18 Ιαν 2026

Κυριακή ΙΒ΄Λουκά - Η επίτασις της αμαρτίας β’. Πρόοδος του αγαθού. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

Η επίτασις της αμαρτίας β’. Πρόοδος του αγαθού.

Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης

« καιρὸς ἐγγύς ἐστιν. ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι, καὶ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Ἀπ. 22,10-11)

Μιλήσαμε, ἀγαπητοί μου, πρὸ ἡμερῶν γιὰ τὴν ἐπίτασι τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἐπιδείνωσι τοῦ κακοῦ, ποὺ παρατηρεῖται στὶς ἡμέρες μας. Ἀκοῦμε τὴν Ἀποκάλυψι νὰ λέῃ· « καιρὸς ἐγγύς ἐστιν. ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι, καὶ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι»(Ἀπ. 22,10-11). Εἴδαμε ἕως ἐδῶ τὴν πρόοδο τοῦ κακοῦ· ὅτι τώρα ἐνίσχυσι τοῦ κακοῦ εὐνοεῖται καὶ χειροκροτεῖται. Τὸ θλιβερὸ εἶνε ὅτι, ἐνῷ κόσμος προχωρεῖ ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο, τὰ παιδιὰ τοῦ Φωτός, οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἐκκλησίας, κοιμοῦνται ὅπως οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὅταν Θεάνθρωπος Κύριός μας ζοῦσε τὴ μεγάλη ἀγωνία. Ἑρμηνεύσαμε ὣς ἐδῶ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ῥητοῦ τῆς Ἀποκαλύψεως. Συνεχίζουμε τώρα νὰ δοῦμε τὸ δεύτερο μέρος.

Ὑπάρχει καὶ τὸ καλὸ «ἔτι»

Παρὰ τὴν πρόοδο τοῦ κακοῦ ἡ Ἀποκάλυψις μᾶς παρηγορεῖ. Τί λέει στὴ συνέχεια τὸ χωρίο ποὺ ἑρμηνεύουμε· «ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» (Ἀπ. 22,11).

Δὲν προχωρεῖ δηλαδὴ μόνο τὸ κακό· προχωρεῖ καὶ τὸ καλό, ἔστω καὶ ἂν φαίνεται ὅτι κινεῖται σὲ μικρότερη κλίμακα. Μπορεῖ τὸ πονηρὸ νὰ πλεονεκτῇ σὲ ὄγκο, σὲ ποιότητα ὅμως ὑπερέχει τὸ ἀγαθό· τὸ ὕψος τῆς πίστεως, αὐτὸς ὁ «κόκκος σινάπεως» (Ματθ. 13,31· 17,20. Μᾶρκ. 4,31. Λουκ. 13,19· 17,6), ἀντισταθμίζει τὴν πλημμύρα τῆς ἀσεβείας καὶ ἀθεΐας. Ἄλλωστε, ἐνῷ τὸ κακὸ εἶνε θρασὺ καὶ ἀλαζονικό, τὸ ἀγαθὸ εἶνε σεμνὸ καὶ ἀφανές, προχωρεῖ χωρὶς θόρυβο καὶ καύχησι. «Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως» (Λουκ. 17,20).

Καὶ ποῦ προχωρεῖ τὸ καλό; Εἶνε ἄξιο παρατηρήσεως ὅτι, ἐκεῖ ποὺ παρουσιάζεται ἡ μεγαλύτερη αἰχμὴ τῆς διαφθορᾶς, ἐκεῖ ἀκριβῶς παρουσιάζεται ἀντιστοίχως καὶ ἡ αἰχμὴ τῆς ἀρετῆς. Περίεργο πρᾶγμα. Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Ἐκεῖ ποὺ ἐπερίσσευσε ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (῾Ρωμ. 5,20). Αὐξάνει ἡ ἁμαρτία; αὐξάνει καὶ ἡ χάρις.

Θέλετε παραδείγματα; Διαβάστε τὴ Γραφὴ νὰ δῆτε.

√ Ἡ ἐποχὴ τοῦ Νῶε ἦταν διεφθαρμένη. Ἀλλὰ μέσα στὴ διαφθορὰ ἕνας Νῶε μὲ τὴν οἰκογένειά του, ὀχτὼ ἄτομα, κράτησαν τὴν πίστι στὸ Θεό· ἐνῷ οἱ ἄλλοι εἶχαν γίνει σάρκες, αὐτοὶ ζοῦσαν κατὰ τὸ θέλημά Του.

√ Ἄλλο παράδειγμα κατόπιν. Στὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα ἦταν φρικτὴ ἡ κατάστασι. Ἁμαρτήματα ποὺ δὲν λέγονται διέπρατταν ἀναίσχυντα ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ. Μέσα ὅμως σ᾽ αὐτὴ τὴν κατάπτωσι ὁ Λὼτ μὲ τὴ γυναῖκα καὶ τὶς δύο κόρες του κρατοῦσαν τὴν θεοσέβεια καὶ ζοῦσαν μὲ καθαρότητα καὶ τιμή.

√ Θέλετε ἄλλο ἕνα παράδειγμα; Στὰ χρόνια ποὺ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἦταν αἰχμάλωτοι στὴ Βαβυλῶνα διακρίθηκαν οἱ Τρεῖς Παῖδες. Ἕνας δικτάτορας, ὁ Ναβουχοδονόσορ, ἔφτειαξε ἕνα πελώριο ἄγαλμα καὶ διέταξε· Πέσετε ὅλοι νὰ τὸ προσκυνήσετε· μόλις ἠχήσουν τὰ ὄργανα καὶ ἡ σάλπιγγα δώσῃ τὸ σύνθημα, γονατίστε ὅλοι. Ὅποιος δὲν πέσῃ νὰ προσκυνήσῃ τὸ ἄγαλμα, δίπλα ἐδῶ περιμένει τὸ πυρακτωμένο καμίνι καὶ θὰ ῥιχτῇ μέσα σ᾽ αὐτό. Καὶ πράγματι, μόλις ἀκούστηκαν τὰ ὄργανα ἔσκυψαν ὅλοι στὴν πεδιάδα Δεειρᾶ (Δαν. 3,1)· ὅπως τὸ δρεπάνι περνάει καὶ κόβει τὰ στάχυα, ἔτσι μόλις δόθηκε τὸ σύνθημα στρώθηκαν ὅλοι καταγῆς. Μόνο οἱ Τρεῖς Παῖδες, ὁ Σεδρὰχ ὁ Μισὰχ κι ὁ Ἀβδεναγώ (Ἀνανίας, Μισαὴλ καὶ Ἀζαρίας) ἔμειναν ὄρθιοι καὶ εἶπαν· Ὄχι! ἐμεῖς προσκυνοῦμε μόνο τὸν Κύριό μας, δὲν προσκυνοῦμε εἴδωλα. Τοὺς ἔρριξαν στὸ καμίνι, ἀλλὰ μὲ τὴν πίστι στὸν ἀληθινὸ Θεὸ βγῆκαν ἀπὸ ᾽κεῖ ἀβλαβεῖς.

Ὅπως λοιπὸν πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ βρέθηκε ὁ Νῶε, στὰ Σόδομα βρέθηκε ὁ Λώτ, στὴ Βαβυλῶνα τοῦ Ναβουχοδονόσορος βρέθηκαν οἱ Τρεῖς Παῖδες, ἔτσι ὑπάρχουν πάντοτε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

–Αὐτὰ ἦταν κάποτε, θὰ μοῦ πῇ κάποιος, «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» ποὺ λέτε σεῖς οἱ παπᾶδες· σήμερα ὅμως ποῦ εἶνε τέτοια παραδείγματα πιστῶν ποὺ ἀντιστέκονται στὸ κακό; Ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι;

Ὑπάρχουν καὶ σήμερα! καὶ θὰ ὑπάρχουν πάντοτε· ἀλλὰ δὲν γράφουν τὰ ὀνόματά τους οἱ ἐφημερίδες. Ποῦ ὑπάρχουν; Σᾶς ἀναφέρω δυό – τρία τέτοια διαμάντια κρυμμένα μέσ᾽ στὴν κοπριὰ τοῦ κόσμου, καὶ τελειώνω.

√ Τὸ ἕνα. Τὸ θέρος τοῦ 1972 ἔγιναν στὸ Μόναχο οἱ Ὀλυμπιακοὶ Ἀγῶνες· ἐκεῖ ἡ χώρα μας δὲν διακρίθηκε. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ πῆγαν στὴν Ὀλυμπία ν᾽ ἀνάψουν φῶς στὸ βωμὸ τοῦ Δία κ᾽ ἔκαναν προσευχὴ σ᾽ αὐτὸν νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἀπὸ τότε αὐτὴ ἡ ὑπόθεσι δὲν πῆγε καλά. Καὶ ποῦ κατέληξε; Ὄχι ὅτι εἴμαστε ἐναντίον τοῦ ἀθλητισμοῦ, ὄχι· εἴμαστε ἐναντίον ἑνὸς ἀθλητισμοῦ ποὺ προσκυνάει τὰ εἴδωλα. Στὸ Μόναχο πῆγαν χιλιάδες ἀθληταί (Γιαπωνέζοι, Κινέζοι, Ἀφρικᾶνοι, Ἀβησσυνοί…, ἀπ᾽ ὅλα τὰ κράτη). Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ Χριστιανοί. Τὴν ὥρα λοιπὸν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀγωνισμάτων, μπροστὰ σὲ ἑκατομμύρια μάτια ποὺ παρακολουθοῦσαν, εἶδαν ὅλοι ἕναν ποὺ προτοῦ νὰ ξεκινήσῃ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Δὲν ἦταν Ἕλληνας, ῾Ρουμᾶνος ἦταν. Μάλιστα, κύριε· ἔτσι ἔρχονται τὰ μαθήματα. ῾Ράπισμα ἦταν αὐτὸ γιὰ μᾶς.

√ Στὴν Ἑλλάδα τὸ 1896, στοὺς Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες ποὺ ἔγιναν, εἴχαμε νίκη· πρῶτος 940) ἀπὸ τὸ Μαρούσι· γι᾽ αὐτὸ ἔχουν ἐκεῖ καὶ ἄγαλμά του. Τί ἦταν ὁ Λούης; Ἕνας γαλατᾶς. Ἄκουσε γιὰ τοὺς μαραθωνοδρόμους καὶ ῥώτησε· –Τί ἀγῶνα κάνουν αὐτοί; –Νά, τρέχουν αὐτὴ τὴν ἀπόστασι καὶ ὅποιος φτάσῃ πρῶτος παίρνει μεγάλο βραβεῖο. –Μὰ αὐτὸ μπορῶ νὰ τὸ κάνω κ᾽ ἐγώ, κι ἂς μὴν ἔχω προπονηθῆ. Πάει λοιπὸν ὁ Λούης μέσα στὴν ἐκκλησία, κάνει τὸ σταυρό του καὶ λέει· –Παναγιά μου, βοήθα με. Παίρνει μέρος στὸ ἀγώνισμα καὶ τερματίζει πρῶτος! Ἀπὸ ᾽κεῖ βγῆκε ἡ ἔκφρασι «ἔγινε Λούης» γιὰ κάποιον ποὺ εἶνε γρήγορος στὰ πόδια. Βλέπετε λοιπόν; ἐνῷ ὁ ἕνας προχωρεῖ «ἔτι» καὶ «ἔτι» στὸ κακό, στὴν ἀσέβεια, στὴ βλαστήμια, στὴν ἀδικία, ὁ ἄλλος, ὁ ἁπλοϊκὸς γαλατᾶς στὴν Ἑλλάδα ἢ ὁ ἀθλητὴς στὸ Μόναχο, παρ᾽ ὅλο ὅτι μεγάλωσε σὲ ἀθεϊστικὸ καθεστώς, «ἔτι» καὶ «ἔτι» προχωροῦν στὸ ἀγαθό, στὴν πίστι, στὸ σεβασμὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ διδάσκουν ἐμᾶς.

√ Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Πᾶμε στὴ ῾Ρωσία. Ὑπὸ ἄθεο καθεστὼς γινόταν κηδεία ἑνὸς μεγάλου προσώπου καὶ μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ ἐπίσημοι. Κανείς τους σταυρό! Ἐκεῖ λοιπὸν ἔρχεται καὶ κάποιος ποὺ ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ τὸν εἶδαν ὅλοι. Τὸν γνώριζαν· λογοτέχνης μὲ διεθνῆ ἀναγνώρισι καὶ βραβεῖα (Νόμπελ 1970), ἀνώτερος τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ὁ διάσημος Ἀλέξανδρος Σολζενίτσιν. Αὐτὸς τρεῖς φορὲς τὸ σταυρό του! Πάρε τὸ μάθημά σου ἐσύ, κύριε, ποὺ κάνεις τὸν ἐπιστήμονα καὶ τὸ λογοτέχνη. Ὁ ἕνας προχωρεῖ «ἔτι» καὶ «ἔτι» στὴν ἀπιστία, ὁ ἄλλος«ἔτι» καὶ «ἔτι» προχωρεῖ στὴν πίστι καὶ τὴν ὁμολογία.

√ Θέλετε κι ἄλλο ἕνα; Ἂς γυρίσουμε ἐδῶ. Δὲν εἶνε πολλὰ χρόνια ποὺ συνέβη τὸ ἑξῆς στὴ Μύκονο, τὸ εὐλογημένο νησάκι τῶν Κυκλάδων μὲ τὸ ὄμορφο μοναστηράκι τῆς Παναγίας τῆς Τουρλιανῆς. Πῆγε ἐκεῖ νὰ ξεκουραστῇ ἕνας Γερμανὸς ἐπιστήμονας ποὺ θεωρεῖται ὁ ἐφευρέτης τῶν πυραύλων. Καὶ τὴν Κυριακὴ τὸ πρωί, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ξένοι παραθερισταὶ πήγαν γιὰ μπάνιο, αὐτὸς σηκώθηκε καὶ πῆγε στὴν ἐκκλησία. Κι ὅταν βγῆκε ἔξω καὶ τὸν ῥώτησαν –Μὰ πιστεύετε; ἀπήντησε· –Πιστεύω πιὸ βαθειὰ τώρα ἀπ᾽ ὅ,τι πρίν· βλέπω παν – τοῦ τὸ Θεό. Ποιός εἶνε; Εἶνε ὁ Βέρνερ φὸν Μπράουν (Wernher Magnus Maximilian Freiherr von Braun). Πάρε λοιπὸν ἀπὸ αὐτὸν τὸ μάθημά σου κ᾽ ἐσύ, κ. καθηγητά, ποὺ ὁρίζεις στὰ παιδιὰ Κυριακὴ πρωὶ ἐξετάσεις, γιὰ νά ᾽χῃς τὸ ἀπόγευμα ἐλεύθερο.

Θὰ μποροῦσα ν᾽ ἀναφέρω κι ἄλλα παραδείγματα. Νομίζω ὅτι ἀρκοῦν αὐτά. Ἐπιβεβαιώνουν τὸ ῥητὸ «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι».

Λίγο χρόνο ἔχουμε

Σᾶς προειδοποιῶ, ἀγαπητοί μου, ὅτι τὸ κακὸ δὲν θὰ σταματήσῃ· θὰ προχωρήσῃ ἀκόμη περισσότερο. Θὰ σαπήσῃ ἀκόμη περισσότερο ἡ κοινωνία, ὁλόκληρος ὁ κόσμος, καὶ ἡ πατρίδα μας ἀκόμη. Νὰ περιμένετε πράγματα φρικτά. Ἡ διαφθορὰ θὰ αὐξηθῇ. Τὸ εἴδατε;

Σὲ παραλία τῆς λεβεντογέννας Κρήτης κατασκήνωσαν γυμνισταί. Καταβάλλεται φροντίδα γιὰ τὴ θάλασσα, νὰ μείνῃ καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη· ἀλλὰ τὴν ἄλλη γαλανὴ ἐλπίδα, τὴ νεότητα, ἀφήνουν νὰ τὴ βρωμίζουν ἐλεεινὰ ὑποκείμενα. Ὅταν ὅμως γυμνισταὶ ἐμφανίστηκαν μέσα στὸ Ἡράκλειο, οἱ Κρητικοὶ μαζεύτηκαν καὶ γυναῖκες – ἄντρες ἄρχισαν νὰ πετροβολοῦν τὸ μπαλκόνι τοῦ ξενοδοχείου ὅπου παρουσιάστηκαν τσίτσιδοι, ἕως ὅτου ἀναγκάστηκε ἡ ἀστυνομία καὶ τοὺς σταμάτησε.

Στὶς ἄλλες χῶρες τὰ πράγματα εἶνε πολὺ χειρότερα. Χθὲς – προχθὲς διάβασα τοῦτο τὸ ἀπίστευτο. Στὸ Λονδῖνο οἱ Ἄγγλοι βουλευταί, στὴ χώρα ποὺ κρατοῦσε ἄλλοτε τὸ Εὐαγγέλιο κ᾽ ἔκανε προσευχές, οἱ Ἄγγλοι τῆς Βίβλου, αὐτοὶ διεφθάρησαν τόσο, ὥστε ψήφισαν νόμο νὰ ἐπιτρέπεται νὰ παντρεύεται ἄντρας μὲ ἄντρα! Μόνο ἕνας διαφώνησε, ἔνδοξος στρατηγός, ὁ 85χρονος Μοντγκόμερυ· πῆρε τὰ παράσημά του, ἑκατὸ παράσημα, καὶ τοὺς τὰ πέταξε.

Θέλετε ἄλλο; Σάπησε ἡ Ἀμερική. Ὅλες σχεδὸν οἱ ἐφημερίδες δημοσίευσαν, ὅτι κάποιος πάστορας μὲ τὰ ἄμφιά του, τὸ σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, στεφανώνει ἕνα ἀντρόγυνο ποὺ ἡ νύφη ἦταν …ἄντρας!

«Σημεῖα τῶν καιρῶν»! (Ματθ. 16,3). Μοῦ ᾽ρχεται νὰ κλάψω, νὰ σταματήσω. Κάτι βλέπω. Βλέπω ἕνα μαῦρο σύννεφο ποὺ ἔρχεται ψηλὰ – ψηλὰ εἴτε ἀπὸ βορρᾶ εἴτε ἀπὸ δύσι. Πώ πω, φοβερὸ πρᾶγμα. Τί λέει τὸ χωρίο ποὺ ἐξηγοῦμε· «Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ῥυπαρὸς ῥυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι». Λέει καὶ κάτι ἄλλο· «Ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστιν» (Ἀπ. 22,10). Ἂς κλέβῃ αὐτός· ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα θὰ τὸν πάρῃ, θὰ τὸν ἁρπάξῃ· θὰ ἔρθῃ ἡ τσιμπίδα νὰ τὸν πιάσῃ αὐτόν. Ἔτσι ἦταν στὰ Σόδομα· γλεντοῦσαν, διασκέδαζαν, καὶ ξαφνικὰ γέμισε ὁ οὐρανὸς ἀπὸ μαῦρα σύννεφα καὶ ἔβρεξε φωτιὰ καὶ θειάφι· λαμπάδιασε ὁ τόπος καὶ κάηκαν τὰ πάντα. Ἔτσι ἦταν καὶ στὴν ἁμαρτωλὴ Πομπηία· ἁμάρταναν, ὠργίαζαν, καὶ ξαφνικὰ ἄνοιξε τὸ βουνό, ξέρασε φωτιά, τοὺς ἔκανε κάρβουνο, καὶ βρέθηκαν ὅπως ἦταν· ὁ ἕνας τὴν ὥρα ποὺ ἔκλεβε, ὁ ἄλλος τὴν ὥρα ποὺ τσακωνόταν, ὁ τρίτος ξεγυμνωμένος τὴν ὥρα καὶ ἔκανε αἰσχρὰ πράγματα…· τά ᾽χουν κλεισμένα στὸ μουσεῖο τῆς Πομπηίας καὶ ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος. Ἔτσι θὰ συμβῇ πάλι· τὴν ὥρα ποὺ κλέβεις, ποὺ ἀτιμάζεις, ποὺ ὀργιάζεις, ποὺ βγάζεις τὰ μάτια σου, ποὺ χτυπᾷς τὴ γυναῖκα του, ἔτσι θά ᾽ρθῃ τὸ ἀπαίσιο σύννεφο· «ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστιν», κοντά εἶν᾽ ὁ καιρός.

Θυμᾶμαι ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια ὅταν ἔγινε τὸ ᾽22 ἡ μεγάλη καταστροφὴ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ στὸ χωριό μου ἀπὸ τὰ διακόσα νέα παιδιὰ οὔτε τὰ εἴκοσι δὲν γύρισαν. Καὶ μαζευτήκαμε ἐμεῖς τὰ μικρὰ καὶ οἱ μανάδες καὶ κλαίγαμε. Καὶ ἄκουγες, Ποῦ εἶνε ὁ ἕνας; Ποῦ εἶνε ὁ ἄλλος; Ἕνα χρόνο ὁλόκληρο ἔκλαιγαν τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ ἄφησαν τὰ κόκκαλά τους στὸ Σαγγάριο. Κάπου λοιπὸν κ᾽ ἐγὼ μικρὸς ἄκουσα ἀπὸ κοντὰ νὰ ῥωτοῦν κάποιον ποὺ εἶχε πάρει μέρος στὴν ἐκστρατεία· –Τί ἔγινε ὁ Γιῶργος. –Δὲν μπορῶ, λέει, νὰ σᾶς πῶ. –Μὰ τί ἔγινε τὸ καλὸ αὐτὸ παιδί; δὲν πρόλαβε νὰ φύγῃ; –Ἄχ, λέει, ντρέπομαι νὰ σᾶς τὸ πῶ· μᾶς πῆραν φαλάγγι οἱ Τουρκαλάδες καὶ μᾶς κυνηγοῦσαν· καί, ἐνῷ οἱ δικοί μας τὸν εἶδαν καὶ τοῦ φώναζαν, «Βρὲ Γιῶργο, ἔλα», αὐτὸς τί εἶχε κάνει· βρῆκε μιὰ χανούμισσα, μπῆκε μέσα στὴν καλύβα καὶ ὠργίαζε μαζί της. Ἄλλοι, τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺν μᾶς καταδίωκαν κ᾽ ἔφευγε ὁ στρατός μας πανικόβλητος, βρῆκαν εὐκαιρία νὰ κλέβουν, ν᾽ ἁρπάζουν, ν᾽ ἀτιμάζουν. Ἄλλοι σκότωναν βόδια, γιὰ νὰ τ᾽ ἀνοίξουν, νὰ πάρουν τὰ δαμάλια, νὰ βγάλουν τὰ ἐντόσθια νὰ τὰ ψήσουνε. Ἔχαναν ἔτσι χρόνο καὶ γράπ! μέσ᾽ στὶς κλεψιὲς καὶ ἀτιμίες τοὺς πιάσανε, ἐνῷ τ᾽ ἄλλα παιδιὰ φεύγανε καὶ ἦρθαν στὴν Ἑλλάδα.

Αὐτὰ θυμίζουν κάτι ἄλλο ποὺ συνέβη στὸν ὠκεανό. Δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ ἕνα καράβι ναυάγησε καὶ βυθιζόταν στὰ ἄγρια κύματα. Ὁ πλοίαρχος πάνω ἀπὸ τὴ γέφυρα ἔδωσε τὸ σύνθημα· Ὅλοι στὶς βάρκες μὲ τὰ σωσί- βια! Κάποιος ὅμως ἔμενε ἀτάραχος. Ὁ καπετάνιος μὲ τὸ πιστόλι στὸ χέρι ἔβαλε τάξι· κατέβηκαν πρῶτα τὰ παιδιά, μετὰ οἱ γυναῖκες, μετὰ οἱ γέροι. Ὅλοι κατέβηκαν, αὐτὸς δὲν κατέβαινε. –Βρέ τρέξε, τὸ πλοῖο βουλιάζει, ἔλα ἔξω. Ἦταν κλέφτης· βρῆκε εὐκαιρία ν᾽ ἁρπάξῃ· πήγαινε ἀπὸ καμπίνα σὲ καμπίνα καὶ μάζευε μάζευε. Ποῦ καὶ ποῦ κοίταζε λίγο ἀπ᾽ ἔξω καὶ ὑπολόγιζε· «Ἔχω καιρό». Ξαφνικὰ ὅμως, μὲ μία ἀπότομη κλίσι τὸ πλοῖο μπλούμ! βυθίστηκε· πάει κι ὁ κλέφτης μαζί του στὸ βυθό. Ἔτσι συμβαίνει μὲ τοὺς ἄφρονες· ἐνῷ ἡ ἀνθρωπότης ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα καταποντίζεται, αὐτοὶ στὸ λίγο χρόνο ποὺ διαθέτουν ἀσωτεύουν καὶ κραιπαλοῦν. «Ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστιν»! Λίγο περιθώριο ἔχουμε πλέον στὴ διάθεσί μας, ἂν μπορέσουμε νὰ τὸ ἀξιοποιήσουμε.

«Ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας»

Τί πρέπει νὰ κάνουμε; νὰ σταυρώσουμε τὰ χέρια καὶ ν᾽ ἀφήσουμε τὸ κῦμα νὰ μᾶς καταπιῇ; Ὄχι! «Ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι». Ὅσοι εἶνε γενναῖοι καὶ ὑψηλοὶ στὸ φρόνημα, ὅσοι ἔχουν συναίσθησι καὶ ντροπή, ἂς ἀντισταθοῦμε σ᾽ αὐτὸ τὸ κακό. Ὄχι ἁπλῶς νὰ κάνουμε ἐκεῖνο ποὺ κάνουμε, ἀλλὰ ἐδῶ τώρα κάτι παραπάνω! Ἐὰν σᾶς πῶ ἐγὼ αὐτὴ τὴν ὥρα, ὅπως εἶστε, νὰ βγοῦμε στὸ δρόμο, νὰ κάνουμε μιὰ διαδήλωσι γιὰ ἕνα μεγάλο καὶ ὑψηλὸ σκοπό, πόσοι θὰ ἀκολουθήσετε τὸν Αὐγουστῖνο; (ἀπαντοῦν· –Ὅλοι!) Μὴν τὰ λέτε σ᾽ ἐμένα αὐτά, γιατὶ ξέρω· μόλις ξεκινήσουμε καὶ φτάσουμε παρακάτω καὶ παρουσιαστῇ ἡ φάλαγγα τῶν ἀστυνομικῶν, δὲν θὰ πᾶμε ἑκατὸ μέτρα παρακάτω καὶ θὰ φύγετε νὰ μ᾽ ἀφήσετε μόνο. Εἶνε δειλοὶ καὶ ἄνανδροι οἱ χριστιανοί. Ἐμεῖς δὲν λέμε νὰ γκρεμίσουμε τὸ καθεστώς, δὲν ἔχουμε καμμία ἀνάμειξι στὴν πολιτική. Ὄχι, κύριε. Κανείς δὲν σοῦ λέει νὰ πάρῃς στὰ χέρια σου μπόμπα καὶ δυναμίτες νὰ τινάξῃς στὸν ἀέρα ἀστυνομικὰ τμήματα· ἐγὼ σοῦ λέω νὰ κάνῃς τὴ γλῶσσα σου βόμπα καὶ κεραυνὸ κι ἀστροπελέκι καὶ νὰ φωνάξῃς «αἶσχος». Δὲν τὸ λέτε οὔτε αὐτό. Λοιπόν, ποῦ ᾽νε ἡ χριστιανοσύνη;

Γι᾽ αὐτὸ λέω, ὅτι τὸ κακὸ θὰ προχωρήσῃ ἁλματωδῶς. Δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε. Κουβέντιαζα μὲ κάποιον, ποὺ ξέρει καλὰ τὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ξέρει καλὰ τὴν κατάστασι. Τοῦ λέω· –Ποῦ πᾶμε ἠθικῶς; δὲν ζητῶ νὰ μάθω στρατιωτικῶς ἢ οἰκονομικῶς· ποῦ πᾶμε, θὰ γίνουμε Δανία, Σκανδιναβία; Μοῦ λέει· –Τί καταλαβαίνεις; –Ἐγὼ τί καταλαβαίνω; Ξέρω καλὰ ὅτι, ἂν πάῃ γιατρὸς σὲ μιὰ πόλι τῆς Μακεδονίας σχετικῶς καλή –δὲν λέω τὸ ὄνομά της–, ἂν πάῃ γιατρὸς καὶ ἐξετάσῃ τὰ κορίτσια τῶν τελευταίων τάξεων τοῦ γυμνασίου, 80% εἶνε κατεστραμμένα. Καὶ τότε αὐτός (ἔχει ἐξέχουσα θέσι καὶ ἦταν σὲ μεγάλη πόλι – δὲν τὴ λέω κι αὐτήν) μοῦ ἀπαντᾷ· –Λάθος κάνεις. Ἐκεῖ ποὺ ἤμουν ἔκανα ἔρευνα καὶ ἔδειξε, ὅτι τὸ 98% τῶν κοριτσιῶν τῶν ἀνωτέρων τάξεων τοῦ γυμνασίου εἶνε κατεστραμμένα… Ποῦ πᾶμε, Θεέ μου; ποῦ πᾶμε; Καὶ κάποιος ἄλλος μιλώντας στὴ βουλὴ εἶπε· Μὴ σκοτίζεστε, δὲν ὑπάρχει πιὰ παρθενία στὴν Ἑλλάδα… Ἐκεῖ πέρα φθάσαμε. «Ἐγγύς ἐστι» τὸ τέλος.

Τί νὰ κάνουμε; οἱ ἰθύνοντες δὲν βοηθᾶνε, ὁ τύπος δὲν βοηθάει, οἱ σταθμοὶ δὲν βοηθᾶνε· μείναμε πιὰ μόνοι μας καὶ μᾶς κόλλησαν, ἀδέρφια μου, στὴν πλάτη μιὰ μεγάλη ταμπέλλα· «Τρελλός». Δόξα σοι ὁ Θεός, δόξα σοι ὁ Θεός! Τὸν εὐχαριστῶ τὸ Μεγαλοδύναμο γι᾽ αὐτὴ τὴν ταμπέλλα, ποὺ μοῦ κόλλησαν παπᾶδες, δεσποτάδες, θεολόγοι, ἱεροκήρυκες, κ᾽ ἔτσι ἡ ἐπίδρασί μου εἶνε πολὺ μικρὴ στὸ λαό.

Δύο ἡμέρες προτοῦ κατέβω στὴν Ἀθήνα, ἦρθαν στὸ γραφεῖο μου δύο ἄντρες, ὁ ἕνας ἀπὸ τὴ Δράμα διευθυντὴς ξενοδοχείου, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὴν Καβάλα πράκτορας. –Πῶς καὶ ἤρθατε ἀπὸ ᾽δῶ; ἐρωτῶ. –Κάνουμε περιοδεία στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν πήγαμε σὲ ἄλλη μητρόπολι· μόνο ἐδῶ. –Γιατί ἤρθατε σ᾽ ἐμένα; –Ἤρθαμε, λένε, νὰ δοῦμε μὲ τὰ μάτια μας πῶς εἶσαι, γιατὶ –μᾶς συγχωρεῖς– σὲ θεωροῦν τρελλό… Σὰν ἄνθρωπος πικράθηκα. Κοίταξα τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ λέω· Δός μου ὑπομονή, Χριστέ μου, νὰ τοὺς κερδίσω αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν ἐδῶ πέρα ἔστω κι ἀπὸ περιέργεια. –Δὲ μοῦ λές, λέω, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τὸ πρακτορεῖο, πόσα παιδιὰ ἔχεις; –Εἶμαι, λέει, δέκα χρόνια παντρεμένος κ᾽ ἔχω δύο παιδιά. –Κρίμα, λέω, κ᾽ ἔχεις ἄνεσι οἰκονομική· ἔπρεπε τώρα νά ᾽χῃς πέντε – δέκα παιδιά. –Ἐσὺ ποὺ ἔχεις τὸ ξενοδοχεῖο, πόσα παιδιὰ ἔχεις; –Μμ… κ᾽ ἐγὼ δύο. –Μπράβο, τοῦ λέω. Συγκρίνετε τὴν πατρίδα μας μὲ ὅλους τοὺς γείτονες· αὐτοὶ πληθαίνουν καὶ μόνο ἐμεῖς λιγοστεύουμε. Νὰ ξέρετε ὅμως ὅτι μέσα στὰ πολλὰ παιδιὰ εἶνε ἡ εὐλογία. Οἱ γονεῖς σας πόσα παιδιὰ γέννησαν; –Πολλά. –Μέσ᾽ στὰ πολλὰ θὰ βγῇ καὶ ἕνα καλὸ παιδί. Εἶνε παρατηρημένο, τὰ τελευταῖα παιδιὰ εἶνε ἐξυπνότερα καὶ πιὸ προκομμένα. –Μὰ προφήτης εἶσαι; ὁ πατέρας μου γέννησε ἑφτὰ κι ὁ τελευταῖος εἶνε καθηγητὴς πανεπιστημίου στὴ Θεσσαλονίκη. –Εἶδες λοιπόν; Μέσ᾽ στὰ ἑφτὰ παιδιὰ ὁ ἔνας ἀνεπρόκοπος, ὁ ἄλλος μπουνταλᾶς, ὁ ἄλλος…, καὶ τὸ τελευταῖο παιδί, νάτο τὸ λαχεῖο! Βρὲ ἐγκληματία πατέρα, τί κάνεις!… –Ἄχ, δεσπότη μου, ἔχεις δίκιο. Θὰ πάω στὸ σπίτι καὶ τοῦ χρόνου τέτοια μέρα θά ᾽ρθω καὶ θὰ σοῦ πῶ, ὅτι ἡ γυναίκα μου γέννησε νέο παιδί. –Ἐσὺ ὁ ἄλλος τί λές; –Μμ… κ᾽ ἐγὼ θέλω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ σοῦ πῶ, ἂν θὰ τὴν πείσω τὴ γυναῖκα μου.

Αὐτὸ συνέβη μὲ τὴν ταμπέλλα ποὺ μοῦ κόλλησαν «Τὸν Καντιώτη ἀκοῦτε; αὐτὸς εἶνε τρελλός!». Μακάρι νὰ ἤμουν ἐγὼ τρελλός, καὶ νὰ ἦταν ὅλοι αὐτοὶ συνετοὶ καὶ φρόνιμοι.

Τί θὰ γίνῃ τέλος πάντων; Ὑπάρχει μιὰ ἐλπίδα· ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας. Θὰ συνέλθῃ τὸν ἄλλο μῆνα καὶ ἂν θέλῃ ὁ Θεὸς θὰ ξανάρθω. Οἱ ἱεράρχες ἔχουμε τὴν πιὸ μεγάλη εὐθύνη. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὑπάρχουν κι ἄλλοι ἀρχιερεῖς ποὺ ἔχουμε τὰ ἴδια φρονήματα καὶ αἰσθήματα, καὶ πιστεύω νὰ συμφωνήσουν νὰ ἀξιώσουμε ἀπὸ τὸ κράτος ὡρισμένα πράγματα γιὰ τὸ καλὸ ὅλων· ἕνα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, ἕξι, ἑφτά, ὀχτώ, ἐννέα, δέκα πράγματα – τά ᾽χω ἀπὸ τώρα ξεκαθαρισμένα(*). Νὰ παρουσιαστοῦμε μπροστὰ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ μᾶς κυβερνοῦν καὶ νὰ ζητήσουμε νὰ πατάξουν τὸ κακό, τὸν ἐκφυλισμό, γιὰ τὸ καλὸ τῶν παιδιῶν μας, τῆς πατρίδος, τῆς κοινωνίας. Καὶ ἂν δὲν μᾶς ἀκούσουν, –σᾶς ὁμιλῶ ἐδῶ μὲ ὅλη τὴ συναίσθησι–, ἐὰν δὲν μᾶς ἀκούσουν, «τοὺς ζυγοὺς λύσατε»! Ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον· Κράτος ἑλληνικό, ἑκατὸν πενήντα χρόνια κρατᾶμε τὰ θυμιατὰ καὶ σᾶς θυμιάζουμε μὲ τὰ πολυχρόνιά σας κ.τ.λ.. Θὰ πάψῃ πιὰ τὸ θυμιατό, καὶ θὰ ἀξιώσουμε νὰ χωρίσῃ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ κράτος· καὶ τὸ Κράτος ἂς βαδίσῃ τὸ δρόμο του, τὸ δρόμο τῶν καισάρων, τῆς Πομπηίας καὶ τῶν Σοδόμων· ἂς γίνῃ πορνεῖο, κιναιδεῖο, ὅ,τι θέλει· τὸ δρόμο τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς καταστροφῆς· ἂς τὸν βαδίσῃ! «Ὅσοι πιστοί», θὰ μείνουμε ἡ «ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία»!

Ἀλλὰ πιστεύω στὸ Θεό, ὅτι θὰ βοηθήσῃ τὸ ἔθνος μας. Ἔχω πολλὲς ἐνδείξεις ὅτι, ἂν παρουσιαστοῦμε μὲ δύναμι προφήτου μπροστὰ στοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, θὰ γονατίσουν. Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἰσχυρός· μόνος ἰσχυρὸς εἶνε ὁ Θεός. Ὅταν χτίζαμε τὴν αἴθουσα κηρυγμάτων στὴν Ἀθήνα, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, μὲ πλησίασε ἕνας ὁδοκαθαριστὴς ποὺ τὸν ἤξερα ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Σταμάτησε τὴ σκούπα καὶ λέει· –Κάτσε νὰ σοῦ πῶ κάτι στ᾽ αὐτί· τώρα ποὺ χτίζεις τὴν αἴθουσα, βάλε ἐκεῖ ψηλὰ ἕνα ῥητό, νὰ τὸ βλέπουν ὅλοι. –Ποιό ῥητό; Ἄνοιξε τὴ Γραφή του ὁ ὁδοκαθαριστὴς καὶ μοῦ ᾽γραψε τὸ ῥητό· «Ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ» (Σ. Σειρ. 4,28). Τὸν ἄκουσα καὶ τὸ ἔγραψα. Θὰ ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπὲρ Πίστεως. (τέλος)

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(*) Ποιά εἶν᾽ αὐτά; Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἶνε ἐκεῖνα ποὺ ἀπαριθμεῖ στὸ βιβλίο του Ἐκκλησιαστικὸς Στρουθοκαμηλισμός, Ἀθῆναι 1973, στὶς σσ.135-199 καὶ εἰδικώτερα στὶς σσ. 139-142.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com