἱ ὁποῖοι δέν ἠδύναντο
νὰ πληρώσουν. Τοῦτο δὲν ἦτο ἁπλῶς φιλανθρωπία, ἀλλὰ ἐλειτούργει ὡς μηχανισμὸς ἰσορροπίας,
τιμωρῶν τὴν ὑπερσυγκέντρωση πλούτου καὶ διασφαλίζων φορολογικὰ ἔσοδα διὰ τὸ
κράτος. Παρὰ τὶς πιέσεις ἀπὸ ἰσχυρούς, ὁ Βασίλειος ἠρνήθη νὰ τὸ καταργήσῃ, ἀκόμη
καὶ μετὰ τὶς νίκες κατὰ τῶν Βουλγάρων. Ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ ὡδήγησε σὲ οἰκονομικὴ ἄνθηση,
ἀφήνουσα πλεονάσματα στὸ ταμεῖο, γεγονότα τὰ ὁποῖα περιγράφονται ἀκόμη καὶ εἰς
τὰ σχολικὰ βιβλία, ἀλλὰ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖ.
Ἀπὸ τὸν
πρόσφατο 19ον-20ὸ αἰ. ὑπάρχει ἀκόμη νωπὴ ἡ ἱστορικὴ μνήμη ἀπὸ τὶς ἐξεγέρσεις στὴν
Θεσσαλία, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἐν τέλει, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποία ἐφήρμοσαν οἱ
τότε ἑλληνικὲς Κυβερνήσεις, τραγικὲς συνέπειες καὶ στὸν ἑλληνικὸ πληθυσμὸ, ἀλλὰ
δυστυχῶς καὶ στὴν ἐπελθοῦσα στὴν συνέχεια μικρασιατικὴ καταστροφή. Εἴχαμε σὲ
μικρογραφία ἕνα ἀκήρυκτο αἱματηρὸ ἐμφύλιο μεταξὺ τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ καὶ τῶν
τσιφλικάδων. Σημειωτέον ὅτι πάντοτε μετὰ τοῦ λαοῦ ὡς σῶμα ἐκ τοῦ σώματος αὐτοῦ,
οἱ ἱερεῖς ὑπῆρξαν ἄμεσοι συνεργοὶ καὶ προστάτες τῶν ἀδικουμένων.
Μὲ τὴν ἱστορία
πάντοτε νὰ ἐπαναλαμβάνεται, ὅμως, ἔτσι καὶ σήμερα, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 2026, ἡ Ἑλλὰς
βιώνει μία παρομοία κρίση, μέ χιλιάδες ἀγρότες νὰ ἔχουν ἐξέλθει στοὺς δρόμους, ἀποκλείοντες
ἐθνικὲς ὁδοὺς καὶ τελωνεῖα, διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἄδικη πολιτικὴ τῆς
κυβερνήσεως καὶ τὴν ἔλλειψη οὐσιαστικῶν μέτρων στηρίξεως. Αὐτὴ ἡ σύγχρονη
κινητοποίηση ἀντηχεῖ μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες τὶς ἄδικες πολιτικὲς πρακτικὲς τῶν ἡγετῶν
ἐναντίον τῶν ἀγροτῶν, ἀντλεῖ ἔμπνευση ἀπὸ τὸ παρελθόν καὶ θέτει ἐρωτήματα διὰ τὸν
ῥόλο θεσμῶν, ὅπως ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ στηρίζῃ τὸ σωστὸ καὶ τὸ δίκαιο
τῶν ἀνθρώπων, εἰδικῶς σὲ μία χώρα τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία εἶναι ἀρρήκτως
συνδεδεμένη μετὰ τῆς Ἐκκλησίας. Πιστεύομεν λοιπὸν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση
θὰ πρέπῃ νὰ καταγράψῃ τὸ ξεσήκωμα τοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἰδική Της ἀπαίτηση. Ὅταν πάσχῃ
ἕν μέλος, τότε πάσχει ὅλον τὸ σῶμα, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο.
Διότι, στὸ
πρακτικὸ μέρος, ἐὰν ὁ ἁπλὸς πολίτης, ὁ ἁπλὸς πιστὸς ἀποκολληθῇ ἀπὸ τὴν
περιουσία αὐτοῦ καὶ τὴν δυνατότητα αὐτοῦ νὰ παράγῃ πλοῦτο, πῶς καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ
τὴν δική της πλευρὰ θὰ στηρίξη τὴν συντήρηση τῶν κτιρίων της, τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο
καὶ τὴν ἱεραποστολὴ στὸ ἐξωτερικό; Πῶς, ἀκόμη, θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ
συνομιλήσῃ μὲ τὴν ἑκάστοτε κυβέρνηση, ἐὰν δεχθῇ τὸ ποίμνιο αὐτῆς νὰ ἀποδυναμωθῇ
καὶ νὰ καταστῇ ἀμελητέα ἡ ἄποψή του; Καὶ ταυτοχρόνως, πῶς θὰ συνάδουν οἱ
πράξεις μετὰ τῆς διδασκαλίας της; Θὰ καταντήσῃ, ὅπως οἱ προτεσταντικὲς ὁμάδες,
οἱ ὁποῖες δὲν ξέρουν ποῦ πατοῦν καὶ ποῦ πηγαίνουν.
Νὰ σημειωθῇ
ὅτι οἱ προηγηθεῖσες καταστροφικὲς πλημμύρες στὴν Θεσσαλία, τὸ σκάνδαλο μὲ τὶς ἀγροτικὲς
ἐπιχορηγήσεις, οἱ ἀδικαιολόγητες σφαγὲς χιλιάδων αἰγοπροβάτων ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας,
ἡ ἀγανάκτηση τῶν ἀγροτῶν ἔχει φθάσει στὸ ἀπροχώρητο. Ἕνας νέος ἀγρότης αὐτοκτόνησε,
ἄλλος πέθανε ἀπὸ τὴν πίεση, τὴν ὁποία ὑπέστη, ὅλοι ζοῦν μέσα στὴν ἀβεβαιότητα
καὶ βλέπουν νὰ ἐξαφανίζωνται οἱ περιουσίες τους καὶ νὰ καταρρέῃ ἡ ζωὴ τους. Ἡ ὅλη
πρακτικὴ μοιάζει μέ καλῶς ὠργανωμένο σχέδιο, τὸ ὁποῖο ἔχει σκοπὸ νὰ ἐξαφανίσῃ τὴν
μεσαία ἀγροτικὴ τάξη. Ἡ στήριξη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ὄχι ἁπλῶς μετὰ
διαβεβαιώσεων, ἀλλὰ μετὰ γραπτῶν συμφωνιῶν, ἀποτελεῖ ὑποχρέωση τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας
καθὼς καὶ τῶν ἱερέων αὐτῆς. Ἀκόμη καὶ ἄνευ τῆς ἐκφράσεως κάποιας ἀπόψεως, καὶ
μόνο ἡ ὑλικοτεχνικὴ ὑποστήριξη στὰ ‘‘μπλόκα’’, ὅπως καὶ ἡ παρουσία τοῦ ῥάσου σὲ
αὐτά, θὰ δώσῃ δύναμη στοὺς διαμαρτυρομένους νὰ ἀπαιτήσουν δικαιοσύνη, μία ἀρχὴ ἀπὸ
τὴν ὁποίαν ἡ χώρα μας ἔχει ἀπομακρυνθῆ. Ἐπιπλέον, ὁ θάνατος ἀνθρώπων θὰ ἔπρεπε ἤδη
νὰ ἔχῃ θορυβήσει τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄρχοντες νὰ ζητήσουν ἄμεσα ἐπίλυση τοῦ
θέματος ἀπὸ τὴν κυβέρνηση καὶ νὰ πιέσουν πρὸς αὐτην τὴν κατεύθυνση, χωρίς νὰ ὑποκύπτουν
καὶ νὰ ὑποχωροῦν σὲ πολιτικὲς προπαγάνδας. Ἡ προστασία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ
εἰδικῶς τῶν πιστῶν χριστιανῶν θὰ ἔπρεπε καὶ αὐτή μέ τὴν σειράν της νὰ ἀποτελῇ
προτεραιότητα τῶν Ἱεραρχῶν.
Σέ μία
τέτοια συγκυρία, ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διαχρονικὴ αὐτῆς παράδοση
σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ποιμαντικὴ της δράση. Ἡ φυσικὴ παρουσία ἱερέων στὰ
μπλόκα, ἡ παροχὴ ὑλικῆς βοηθείας (τροφή, στέγαση, ἰατρικὴ φροντίδα), ἡ δημόσια ἔκκληση
διὰ διάλογο καὶ ἀπόδοση δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἡ πίεση πρὸς τὴν πολιτεία διὰ
γραπτὲς δεσμεύσεις καὶ ἄμεσα μέτρα ἀνακουφίσεως τῶν ἀγροτῶν, θὰ ἀπετέλουν
πράξεις ἀγάπης καὶ εὐθύνης. Ὅπως ὁ Δαμασκηνὸς δὲν ἐδίστασε νὰ ἀντισταθῆ στὴν
κατοχικὴ ἐξουσία, διὰ νὰ σώσῃ ζωές, ἔτσι καὶ σήμερα ἡ Ἱεραρχία ὀφείλει νὰ θυμηθῇ
ὅτι ἡ προστασία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ ἀξιοπρεπείας τῶν πιστῶν –ἰδιαιτέρως τῶν
πλέον ἀδυνάτων– εἶναι πρωταρχικὴ ὑποχρέωση.
Ἡ σημερινὴ
κινητοποίηση τῶν ἐργαζομένων εἰς τὴν «παμμήτορα» γῆ, ὡς κρίκος μιᾶς διϊστορικῆς
ἁλυσίδος, μᾶς ἐπαναβεβαιοῖ ὅτι δυστυχῶς οἱ κατακυριεύοντες τῶν ἐθνῶν δὲν
διδάσκονται ἀπὸ τὴν ἱστορία, ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πηγὴ ἐμπνεύσεως διὰ ἕνα
καλλίτερο μέλλον. Οἱ κινητοποιήσεις αὐτές μάλιστα ἔχουν καὶ βαθὺ θεολογικὸ
χαρακτῆρα. Σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς δημιουργίας ὡς καταγράφονται στὸ βιβλίο τῆς
Γενέσεως «Καὶ ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον ὃν ἔπλασε, καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ
παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γέν. 2,15)
Κανεὶς δὲν
ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλῃ τὴν γῆ καὶ τὸν πλοῦτο αὐτῆς καὶ συνεκδοχικῶς νὰ
στερήσῃ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἐπιβίωσή του ὡς ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς ὥρισε στὶς Διαθῆκες
Αὐτοῦ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου