3 Ιαν 2026

Περί θεολογίας

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

ΛΟΓΟΣ 28. ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ Β’

Αφού καθαρίσαμε με τον λόγο μας τον θεολόγο, περιγράφοντας πώς πρέπει να είναι, σε ποιους πρέπει να φιλοσοφεί, πότε και σε ποιο βαθμό —ότι δηλαδή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν καθαρότερος, ώστε το φως να καταλαμβάνεται από το φως· και να απευθύνεται σε όσους επιδεικνύουν επιμέλεια, ώστε ο λόγος να μην πέφτει σε άγονη γη και μένει άκαρπος· και πότε, όταν δηλαδή έχουμε εσωτερική γαλήνη από τους εξωτερικούς περισπασμούς, ώστε να μη διακόπτεται η πνοή μας όπως συμβαίνει σε όσους υποφέρουν από λύσσα· και σε ποιο βαθμό, όσο δηλαδή χωρέσαμε ή χωράμε ακόμα— αφού λοιπόν έγιναν αυτά έτσι, και οργώσαμε μέσα μας θεϊκά χωράφια ώστε να μη σπέρνουμε σε αγκάθια, και ισιώσαμε την επιφάνεια της γης έχοντας τυπωθεί από τη Γραφή και τυπώσει σε αυτήν· εμπρός, ας προχωρήσουμε πια στους λόγους της θεολογίας, θέτοντας επικεφαλής του λόγου τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, για τα οποία γίνεται ο λόγος. Ώστε ο ένας να ευδοκεί, ο άλλος να συνεργάζεται και ο τρίτος να εμπνέει· ή μάλλον, να υπάρξει μία έλλαμψη από τη μία θεότητα, η οποία με παράδοξο τρόπο και διαιρείται ενιαία και συνάπτεται διαιρετά.

Καθώς όμως ανεβαίνω με προθυμία στο όρος —ή για να πω το αληθέστερο, καθώς είμαι γεμάτος προθυμία και ταυτόχρονα αγωνία, το ένα λόγω της ελπίδας και το άλλο λόγω της αδυναμίας μου— ώστε να βρεθώ μέσα στο σύννεφο και να συνομιλήσω με τον Θεό (γιατί αυτό προστάζει ο Θεός), αν υπάρχει κάποιος Ααρών, ας ανεβεί μαζί μου και ας σταθεί κοντά, έστω κι αν χρειαστεί να μείνει έξω από το σύννεφο, αποδεχόμενος αυτή τη θέση. Αν όμως είναι κάποιος Ναδάβ ή Αβιούδ, ή κάποιος από τη γερουσία, ας ανεβεί μεν, αλλά ας σταθεί μακριά, ανάλογα με την αξία της κάθαρσής του. Αν όμως είναι κάποιος από τους πολλούς που είναι ανάξιοι για τέτοιο ύψος και θεωρία, αν είναι εντελώς ακάθαρτος, ας μην πλησιάσει καθόλου, γιατί δεν είναι ασφαλές. Αν πάλι έχει εξαγνιστεί έστω και προσωρινά, ας μείνει κάτω και ας ακούει μόνο τη φωνή και τη σάλπιγγα, δηλαδή τα απλά λόγια της ευσέβειας· και ας βλέπει το όρος να καπνίζει και να αστράφτει, θέαμα που προκαλεί ταυτόχρονα απειλή και θαυμασμό σε όσους δεν μπορούν να ανέβουν.

Αν όμως κάποιος είναι θηρίο πονηρό και ανήμερο, εντελώς ανεπίδεκτο στους λόγους της θεωρίας και της θεολογίας, ας μην κρύβεται μέσα στα δάση με κακουργία και κακοήθεια, για να αρπάξει κάποιο δόγμα ή λόγο επιτιθέμενος ξαφνικά, και να σπαράξει με τις συκοφαντίες του τους υγιείς λόγους· αλλά ας στέκεται ακόμα πιο μακριά και ας απομακρύνεται από το όρος, αλλιώς θα λιθοβοληθεί και θα συντριβεί και θα χαθεί κακώς ως κακός. Γιατί οι αληθινοί και στερεοί λόγοι είναι πέτρες για όσους έχουν θηριώδη φύση. Αν είναι πάρδαλη, ας πεθάνει μαζί με τις ποικιλίες των κηλίδων της (τις πλάνες της). Αν είναι λιοντάρι που αρπάζει και βρυχάται ζητώντας ποια από τις ψυχές μας ή τις λέξεις μας να καταβροχθίσει· αν είναι χοίρος που καταπατά τα καλά και διαυγή μαργαριτάρια της αλήθειας· αν είναι λύκος αραβικός και αλλόφυλος, ή και από αυτούς ακόμα πιο οξύς στα σοφίσματα· αν είναι αλεπού, δηλαδή μια ψυχή δόλια και άπιστη που αλλάζει μορφή ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ανάγκες, που τρέφεται με νεκρά και βρομερά σώματα ή με μικρά αμπέλια αφού της ξέφυγαν τα μεγάλα· αν είναι οποιοδήποτε άλλο από τα ωμοβόρα ζώα που απορρίπτει ο νόμος ως ακάθαρτα για βρώση και απόλαυση. Διότι ο λόγος θέλει να απομακρυνθεί από αυτά και να χαραχθεί σε πλάκες στερεές και πέτρινες, και μάλιστα και στις δύο πλευρές τους, τόσο για το φανερό μέρος του νόμου όσο και για το κρυμμένο· το ένα για τους πολλούς που μένουν κάτω, το άλλο για τους λίγους που φτάνουν επάνω.

Τι έπαθα, φίλοι και μύστες και συνεραστές της αλήθειας; Έτρεχα με την πρόθεση να κατανοήσω τον Θεό και έτσι ανέβηκα στο όρος και διέσχισα το σύννεφο, αφού βγήκα έξω από την ύλη και τα υλικά πράγματα και συγκεντρώθηκα στον εαυτό μου όσο το δυνατόν περισσότερο. Όταν όμως κοίταξα, μόλις που είδα τα «οπίσθια» του Θεού· και αυτό ενώ ήμουν προστατευμένος από την «πέτρα», δηλαδή τον Θεό Λόγο που σαρκώθηκε για εμάς. Και όταν έσκυψα λίγο να δω, δεν είδα την πρώτη και ακήρατη φύση, που είναι γνωστή μόνο στον εαυτό της —εννοώ στην Τριάδα— και όση μένει μέσα από το πρώτο καταπέτασμα και καλύπτεται από τα Χερουβείμ, αλλά είδα όση είναι η τελευταία και φτάνει μέχρι εμάς.

Αυτή είναι, εξ όσων μπορώ να γνωρίζω, η μεγαλειότητα (ή όπως την ονομάζει ο θείος Δαβίδ, η μεγαλοπρέπεια) που φαίνεται στα κτίσματα και σε όσα έχουν προβληθεί και διοικούνται από Αυτόν. Διότι αυτά είναι τα «οπίσθια» του Θεού, όσα γνωρίσματά Του έρχονται μετά από Εκείνον, όπως οι σκιές και οι εικόνες του ήλιου πάνω στα νερά δείχνουν τον ήλιο στις αδύναμες οράσεις, επειδή δεν είναι δυνατόν να κοιτάξει κανείς τον ίδιο τον ήλιο, καθώς η καθαρότητα του φωτός του νικά την αίσθηση. Έτσι λοιπόν θα θεολογήσεις, έστω κι αν είσαι ένας Μωυσής και «θεός του Φαραώ», έστω κι αν φτάσεις μέχρι τον τρίτο ουρανό κατά τον Παύλο και ακούσεις άρρητα λόγια, έστω κι αν γίνεις ανώτερος από εκείνον, έχοντας αξιωθεί κάποια αγγελική ή αρχαγγελική στάση και τάξη. Διότι ακόμα κι αν κάτι είναι ολόκληρο ουράνιο ή και υπερουράνιο, και πολύ ανώτερο στη φύση από εμάς και πιο κοντά στον Θεό, απέχει περισσότερο από τον Θεό και την τέλεια κατάληψη, από όσο υπερέχει από το δικό μας σύνθετο, ταπεινό και βαρύ κράμα.

Πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε πάλι ως εξής: Το να εννοήσει κανείς τον Θεό είναι δύσκολο, το να Τον περιγράψει όμως είναι αδύνατο, όπως φιλοσόφησε κάποιος από τους θεολόγους των Ελλήνων —όχι άτεχνα κατά τη γνώμη μου— ώστε και να φανεί ότι Τον κατανόησε λέγοντας ότι είναι «δύσκολο» και να αποφύγει τον έλεγχο μέσω του «ανέκφραστου». Αλλά, κατά τη δική μου άποψη, το να Τον περιγράψει κανείς είναι αδύνατο, το να Τον εννοήσει όμως είναι ακόμα πιο αδύνατο. Διότι εκείνο που έχει νοηθεί, ίσως ο λόγος να μπορούσε να το φανερώσει, αν όχι ικανοποιητικά, τουλάχιστον αμυδρά, σε κάποιον που δεν έχει εντελώς κατεστραμμένη την ακοή και νωθρή τη διάνοια. Το να περιλάβει όμως η διάνοια ένα τόσο μεγάλο πράγμα είναι εντελώς αδύνατο και αμήχανο, όχι μόνο σε όσους είναι νωθροί και κοιτούν προς τα κάτω, αλλά και σε εκείνους που είναι πολύ υψηλοί και φιλόθεοι, και παρομοίως σε κάθε γεννητή φύση, και σε όσους αυτό το σκοτάδι και τούτη η παχιά σάρκα τούς εμποδίζει την κατανόηση της αλήθειας. Δεν γνωρίζω μάλιστα αν αυτό ισχύει και για τις ανώτερες και νοερές φύσεις, οι οποίες επειδή είναι κοντά στον Θεό και φωτίζονται από όλο το φως, ίσως να βλέπουν πιο καθαρά —αν και όχι απόλυτα— πάντως τελειότερα και πιο ανάγλυφα από εμάς, και η καθεμία περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με την τάξη της.

Αυτό λοιπόν ας τεθεί ως βάση. Όσο για το δικό μας θέμα: δεν υπερέχει κάθε νου και κατάληψη μόνο η ειρήνη του Θεού, ούτε όσα είναι αποθηκευμένα ως επαγγελίες για τους δικαίους —αυτά που ούτε μάτια είδαν, ούτε αυτιά άκουσαν, ούτε διάνοια μπορεί να θεωρήσει έστω και λίγο— ούτε καν η ακριβής κατανόηση της κτίσης. Διότι πίστεψε ότι και αυτής μόνο τις σκιές κατέχεις, όταν ακούς: «Θα δω τους ουρανούς, τα έργα των δακτύλων σου, τη σελήνη και τα αστέρια» και τον σταθερό λόγο που υπάρχει σε αυτά· σαν να μην τα βλέπεις τώρα, αλλά θα τα δεις κάποτε. Αλλά πολύ πριν από αυτά, η φύση που είναι πάνω από αυτά και από την οποία προήλθαν αυτά, είναι ακατάληπτη και απερίληπτη. Και εννοώ, όχι το ότι υπάρχει, αλλά το ποια είναι στη φύση της. Διότι το κήρυγμά μας δεν είναι κενό, ούτε η πίστη μας μάταιη, ούτε αυτό είναι που δογματίζουμε. Μη θεωρήσεις πάλι την ειλικρίνειά μας ως αρχή αθεΐας και συκοφαντίας, και μην υπερηφανευτείς εναντίον μας επειδή ομολογούμε την άγνοιά μας. Διότι απέχει πάρα πολύ το να είναι κανείς πεπεισμένος ότι κάτι υπάρχει, από το να γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτό.

Διότι για το ότι υπάρχει Θεός, που είναι η ποιητική και συνεκτική αιτία των πάντων, δάσκαλος είναι και η όραση και ο φυσικός νόμος. Η μεν όραση στρέφεται στα ορατά πράγματα, που είναι στερεωμένα καλά και ακολουθούν την πορεία τους, και κινούνται και φέρονται —αν επιτρέπεται να πω έτσι— ακίνητα. Ο δε φυσικός νόμος, μέσω των ορατών και τεταγμένων πραγμάτων, συμπεραίνει τον αρχηγό τους. Πώς άλλωστε θα δημιουργούνταν αυτό το σύμπαν ή πώς θα διατηρούνταν, αν ο Θεός δεν είχε δώσει ουσία στα πάντα και δεν τα συγκρατούσε; Διότι κανείς που βλέπει μια κιθάρα κατασκευασμένη με τον καλύτερο τρόπο, και προσέχει την αρμονία και την ευταξία της, ή ακούει την ίδια την κιθαρωδία, δεν θα σκεφτεί τίποτα άλλο παρά τον δημιουργό της κιθάρας και τον κιθαρωδό, και θα ανατρέξει σε αυτόν με τη διάνοια, έστω κι αν τυχαίνει να μην τον γνωρίζει οπτικά. Έτσι και σε εμάς είναι φανερή η ποιητική δύναμη, και εκείνο που κινεί και διατηρεί τα δημιουργήματα, έστω κι αν δεν περιλαμβάνεται από τη διάνοια· και είναι λίαν αγνώμων όποιος δεν προχωρά μέχρι εδώ εκουσίως, ακολουθώντας τις φυσικές αποδείξεις. Αλλά ο Θεός δεν είναι ούτε αυτό που φανταστήκαμε, ούτε αυτό που αποτυπώσαμε στη μορφή, ούτε αυτό που ο λόγος περιέγραψε. Αν δε κάποιος έφτασε ποτέ σε κάποιο βαθμό στην πλήρη κατανόηση Αυτού, ποια είναι η απόδειξη; Ποιος έφτασε έτσι στο έσχατο σημείο της σοφίας; Ποιος αξιώθηκε ποτέ τόσο μεγάλο χάρισμα; Ποιος άνοιξε έτσι το στόμα της διάνοιάς του και είλκυσε το Πνεύμα, ώστε μέσω του Πνεύματος που ερευνά τα πάντα και γνωρίζει ακόμα και τα βάθη του Θεού, να κατανοήσει τον Θεό και να μη χρειάζεται πλέον τίποτα παραπέρα, έχοντας ήδη το έσχατο εφετό (το ποθούμενο), προς το οποίο σπεύδει κάθε υψηλή πολιτεία και διάνοια;

Ποια ιδέα, λοιπόν, θα σχηματίσεις για το Θείο, αν εμπιστεύεσαι απόλυτα τις λογικές μεθόδους; Ή πού θα σε οδηγήσει ο λόγος σου καθώς θα βασανίζεται, εσένα που είσαι τόσο «φιλόσοφος» και «θεολόγος» και καυχιέσαι για τα αμέτρητα; Μήπως ο Θεός είναι σώμα; Και πώς τότε είναι άπειρος, αόριστος, χωρίς σχήμα, ανέπαφος και αόρατος; Ή μήπως και αυτά (το άπειρο, το αόρατο κ.λπ.) είναι ιδιότητες σωμάτων; Τι αυθαιρεσία! Διότι αυτή δεν είναι η φύση των σωμάτων. Ή μήπως είναι σώμα μεν, αλλά δεν έχει αυτές τις ιδιότητες; Τι παχυλή άγνοια, το Θείο να μην έχει τίποτα περισσότερο από εμάς! Διότι πώς είναι σεβαστό, αν είναι περιορισμένο; Και πώς θα αποφύγει το να αποτελείται από στοιχεία και να αναλύεται πάλι σε αυτά, ή και γενικότερα να διαλύεται; Γιατί η σύνθεση είναι η αρχή της σύγκρουσης, η σύγκρουση η αρχή του χωρισμού και ο χωρισμός η αρχή της διάλυσης. Η διάλυση όμως είναι εντελώς ξένη προς τον Θεό και την πρώτη φύση. Δεν υπάρχει λοιπόν χωρισμός, για να μην υπάρχει διάλυση· ούτε σύγκρουση, για να μην υπάρχει χωρισμός· ούτε σύνθεση, για να μην υπάρχει σύγκρουση· γι’ αυτό και δεν είναι σώμα, για να μην υπάρχει σύνθεση. Έτσι καταλήγει ο λόγος, ανεβαίνοντας από τα τελευταία προς τα πρώτα.

Πώς θα διασωθεί επίσης η ιδέα ότι ο Θεός διαπερνά τα πάντα και γεμίζει τα πάντα, σύμφωνα με το: «Δεν γεμίζω εγώ τον ουρανό και τη γη; λέγει ο Κύριος», και το: «Το πνεύμα του Κυρίου έχει γεμίσει την οικουμένη», αν ο Θεός περιορίζει (ως σώμα) ή περιορίζεται (μέσα σε άλλο σώμα); Γιατί τότε ή θα περνά μέσα από το κενό του σύμπαντος και τα πάντα θα μας χαθούν (αφού ο Θεός θα ήταν ένα σώμα που δεν θα χωρούσε τα έργα του), ή θα είναι σώμα μέσα σε σώματα, πράγμα αδύνατο. Ή θα αναμιγνύεται και θα παρατίθεται, όπως τα υγρά που ενώνονται, όπου το ένα τέμνει το άλλο και τέμνεται από αυτό —πράγμα πιο άτοπο και από τις «άτομες» θεωρίες του Επίκουρου, κατάλληλο μόνο για παραμύθια γριών. Έτσι θα καταρρεύσει η θεωρία περί σώματος, χωρίς να έχει ούτε σωματική υπόσταση ούτε στερεότητα. Αν πάλι Τον πούμε άυλο, όπως το «πέμπτο στοιχείο» (αιθέρας) που υπέθεσαν μερικοί, το οποίο κινείται κυκλικά, ας είναι για εκείνους ένα άυλο ή πέμπτο σώμα, ή αν θέλουν και ασώματο, σύμφωνα με τη δική τους αυθαίρετη λογική και φαντασία· δεν θα διαφωνήσω τώρα γι’ αυτό. Αλλά σε ποια κατηγορία κινουμένων πραγμάτων θα ανήκει; (για να μην αναφέρω την ασέβεια: να κινείται ο Δημιουργός με τον ίδιο τρόπο όπως τα δημιουργήματα, και Εκείνος που τα φέρει όλα να φέρεται και ο ίδιος, αν το δεχτούν κι αυτό). Και τι είναι εκείνο που Τον κινεί; Και τι είναι εκείνο που κινεί το σύμπαν; Κι εκείνο τι το κινεί; Και το άλλο πάλι; Αυτό οδηγεί στο άπειρο. Και πώς δεν θα βρίσκεται οπωσδήποτε σε τόπο, εφόσον κινείται; Αν πάλι πουν ότι είναι κάτι άλλο εκτός από το πέμπτο στοιχείο, π.χ. αγγελικό, από πού προκύπτει ότι οι άγγελοι είναι σώματα και τι είδους σώματα είναι αυτά; Και πόσο ανώτερος από τον άγγελο θα ήταν ο Θεός, του οποίου ο άγγελος είναι λειτουργός; Αν είναι πάνω από αυτά, τότε εισάγεται πάλι ένα πλήθος σωμάτων χωρίς λογική και ένας βυθός φλυαρίας που δεν μπορεί να σταθεί πουθενά.

Επομένως, για εμάς ο Θεός δεν είναι σώμα. Διότι κανένας από τους θεόπνευστους άνδρες δεν το είπε ούτε το δέχτηκε, ούτε ταιριάζει αυτός ο λόγος στη δική μας διδασκαλία. Απομένει λοιπόν να Τον θεωρούμε ασώματο. Αλλά και το «ασώματο», δεν είναι ακόμα κάτι που φανερώνει την ουσία Του ούτε την περιλαμβάνει, όπως ακριβώς και το «αγέννητο», το «άναρχο», το «αναλλοίωτο», το «άφθαρτο» και όσα άλλα λέγονται για τον Θεό ή γύρω από τον Θεό. Διότι το να μην έχει αρχή, να μην αλλάζει και να μην περιορίζεται, είναι ιδιότητες που Του ανήκουν, αλλά δεν μας λένε τι είναι ο ίδιος κατά τη φύση και την υπόστασή Του. Απομένει λοιπόν στον άνθρωπο που έχει αληθινά νου Θεού και είναι τελειότερος στη θεωρία, να φιλοσοφήσει και να ερευνήσει περαιτέρω. Διότι, όπως δεν αρκεί να πεις για κάτι ότι είναι «σώμα» ή ότι «γεννήθηκε» για να φανερώσεις περί τίνος πρόκειται, αλλά πρέπει να πεις και το υποκείμενο αυτών των ιδιοτήτων (αν πρόκειται για άνθρωπο, βόδι ή άλογο), έτσι και στη διερεύνηση της φύσης του Όντος, δεν μπορεί κανείς να σταθεί μόνο σε όσα δεν είναι ο Θεός. Πρέπει, μαζί με το τι δεν είναι, να πει και τι είναι. Είναι μάλιστα ευκολότερο να περιλάβεις ένα συγκεκριμένο πράγμα, παρά να αποκλείεις ένα-ένα όλα τα υπόλοιπα, ώστε το ζητούμενο να γίνει κατανοητό μέσα από την αφαίρεση αυτών που δεν είναι και τη θέση αυτού που είναι. Εκείνος που λέει τι δεν είναι, αλλά αποσιωπά το τι είναι, μοιάζει με κάποιον που, αν τον ρωτούσαν πόσο κάνει το «πέντε επί δύο», θα έλεγε ότι δεν κάνει δύο, ούτε τρία, ούτε τέσσερα, ούτε πέντε, ούτε είκοσι, ούτε τριάντα, ούτε κανέναν άλλον αριθμό κάτω ή πάνω από το δέκα, αλλά δεν θα έλεγε ότι κάνει δέκα, ούτε θα οδηγούσε τον νου του ερωτώντος στο ζητούμενο. Διότι είναι πολύ ευκολότερο και συντομότερο να φανερώσεις από το «τι είναι» όλα όσα «δεν είναι», παρά να δείξεις το «τι είναι» αφαιρώντας ένα-ένα όσα «δεν είναι». Αυτό είναι φανερό στον καθένα.

Εφόσον λοιπόν για εμάς το Θείο είναι ασώματο, ας εξετάσουμε λίγο το εξής: βρίσκεται πουθενά ή δεν βρίσκεται πουθενά; Αν δεν βρίσκεται πουθενά, κάποιος πολύ σχολαστικός θα ρωτούσε: τότε πώς υπάρχει; Διότι αν αυτό που δεν υπάρχει δεν βρίσκεται πουθενά, τότε ίσως και αυτό που δεν βρίσκεται πουθενά να μην υπάρχει καθόλου. Αν όμως βρίσκεται κάπου, τότε οπωσδήποτε βρίσκεται ή μέσα στο σύμπαν ή πάνω από το σύμπαν. Αλλά αν είναι μέσα στο σύμπαν, τότε θα είναι ή σε κάποιο μέρος του ή παντού. Αν είναι σε κάποιο μέρος, θα περιορίζεται από αυτό το μέρος που είναι μικρότερο από Αυτόν· αν είναι παντού, θα περιορίζεται από κάτι άλλο μεγαλύτερο και πολυάριθμο (εννοώ τη σχέση περιεχομένου και περιέχοντος), αν δηλαδή το σύμπαν πρόκειται να Τον περιέχει ολόκληρο και δεν υπάρχει κανένας τόπος ελεύθερος από τον περιορισμό Του. Αυτά ισχύουν αν είναι μέσα στο σύμπαν. Αλλά πού ήταν πριν δημιουργηθεί το σύμπαν; Διότι κι αυτό είναι μεγάλη απορία. Αν πάλι είναι πάνω από το σύμπαν, δεν υπήρχε τίποτα που να Τον χωρίζει από το σύμπαν; Πού βρίσκεται αυτό το «πάνω»; Και πώς νοήθηκε αυτό που υπερέχει και αυτό που υπολείπεται, αν δεν υπάρχει κάποιο όριο που να τα τέμνει και να τα χωρίζει; Ή μήπως πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο, εκεί όπου τελειώνει το σύμπαν και αρχίζει το «πάνω από το σύμπαν»; Και τι άλλο είναι αυτό παρά ο «τόπος», τον οποίο προσπαθήσαμε να αποφύγουμε; Και δεν λέω ακόμα ότι το Θείο είναι οπωσδήποτε περιορισμένο (περιγραπτό), έστω κι αν είναι καταληπτό μόνο από τη διάνοια· γιατί και η κατάληψη (η κατανόηση) είναι ένα είδος περιορισμού.

Για ποιο λόγο τα ανέφερα όλα αυτά; Και μάλιστα με τρόπο ίσως πιο περίπλοκο από ό,τι αντέχουν τα αυτιά των πολλών και από ό,τι επιβάλλει το σημερινό ύφος των λόγων, το οποίο, περιφρονώντας το ευγενικό και απλό, εισήγαγε το δόλιο και γριφώδες; (Όπως το δέντρο γνωρίζεται από τους καρπούς του, έτσι και το σκοτάδι που γεννά τέτοια δόγματα γνωρίζεται από τη σκοτεινιά των λεγομένων). Δεν τα είπα για να φανώ ο ίδιος ότι λέω παράδοξα πράγματα ή για να επιδείξω σοφία, πλέκοντας συνδέσμους και λύνοντας δυσεξήγητα ζητήματα (που θεωρήθηκε το μεγάλο θαύμα του Δανιήλ), αλλά για να δείξω εκείνο που ο λόγος μου ήθελε να πει από την αρχή. Και τι ήταν αυτό; Ότι το Θείο δεν είναι καταληπτό από την ανθρώπινη διάνοια, ούτε μπορεί κανείς να το φανταστεί σε όλο του το μεγαλείο. Και αυτό δεν συμβαίνει από φθόνο —γιατί ο φθόνος είναι μακριά από τη θεία φύση, η οποία είναι απαθής, η μόνη αγαθή και κυρίαρχη, και μάλιστα απέναντι στο πιο τιμημένο από τα κτίσματά της (τι είναι πιο συγγενικό στον Λόγο από τα λογικά όντα; Αφού και η ίδια η ύπαρξή τους οφείλεται στην άκρα αγαθότητά Του). Ούτε το κάνει για τη δική Του τιμή και δόξα, ώστε να διατηρεί το σεβάσμιο μέσω του ανέφικτου. Αυτό θα ήταν τελείως σοφιστικό και ξένο, όχι μόνο για τον Θεό, αλλά και για έναν άνθρωπο μετρίως επιεική, να εμποδίζει τους άλλους για να εξασφαλίσει ο ίδιος τα πρωτεία.

Αν όμως υπάρχουν άλλες αιτίες, θα τις γνώριζαν όσοι είναι πιο κοντά στον Θεό και είναι θεατές των ανεξιχνίαστων κριμάτων Του —αν βέβαια υπάρχουν κάποιοι τόσο σπουδαίοι στην αρετή, που να «περιπατούν στα ίχνη της αβύσσου», όπως λέγεται. Όσο όμως εμείς έχουμε καταλάβει, μετρώντας με τα μικρά μας μέτρα τα δυσθεώρητα πράγματα, ίσως αυτό συμβαίνει για να μην οδηγεί η ευκολία της απόκτησης στην εύκολη απώλεια αυτού που αποκτήθηκε. Διότι συνηθίζουμε να κρατάμε γερά ό,τι αποκτήθηκε με κόπο, ενώ ό,τι αποκτήθηκε εύκολα το απορρίπτουμε γρήγορα, θεωρώντας ότι μπορούμε να το ξαναβρούμε. Έτσι η δυσκολία της ευεργεσίας γίνεται η ίδια ευεργεσία για όσους έχουν νου. Ίσως πάλι συμβαίνει για να μην πάθουμε τα ίδια με τον έκπτωτο Εωσφόρο —δηλαδή, επειδή δεχτήκαμε όλο το φως ενώπιον του Παντοκράτορα Κυρίου, να υπερηφανευτούμε και να πέσουμε με την πιο ελεεινή πτώση. Ίσως ακόμα για να υπάρχει κάποιο μεγαλύτερο έπαθλο εκεί (στην άλλη ζωή) για την εργατικότητα και τον λαμπρό βίο εκείνων που καθαρίστηκαν εδώ και έδειξαν μακροθυμία για το ποθούμενο. Γι’ αυτό ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό στέκεται αυτό το σωματικό σκοτάδι (ο γνόφος), όπως παλιά το σύννεφο ανάμεσα στους Αιγυπτίους και τους Εβραίους. Και αυτό είναι ίσως το «σκότος» που έθεσε ως «αποκρυφή1 του», δηλαδή η δική μας παχύτητα, λόγω της οποίας λίγοι και για λίγο καταφέρνουν να δουν κάτι. Αυτά ας τα φιλοσοφούν όσοι ενδιαφέρονται, και ας προχωρούν όσο θέλουν στην έρευνα. Σε εμάς όμως, τους δέσμιους της γης, όπως λέει ο θείος Ιερεμίας, που είμαστε περιβεβλημένοι με τούτη την παχιά σάρκα, είναι γνωστό τούτο: Όπως είναι αδύνατο για κάποιον να ξεπεράσει τη σκιά του (γιατί αυτή προπορεύεται πάντα όσο κι αν τρέχει) ή να πλησιάσει η όραση τα ορατά πράγματα χωρίς το ενδιάμεσο φως και τον αέρα, ή τα ψάρια να γλιστρούν έξω από τα νερά, έτσι είναι αδύνατο για όσους βρίσκονται σε σώματα να επικοινωνήσουν με τα νοούμενα χωρίς καθόλου σωματικές παραστάσεις. Διότι πάντα θα παρεμβάλλεται κάτι από τα δικά μας, όσο κι αν ο νους προσπαθεί να χωριστεί από τα ορατά και να στραφεί στα συγγενή του και αόρατα. Θα το καταλάβεις ως εξής:

Δεν είναι το «πνεύμα», το «πυρ», το «φως», η «αγάπη», η «σοφία», η «δικαιοσύνη», ο «νους» και ο «λόγος» οι προσηγορίες της πρώτης φύσης; Τι λοιπόν; Μπορείς να νοήσεις πνεύμα χωρίς κίνηση και διάχυση; Ή φωτιά έξω από την ύλη, την ανοδική κίνηση και το ιδιαίτερο χρώμα και σχήμα της; Ή φως που δεν αναμιγνύεται με τον αέρα και δεν εκπέμπεται από αυτό που το γεννά και φωτίζει; Και τι είδους νου; Μήπως αυτόν που βρίσκεται μέσα σε κάποιον άλλον και οι κινήσεις του είναι οι σκέψεις, που άλλοτε ησυχάζουν και άλλοτε εκφράζονται; Και τι είδους λόγο, εκτός από αυτόν που μένει μέσα μας σιωπηλός ή αυτόν που ξεχύνεται έξω (διστάζω να πω: που διαλύεται); Κι αν πούμε για σοφία, ποια άλλη μπορούμε να νοήσουμε εκτός από την ιδιότητα και την ενασχόληση με τα θεωρήματα, είτε θεία είτε ανθρώπινα; Και η δικαιοσύνη και η αγάπη, δεν είναι επαινετές διαθέσεις, η μία αντίπαλος της αδικίας και η άλλη του μίσους, οι οποίες αυξάνονται και μειώνονται, έρχονται και φεύγουν, και γενικά μας διαμορφώνουν και μας αλλάζουν, όπως τα χρώματα αλλάζουν τα σώματα; Ή μήπως πρέπει, αφού απομακρυνθούμε από αυτά, να προσπαθήσουμε να δούμε το ίδιο το Θείο μέσα από αυτά, συλλέγοντας όσο είναι δυνατόν μια μερική φαντασία από τις εικόνες; Ποιος είναι λοιπόν ο τρόπος να ξεκινάμε από αυτά αλλά να μην καταλήγουμε σε αυτά; Ή πώς όλα αυτά, ενώ το καθένα είναι τέλειο, αποτελούν το Ένα που είναι στη φύση του ασύνθετο και ανόμοιο με οτιδήποτε άλλο; Έτσι κουράζεται ο νους μας να βγει από τα σωματικά και να συνομιλήσει «γυμνός» με τα ασώματα, όσο παρατηρεί με τη δική του αδυναμία εκείνα που είναι πάνω από τις δυνάμεις του. Διότι κάθε λογική φύση επιθυμεί τον Θεό και την πρώτη αιτία, αλλά αδυνατεί να Τον καταλάβει για τους λόγους που είπα. Κουρασμένη από τον πόθο και σφαδάζοντας, μη αντέχοντας τη ζημιά, κάνει μια «δεύτερη προσπάθεια»: ή στρέφεται στα ορατά και κάνει κάποιο από αυτά θεό (κάνοντας λάθος, γιατί τι από τα ορατά είναι ανώτερο και πιο θεοειδές από τον ίδιο τον άνθρωπο που βλέπει, ώστε το ένα να προσκυνά και το άλλο να προσκυνάται;), ή προσπαθεί μέσα από την ομορφιά και την τάξη των ορατών να γνωρίσει τον Θεό, χρησιμοποιώντας την όραση ως οδηγό για εκείνα που είναι πάνω από την όραση, ώστε να μη στερηθεί τον Θεό λόγω της μεγαλοπρέπειας των ορατών δημιουργημάτων.

Από εδώ ξεκινώντας, άλλοι λάτρεψαν τον ήλιο, άλλοι τη σελήνη, άλλοι το πλήθος των αστεριών, άλλοι τον ίδιο τον ουρανό μαζί με αυτά, δίνοντάς τους τη δύναμη να κυβερνούν το σύμπαν ανάλογα με την ποιότητα ή την ποσότητα της κίνησής τους. Άλλοι λάτρεψαν τα στοιχεία —γη, νερό, αέρα, φωτιά— επειδή είναι χρήσιμα και χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει η ανθρώπινη ζωή. Άλλοι σεβάστηκαν όποιο από τα ορατά έτυχε στον καθένα, θέτοντας ως θεούς τα πιο όμορφα από όσα έβλεπαν. Υπάρχουν και εκείνοι που λάτρεψαν εικόνες και πλάσματα, πρώτα των δικών τους ανθρώπων (όσοι ήταν πιο συναισθηματικοί και προσκολλημένοι στην ύλη, τιμώντας τους νεκρούς τους με μνημεία)· έπειτα και ξένων προσώπων, οι μεταγενέστεροι που απείχαν πολύ από εκείνους, λόγω άγνοιας της πρώτης φύσης και επειδή ακολούθησαν την παράδοση της τιμής ως κάτι νόμιμο και αναγκαίο, αφού με τον καιρό η συνήθεια κατοχυρώθηκε και θεωρήθηκε νόμος. Νομίζω μάλιστα ότι κάποιοι, επειδή υπηρέτησαν μια εξουσία, επαίνεσαν τη δύναμη ή θαύμασαν την ομορφιά, έκαναν θεό με τον καιρό αυτόν που τιμούσαν, προσθέτοντας και κάποιον μύθο για να βοηθήσουν την εξαπάτηση.

Εκείνοι δε που ήταν πιο υποδουλωμένοι στα πάθη, θεοποίησαν ακόμα και τα πάθη ή τα τίμησαν ως θεούς: τον θυμό, τη μιαιφονία2, την ασέλγεια, τη μέθη και ό,τι άλλο παρόμοιο, βρίσκοντας έτσι μια καθόλου καλή ούτε δίκαιη απολογία για τα δικά τους αμαρτήματα. Και άλλους μεν τους άφησαν κάτω στη γη, άλλους τους έκρυψαν κάτω από τη γη (αυτό μόνο έκαναν συνετά), ενώ άλλους τους ανέβασαν στον ουρανό. Τι γελοία κληροδοσία! Έπειτα, δίνοντας σε κάθε πλάσμα το όνομα κάποιου θεού ή δαίμονα, σύμφωνα με την αυθαιρεσία της πλάνης τους, ίδρυσαν αγάλματα —των οποίων η πολυτέλεια ήταν το δέλεαρ — και πίστεψαν ότι τιμούν το Θείο με αίματα και κνίσες, κάποιοι μάλιστα και με πράξεις λίαν αισχρές, με μανίες και ανθρωποκτονίες. Διότι τέτοιες τιμές έπρεπε να αποδίδονται σε τέτοιους θεούς.

Ήδη δε εξευτέλισαν τους εαυτούς τους λατρεύοντας κνώδαλα, τετράποδα, ερπετά, ακόμα και τα πιο αισχρά και γελοία από αυτά, αποδίδοντάς τους τη δόξα του Θεού· έτσι που δεν είναι εύκολο να κρίνει κανείς αν πρέπει να περιφρονήσει περισσότερο τους προσκυνητές ή τα προσκυνούμενα. Ίσως μάλιστα πολύ περισσότερο εκείνους που λατρεύουν, διότι ενώ έχουν λογική φύση και δέχθηκαν τη χάρη του Θεού, προτίμησαν το χειρότερο αντί για το καλύτερο. Και αυτό είναι το σόφισμα του πονηρού, που χρησιμοποιεί το καλό για το κακό, όπως συμβαίνει στα περισσότερα κακουργήματά του. Αφού παρέλαβε τον πόθο τους που περιπλανιόταν αναζητώντας τον Θεό, για να τραβήξει πάνω του την εξουσία και να κλέψει την επιθυμία τους, τους οδήγησε σαν τυφλούς που ζητούν κάποιο δρόμο, γκρεμίζοντας άλλους εδώ και άλλους εκεί, διασπείροντάς τους σε ένα κοινό βάραθρο θανάτου και απώλειας.

Αυτά λοιπόν ισχύουν για εκείνους. Εμάς όμως ο Λόγος, επειδή επιθυμούμε τον Θεό και δεν ανεχόμαστε την έλλειψη ηγεμονίας και κυβέρνησης, μας οδήγησε στα ορατά και στα πράγματα που υπήρξαν από την αρχή. Αλλά δεν μας άφησε να σταματήσουμε σε αυτά —διότι δεν ήταν λογικό να δοθεί η ηγεμονία σε πράγματα που είναι ισότιμα με εμάς ως προς την αίσθηση— και μέσω αυτών μας οδηγεί σε όσα είναι πάνω από αυτά και σε Εκείνον από τον οποίο πηγάζει η ύπαρξη των όντων. Διότι, τι είναι αυτό που έταξε τα ουράνια και τα επίγεια, όσα βρίσκονται στον αέρα και στο νερό, ή μάλλον τα στοιχεία που προηγούνται αυτών, τον ουρανό, τη γη, τον αέρα και τη φύση του ύδατος; Ποιος τα έσμιξε και τα μοίρασε; Ποια είναι η μεταξύ τους κοινωνία, η σύμφυση και η σύμπνοια; (Διότι επαινώ εκείνον που το είπε, έστω κι αν είναι ξένος προς εμάς). Τι είναι αυτό που τα κίνησε και οδηγεί την ακατάπαυστη και ανεμπόδιστη πορεία τους; Άραγε δεν είναι ο τεχνίτης τους, που έθεσε σε όλα έναν νόμο (λόγο), σύμφωνα με τον οποίο το σύμπαν κινείται και διοικείται; Και ποιος είναι ο τεχνίτης αυτών; Άραγε δεν είναι Εκείνος που τα έπλασε και τα έφερε στην ύπαρξη; Διότι δεν πρέπει να δώσουμε τόση δύναμη στο τυχαίο (αυτόματο). Ας υποθέσουμε ότι η δημιουργία οφείλεται στο τυχαίο· η τάξη σε ποιον οφείλεται; Ας το δώσουμε κι αυτό, αν θέλετε. Το να διατηρούνται όμως και να φυλάσσονται σύμφωνα με τους νόμους που αρχικά τέθηκαν, σε ποιον ανήκει; Σε κάποιον άλλον ή στο τυχαίο; Προφανώς σε κάποιον άλλον εκτός από το τυχαίο. Και τι άλλο είναι αυτό παρά ο Θεός; Έτσι, ο λόγος που προέρχεται από τον Θεό, ο σύμφυτος σε όλους και πρώτος νόμος μέσα μας, συνδεδεμένος με τα πάντα, μας ανέβασε στον Θεό μέσα από τα ορατά. Ας μιλήσουμε λοιπόν ξεκινώντας πάλι από την αρχή.

Το τι ακριβώς είναι ο Θεός κατά τη φύση και την ουσία Του, κανένας άνθρωπος ποτέ δεν το βρήκε, ούτε πρόκειται να το βρει. Αν όμως πρόκειται να το βρει ποτέ, ας το αναζητούν και ας το φιλοσοφούν όσοι το επιθυμούν. Θα το βρει δε, κατά τη δική μου άποψη, όταν αυτό το θεοειδές και θεϊκό στοιχείο, δηλαδή ο δικός μας νους και λόγος, ενωθεί με το συγγενές του, και η εικόνα ανέβει προς το αρχέτυπο, το οποίο τώρα επιθυμεί. Και αυτό νομίζω πως είναι το ζητούμενο της φιλοσοφίας: το να γνωρίσουμε κάποτε τον Θεό στον βαθμό που έχουμε γνωριστεί από Αυτόν. Προς το παρόν όμως, όλα όσα φτάνουν σε εμάς είναι μια μικρή απορροή και σαν μια μικρή αχτίδα ενός μεγάλου φωτός. Ώστε, αν κάποιος γνώρισε τον Θεό ή μαρτυρείται ότι Τον γνώρισε, Τον γνώρισε τόσο μόνο, όσο χρειάστηκε για να φανεί πιο φωτεινός από κάποιον άλλον που δεν φωτίστηκε εξίσου. Και αυτό το προβάδισμα θεωρήθηκε «τέλειο», όχι σε σύγκριση με την αλήθεια, αλλά με βάση τη δύναμη του πλησίον.

Γι’ αυτό ο Ενώς «έλαβε την ελπίδα» να επικαλείται τον Κύριο. Η ελπίδα ήταν το κατόρθωμά του, και αυτό δεν αφορούσε τη γνώση, αλλά την επίκληση. Ο Ενώχ μετατέθηκε μεν, αλλά δεν είναι ακόμα σαφές αν κατανόησε τη φύση του Θεού ή αν πρόκειται να την κατανοήσει. Στον Νώε αξιοθαύμαστη είναι η ευαρέστηση, αυτόν που εμπιστεύθηκε ο Θεός να διασώσει όλο τον κόσμο από τα νερά —ή τα σπέρματα του κόσμου— μέσα σε ένα μικρό ξύλο που διέφευγε τον κατακλυσμό. Ο Αβραάμ δικαιώθηκε από την πίστη, ο μέγας πατριάρχης, και προσφέρει μια θυσία ξένη και προτύπωση της μεγάλης Θυσίας. Όμως τον Θεό δεν Τον είδε ως Θεό, αλλά Τον φιλοξένησε ως άνθρωπο, και επαινέθηκε επειδή σεβάστηκε όσο κατάλαβε. Ο Ιακώβ είδε σε όραμα μια υψηλή κλίμακα και την άνοδο αγγέλων, και χρίζει μυστικά μια στήλη —ίσως για να υποδηλώσει τον Λίθο που χρίστηκε για εμάς— και δίνει την ονομασία «Είδος Θεού» (Φανουήλ) σε έναν τόπο προς τιμήν Εκείνου που του εμφανίστηκε· και παλεύει με τον Θεό ως με άνθρωπο (όποια κι αν είναι αυτή η πάλη Θεού και ανθρώπου, ή ίσως η αναμέτρηση της ανθρώπινης αρετής προς τον Θεό), και φέρει πάνω στο σώμα του τα σύμβολα της πάλης, που δείχνουν την ήττα της γεννητής φύσης, και λαμβάνει ως έπαθλο ευσέβειας την αλλαγή του ονόματός του, ονομαζόμενος Ισραήλ αντί για Ιακώβ. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε κανένας από τις δώδεκα φυλές των οποίων ήταν πατέρας δεν καυχήθηκε μέχρι σήμερα ότι χώρεσε όλη την όψη ή τη φύση του Θεού.

Στον Ηλία, ούτε ο βίαιος άνεμος, ούτε η φωτιά, ούτε ο σεισμός (όπως ακούς από την ιστορία), αλλά μια λεπτή αύρα υποδήλωσε την παρουσία του Θεού —και μάλιστα όχι τη φύση Του. Σε ποιον Ηλία; Σε αυτόν που το πύρινο άρμα ανεβάζει στον ουρανό, δείχνοντας ότι ο δίκαιος είναι πάνω από τα ανθρώπινα. Τον Μανωέ τον κριτή παλαιότερα, και τον Πέτρο τον μαθητή αργότερα, πώς δεν τους θαύμασες; Τον μεν (Μανωέ) που δεν άντεχε ούτε την όψη του Θεού που του φανερώθηκε και γι’ αυτό είπε: «Χαθήκαμε, γυναίκα, γιατί είδαμε τον Θεό» —θεωρώντας ότι δεν είναι χωρητή στους ανθρώπους ούτε η θεία φαντασία, πόσο μάλλον η φύση. Τον δε (Πέτρο) που δεν δεχόταν ούτε τον εμφανιζόμενο Χριστό στο πλοίο και Τον παρακαλούσε να φύγει. Κι όμως, ο Πέτρος ήταν πιο θερμός από τους άλλους στην αναγνώριση του Χριστού, και γι’ αυτό μακαρίστηκε και του εμπιστεύθηκαν τα μέγιστα. Τι να πεις για τον Ησαΐα, για τον Ιεζεκιήλ που είδε τα μέγιστα θεάματα, και για τους υπόλοιπους προφήτες; Από αυτούς ο ένας είδε τον Κύριο Σαβαώθ καθισμένο σε θρόνο δόξης, περιτριγυρισμένο από τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ που Τον υμνούσαν και Τον κάλυπταν, και ο ίδιος καθαρίστηκε με το κάρβουνο για να προετοιμαστεί για την προφητεία. Ο άλλος περιγράφει το άρμα του Θεού, τα Χερουβείμ, τον θρόνο πάνω από αυτά, το στερέωμα πάνω από τον θρόνο και Εκείνον που εμφανιζόταν στο στερέωμα, καθώς και φωνές, κινήσεις και πράξεις. Κι αν όλα αυτά ήταν μια φαντασία ημέρας, ορατή μόνο στους αγίους, ή μια αληθινή νυχτερινή όραση, ή μια τύπωση στον νου (το ηγεμονικό) των μελλοντικών πραγμάτων σαν να ήταν παρόντα, ή κάποιο άλλο απόρρητο είδος προφητείας, δεν μπορώ να το πω· το γνωρίζει ο Θεός των προφητών και εκείνοι που τα βιώνουν. Πάντως ούτε αυτοί για τους οποίους μιλάμε, ούτε κανείς άλλος όμοιός τους, «στάθηκε στην υπόσταση και την ουσία του Κυρίου», σύμφωνα με το γραμμένο, ούτε είδε ούτε εξήγγειλε τη φύση του Θεού.

Όσο για τον Παύλο, αν ήταν ανακοινώσιμα όσα του πρόσφερε ο τρίτος ουρανός και η πρόοδος ή ανάβαση ή ανάληψη μέχρι εκεί, ίσως να γνωρίζαμε κάτι περισσότερο για τον Θεό, αν αυτό ήταν το μυστήριο της αρπαγής. Επειδή όμως ήταν άρρητα, ας τιμηθούν και από εμάς με τη σιωπή. Ας ακούσουμε όμως τον ίδιο τον Παύλο να λέει ότι «γνωρίζουμε κατά ένα μέρος και προφητεύουμε κατά ένα μέρος». Αυτά ομολογεί εκείνος που δεν είναι αδαής στη γνώση, εκείνος που προκαλεί όποιον ζητά απόδειξη ότι μιλά μέσα του ο Χριστός, ο μέγας αγωνιστής και δάσκαλος της αλήθειας. Γι’ αυτό και όλη την επίγεια γνώση δεν τη θεωρεί τίποτα περισσότερο από «κάτοπτρα και αινίγματα», επειδή στηρίζεται σε μικρά είδωλα της αλήθειας. Κι αν δεν φανώ σε κάποιους υπερβολικός και περίεργος ερευνώντας τέτοια πράγματα, ίσως δεν ήταν άλλα από αυτά εκείνα που «δεν μπορούν τώρα να βασταχθούν», όπως υπαινισσόταν ο ίδιος ο Λόγος, λέγοντας ότι κάποτε θα βασταχθούν και θα αποσαφηνιστούν· και τα οποία ο Ιωάννης (ο Ευαγγελιστής), η μεγάλη φωνή της αλήθειας, δήλωνε πως ούτε ο ίδιος ο κόσμος δεν θα μπορούσε να χωρέσει.

Κάθε αλήθεια λοιπόν και κάθε λόγος είναι δύσκολο να εξιχνιαστεί και να θεωρηθεί. Είναι σαν να προσπαθούμε με ένα μικρό όργανο να δημιουργήσουμε μεγάλα έργα, κυνηγώντας με την ανθρώπινη σοφία τη γνώση των όντων και πλησιάζοντας τα νοητά μέσω των αισθήσεων —ή τουλάχιστον όχι χωρίς αυτές— από τις οποίες παρασυρόμαστε και πλανιόμαστε. Έτσι δεν μπορούμε, με γυμνό τον νου να συναντήσουμε «γυμνά» τα πράγματα, ώστε να πλησιάσουμε περισσότερο την αλήθεια και να αποτυπωθεί ο νους από τις καταλήψεις. Ο δε λόγος περί Θεού, όσο τελειότερος είναι, τόσο πιο δυσπρόσιτος γίνεται, έχοντας περισσότερες αντιρρήσεις και πιο δύσκολες λύσεις. Διότι κάθε ένσταση, ακόμα και η πιο μικρή, ανακόπτει την πορεία του λόγου και διακόπτει την πρόοδό του· όπως ακριβώς εκείνοι που τραβούν απότομα τα γκέμια των αλόγων που τρέχουν και τα ανατρέπουν με το απροσδόκητο τράνταγμα. Έτσι ο Σολομών, που υπήρξε σοφότερος από όλους τους προγενέστερους και τους συγχρόνους του, στον οποίο το πλάτος της καρδιάς ήταν δώρο Θεού και η θεωρία του ήταν πιο πλούσια από την άμμο, όσο περισσότερο εισχωρεί στα βάθη, τόσο περισσότερο ιλιγγιά3, και θέτει ως τέλος της σοφίας το να βρει πόσο πολύ του διέφυγε (η αλήθεια). Ο Παύλος προσπαθεί μεν να προσεγγίσει —δεν λέω τη φύση του Θεού, γιατί αυτό ήξερε ότι είναι παντελώς αδύνατο, αλλά— μόνο τα κρίματα του Θεού. Επειδή όμως δεν βρίσκει διέξοδο ούτε σταθερό σημείο στην ανάβαση, και η έρευνα της διάνοιας δεν καταλήγει σε κάποιο φανερό τέρμα (αφού πάντα εμφανίζεται κάτι που λείπει), κυριεύεται από θαυμασμό. Περιορίζει τον λόγο του με έκπληξη και ονομάζει αυτό το πράγμα «πλούτο και βάθος Θεού», ομολογώντας το ακατάληπτο των κριμάτων Του. Σχεδόν τα ίδια λέει και ο Δαβίδ, ο οποίος άλλοτε ονομάζει τα κρίματα του Θεού «άβυσσο πολλή», της οποίας η βάση δεν μπορεί να μετρηθεί ούτε με μέτρο ούτε με την αίσθηση, και άλλοτε λέει ότι η γνώση του Θεού έγινε θαυμαστή από την παρατήρηση του εαυτού του και της κατασκευής του, και ότι ισχυροποιήθηκε περισσότερο από όσο αντέχει η δική του δύναμη και κατανόηση.

«Αν αφήσω τα άλλα», λέει, «και κοιτάξω τον εαυτό μου και όλη την ανθρώπινη φύση και κατασκευή: ποια είναι η σύστασή μας; Ποια η κίνησή μας; Πώς το αθάνατο αναμίχθηκε με το θνητό; Πώς ρέω προς τα κάτω (ως σώμα) και φέρομαι προς τα πάνω (ως πνεύμα); Πώς η ψυχή περιορίζεται (στο σώμα); Πώς δίνει ζωή και πώς συμμετέχει στο πάθος; Πώς ο νους είναι ταυτόχρονα και περιορισμένος και αόριστος, μένοντας μέσα μας και ταυτόχρονα επισκεπτόμενος τα πάντα με την ταχύτητα της κίνησής του; Πώς μεταδίδεται και μεταλαμβάνεται με τον λόγο, περνά μέσα από τον αέρα και εισέρχεται μαζί με τα πράγματα; Πώς επικοινωνεί με την αίσθηση και πώς αποσύρεται από αυτήν; Και ακόμα πριν από αυτά: ποια είναι η πρώτη μας πλάση και σύσταση στο εργαστήριο της φύσης; Ποια είναι η τελική μόρφωση και τελείωση; Ποια είναι η επιθυμία για τροφή και η διανομή της; Ποιος μας οδήγησε αυθόρμητα στις πρώτες πηγές και αφορμές της ζωής; Πώς το σώμα τρέφεται με τρόφιμα και η ψυχή με τον λόγο; Ποια είναι η έλξη της φύσης και η σχέση των γονέων προς τα παιδιά, ώστε να συγκρατούνται με την αγάπη; Πώς τα είδη παραμένουν σταθερά αλλά και διαφέρουν στους χαρακτήρες, ώστε ενώ είναι τόσα πολλά οι ιδιότητές τους να είναι ακατάληπτες; Πώς το ίδιο ζώο είναι θνητό και αθάνατο, το μεν λόγω του θανάτου, το δε λόγω της γέννησης; Διότι το ένα αποχωρεί και το άλλο παίρνει τη θέση του, όπως στη ροή ενός ποταμού που δεν σταματά. Πολλά θα μπορούσες ακόμα να φιλοσοφήσεις για τα μέλη και τα μέρη του σώματος, και την αρμονία μεταξύ τους, που υπάρχουν για τη χρεία και την ομορφιά ταυτόχρονα, ενωμένα και χωρισμένα, προεξέχοντα και καλυμμένα, σύμφωνα με τον νόμο και τον λόγο της φύσης. Πολλά για τις φωνές και τις ακοές· πώς οι μεν παράγονται από τα φωνητικά όργανα και οι δε τις υποδέχονται, μέσω της δόνησης του αέρα. Πολλά για την όραση που επικοινωνεί άρρητα με τα ορατά, κινούμενη μόνο με το θέλημα και συμπάσχοντας με τον νου· διότι με την ίδια ταχύτητα ο νους έρχεται σε επαφή με τα νοητά και η όραση με τα ορατά. Πολλά για τις άλλες αισθήσεις, που είναι δέκτες των εξωτερικών ερεθισμάτων και δεν εξηγούνται με τον λόγο. Πολλά για την ανάπαυση στον ύπνο, για τη δημιουργία των ονείρων, για τη μνήμη και την ανάμνηση, για τον λογισμό, τον θυμό και την επιθυμία — και για να το πω σύντομα, για όλα όσα διοικούν αυτόν τον μικρό κόσμο, τον άνθρωπο».

Θέλεις να σου απαριθμήσω και τις διαφορές των άλλων ζώων σε σχέση με εμάς και μεταξύ τους, τις φύσεις τους, τις γεννήσεις, τις ανατροφές, τους τόπους όπου ζουν, τα ήθη τους και τον τρόπο «κοινωνικής» τους ζωής; Πώς άλλα είναι αγελαία και άλλα μοναχικά; Άλλα χορτοφάγα και άλλα σαρκοβόρα; Άλλα θυμώδη και άλλα ήμερα; Άλλα φιλικά προς τον άνθρωπο και άλλα ανήμερα και ελεύθερα; Και άλλα είναι πιο κοντά στη λογική και στη μάθηση, ενώ άλλα εντελώς άλογα και αμαθή; Άλλα έχουν περισσότερες αισθήσεις και άλλα λιγότερες; Άλλα είναι ακίνητα και άλλα μετακινούνται; Άλλα είναι ταχύτατα και άλλα βαριά; Άλλα υπερέχουν σε μέγεθος και ομορφιά, ενώ άλλα είναι πολύ μικρά ή πολύ άσχημα (ή και τα δύο); Άλλα είναι δυνατά και άλλα ασθενή; Άλλα αμύνονται και άλλα είναι ύποπτα και επίβουλα; Άλλα προσέχουν και άλλα είναι απρόσεκτα; Άλλα εργατικά και προνοητικά, ενώ άλλα εντελώς αργόσχολα; Και ακόμα πριν από αυτά, πώς άλλα έρπουν και άλλα στέκονται όρθια; Άλλα ζουν στη στεριά και άλλα είναι αμφίβια; Άλλα αγαπούν το κάλλος και άλλα είναι ακαλλώπιστα; Άλλα ζουν σε ζεύγη και άλλα όχι; Άλλα σώφρονα και άλλα ακόλαστα; Άλλα πολυγονικά και άλλα όχι; Άλλα μακρόβια και άλλα ολιγόβια; Θα κουραζόταν ο λόγος μας αν τα εξέταζε όλα λεπτομερώς.

Σκέψου, σε παρακαλώ, και τη φύση των ψαριών που γλιστρούν μέσα στα νερά και μοιάζουν σαν να πετούν μέσα στο υγρό στοιχείο· πώς αναπνέουν το δικό τους «αέρα» (το νερό), ενώ κινδυνεύουν από τον δικό μας, όπως ακριβώς κι εμείς κινδυνεύουμε μέσα στο νερό. Σκέψου τα ήθη τους, τα πάθη τους, τους τρόπους ζευγαρώματος και γέννησης, τα μεγέθη και τις ομορφιές τους, την αγάπη τους για συγκεκριμένους τόπους ή τις περιπλανήσεις τους, τις συγκεντρώσεις και τις αποχωρήσεις τους — ιδιότητες σχεδόν παρόμοιες με των επίγειων ζώων, αλλά και κάποιες άλλες εντελώς αντίθετες, τόσο στα είδη όσο και στα ονόματα.

Σκέψου ακόμα τα σμήνη των πουλιών, την ποικιλία στα σχήματα και τα χρώματα, τόσο των κοινών όσο και των ωδικών· και ποιος είναι ο λόγος της μελωδίας τους και από πού πηγάζει; Ποιος έδωσε στον τζίτζικα το μουσικό όργανο στο στήθος του, και τα άσματα και τα τιτιβίσματα πάνω στα κλαδιά, όταν κινούνται από τον ήλιο και «μουσουργούν» το μεσημέρι, κάνοντας τα δάση να αντηχούν και συνοδεύοντας τον οδοιπόρο με τις φωνές τους; Ποιος ύφανε τη μελωδία του κύκνου, όταν ανοίγει τα φτερά του στην αύρα και κάνει το σφύριγμα του αέρα μέλος; (Δεν αναφέρω τις κραυγές των άγριων ζώων, ούτε όσα η ανθρώπινη τέχνη επινοεί εις βάρος της φυσικής αλήθειας). Από πού προήλθε το παγώνι, αυτό το αλαζονικό πουλί από τη Μηδία, που αγαπά τόσο την ομορφιά και την επίδειξη, ώστε (καθώς αισθάνεται το κάλλος του), όταν δει κάποιον να πλησιάζει ή όταν θέλει να εντυπωσιάσει τα θηλυκά, υψώνει τον αυχένα του και απλώνει κυκλικά τα φτερά του —χρυσαφένια και γεμάτα «άστρα»— εκθέτοντας την ομορφιά του στους θεατές με σοβαρό βάδισμα; Η μεν θεία Γραφή θαυμάζει τη σοφία των γυναικών στην υφαντική λέγοντας: «Ποιος έδωσε στις γυναίκες τη σοφία της ύφανσης και την επιστήμη της κεντητικής;». Αυτό είναι έργο λογικού ζώου, που έχει περίσσεια σοφίας και φτάνει μέχρι την έρευνα των ουρανίων.

Εσύ όμως θαύμασέ μου και τη φυσική σύνεση των άλογων ζώων και εξήγησέ μου τη λογική τους. Πώς τα πουλιά χτίζουν φωλιές σε βράχια, δένδρα και οροφές, κατασκευασμένες με ασφάλεια και ομορφιά ταυτόχρονα, κατάλληλες για τα μικρά τους; Από πού πηγάζει η εργατικότητα και η καλλιτεχνία στις μέλισσες και τις αράχνες; Οι μεν μέλισσες πλέκουν τις κηρήθρες με εξαγωνικά κελιά που ενώνονται μεταξύ τους, εξασφαλίζοντας τη στερεότητα μέσω του ενδιάμεσου τοιχώματος και της εναλλαγής των γωνιών, και μάλιστα μέσα σε σκοτεινές κυψέλες όπου τα πλάσματα είναι αόρατα. Οι δε αράχνες, με νήματα λεπτά και σχεδόν αέρινα, υφαίνουν πολυποίκιλους ιστούς ξεκινώντας από αφανή σημεία, φτιάχνοντας ταυτόχρονα μια πολύτιμη κατοικία και μια παγίδα για τα ασθενέστερα έντομα προς απόλαυση τροφής. Ποιος Ευκλείδης μιμήθηκε αυτά τα σχήματα, αυτός που μελετά γραμμές που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και κοπιάζει με τις αποδείξεις; Ποιος Παλαμήδης δίδαξε τις τακτικές κινήσεις και τους σχηματισμούς των γερανών στην πτήση τους; Ποιοι Φειδίες, Ζεύξιδες και Πολύγνωτοι, Παρράσιοι ή Αγλαοφώντες, που ήξεραν να ζωγραφίζουν και να πλάθουν την υπερβολική ομορφιά, μπορούν να συγκριθούν με αυτά; Ποιος «χορός του Δαιδάλου» στην Κνωσό, φτιαγμένος για την ομορφιά μιας νύμφης, ή ποιος Κρητικός λαβύρινθος, δυσκολοδιάβατος και πολυτάραχος, που συναντά συχνά τον εαυτό του με τα τεχνάσματα της τέχνης; Και αποσιωπώ τις αποθήκες και τους «ταμίες» των μυρμηγκιών, τη συγκέντρωση τροφής ανάλογα με την εποχή και όλα όσα γνωρίζουμε για τις πορείες τους, τους αρχηγούς τους και την ευταξία στα έργα τους.

Αν ο λόγος σου μπορεί να φτάσει μέχρι εδώ και κατανόησες τη σύνεση σε αυτά, σκέψου και τις διαφορές των φυτών, μέχρι και την καλλιτεχνία στα φύλλα, που είναι ταυτόχρονα ευχάριστα στην όψη και χρησιμότατα για τους καρπούς. Σκέψου την ποικιλία και την αφθονία των καρπών, και κυρίως την ομορφιά των πιο αναγκαίων. Σκέψου τις δυνάμεις των ριζών, των χυμών, των ανθέων και των οσμών — που δεν είναι μόνο ευχάριστες, αλλά και κατάλληλες για την υγεία. Ακόμα, την πολυτέλεια και τη διαφάνεια των πολύτιμων λίθων. Η φύση σού τα παρέθεσε όλα αυτά σαν σε μια κοινή πανδαισία, και τα αναγκαία και τα απολαυστικά· ώστε, αν μη τι άλλο, να γνωρίσεις τον Θεό μέσα από τις ευεργεσίες Του και να γίνεις πιο συνετός λόγω των αναγκών σου.

Έπειτα, αναλογίσου το πλάτος και το μήκος της γης, της κοινής μητέρας όλων, τους κόλπους της θάλασσας που συνδέονται μεταξύ τους και με τη στεριά, την ομορφιά των δασών, τους ποταμούς και τις πηγές τις άφθονες και αενάως ρέουσες — όχι μόνο των κρύων και πόσιμων νερών πάνω στη γη, αλλά και όσων ρέουν υπόγεια μέσα από σήραγγες. Αυτά τα νερά, ωθούμενα από βίαιη πίεση αέρα και συγκρουόμενα, πυρακτώνονται από τη σφοδρή πάλη και την αντίσταση, και ξεσπούν όπου βρουν διέξοδο, χαρίζοντάς μας τα θερμά λουτρά σε πολλά μέρη της γης, προσφέροντας μια ιατρεία δωρεάν και αυτόματη. Πες μου, πώς και από πού προέρχονται αυτά; Τι είναι αυτό το μέγα και αριστοτεχνικό ύφασμα της κτίσης; Δεν είναι αξιέπαινα τόσο για τη μεταξύ τους σχέση όσο και το καθένα ξεχωριστά; Πώς η γη στέκεται στερεή και ακλόνητη; Πάνω σε τι στηρίζεται και τι είναι αυτό που την υποβαστάζει; Και εκείνο, με τη σειρά του, πάνω σε τι στηρίζεται; Ο λόγος δεν έχει πού να στηριχθεί, παρά μόνο στο θείο θέλημα. Και πώς η γη, άλλοτε υψωμένη σε κορυφές βουνών και άλλοτε απλωμένη σε πεδιάδες, με τόσες ποικίλες εναλλαγές, είναι πιο αποδοτική για τις ανάγκες μας και πιο ευχάριστη λόγω της ποικιλίας; Πώς ένα μέρος της είναι κατοικημένο και το άλλο ακατοίκητο (λόγω των υψηλών βουνών), δείχνοντας καθαρά τη μεγαλουργία του Θεού;

Στη θάλασσα, αν δεν θαύμαζα το μέγεθος, θα θαύμαζα την ημερότητά της, το πώς δηλαδή στέκεται περιορισμένη μέσα στα δικά της όρια ενώ είναι ρευστή· αν όχι την ημερότητα, οπωσδήποτε το μέγεθος. Επειδή όμως έχει και τα δύο, θα επαινέσω τη δύναμη και στα δύο. Τι είναι αυτό που τη συγκέντρωσε; Τι τη δέσμευσε; Πώς υψώνεται και σταματά, σαν να σέβεται τη γειτονική γη; Πώς δέχεται όλους τους ποταμούς και παραμένει η ίδια χωρίς να ξεχειλίζει; Πώς η άμμος αποτελεί όριο για ένα τόσο τεράστιο στοιχείο; Έχουν κάτι να πουν οι φυσικοί επιστήμονες που σοφίζονται μάταια πράγματα, μετρώντας τη θάλασσα με ένα κουτάλι; Ή μήπως να φιλοσοφήσω σύντομα μέσω της Γραφής, που είναι πιο πειστική και αληθινή από τους μακρούς λόγους; «Πρόσταγμα περιέγραψε την επιφάνεια του ύδατος». Αυτός είναι ο δεσμός της υγρής φύσης. Και πώς ο στεριανός άνθρωπος ταξιδεύει στη θάλασσα με ένα μικρό ξύλο και με τον άνεμο; Δεν το θαυμάζεις αυτό βλέποντάς το; Δεν εκπλήσσεται η διάνοιά σου; Για να δεθούν η γη και η θάλασσα μέσω των αναγκών και των ανταλλαγών, και να γίνουν ένα για τον άνθρωπο πράγματα που η φύση τους τα χώρισε τόσο πολύ. Ποιες είναι οι πρώτες πηγές των πηγών; Ζήτησε να μάθεις, άνθρωπε, αν μπορείς να εξιχνιάσεις ή να βρεις κάτι από αυτά. Και ποιος είναι εκείνος που χώρισε με τους ποταμούς τις πεδιάδες και τα βουνά, δίνοντάς τους ελεύθερη πορεία; Πώς συμβαίνει το αντίθετο θαύμα: ούτε η θάλασσα να επεκτείνεται ούτε οι ποταμοί να σταματούν; Ποια είναι η τροφή των υδάτων και ποια η διαφορά τους, καθώς άλλα ποτίζουν από πάνω (βροχή) και άλλα από τις ρίζες (υπόγεια), ώστε να απολαύσω κι εγώ λίγο τον λόγο εξηγώντας την απόλαυση που προσφέρει ο Θεός;

Άφησε τώρα τη γη και τα επίγεια, και ανέβα στον αέρα με τα φτερά της διάνοιας, για να προχωρήσει ο λόγος σου· από εκεί θα σε ανεβάσω στα ουράνια, στον ίδιο τον ουρανό και σε όσα είναι πάνω από αυτόν. Ο λόγος διστάζει να προχωρήσει στα επόμενα, αλλά θα προχωρήσει όσο του επιτρέπεται. Ποιος έχυσε τον αέρα, αυτόν τον μεγάλο και άφθονο πλούτο, που δεν μετριέται με αξιώματα ή τύχη, δεν κρατιέται από σύνορα, δεν μοιράζεται ανάλογα με την ηλικία, αλλά όπως η διανομή του μάννα, περιλαμβάνει τους πάντες με επάρκεια και ισομοιρία; Ο αέρας είναι το όχημα των πουλιών, η έδρα των ανέμων, ο ρυθμιστής των εποχών, η εμψύχωση των ζώων —ή μάλλον η συντήρηση της ψυχής μέσα στο σώμα— το στοιχείο μέσα στο οποίο υπάρχουν τα σώματα, με το οποίο παράγεται ο λόγος, στο οποίο υπάρχει το φως και το φωτιζόμενο αντικείμενο, και η όραση που ρέει μέσα από αυτόν.

Σκέψου όμως και τα επόμενα· διότι δεν δέχομαι να δώσω στον αέρα όλη την εξουσία για όσα νομίζουμε ότι οφείλονται σε αυτόν. Ποια είναι τα «ταμιεία των ανέμων»4; Ποιοι είναι οι «θησαυροί του χιονιού»; Ποιος είναι εκείνος που «γέννησε τους βώλους της δρόσου», όπως είναι γραμμένο; Από ποια κοιλιά βγαίνει ο κρύσταλλος; Ποιος είναι αυτός που δεσμεύει το νερό μέσα στα σύννεφα και το κρατά εκεί —τι θαύμα, η ρευστή φύση να κρατιέται από τον Λόγο— και μετά το χύνει πάνω σε όλη τη γη, σπέρνοντάς το την κατάλληλη στιγμή και δίκαια; Ούτε αφήνει όλη την υγρή ουσία ελεύθερη και ασυγκράτητη (γιατί αρκεί ο καθαρμός του Νώε, και ο αψευδής Θεός δεν ξεχνά τη διαθήκη Του), ούτε όμως την κρατά εντελώς, για να μη χρειαστούμε πάλι κάποιον Ηλία να λύσει την ξηρασία. «Αν κλείσει τον ουρανό», λέει η Γραφή, «ποιος θα τον ανοίξει; Κι αν ανοίξει τους καταρράκτες, ποιος θα τους συγκρατήσει;». Ποιος θα αντέξει την αμετρία της βροχής, αν ο Θεός δεν διοικεί τα πάντα με τα δικά Του μέτρα και σταθμά; Τι θα μου φιλοσοφήσεις για τις αστραπές και τις βροντές, εσύ που «βροντάς» από τη γη αλλά δεν λάμπεις ούτε από μικρούς σπινθήρες αλήθειας; Ποιους ατμούς από τη γη θα θεωρήσεις δημιουργούς των σύννεφων; Ή ποια πύκνωση του αέρα, ή ποια πίεση και σύγκρουση των αραιών νεφών, ώστε η πίεση να σου δίνει την αστραπή και η ρήξη τη βροντή; Ποιος άνεμος εγκλωβίζεται και μετά, μη έχοντας διέξοδο, αστράφτει όταν πιέζεται και βροντά όταν ξεσπά; Αν διήλθες τον αέρα με τον λογισμό σου, άγγιξε τώρα μαζί μου και τον ουρανό και τα ουράνια. Ας μας οδηγήσει η πίστη περισσότερο από τον λόγο, εφόσον έμαθες την αδυναμία του λόγου στα κοντινά σου πράγματα και κατάλαβες ότι αληθινή γνώση είναι το να γνωρίζεις εκείνα που είναι πάνω από τον λόγο· ώστε να μην είσαι εντελώς γήινος, αγνοώντας ακόμα και αυτό το ίδιο, την άγνοιά σου.

Ποιος περιέστρεψε τον ουρανό και έταξε τα άστρα; Ή μάλλον, τι είναι ο ουρανός και τα άστρα πριν από αυτά; Μπορείς να το πεις εσύ ο «μετέωρος», που αγνοείς όσα είναι στα πόδια σου και δεν μπορείς να μετρήσεις ούτε τον εαυτό σου, αλλά περιεργάζεσαι εκείνα που είναι πάνω από τη φύση σου και χάσκεις μπροστά στα αμέτρητα; Έστω ότι μπορείς να καταλάβεις τους κύκλους, τις περιόδους, τις προσεγγίσεις και τις απομακρύνσεις των άστρων, τις ανατολές τους, τις μοίρες και τις λεπτομέρειες — όλα αυτά με τα οποία σεμνύνεσαι για τη θαυμαστή σου επιστήμη. Αυτό δεν είναι ακόμα κατάληψη της ουσίας των όντων, αλλά απλή παρατήρηση μιας κίνησης η οποία, αφού επιβεβαιώθηκε με πολλή εξάσκηση και συγκέντρωσε τις παρατηρήσεις πολλών σε μία, και αφού επινόησε μια λογική εξήγηση, ονομάστηκε «επιστήμη». Όπως ακριβώς οι φάσεις της σελήνης έγιναν γνωστές στους πολλούς, έχοντας την όραση ως αρχή της γνώσης.

Εσύ όμως, αν είσαι τόσο γνώστης αυτών και δικαίως ζητάς τον θαυμασμό, πες μου: ποια είναι η αιτία της τάξης και της κίνησης; Από πού ο ήλιος φωτίζει όλη την οικουμένη και όλα τα μάτια, σαν κορυφαίος ενός χορού, καλύπτοντας τους άλλους αστέρες με τη λαμπρότητά του; Απόδειξη είναι ότι εκείνοι αντανακλούν το φως, ενώ αυτός υπερλάμπει, και δεν επιτρέπει ούτε να φανεί ότι ανατέλλουν μαζί του — ωραίος σαν νυμφίος, γρήγορος σαν γίγαντας και μέγας. Διότι δεν δέχομαι να τον εγκωμιάζω με λόγια ξένα προς τα δικά μου (τη Γραφή). Είναι τόσο ισχυρός, ώστε με τη θερμότητά του φτάνει από το ένα άκρο στο άλλο, και τίποτα δεν ξεφεύγει από την παρουσία του, αλλά κάθε όραση γεμίζει από το φως του και κάθε σωματική φύση από τη θερμότητά του. Το καλοκαίρι θερμαίνει χωρίς να καίει, με την ημερότητα της εύκρατης θερμοκρασίας και την τάξη της κίνησής του, όντας παρών σε όλους και περιλαμβάνοντας τα πάντα εξίσου.

Πόσο σημαντικό είναι και εκείνο, αν το σκέφτηκες: «Ό,τι είναι ο ήλιος στα αισθητά, είναι ο Θεός στα νοητά», όπως είπε κάποιος από τους ξένους σοφούς. Διότι ο ήλιος φωτίζει την όραση, όπως ο Θεός τον νου· και ο ήλιος είναι το ομορφότερο από τα ορατά, όπως ο Θεός από τα νοητά. Αλλά τι είναι αυτό που τον κίνησε από την αρχή; Τι είναι αυτό που τον κινεί πάντα και τον περιφέρει, ενώ ο ίδιος μένει σταθερός στον νόμο του και δεν παρεκκλίνει, όντας πραγματικά ακούραστος, ζωοδότης και όλα όσα οι ποιητές ύμνησαν δικαίως, χωρίς ποτέ να σταματά την πορεία του ή τις ευεργεσίες του; Πώς γίνεται δημιουργός της ημέρας πάνω από τη γη και της νύχτας κάτω από τη γη; Κοιτάζοντας τον ήλιο, δεν ξέρω τι άλλο να πω. Ποια είναι αυτή η αυξομείωση της ημέρας και της νύχτας, και η «ισότητα της ανισότητας», για να πω κάτι παράδοξο; Πώς είναι ποιητής και μεριστής των εποχών, που έρχονται και φεύγουν με τάξη, και σμίγουν μεταξύ τους σαν σε χορό και χωρίζουν, πότε με τον νόμο της φιλίας και πότε της ευταξίας, αναμιγνυόμενες σιγά-σιγά και κλέβοντας χρόνο η μία από την άλλη, όπως οι μέρες και οι νύχτες, για να μην μας λυπήσουν με την απότομη αλλαγή;

Ας αφήσουμε όμως τον ήλιο. Έμαθες τη φύση της σελήνης, τις φάσεις της, τα μέτρα του φωτός της, τις τροχιές της; Πώς ο ένας (ήλιος) έχει την εξουσία της ημέρας, ενώ η άλλη (σελήνη) προΐσταται της νύχτας; Πώς η σελήνη δίνει θάρρος στα θηρία να βγουν, ενώ ο ήλιος σηκώνει τον άνθρωπο για την εργασία του, πότε ανεβαίνοντας ψηλά και πότε χαμηλώνοντας ανάλογα με το τι είναι πιο χρήσιμο; Κατάλαβες τον «δεσμό της Πλειάδας» ή τον «φραγμό του Ωρίωνα», όπως Εκείνος που αριθμεί τα πλήθη των άστρων και τα καλεί όλα με το όνομά τους, γνωρίζοντας τη διαφορά στη δόξα του καθενός και την τάξη της κίνησής τους; Σου τα λέω αυτά για να σε πιστέψω, όταν προσπαθείς να εξηγήσεις τα δικά μας μυστήρια χρησιμοποιώντας την κτίση εναντίον του Κτίστη.

Τι λες; Θα σταματήσουμε εδώ τον λόγο, στην ύλη και τα ορατά; Ή, επειδή ο λόγος γνωρίζει ότι η Σκηνή του Μωυσέως είναι το αντίτυπο όλου του κόσμου (δηλαδή του συστήματος από ορατά και αόρατα), ας σχίσουμε το πρώτο καταπέτασμα, ας ξεπεράσουμε την αίσθηση και ας σκύψουμε στα Άγια των Αγίων, στη νοητή και επουράνια φύση; Ούτε αυτήν μπορούμε να τη δούμε εντελώς ασώματα, έστω κι αν είναι ασώματη και αποκαλείται «πυρ» και «πνεύμα». Διότι λέγεται ότι ο Θεός «κάνει τους αγγέλους Του πνεύματα και τους λειτουργούς Του πύρινη φλόγα» — εκτός αν το «κάνει» σημαίνει ότι τους συντηρεί σύμφωνα με τον Λόγο με τον οποίο δημιουργήθηκαν. Ακούγεται ως «πνεύμα» και «πυρ»: το μεν ως νοητή φύση, το δε ως καθαρτική δύναμη· αφού γνωρίζω ότι και για την πρώτη Ουσία χρησιμοποιούνται οι ίδιες ονομασίες. Πάντως, για εμάς ας θεωρηθεί ασώματη, ή όσο το δυνατόν πλησιέστερα σε αυτό.

Βλέπεις πώς ιλιγγιούσε ο λόγος μας και δεν έχουμε πού να προχωρήσουμε; Γνωρίζουμε μόνο ότι υπάρχουν κάποιοι Άγγελοι, Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, Αρχές, Εξουσίες, Λαμπρότητες, Αναβάσεις, νοερές Δυνάμεις ή Νόες — φύσεις καθαρές και ανόθευτες, ακίνητες ή δυσκίνητες προς το κακό, που χορεύουν πάντα γύρω από την πρώτη Αιτία. Πώς θα μπορούσε κανείς να τις υμνήσει; Φωτίζονται από εκεί με την πιο καθαρή έλλαμψη, η καθεμία ανάλογα με τη φύση και την τάξη της. Μορφώνονται και τυπώνονται τόσο πολύ από το Κάλλος, ώστε γίνονται και οι ίδιες «δεύτερα φώτα» και μπορούν να φωτίζουν άλλους με τις απορροές και τις μεταδόσεις του πρώτου Φωτός. Είναι λειτουργοί του θείου θελήματος, ισχυρές με δύναμη φυσική και επίκτητη, που επισκέπτονται τα πάντα και είναι παρούσες παντού με ετοιμότητα, λόγω της προθυμίας τους για διακονία και της ελαφρότητας της φύσης τους. Άλλες έχουν αναλάβει κάποιο μέρος της οικουμένης και άλλες έχουν οριστεί πάνω από κάποιο τμήμα του σύμπαντος, όπως γνωρίζει Εκείνος που τα έταξε και τα όρισε· όλες όμως οδηγούν τα πάντα προς έναν σκοπό, προς τη μία νεύση του Δημιουργού των πάντων. Είναι υμνωδοί της θείας μεγαλειότητας, θεατές της αιώνιας δόξας αιώνια — όχι για να δοξαστεί ο Θεός (γιατί τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί σε Αυτόν που είναι πλήρης και χορηγός όλων των καλών), αλλά για να μη λείπει η ευεργεσία ακόμα και από τις πρώτες μετά τον Θεό φύσεις.

Αν αυτά υμνήθηκαν αντάξια, οφείλεται στη χάρη της Τριάδος και της μίας μέσα στα τρία Θεότητας· αν όμως υστερούν της επιθυμίας μας, ο λόγος κερδίζει και πάλι. Διότι αυτό αγωνιζόταν να αποδείξει: ότι ακόμα και η φύση των «δεύτερων» όντων (των αγγέλων) είναι ανώτερη από τον νου μας, πόσο μάλλον η φύση της Πρώτης και Μόνης Αρχής, η οποία —διστάζω να το πω— είναι πάνω από τα πάντα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

  1. Στη θεολογική γλώσσα, η λέξη «ἀποκρυφή» (από το Ψαλμικό «ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ») αναφέρεται στον τόπο ή την κατάσταση όπου «κρύβεται» ο Θεός από την ανθρώπινη αντίληψη.
  2. Η λέξη μιαιφονία (από το μιαίνω + φόνος) σημαίνει κατά λέξη τον μολυσμένο από αίμα φόνο ή τον φόνο που προκαλεί μίασμα.
  3. Ζαλίζομαι (αισθάνομαι ίλιγγο)., Θαμπώνομαι / Τα χάνω μπροστά σε κάτι που είναι υπερβολικά μεγάλο, βαθύ ή σύνθετο για να το συλλάβει ο νους μου.
  4. Η έκφραση «ταμιεῖα ἀνέμων» (ή «θησαυροί ανέμων») είναι μια βιβλική και ποιητική εικόνα που χρησιμοποιεί ο Άγιος Γρηγόριος (παράγραφος 28), δανειζόμενος ορολογία από την Παλαιά Διαθήκη (π.χ. Ψαλμός 134, 7: «ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ»). Σημαίνει κυριολεκτικά τις αποθήκες ή τα φυλάκια των ανέμων.

 

Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΗ΄ (28ος): Περὶ Θεολογίας Δεύτερος (Oratio XXVIII: De Theologia). Patrologia Graeca (PG) του Jacques-Paul Migne, Τόμος 36, Στήλες 25-60 (το συγκεκριμένο απόσπασμα καλύπτει τις ενότητες/παραγράφους 24 έως 31 του Λόγου). – ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

GREGORIUS NAZIANZENUS
(Gregorius Theologus, Patriarcha Constantinopoleos, 329-381)
LEXICON IN ORATIONES GREGORII NAZIANZENI, Migne PG 36

1. Ἐπειδὴ ἀνεκαθήραμεν τῷ λόγῳ τὸν θεολόγον, οἷόν τε εἶναι χρὴ διελθόντες, καὶ οἷστισι φιλοσοφητέον, καὶ ἡνίκα, καὶ ὅσον· ὅτι ὡς οἷόν τε καθαρόν, ἵνα φωτὶ καταλαμβάνηται φῶς. καὶ τοῖς ἐπιμελεστέροις, ἵνα μὴ ἄγονος ᾖ εἰς ἄγονον χώραν ἐμπίπτων ὁ λόγος· καὶ ὅταν γαλήνην ἔχωμεν ἔνδον ἀπὸ τῆς ἔξω περιφορᾶς, ὥστε μή, καθάπερ οἱ λυττῶντες, τῷ πνεύματι διακόπτεσθαι· καὶ ὅσον ἐχωρήσαμεν, ἢ χωρούμεθα· ἐπειδὴ ταῦτα οὕτω, καὶ ἐνεώσαμεν ἑαυτοῖς θεῖα νεώματα, ὥστε μὴ σπείρειν ἐπ᾿ ἀκάνθαις, καὶ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς ὡμαλίσαμεν, τῇ γραφῇ τυπωθέντες τε καὶ τυπώσαντες· φέρε, τοῖς τῆς θεολογίας ἤδη προσβῶμεν λόγοις, προστησάμενοι τοῦ λόγου τὸν πατέρα, καὶ τὸν υἱόν, καὶ τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, περὶ ὧν ὁ λόγος, ὥστε τὸν μὲν εὐδοκεῖν, τὸν δὲ συνεργεῖν, τὸ δὲ ἐμπνεῖν· μᾶλλον δὲ μίαν ἐκ τῆς μιᾶς θεότητος γενέσθαι τὴν ἔλλαμψιν ἑνικῶς διαιρουμένην, καὶ συναπτομένην διαιρέτως, ὃ καὶ παράδοξον.

2. Ἀνιόντι δέ μοι προθύμως ἐπὶ τὸ ὄρος, ἢ τό γε ἀληθέστερον εἰπεῖν, προθυμουμένῳ τε ἅμα καὶ ἀγωνιῶντι, τὸ μὲν διὰ τὴν ἐλπίδα, τὸ δὲ διὰ τὴν ἀσθένειαν, ἵνα τῆς νεφέλης εἴσω γένωμαι, καὶ θεῷ συγγένωμαι (τοῦτο γὰρ κελεύει θεό)ς, εἰ μέν τις Ἀαρών, συνανίτω καὶ στηκέτω πλησίον, κἂν ἔξω μένειν τῆς νεφέλης δέῃ, τοῦτο δεχόμενος. εἰ δέ τις Ναδάβ, ἢ Ἀβιοὺδ, ἢ τῆς γερουσίας, ἀνίτω μέν, ἀλλὰ στηκέτω πόρρωθεν, κατὰ τὴν ἀξίαν τῆς καθάρσεως. εἰ δέ τις τῶν πολλῶν καὶ ἀναξίων ὕψους τοιούτου καὶ θεωρίας, εἰ μὲν ἄναγνος πάντῃ, μηδὲ προσίτω, οὐ γὰρ ἀσφαλές· εἰ δὲ πρόσκαιρα γοῦν ἡγνισμένος, κάτω μενέτω, καὶ μόνης ἀκουέτω τῆς φωνῆς καὶ τῆς σάλπιγγος, τῶν ψιλῶν τῆς εὐσεβείας ῥημάτων· καπνιζόμενόν τε τὸ ὄρος βλεπέτω καὶ καταστραπτόμενον, ἀπειλήν τε ὁμοῦ καὶ θαῦμα τοῖς ἀνιέναι μὴ δυναμένοις. εἰ δέ τις θηρίον ἐστὶ πονηρὸν καὶ ἀνήμερον καὶ ἀνεπίδεκτον πάντῃ λόγων θεωρίας καὶ θεολογίας, μὴ ἐμφωλευέτω ταῖς ὕλαις κακούργως καὶ κακοηθῶς, ἵνα τινὸς λάβηται δόγματος ἢ ῥήματος, ἀθρόως προσπηδῆσαν, καὶ σπαράξῃ τοὺς ὑγιαίνοντας λόγους ταῖς ἐπηρείαις, ἀλλ᾿ ἔτι πόρρωθεν στηκέτω, καὶ ἀποχωρείτω τοῦ ὄρους, ἢ λιθοβοληθήσεται, καὶ συντριβήσεται, καὶ ἀπολεῖται κακῶς κακός· λίθοι γὰρ τοῖς θηριώδεσιν οἱ ἀληθεῖς λόγοι καὶ στερροί. εἴτε πάρδαλις εἴη, συναποθνησκέτω τοῖς ποικίλμασιν. εἴτε λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος καὶ ζητῶν ἥντινα βρῶσιν ποιήσεται τῶν ἡμετέρων ψυχῶν ἢ λέξεων· εἴτε σῦς καταπατῶν τοὺς καλούς τε καὶ διαυγεῖς μαργαρίτας τῆς ἀληθείας· εἴτε λύκος Ἀραβικὸς καὶ ἀλλόφυλος, ἢ καὶ τούτων ὀξύτερος τοῖς σοφίσμασιν· εἴτε ἀλώπηξ, δολερά τις ψυχὴ καὶ ἄπιστος, καὶ ἄλλοτε ἄλλη, τοῖς καιροῖς καὶ ταῖς χρείαις συμμορφουμένη, ἣν νεκρὰ τρέφει καὶ ὀδωδότα σώματα, ἢ ἀμπελῶνες μικροί, τῶν μεγάλων διαπεφευγότων· εἴτε τι ἄλλο τῶν ὠμοβόρων, καὶ ἀποβλήτων τῷ νόμῳ, καὶ οὐ καθαρῶν εἰς βρῶσίν τε καὶ ἀπόλαυσιν. βούλεται γὰρ τούτων ἀποχωρήσας ὁ λόγος οὕτω πλαξὶ στερραῖς καὶ λιθίναις ἐγγράφεσθαι, καὶ ταύταις ἀμφοτέρωθεν, διά τε τὸ φαινόμενον τοῦ νόμου καὶ τὸ κρυπτόμενον· τὸ μὲν τοῖς πολλοῖς καὶ κάτω μένουσι, τὸ δὲ τοῖς ὀλίγοις καὶ ἄνω φθάνουσιν.

3. Τί τοῦτο ἔπαθον, ὦ φίλοι καὶ μύσται καὶ τῆς ἀληθείας συνερασταί; ἔτρεχον μὲν ὡς θεὸν καταληψόμενος, καὶ οὕτως ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ ὄρος, καὶ τὴν νεφέλην διέσχον, εἴσω γενόμενος ἀπὸ τῆς ὕλης καὶ τῶν ὑλικῶν, καὶ εἰς ἐμαυτὸν ὡς οἷόν τε συστραφείς. ἐπεὶ δὲ προσέβλεψα, μόλις εἶδον θεοῦ τὰ ὀπίσθια· καὶ τοῦτο τῇ πέτρᾳ σκεπασθείς, τῷ σαρκωθέντι δι᾿ ἡμᾶς θεῷ Λόγῳ· καὶ μικρὸν διακύψας, οὐ τὴν πρώτην τε καὶ ἀκήρατον φύσιν, καὶ ἑαυτῇ, λέγω δὴ τῇ τριάδι, γινωσκομένην, καὶ ὅση τοῦ πρώτου καταπετάσματος εἴσω μένει καὶ ὑπὸ τῶν χερουβὶμ συγκαλύπτεται, ἀλλ᾿ ὅση τελευταία καὶ εἰς ἡμᾶς φθάνουσα. ἡ δέ ἐστιν, ὅσα ἐμὲ γινώσκειν, ἡ ἐν τοῖς κτίσμασι καὶ τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ προβεβλημένοις καὶ διοικουμένοις μεγαλειότης, ἤ, ὡς ὁ θεῖος Δαβὶδ ὀνομάζει, μεγαλοπρέπεια. ταῦτα γὰρ θεοῦ τὰ ὀπίσθια, ὅσα μετ᾿ ἐκεῖνον ἐκείνου γνωρίσματα, ὥσπερ αἱ καθ᾿ ὑδάτων ἡλίου σκιαὶ καὶ εἰκόνες ταῖς σαθραῖς ὄψεσι παραδεικνῦσαι τὸν ἥλιον, ἐπεὶ μὴ αὐτὸν προσβλέπειν οἶόν τε, τῷ ἀκραιφνεῖ τοῦ φωτὸς νικῶντα τὴν αἴσθησιν. οὕτως οὖν θεολογήσεις, κἂν ᾖς Μωυσῆς καὶ Φαραὼ θεός, κἂν μέχρι τρίτου κατὰ τὸν Παῦλον οὐρανοῦ φθάσῃς, καὶ ἀκούσῃς ἄρρητα ῥήματα· κἂν ὑπὲρ ἐκεῖνον γένῃ, ἀγγελικῆς τινὸς ἢ ἀρχαγγελικῆς στάσεώς τε καὶ τάξεως ἠξιωμένος. κἂν γὰρ οὐράνιον ἅπαν, κἂν ὑπερουράνιόν τι, καὶ πολὺ τὴν φύσιν ὑψηλότερον ἡμῶν ᾖ, καὶ ἐγγυτέρω θεοῦ, πλέον ἀπέχει θεοῦ καὶ τῆς τελείας καταλήψεως, ἢ ὅσον ἡμῶν ὑπεραίρει τοῦ συνθέτου καὶ ταπεινοῦ καὶ κάτω βρίθοντος κράματος.

4. Ἀρκτέον οὖν οὕτω πάλιν. θεὸν νοῆσαι μὲν χαλεπόν· φράσαι δὲ ἀδύνατον, ὥς τις τῶν παρ᾿ Ἕλλησι θεολόγων ἐφιλοσόφησεν, οὐκ ἀτέχνως ἐμοὶ δοκεῖν, ἵνα καὶ κατειληφέναι δόξῃ τῷ χαλεπὸν εἰπεῖν, καὶ διαφύγῃ τῷ ἀνεκφράστῳ τὸν ἔλεγχον. ἀλλὰ φράσαι μὲν ἀδύνατον, ὡς ὁ ἐμὸς λόγος, νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον. τὸ μὲν γὰρ νοηθὲν τάχα ἂν λόγος δηλώσειεν, εἰ καὶ μὴ μετρίως, ἀλλ᾿ ἀμυδρῶς γε, τῷ μὴ πάντῃ τὰ ὦτα διεφθαρμένῳ καὶ νωθρῷ τὴν διάνοιαν. τὸ δὲ τοσοῦτον πρᾶγμα τῇ διανοίᾳ περιλαβεῖν πάντως ἀδύνατον καὶ ἀμήχανον, μὴ ὅτι τοῖς καταβεβλακευμένοις καὶ κάτω νεύουσιν, ἀλλὰ καὶ τοῖς λίαν ὑψηλοῖς τε καὶ φιλοθέοις, καὶ ὁμοίως πάσῃ γεννητῇ φύσει, καὶ οἷς ὁ ζόφος οὗτος ἐπιπροσθεῖ καὶ τὸ παχὺ τοῦτο σαρκίον πρὸς τὴν τοῦ ἀληθοῦς κατανόησιν. οὐκ οἶδα δέ, εἰ μὴ καὶ ταῖς ἀνωτέρω καὶ νοεραῖς φύσεσιν, αἳ διὰ τὸ πλησίον εἶναι θεοῦ, καὶ ὅλῳ τῷ φωτὶ καταλάμπεσθαι, τυχὸν ἂν καὶ τρανοῖντο, εἰ καὶ μὴ πάντῃ, ἀλλ᾿ ἡμῶν γε τελεώτερόν τε καὶ ἐκτυπώτερον, καὶ ἄλλων ἄλλαι πλεῖον ἢ ἔλαττον, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς τάξεως.

5. Τοῦτο μὲν οὖν ἐνταῦθα κείσθω· τὸ δὲ ἡμέτερον, οὐχ ἡ εἰρήνη τοῦ θεοῦ μόνον ὑπερέχει πάντα νοῦν καὶ κατάληψιν, οὐδὲ ὅσα τοῖς δικαίοις ἐστὶν ἐν ἐπαγγελίαις ἀποκείμενα, τὰ μήτε ὀφθαλμοῖς ὁρατά, μήτε ὠσὶν ἀκουστά, μήτε διανοίᾳ θεωρητά, κατὰ μικρὸν γοῦν, οὐδὲ ἡ τῆς κτίσεως ἀκριβὴς κατανόησις· καὶ γὰρ καὶ ταύτης πείσθητι τὰς σκιὰς ἔχειν μόνον, ὅταν ἀκούσῃς· Ὄψομαι τοὺς οὐρανούς, ἔργα τῶν δακτύλων σου, σελήνην καὶ ἀστέρας, καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς πάγιον λόγον· ὡς οὐχὶ νῦν ὁρῶν, ὀψόμενος δὲ ἔστιν ὅτε· ἀλλὰ πολὺ πρὸ τούτων ἡ ὑπὲρ ταῦτα, καὶ ἐξ ἧς ταῦτα, φύσις ἄληπτός τε καὶ ἀπερίληπτος· λέγω δέ, οὐχ ὅτι ἔστιν, ἀλλ᾿ ἥτις ἐστίν. οὐ γὰρ κενὸν τὸ κήρυγμα ἡμῶν, οὐδὲ ματαία ἡ πίστις ἡμῶν, οὐδὲ τοῦτό ἐστιν ὃ δογματίζομεν· μὴ πάλιν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν ἀθείας λάβῃς ἀρχὴν καὶ συκοφαντίας, καὶ κατεπαρθῇς ὡς ὁμολογούντων τὴν ἄγνοιαν. πλεῖστον γὰρ διαφέρει τοῦ εἶναί τι πεπεῖσθαι τὸ τί ποτέ ἐστι τοῦτο εἰδέναι.

6. Τοῦ μὲν γὰρ εἶναι θεόν, καὶ τὴν πάντων ποιητικήν τε καὶ συνεκτικὴν αἰτίαν, καὶ ὄψις διδάσκαλος, καὶ ὁ φυσικὸς νόμος· ἡ μὲν τοῖς ὁρωμένοις προσβάλλουσα, καὶ πεπηγόσι καλῶς καὶ ὁδεύουσι, καὶ ἀκινήτως, ἵνα οὕτως εἴπω, κινουμένοις καὶ φερομένοις· ὁ δὲ διὰ τῶν ὁρωμένων καὶ τεταγμένων τὸν ἀρχηγὸν τούτων συλλογιζόμενος. πῶς γὰρ ἂν καὶ ὑπέστη τόδε τὸ πᾶν, ἢ συνέστη, μὴ θεοῦ τὰ πάντα καὶ οὐσιώσαντος καὶ συνέχοντος; οὐδὲ γὰρ κιθάραν τις ὁρῶν κάλλιστα ἠσκημένην καὶ τὴν ταύτης εὐαρμοστίαν καὶ εὐταξίαν, ἢ τῆς κιθαρῳδίας αὐτῆς ἀκούων, ἄλλο τι ἢ τὸν τῆς κιθάρας δημιουργὸν καὶ τὸν κιθαρῳδὸν ἐννοήσει, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀναδραμεῖται τῇ διανοίᾳ, κἂν ἀγνοῶν τύχῃ ταῖς ὄψεσιν. οὕτω καὶ ἡμῖν τὸ ποιητικὸν δῆλον, καὶ τὸ κινοῦν καὶ τηροῦν τὰ πεποιημένα, κἂν μὴ διανοίᾳ περιλαμβάνηται· καὶ λίαν ἀγνώμων ὁ μὴ μέχρι τούτων προιὼν ἑκουσίως καὶ ταῖς φυσικαῖς ἑπόμενος ἀποδείξεσιν. ἀλλ᾿ οὐδὲ τοῦτο εἶναι θεόν, ὅπερ ἐφαντάσθημεν, ἢ ἀνετυπωσάμεθα, ἢ λόγος ὑπέγραψεν. εἰ δέ τις ἐν περινοίᾳ τούτου ποτὲ κἂν ἐπὶ ποσὸν ἐγένετο, τίς ἡ ἀπόδειξις; τίς οὕτως εἰς ἔσχατον σοφίας ἀφίκετο; τίς τοσούτου χαρίσματος ἠξιώθη ποτέ; τίς οὕτω τὸ στόμα τῆς διανοίας ἤνοιξε καὶ εἵλκυσε πνεῦμα, ἵνα τῷ τὰ πάντα ἐρευνῶντι καὶ γινώσκοντι καὶ τὰ βάθη τοῦ θεοῦ πνεύματι θεὸν καταλάβῃ, καὶ μηκέτι τοῦ πρόσω δέηται, τὸ ἔσχατον ὀρεκτὸν ἔχων ἤδη, καὶ εἰς ὃ πᾶσα σπεύδει καὶ πολιτεία τοῦ ὑψηλοῦ καὶ διάνοια;

7. Τί γάρ ποτε ὑπολήψῃ τὸ θεῖον, εἴπερ ὅλαις ταῖς λογικαῖς πιστεύεις ἐφόδοις; ἢ πρὸς τί σε ὁ λόγος ἀνάξει βασανιζόμενος, ὦ φιλοσοφώτατε σὺ καὶ θεολογικώτατε καὶ καυχώμενε εἰς τὰ ἄμετρα; πότερον σῶμα; καὶ πῶς τὸ ἄπειρον, καὶ ἀόριστον, καὶ ἀσχημάτιστον, καὶ ἀναφές, καὶ ἀόρατον; ἢ καὶ ταῦτα σώματα; τῆς ἐξουσίας· οὐ γὰρ αὕτη φύσις σωμάτων. ἢ σῶμα μέν, οὐχὶ ταῦτα δέ; τῆς παχύτητος· ἵνα μηδὲν πλέον ἡμῶν ἔχῃ τὸ θεῖον. πῶς γὰρ σεπτόν, εἰ περιγραπτόν; ἢ πῶς φεύξεται τὸ ἐκ στοιχείων συγκεῖσθαι καὶ εἰς αὐτὰ πάλιν ἀναλύεσθαι, ἢ καὶ ὅλως λύεσθαι; σύνθεσις γὰρ ἀρχὴ μάχης· μάχη δὲ διαστάσεως· ἡ δὲ λύσεως· λύσις δὲ ἀλλότριον πάντῃ θεοῦ καὶ τῆς πρώτης φύσεως. οὐκ οὖν διάστασις, ἵνα μὴ λύσις· οὐδὲ μάχη, ἵνα μὴ διάστασις· οὐδὲ σύνθεσις, ἵνα μὴ μάχη· διὰ τοῦτο οὐδὲ σῶμα, ἵνα μὴ σύνθεσις. ἐκ τῶν τελευταίων ἐπὶ τὰ πρῶτα ὁ λόγος ἀνιὼν οὕτως ἵσταται.

8. Πῶς δὲ καὶ σωθήσεται τὸ διὰ πάντων διήκειν καὶ πληροῦν τὰ πάντα θεόν, κατὰ τό· Οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ; λέγει κύριος, καί· Πνεῦμα κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἰκουμένην, εἰ τὸ μὲν περιγράφοι, τὸ δὲ περιγράφοιτο; ἢ γὰρ διὰ κενοῦ χωρήσει τοῦ παντός, καὶ τὰ πάντα οἰχήσεται ἡμῖν, ἵν᾿ ὑβρισθῇ θεός, καὶ σῶμα γενόμενος, καὶ οὐκ ἔχων ὅσα πεποίηκεν· ἢ σῶμα ἐν σώμασιν ἔσται, ὅπερ ἀδύνατον· ἢ πλακήσεται καὶ ἀντιπαρατεθήσεται, ὥσπερ ὅσα τῶν ὑγρῶν μίγνυται, καὶ τὸ μὲν τέμνει, ὑπὸ δὲ τοῦ τμηθήσεται, ὃ καὶ τῶν Ἐπικουρείων ἀτόμων ἀτοπώτερόν τε καὶ γραωδέστερον· καὶ οὕτω διαπεσεῖται ἡμῖν, καὶ σῶμα οὐχ ἕξει, οὐδὲ πῆξίν τινα, ὁ περὶ τοῦ σώματος λόγος. εἰ δὲ ἄυλον φήσομεν, εἰ μὲν τὸ πέμπτον, ὥς τισιν ἔδοξε, καὶ τὴν κύκλῳ φορὰν φερόμενον, ἔστω μὲν ἄυλόν τι καὶ πέμπτον σῶμα, εἰ βούλονται δέ, καὶ ἀσώματον, κατὰ τὴν αὐτόνομον αὐτῶν τοῦ λόγου φορὰν καὶ ἀνάπλασιν· οὐδὲν γὰρ νῦν περὶ τούτου διοίσομαι. κατὰ τί δὲ τῶν κινουμένων ἔσται καὶ φερομένων, ἵνα μὴ λέγω τὴν ὕβριν, εἰ τὰ αὐτὰ τοῖς πεποιημένοις ὁ πεποιηκὼς κινηθήσεται, καὶ τοῖς φερομένοις ὁ φέρων, εἴ γε καὶ τοῦτο δώσουσι; τί δὲ τὸ τοῦτο πάλιν κινοῦν; τί δὲ τὸ τὸ πᾶν κινοῦν; κἀκεῖνο τί; καὶ τί πάλιν ἐκεῖνο; καὶ τοῦτο εἰς ἄπειρον. πῶς δὲ οὐκ ἐν τόπῳ πάντως, εἴ γε φερόμενον; εἰ δὲ ἄλλο τι παρὰ τὸ πέμπτον φήσουσιν, εἰ μὲν ἀγγελικόν, πόθεν ὅτι ἄγγελοι σώματα, καὶ τίνα ταῦτα; καὶ πόσον ὑπὲρ ἄγγελον εἴη θεός, οὗ λειτουργὸς ἄγγελος; εἰ δὲ ὑπὲρ ταῦτα, πάλιν εἰσήχθη σωμάτων ἐσμὸς ἀλόγιστος, καὶ φλυαρίας βυθός, οὐδαμοῦ στῆναι δυνάμενος.

9. Οὕτω μὲν οὖν οὐ σῶμα ἡμῖν ὁ θεός. οὐδὲ γὰρ ἤδη τις τοῦτο τῶν θεοπνεύστων ἢ εἶπεν ἢ παρεδέξατο, οὐδὲ τῆς ἡμετέρας αὐλῆς ὁ λόγος. λείπεται δὴ ἀσώματον ὑπολαμβάνειν. ἀλλ᾿ εἰ ἀσώματον, οὔπω μὲν οὐδὲ τοῦτο τῆς οὐσίας παραστατικόν τε καὶ περιεκτικόν, ὥσπερ οὐδὲ τὸ ἀγέννητον, καὶ τὸ ἄναρχον, καὶ τὸ ἀναλλοίωτον, καὶ τὸ ἄφθαρτον, καὶ ὅσα περὶ θεοῦ ἢ περὶ θεὸν εἶναι λέγεται. τί γὰρ ὄντι αὐτῷ κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν ὑπάρχει τὸ μὴ ἀρχὴν ἔχειν, μηδὲ ἐξίστασθαι, μηδὲ περατοῦσθαι; ἀλλ᾿ ὅλον τὸ εἶναι περιλαμβάνειν λείπεται προσφιλοσοφεῖν τε καὶ προσεξετάζειν τῷ γε νοῦν θεοῦ ἀληθῶς ἔχοντι καὶ τελεωτέρῳ τὴν θεωρίαν. ὡς γὰρ οὐκ ἀρκεῖ τὸ σῶμα εἰπεῖν, ἢ τὸ γεγεννῆσθαι, πρὸς τὸ καὶ τό, περὶ ὃ ταῦτα, παραστῆσαί τε καὶ δηλῶσαι, ἀλλὰ δεῖ καὶ τὸ ὑποκείμενον τούτοις εἰπεῖν, εἰ μέλλοι τελείως καὶ ἀποχρώντως τὸ νοούμενον παραστήσεσθαι· ἢ γὰρ ἄνθρωπος ἢ βοῦς ἢ ἵππος τοῦτο τὸ ἐνσώματον καὶ γεννώμενον καὶ φθειρόμενον· οὕτως οὐδὲ ἐκεῖ στήσεται μέχρι τοῦ εἰπεῖν ἃ μή ἐστιν ὁ τὴν τοῦ ὄντος πολυπραγμονῶν φύσιν, ἀλλὰ δεῖ, πρὸς τῷ εἰπεῖν ἃ μή ἐστι, καὶ ὅ ἐστιν εἰπεῖν, ὅσῳ καὶ ῥᾷον ἕν τι περιλαβεῖν, ἢ τὰ πάντα καθ᾿ ἕκαστον ἀπειπεῖν, ἵνα ἔκ τε τῆς ἀναιρέσεως ὧν οὔκ ἐστι, καὶ τῆς οὗ ἐστὶ θέσεως, περιληφθῇ τὸ νοούμενον. Ὁ δὲ ἃ μὲν οὔκ ἐστι λέγων, σιωπῶν δὲ ὅ ἐστι, ποιεῖ παραπλήσιον, ὥσπερ ἂν εἰ τὰ πέντε δὶς ὅσα ἐστὶν ἐρωτώμενος ὅτι μὲν οὐ δύο λέγοι, οὐδὲ τρεῖς, οὐδὲ τέςσαρες, οὐδὲ πέντε, οὐδὲ εἴκοσιν, οὐδὲ τριάκοντα, οὐδέ τινα, ἵνα συνελὼν εἴπω, τῶν ἐντὸς δεκάδος ἢ δεκαδικῶν ἀριθμῶν· ὅτι δὲ εἴη δέκα μὴ λέγοι, μηδὲ ἐρείδοι τὸν νοῦν τοῦ ἐρωτῶντος εἰς τὸ ζητούμενον. πολλῷ γὰρ ῥᾷον καὶ συντομώτερον ἐκ τοῦ ὅ ἐστιν ὅσα οὔκ ἐστι δηλῶσαι, ἢ ἐκ τοῦ ἀνελεῖν ἃ μή ἐστιν ὅ ἐστιν ἐνδείξασθαι. ἢ τοῦτο μὲν παντὶ δῆλον.

10. Ἐπεὶ δέ ἐστιν ἀσώματον ἡμῖν τὸ θεῖον, μικρόν τι προσεξετάσωμεν· πότερον οὐδαμοῦ τοῦτο, ἢ ἔστιν ὅπου; εἰ μὲν γὰρ οὐδαμοῦ, ζητήσαι τις ἂν τῶν ἄγαν ἐξεταστικῶν, πῶς ἂν καὶ εἴη. εἰ γὰρ τὸ μὴ ὂν οὐδαμοῦ, τὸ μηδαμοῦ τυχὸν οὐδὲ ὄν. εἰ δέ ἐστί που, πάντως ἐπείπερ ἐστὶν ἢ ἐν τῷ παντὶ ἢ ὑπὲρ τὸ πᾶν. ἀλλ᾿ εἰ μὲν ἐν τῷ παντί, ἤ τινι, ἢ πανταχοῦ. καὶ εἰ μὲν ἔν τινι, ὑπ᾿ ἐλάττονος περιγραφήσεται τοῦ τινός, εἰ δὲ πανταχοῦ, ὑπὸ πλείονος καὶ ἄλλου πολλοῦ, λέγω δὲ τὸ περιεχόμενον τοῦ περιέχοντος, εἰ τὸ πᾶν ὑπὸ τοῦ παντὸς μέλλοι περισχεθήσεσθαι, καὶ μηδένα τόπον εἶναι περιγραφῆς ἐλεύθερον. ταῦτα μέν, εἰ ἐν τῷ παντί. καὶ ποῦ πρὶν γενέσθαι τὸ πᾶν; οὐδὲ γὰρ τοῦτο μικρὸν εἰς ἀπορίαν. εἰ δὲ ὑπὲρ τὸ πᾶν, ἆρ᾿ οὐδὲν ἦν τὸ διορίζον αὐτὸ τοῦ παντός; ποῦ δὲ τὸ ὑπὲρ τοῦτο; καὶ πῶς ἐνοήθη τὸ ὑπεραῖρον καὶ ὑπεραιρόμενον, οὐκ ὄντος ὅρου τινὸς τοῦ τέμνοντος ταῦτα καὶ διορίζοντος; ἢ χρὴ πάντως εἶναι τὸ μέσον, καὶ ᾧ περατοῦται τὸ πᾶν καὶ τὸ ὑπὲρ τὸ πᾶν; καὶ τί ἄλλο τοῦτο ἢ τόπος ἐστίν, ὅνπερ ἐφύγομεν; καὶ οὔπω λέγω τὸ περιγραπτὸν πάντως εἶναι τὸ θεῖον, καὶ εἰ διανοίᾳ καταληπτόν· ἑν γὰρ περιγραφῆς εἶδος καὶ ἡ κατάληψις.

11. Τίνος οὖν ἕνεκεν ταῦτα διῆλθον. καὶ περιεργότερον ἴσως ἢ κατὰ τὰς τῶν πολλῶν ἀκοάς, καὶ κατὰ τὸν νῦν κεκρατηκότα τύπον τῶν λόγων, ὃς τὸ γενναῖον καὶ ἁπλοῦν ἀτιμάσας τὸ σκολιὸν καὶ γριφοειδὲς ἐπεισήγαγεν· ὡς ἐκ τῶν καρπῶν τὸ δένδρον γινώσκεσθαι, λέγω δὲ τὸ ἐνεργοῦν τὰ τοιαῦτα δόγματα σκότος ἐκ τοῦ ζόφου τῶν λεγομένων; οὐ γὰρ ἵνα καὶ αὐτὸς παράδοξα λέγειν δόξω, καὶ περιττὸς φαίνωμαι τὴν σοφίαν, πλέκων συνδέσμους καὶ διαλύων κρατούμενα· τοῦτο δὴ τὸ μέγα θαῦμα τοῦ Δανιήλ· ἀλλ᾿ ἵν᾿ ἐκεῖνο δηλώσαιμι, ὅ μοι λέγειν ὁ λόγος ἀπ᾿ ἀρχῆς ὥρμησεν. τοῦτο δὲ ἦν τί; τὸ μὴ ληπτὸν εἶναι ἀνθρωπίνῃ διανοίᾳ τὸ θεῖον, μηδὲ ὅλον ὅσον ἐστὶ φαντάζεσθαι· καὶ τοῦτο οὔτε διὰ φθόνον, μακρὰν γὰρ τῆς θείας φύσεως φθόνος, τῆς γε ἀπαθοῦς καὶ μόνης ἀγαθῆς καὶ κυρίας, καὶ μάλιστα τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων περὶ τὸ τιμιώτατον· τί γὰρ Λόγῳ πρὸ τῶν λογικῶν; ἐπεὶ καὶ αὐτὸ τὸ ὑποστῆναι τῆς ἄκρας ἀγαθότητος· οὔτε εἰς τιμὴν ἑαυτοῦ καὶ δόξαν τοῦ πλήρους, ἵνα τῷ ἀνεφίκτῳ τὸ τίμιον ἔχῃ καὶ τὸ σεβάσμιον. τοῦτο γὰρ πάντως σοφιστικὸν καὶ ἀλλότριον, μὴ ὅτι θεοῦ, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἀνθρώπου μετρίως ἐπιεικοῦς, καί τι δεξιὸν ἑαυτῷ συνειδότος, ἐκ τοῦ κωλύειν ἑτέρους τὸ πρωτεῖον πορίζεσθαι.

12. Ἀλλ᾿ εἰ μὲν καὶ δι᾿ ἄλλας αἰτίας, εἰδεῖεν ἂν οἱ ἐγγυτέρω θεοῦ, καὶ τῶν ἀνεξιχνιάστων αὐτοῦ κριμάτων ἐπόπται καὶ θεωροί, εἴπερ εἰσί τινες τοσοῦτοι τὴν ἀρετήν, καὶ ἐν ἴχνεσιν ἀβύσσου περιπατοῦντες, τὸ δὴ λεγόμενον. ὅσον δ᾿ οὖν ἡμεῖς κατειλήφαμεν, μικροῖς μέτροις μετροῦντες τὰ δυσθεώρητα, τάχα μέν, ἵνα μὴ τῷ ῥᾳδίῳ τῆς κτήσεως ῥᾴστη γένηται καὶ ἡ τοῦ κτηθέντος ἀποβολή· φιλεῖ γὰρ τὸ μὲν πόνῳ κτηθὲν μᾶλλον κρατεῖσθαι, τὸ δὲ ῥᾳδίως κτηθὲν καὶ ἀποπτύεσθαι τάχιστα, ὡς πάλιν ληφθῆναι δυνάμενον· καὶ οὕτως εὐεργεσία καθίσταται τὸ μὴ πρόχειρον τῆς εὐεργεσίας, τοῖς γε νοῦν ἔχουσι. τάχα δέ, ὡς μὴ ταὐτὸν ἡμᾶς τῷ πεσόντι ἑωσφόρῳ πάσχειν, ἐκ τοῦ τὸ φῶς ὅλον χωρῆσαι κατέναντι κυρίου παντοκράτορος τραχηλιᾷν, καὶ πίπτειν ἐκ τῆς ἐπάρσεως πτῶμα πάντων ἐλεεινότατον. τυχὸν δέ, ἴν᾿ ᾖ τι πλέον ἐκεῖθεν ἆθλον φιλοπονίας καὶ λαμπροῦ βίου τοῖς ἐνταῦθα κεκαθαρμένοις καὶ μακροθυμοῦσι πρὸς τὸ ποθούμενον. διὰ τοῦτο μέσος ἡμῶν τε καὶ θεοῦ ὁ σωματικὸς οὗτος ἵσταται γνόφος, ὥσπερ ἡ νεφέλη τὸ πάλαι τῶν Αἰγυπτίων καὶ τῶν Ἑβραίων. καὶ τοῦτό ἐστιν ἴσως, ὃ ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ, τὴν ἡμετέραν παχύτητα, δι᾿ ἣν ὀλίγοι καὶ μικρὸν διακύπτουσιν. τοῦτο μὲν οὖν φιλοσοφείτωσαν οἷς ἐπιμελὲς, καὶ ἀνίτωσαν ἐπὶ πλεῖστον τῆς διασκέψεως. ἡμῖν δ᾿ οὖν ἐκεῖνο γνώριμον τοῖς δεσμίοις τῆς γῆς, ὅ φησιν ὁ θεῖος Ἰερεμίας, καὶ τὸ παχὺ τοῦτο σαρκίον περιβεβλημένοις, ὅτι ὥσπερ ἀδύνατον ὑπερβῆναι τὴν ἑαυτοῦ σκιάν, καὶ τῷ λίαν ἐπειγομένῳ, φθάνει γὰρ ἀεὶ τοσοῦτον, ὅσον καταλαμβάνεται, ἢ τοῖς ὁρατοῖς πλησιάσαι τὴν ὄψιν δίχα τοῦ ἐν μέσῳ φωτὸς καὶ ἀέρος, ἢ τῶν ὑδάτων ἔξω τὴν νηκτὴν φύσιν διολισθαίνειν, οὕτως ἀμήχανον τοῖς ἐν σώμασι δίχα τῶν σωματικῶν πάντῃ γενέσθαι μετὰ τῶν νοουμένων. ἀεὶ γάρ τι παρεμπεσεῖται τῶν ἡμετέρων, κἂν ὅτι μάλιστα χωρίσας ἑαυτὸν τῶν ὁρωμένων ὁ νοῦς, καὶ καθ᾿ ἑαυτὸν γενόμενος, προσβάλλειν ἐπιχειρῇ τοῖς συγγενέσι καὶ ἀοράτοις. γνώσῃ δὲ οὕτως.

13. Οὐ πνεῦμα καὶ πῦρ καὶ φῶς, ἀγάπη τε καὶ σοφία καὶ δικαιοσύνη, καὶ νοῦς καὶ λόγος, καὶ τὰ τοιαῦτα, αἱ προσηγορίαι τῆς πρώτης φύσεως; τί οὖν; ἢ πνεῦμα νοήσεις δίχα φορᾶς καὶ χύσεως; ἢ πῦρ ἔξω τῆς ὕλης, καὶ τῆς ἄνω φορᾶς, καὶ τοῦ ἰδίου χρώματός τε καὶ σχήματος; ἢ φῶς οὐκ ἀέρι σύγκρατόν τε καὶ ἀφετὸν τοῦ οἷον γεννῶντός τε καὶ φωτίζοντος; νοῦν δὲ τίνα; μὴ τὸν ἐν ἄλλῳ, καὶ οὗ κινήματα τὰ διανοήματα, ἠρεμοῦντα ἢ προβαλλόμενα; λόγον δὲ τίνα παρὰ τὸν ἡσυχάζοντα ἐν ἡμῖν, ἢ χεόμενον; ὀκνῶ γὰρ εἰπεῖν, λυόμενον. εἰ δὲ καὶ σοφίαν, τίνα παρὰ τὴν ἕξιν, καὶ τὴν ἐν τοῖς θεωρήμασιν, εἴτε θείοις, εἴτε καὶ ἀνθρωπίνοις; δικαιοσύνην τε καὶ ἀγάπην, οὐ διαθέσεις ἐπαινουμένας, καὶ τὴν μὲν τῆς ἀδικίας, τὴν δὲ τοῦ μίσους ἀντίπαλον, ἐπιτεινομένας τε καὶ ἀνιεμένας, προςγινομένας τε καὶ ἀπογινομένας, καὶ ὅλως ποιούσας ἡμᾶς καὶ ἀλλοιούσας, ὥσπερ αἱ χρόαι τὰ σώματα; ἢ δεῖ τούτων ἀποστάντας ἡμᾶς αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ θεῖον ἐκ τούτων ἰδεῖν, ὡς οἷόν τε, μερικήν τινα φαντασίαν ἐκ τῶν εἰκασμάτων συλλεγομένους; τίς οὖν ἡ μηχανὴ ἐκ τούτων τε καὶ μὴ ταῦτα; ἢ πῶς ταῦτα πάντα, καὶ τελείως ἕκαστον, τὸ ἑν τῇ φύσει ἀσύνθετον καὶ ἀνείκαστον; οὕτω κάμνει ἐκβῆναι τὰ σωματικὰ ὁ ἡμέτερος νοῦς, καὶ γυμνοῖς ὁμιλῆσαι τοῖς ἀσωμάτοις, ἕως σκοπεῖ μετὰ τῆς ἰδίας ἀσθενείας τὰ ὑπὲρ δύναμιν. ἐπεὶ ἐφίεται μὲν πᾶσα λογικὴ φύσις θεοῦ καὶ τῆς πρώτης αἰτίας· καταλαβεῖν δὲ ἀδυνατεῖ, δι᾿ ἃς εἶπον αἰτίας. κάμνουσα δὲ τῷ πόθῳ, καὶ οἷον σφαδάζουσα, καὶ τὴν ζημίαν οὐ φέρουσα, δεύτερον ποιεῖται πλοῦν, ἢ πρὸς τὰ ὁρώμενα βλέψαι, καὶ τούτων τι ποιῆσαι θεόν, κακῶς εἰδυῖα, τί γὰρ τῶν ὁρατῶν τοῦ ὁρῶντος καὶ πόσον ἐστὶν ὑψηλότερόν τε καὶ θεοειδέστερον, ἵν᾿ ᾖ τὸ μὲν προςκυνοῦν, τὸ δὲ προσκυνούμενον; ἢ διὰ τοῦ κάλλους τῶν ὁρωμένων καὶ τῆς εὐταξίας θεὸν γνωρίσαι, καὶ ὁδηγῷ τῇ ὄψει τῶν ὑπὲρ τὴν ὄψιν χρήσασθαι, ἀλλὰ μὴ ζημιωθῆναι θεὸν διὰ τῆς μεγαλοπρεπείας τῶν ὁρωμένων.

14. Ἐντεῦθεν οἱ μὲν ἥλιον, οἱ δὲ σελήνην, οἱ δὲ ἀστέρων πλῆθος, οἱ δὲ οὐρανὸν αὐτὸν ἅμα τούτοις, οἷς καὶ τὸ πᾶν ἄγειν δεδώκασι κατὰ τὸ ποιὸν ἢ ποσὸν τῆς κινήσεως· οἱ δὲ τὰ στοιχεῖα, γῆν, ὕδωρ, ἀέρα, πῦρ, διὰ τὸ χρειῶδες, ὧν ἄνευ οὐδὲ συστῆναι δυνατὸν τὸν ἀνθρώπινον βίον· οἱ δὲ ὅ τι τύχοιεν ἕκαστος τῶν ὁρατῶν ἐσεβάσθησαν, ὧν ἑώρων τὰ κάλλιστα θεοὺς προστησάμενοι. εἰσὶ δὲ οἳ καὶ εἰκόνας καὶ πλάσματα, πρῶτα μὲν τῶν οἰκείων, οἵ γε περιπαθέστεροι καὶ σωματικώτεροι, καὶ τιμῶντες τοὺς ἀπελθόντας τοῖς ὑπομνήμασιν· ἔπειτα καὶ τῶν ξένων, οἱ μετ᾿ ἐκείνους καὶ μακρὰν ἀπ᾿ ἐκείνων, ἀγνοίᾳ τῆς πρώτης φύσεως, καὶ ἀκολουθίᾳ τῆς παραδοθείσης τιμῆς, ὡς ἐννόμου καὶ ἀναγκαίας, ἐπειδὴ χρόνῳ τὸ ἔθος βεβαιωθὲν ἐνομίσθη νόμος. οἶμαι δὲ καὶ δυναστείαν τινὲς θεραπεύοντες, καὶ ῥώμην ἐπαινέσαντες, καὶ κάλλος θαυμάσαντες, θεὸν ἐποίησαν τῷ χρόνῳ τὸν τιμώμενον, προσλαβόμενοί τινα καὶ μῦθον τῆς ἐξεπάτης ἐπίκουρον.

15. Οἱ ἐμπαθέστεροι δὲ αὐτῶν καὶ τὰ πάθη θεοὺς ἐνόμισαν, ἢ θεοῖς ἐτίμησαν, θυμόν, καὶ μιαιφονίαν, καὶ ἀσέλγειαν, καὶ μέθην, καὶ οὐκ οἶδ᾿ ὅ τι ἄλλο τῶν τούτοις παραπλησίων, οὐ καλὴν οὐδὲ δικαίαν ταύτην ἀπολογίαν εὑράμενοι τῶν οἰκείων ἁμαρτημάτων. καὶ τοὺς μὲν ἀφῆκαν κάτω, τοὺς δὲ ὑπὸ γῆν ἔκρυψαν, τοῦτο συνετῶς μόνον, τοὺς δὲ ἀνήγαγον εἰς τὸν οὐρανόν. ὢ τῆς γελοίας κληροδοσίας. εἶτα ἑκάστῳ τῶν πλασμάτων ὄνομά τι θεῶν ἢ δαιμόνων ἐπιφημίσαντες, κατὰ τὴν ἐξουσίαν καὶ αὐτονομίαν τῆς πλάνης, καὶ ἀγάλματα ἱδρυσάμενοι, ὧν καὶ τὸ πολυτελὲς δέλεαρ, αἵμασί τε καὶ κνίσσαις, ἔστι δὲ οἵ γε καὶ πράξεσι λίαν αἰσχραῖς, μανίαις τε καὶ ἀνθρωποκτονίαις, τιμᾷν τοῦτο ἐνόμισαν. τοιαύτας γὰρ ἔπρεπεν εἶναι θεῶν τοιούτων καὶ τὰς τιμάς. ἤδη δὲ καὶ κνωδάλοις, καὶ τετραπόδοις, καὶ ἑρπετοῖς, καὶ τούτων τοῖς αἰσχίστοις τε καὶ γελοιοτάτοις, ἑαυτοὺς καθύβρισαν, καὶ τούτοις φέροντες τὴν τοῦ θεοῦ δόξαν προσέθηκαν· ὡς μὴ ῥᾴδιον εἶναι κρῖναι, ποτέρον δεῖ καταφρονεῖν μᾶλλον τῶν προσκυνούντων ἢ τῶν προσκυνουμένων. τάχα δὲ καὶ πολὺ πλέον τῶν λατρευόντων, ὅτι λογικῆς ὄντες φύσεως, καὶ χάριν θεοῦ δεξάμενοι, τὸ χεῖρον ὡς ἄμεινον προεστήσαντο. καὶ τοῦτο τοῦ πονηροῦ τὸ σόφισμα, τῷ καλῷ καταχρησαμένου πρὸς τὸ κακόν, οἷα τὰ πολλὰ τῶν ἐκείνου κακουργημάτων. παραλαβὼν γὰρ αὐτῶν τὸν πόθον πλανώμενον κατὰ θεοῦ ζήτησιν, ἵν᾿ εἰς ἑαυτὸν περισπάσῃ τὸ κράτος, καὶ κλέψῃ τὴν ἔφεσιν, ὥσπερ τυφλὸν χειραγωγῶν ὁδοῦ τινὸς ἐφιέμενον, ἄλλους ἀλλαχοῦ κατεκρήμνισε, καὶ διέσπειρεν εἰς ἕν τι θανάτου καὶ ἀπωλείας βάραθρον.

16. Οὗτοι μὲν δὴ ταῦτα· ἡμᾶς δὲ ὁ λόγος δεξάμενος ἐφιεμένους θεοῦ, καὶ μὴ ἀνεχομένους τὸ ἀνηγεμόνευτόν τε καὶ ἀκυβέρνητον, εἶτα τοῖς ὁρωμένοις προσβάλλων καὶ τοῖς ἀπαρχῆς ἐντυγχάνων, οὔτε μέχρι τούτων ἔστησεν, οὐ γὰρ ἦν λόγου δοῦναι τὴν ἡγεμονίαν τοῖς ὁμοτίμοις κατὰ τὴν αἴσθησιν, καὶ διὰ τούτων ἄγει πρὸς τὸ ὑπὲρ ταῦτα, καὶ δι᾿ οὗ τούτοις τὸ εἶναι περίεστιν. τί γὰρ τὸ τάξαν τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, ὅσα τε δι᾿ ἀέρος καὶ ὅσα καθ᾿ ὕδατος, μᾶλλον δὲ τὰ πρὸ τούτων, οὐρανόν, καὶ γῆν, καὶ ἀέρα, καὶ φύσιν ὕδατος; τίς ταῦτα ἔμιξε καὶ ἐμέρισεν; τίς ἡ κοινωνία τούτων πρὸς ἄλληλα, καὶ συμφυία, καὶ σύμπνοια; ἐπαινῶ γὰρ τὸν εἰρηκότα, κἂν ἀλλότριος ᾖ. τί τὸ ταῦτα κεκινηκὸς καὶ ἄγον τὴν ἄληκτον φορὰν καὶ ἀκώλυτον; ἆρ᾿ οὐχ ὁ τεχνίτης τούτων, καὶ πᾶσι λόγον ἐνθείς, καθ᾿ ὃν τὸ πᾶν φέρεταί τε καὶ διεξάγεται; τίς δὲ ὁ τεχνίτης τούτων; ἆρ᾿ οὐχ ὁ πεποιηκὼς ταῦτα καὶ εἰς τὸ εἶναι παραγαγών; οὐ γὰρ δὴ τῷ αὐτομάτῳ δοτέον τοσαύτην δύναμιν. ἔστω γὰρ τὸ γενέσθαι τοῦ αὐτομάτου. τίνος τὸ τάξαι; καὶ τοῦτο, εἰ δοκεῖ, δῶμεν. τίνος τὸ τηρῆσαι καὶ φυλάξαι καθ᾿ οὓς πρῶτον ὑπέστη λόγους; ἑτέρου τινός, ἢ τοῦ αὐτομάτου; ἑτέρου δηλαδὴ παρὰ τὸ αὐτόματον. τοῦτο δὲ τί ποτε ἄλλο πλὴν θεός; οὕτως ὁ ἐκ θεοῦ λόγος, καὶ πᾶσι σύμφυτος, καὶ πρῶτος ἐν ἡμῖν νόμος, καὶ πᾶσι συνημμένος, ἐπὶ θεὸν ἡμᾶς ἀνήγαγεν ἐκ τῶν ὁρωμένων. καὶ δὴ λέγωμεν ἀρξάμενοι πάλιν.

17. Θεόν, ὅ τί ποτε μέν ἐστι τὴν φύσιν καὶ τὴν οὐσίαν, οὔτε τις εὗρεν ἀνθρώπων πώποτε, οὔτε μὴ εὕρῃ. ἀλλ᾿ εἰ μὲν εὑρήσει ποτέ, ζητείσθω τοῦτο καὶ φιλοσοφείσθω παρὰ τῶν βουλομένων. εὑρήσει δέ, ὡς ἐμὸς λόγος, ἐπειδὰν τὸ θεοειδὲς τοῦτο καὶ θεῖον, λέγω δὲ τὸν ἡμέτερον νοῦν τε καὶ λόγον, τῷ οἰκείῳ προσμίξῃ, καὶ ἡ εἰκὼν ἀνέλθῃ πρὸς τὸ ἀρχέτυπον, οὗ νῦν ἔχει τὴν ἔφεσιν. καὶ τοῦτο εἶναί μοι δοκεῖ τὸ πάνυ φιλοσοφούμενον, ἐπιγνώσεσθαι ποτε ἡμᾶς, ὅσον ἐγνώσμεθα. τὸ δὲ νῦν εἶναι βραχεῖά τις ἀπορροὴ πᾶν τὸ εἰς ἡμᾶς φθάνον, καὶ οἷον μεγάλου φωτὸς μικρὸν ἀπαύγασμα. ὥστε καὶ εἴ τις ἔγνω θεόν, ἢ ἐγνωκέναι μεμαρτύρηται, τοσοῦτον ἔγνω, ὅσον ἄλλου μὴ τὸ ἴσον ἐλλαμφθέντος φανῆναι φωτοειδέστερος. καὶ τὸ ὑπερβάλλον τέλειον ἐνομίσθη, οὐ τῇ ἀληθείᾳ, τῇ δὲ τοῦ πλησίον δυνάμει παραμετρούμενον.

18. Διὰ τοῦτο Ἐνὼς μὲν ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸν κύριον. ἐλπὶς τὸ κατορθούμενον ἦν, καὶ τοῦτο οὐ γνώσεως, ἀλλ᾿ ἐπικλήσεως. Ἐνὼχ δὲ μετετέθη μέν, οὔπω δὲ δῆλον, εἰ θεοῦ φύσιν περιλαβὼν ἢ περιληψόμενος. τοῦ δὲ Νῶε καλὸν ἡ εὐαρέστησις, τοῦ καὶ κόσμον ὅλον ἐξ ὑδάτων διασώσασθαι πιστευθέντος, ἢ κόσμου σπέρματα, ξύλῳ μικρῷ φεύγοντι τὴν ἐπίκλυσιν. Ἀβραὰμ δὲ ἐδικαιώθη μὲν ἐκ πίστεως, ὁ μέγας πατριάρχης, καὶ θύει θυσίαν ξένην καὶ τῆς μεγάλης ἀντίτυπον. θεὸν δὲ οὐχ ὡς θεὸν εἶδεν, ἀλλ᾿ ὡς ἄνθρωπον ἔθρεψε, καὶ ἐπῃνέθη, σεβασθεὶς ὅσον κατέλαβεν. Ἰακὼβ δὲ κλίμακα μὲν ὑψηλὴν ἐφαντάσθη τινά, καὶ ἀγγέλων ἄνοδον, καὶ στήλην ἀλείφει μυστικῶς, ἴσως ἵνα τὸν ὑπὲρ ἡμῶν ἀλειφέντα λίθον παραδηλώσῃ, καὶ Εἶδος Θεοῦ τόπῳ τινὶ προσηγορίαν δίδωσιν εἰς τιμὴν τοῦ ὀφθέντος, καὶ ὡς ἀνθρώπῳ τῷ θεῷ προσπαλαίει, ἥτις ποτέ ἐστιν ἡ πάλη θεοῦ πρὸς ἄνθρωπον, ἢ τάχα τῆς ἀνδρωπίνης ἀρετῆς πρὸς θεὸν ἀντεξέτασις, καὶ σύμβολα τῆς πάλης ἐπὶ τοῦ σώματος φέρει, τὴν ἧτταν παραδεικνύντα τῆς γενητῆς φύσεως, καὶ ἆθλον εὐσεβείας τὴν μεταβολὴν τῆς προσηγορίας λαμβάνει, μετονομασθεὶς ἀντὶ Ἰακὼβ Ἰσραήλ, τοῦτο δὴ τὸ μέγα καὶ τίμιον ὄνομα· ἐκεῖνο δὲ οὔτε αὐτὸς οὔτε τις ὑπὲρ αὐτὸν μέχρι σήμερον ἐκαυχήσατο τῶν δώδεκα φυλῶν, ὧν πατὴρ ἦν, ὅτι θεοῦ φύσιν ἢ ὄψιν ὅλην ἐχώρησεν.

19. Ἠλίᾳ δὲ οὔτε πνεῦμα βίαιον, οὔτε πῦρ, οὔτε συσσεισμός, ὡς τῆς ἱστορίας ἀκούεις, ἀλλ᾿ ἡ αὔρα τις ὀλίγη τὴν τοῦ θεοῦ παρουσίαν, καὶ ταῦτα οὐ φύσιν, ἐσκιαγράφησεν· Ἠλίᾳ τίνι; ὃν καὶ ἅρμα πυρὸς ἀνάγει πρὸς οὐρανόν, δηλοῦν τοῦ δικαίου τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον. Μανωὲ δὲ τὸν κριτὴν πρότερον, καὶ Πέτρον τὸν μαθητὴν ὕστερον, πῶς οὐ τεθαύμακας; τὸν μὲν οὐδὲ ὄψιν φέροντα τοῦ φαντασθέντος θεοῦ, καὶ διὰ τοῦτο, Ἀπολώλαμεν, ὦ γύναι, λέγοντα, θεὸν ἑωράκαμεν· ὡς οὐ χωρητῆς οὔσης ἀνθρώποις οὐδὲ φαντασίας θείας, μὴ ὅτι γε φύσεως· τὸν δὲ καὶ τὸν φαινόμενον Χριστὸν τῷ πλοίῳ μὴ προσιέμενον, καὶ διὰ τοῦτο ἀποπεμπόμενον. καίτοιγε θερμότερος τῶν ἄλλων εἰς ἐπίγνωσιν Χριστοῦ Πέτρος, καὶ διὰ τοῦτο μακαριζόμενος, καὶ τὰ μέγιστα πιστευόμενος. τί δ᾿ ἂν εἴποις περὶ Ἡσαΐου, καὶ Ἰεζεχιὴλ τοῦ τῶν μεγίστων ἐπόπτου, καὶ τῶν λοιπῶν προφητῶν; ὧν ὁ μὲν τὸν Κύριον Σαβαὼθ εἶδε καθήμενον ἐπὶ θρόνου δόξης, καὶ τοῦτον ὑπὸ τῶν ἑξαπτερύγων σεραφὶμ κυκλούμενον καὶ αἰνούμενον καὶ ἀποκρυπτόμενον, ἑαυτόν τε τῷ ἄνθρακι καθαιρόμενον, καὶ πρὸς τὴν προφητείαν καταρτιζόμενον· ὁ δὲ καὶ τὸ ὄχημα τοῦ θεοῦ τὰ χερουβὶμ διαγράφει, καὶ τὸν ὑπὲρ αὐτῶν θρόνον, καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ στερέωμα, καὶ τὸν ἐν τῷ στερεώματι φανταζόμενον, καὶ φωνὰς δή τινας, καὶ ὁρμάς, καὶ πράξεις, καὶ ταῦτα εἴτε φαντασία τις ἦν ἡμερινή, μόνοις θεωρητὴ τοῖς ἁγίοις, εἴτε νυκτὸς ἀψευδὴς ὄψις, εἴτε τοῦ ἡγεμονικοῦ τύπωσις συγγινομένη τοῖς μέλλουσιν ὡς παροῦσιν, εἴτε τι ἄλλο προφητείας εἶδος ἀπόρρητον, οὐκ ἔχω λέγειν· ἀλλ᾿ οἶδεν ὁ τῶν προφητῶν θεός, καὶ οἱ τὰ τοιαῦτα ἐνεργούμενοι. πλὴν οὔτε οὗτοι περὶ ὧν ὁ λόγος, οὔτε τις ἄλλος τῶν κατ᾿ αὐτούς, ἔστη ἐν ὑποστήματι καὶ οὐσίᾳ κυρίου, κατὰ τὸ γεγραμμένον, οὐδὲ θεοῦ φύσιν ἢ εἶδεν ἢ ἐξηγόρευσεν.

20. Παύλῳ δὲ εἰ μὲν ἔκφορα ἦν ἃ παρέσχεν ὁ τρίτος οὐρανός, καὶ ἡ μέχρις ἐκείνου πρόοδος ἢ ἀνάβασις ἢ ἀνάληψις, τάχα ἄν τι περὶ θεοῦ πλέον ἔγνωμεν, εἴπερ τοῦτο ἦν τὸ τῆς ἁρπαγῆς μυστήριον. ἐπεὶ δὲ ἄρρητα ἦν, καὶ ἡμῖν σιωπῇ τιμάσθω. τοσοῦτον δὲ ἀκούσωμεν αὐτοῦ Παύλου λέγοντος, ὅτι ἐκ μέρους γινώσκομεν, καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν. ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα ὁμολογεῖ ὁ μὴ ἰδιώτης τὴν γνῶσιν, ὁ δοκιμὴν ἀπειλῶν τοῦ ἐν αὐτῷ λαλοῦντος Χριστοῦ, ὁ μέγας τῆς ἀληθείας προαγωνιστὴς καὶ διδάσκαλος. διὸ καὶ πᾶσαν τὴν κάτω γνῶσιν οὐδὲν ὑπὲρ τὰ ἔσοπτρα καὶ τὰ αἰνίγματα τίθεται, ὡς ἐν μικροῖς τῆς ἀληθείας ἱσταμένην ἰνδάλμασιν. εἰ δὲ μὴ λίαν δοκῶ τισὶ περιττὸς καὶ περίεργος τὰ τοιαῦτα ἐξετάζων, οὐδὲ ἄλλα τινὰ τυχὸν ἢ ταῦτα ἦν, ἃ μὴ δύναται νῦν βασταχθῆναι, ἅπερ ὁ Λόγος αὐτὸς ὑπῃνίσσετο, ὥς ποτε βασταχθησόμενα καὶ τρανωθησόμενα· καὶ ἃ μηδ᾿ ἂν αὐτὸν δυνηθῆναι χωρῆσαι τὸν κάτω κόσμον Ἰωάννης ὁ τοῦ Λόγου πρόδρομος, ἡ μεγάλη τῆς ἀληθείας φωνή, διωρίζετο.

21. Πᾶσα μὲν οὖν ἀλήθεια καὶ πᾶς λόγος δυστέκμαρτός τε καὶ δυσθεώρητος· καὶ οἷον ὀργάνῳ μικρῷ μεγάλα δημιουργοῦμεν, τῇ ἀνθρωπίνῃ σοφίᾳ τὴν τῶν ὄντων γνῶσιν θηρεύοντες, καὶ τοῖς νοητοῖς προσβάλλοντες μετὰ τῶν αἰσθήσεων, ἢ οὐκ ἄνευ αἰσθήσεων, ὑφ᾿ ὧν περιφερόμεθα καὶ πλανώμεθα, καὶ οὐκ ἔχομεν γυμνῷ τῷ νοὶ γυμνοῖς τοῖς πράγμασιν ἐντυγχάνοντες μᾶλλόν τι προσιέναι τῇ ἀληθείᾳ, καὶ τὸν νοῦν τυποῦσθαι ταῖς καταλήψεσιν. Ὁ δὲ περὶ θεοῦ λόγος, ὅσῳ τελεώτερος, τοσούτῳ δυσεφικτότερος, καὶ πλείους τὰς ἀντιλήψεις ἔχων καὶ τὰς λύσεις ἐργωδεστέρας. πᾶν γὰρ τὸ ἐνιστάμενον, κἂν βραχύτατον ᾖ, τὸν τοῦ λόγου δρόμον ἐπέσχε καὶ διεκώλυσε, καὶ τὴν εἰς τὸ πρόσω φορὰν διέκοψεν· ὥσπερ οἱ τοὺς ἵππους τοῖς ῥυτῆρσιν ἀθρόως μεθέλκοντες φερομένους, καὶ τῷ ἀδοκήτῳ τοῦ τιναγμοῦ περιτρέποντες. οὕτω Σολομὼν μέν, ὁ σοφισάμενος περισσὰ ὑπὲρ πάντας τοὺς γενομένους ἔμπροσθεν καὶ καθ᾿ ἑαυτόν, ᾧ τὸ τῆς καρδίας πλάτος δῶρον θεοῦ, καὶ ἡ ψάμμου δαψιλεστέρα χύσις τῆς θεωρίας, ὅσῳ πλέον ἐμβατεύει τοῖς βάθεσι, τοσούτῳ πλέον ἰλιγγιᾷ, καὶ τέλος τι ποιεῖται σοφίας εὑρεῖν ὅσον διέφυγεν. Παῦλος δὲ πειρᾶται μὲν ἐφικέσθαι, οὔπω λέγω τῆς τοῦ θεοῦ φύσεως, τοῦτο γὰρ ᾔδει παντελῶς ἀδύνατον ὄν, ἀλλὰ μόνον τῶν τοῦ θεοῦ κριμάτων· ἐπεὶ δὲ οὐχ εὑρίσκει διέξοδον οὐδὲ στράσιν τῆς ἀναβάσεως, οὐδὲ εἴς τι φανερὸν τελευτᾷ πέρας ἡ πολυπραγμοσύνη τῆς διανοίας, ἀεί τινος ὑποφαινομένου τοῦ λείποντος· ὢ τοῦ θαύματος (ἵνα καὶ αὐτὸς πάθω τὸ ἴσον). ἐκπλήξει περιγράφει τὸν λόγον, καὶ πλοῦτον Θεοῦ καὶ βάθος τὸ τοιοῦτο καλεῖ, καὶ ὁμολογεῖ τῶν τοῦ θεοῦ κριμάτων τὸ ἀκατάληπτον, μονονουχὶ τὰ αὐτὰ τῷ Δαβὶδ φθεγγόμενος, ποτὲ μὲν ἄβυσσον πολλὴν ὀνομάζοντι τὰ τοῦ θεοῦ κρίματα, ἧς οὐκ ἔστι τὴν ἕδραν ἢ μέτρῳ ἢ αἰσθήσει λαβεῖν, ποτὲ δὲ τεθαυμαστῶσθαι τὴν γνῶσιν ἐξ ἑαυτοῦ καὶ τῆς ἑαυτοῦ συστάσεως λέγοντι, κεκραταιῶσθαί τε πλέον ἢ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ περίδραξιν.

22. Ἵνα γὰρ τἄλλα ἐάσας, φησί, πρὸς ἐμαυτὸν βλέψω, καὶ πᾶσαν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ σύμπηξιν, τίς ἡ μίξις ἡμῶν; τίς ἡ κίνησις; πῶς τὸ ἀθάνατον τῷ θνητῷ συνεκράθη; πῶς κάτω ῥέω, καὶ ἄνω φέρομαι; πῶς ψυχὴ περιγράφεται; πῶς ζωὴν δίδωσι, καὶ πάθους μεταλαμβάνει; πῶς ὁ νοῦς καὶ περιγραπτὸς καὶ ἀόριστος, ἐν ἡμῖν μένων, καὶ πάντα ἐφοδεύων τάχει φορᾶς καὶ ῥεύσεως; πῶς μεταλαμβάνεται λόγῳ καὶ μεταδίδοται, καὶ δι᾿ ἀέρος χωρεῖ, καὶ μετὰ τῶν πραγμάτων εἰσέρχεται; πῶς αἰσθήσει κοινωνεῖ, καὶ συστέλλεται ἀπὸ τῶν αἰσθήσεων; καὶ ἔτι πρὸ τούτων, τίς ἡ πρώτη πλάσις ἡμῶν καὶ σύστασις ἐν τῷ τῆς φύσεως ἐργαστηρίῳ; καὶ τίς ἡ τελευταία μόρφωσις καὶ τελείωσις; τίς ἡ τῆς τροφῆς ἔφεσις καὶ διάδοσις; καὶ τίς ἤγαγεν ἐπὶ τὰς πρώτας πηγὰς καὶ τοῦ ζῆν ἀφορμὰς αὐτομάτως; πῶς σιτίοις μὲν σῶμα, λόγῳ δὲ ψυχὴ τρέφεται; τίς ἡ τῆς φύσεως ὁλκὴ καὶ πρὸς ἄλληλα σχέσις τοῖς γεννῶσι καὶ τοῖς γεννωμένοις, ἵνα τῷ φίλτρῳ συνέχηται; πῶς ἑστηκότα τε τὰ εἴδη καὶ τοῖς χαρακτῆρσι διεστηκότα, ὧν τοσούτων ὄντων αἱ ἰδιότητες ἀνέφικτοι; πῶς τὸ αὐτὸ ζῶον θνητὸν καὶ ἀθάνατον, τὸ μὲν τῇ μεταστάσει, τὸ δὲ τῇ γεννήσει; τὸ μὲν γὰρ ὑπεξῆλθε, τὸ δὲ ἀντεισῆλθεν, ὥσπερ ἐν ὁλκῷ ποταμοῦ μὴ ἑστῶτος καὶ μένοντος. πολλὰ δ᾿ ἂν ἔτι φιλοσοφήσαις περὶ μελῶν καὶ μερῶν, καὶ τῆς πρὸς ἄλληλα τούτων εὐαρμοστίας, πρὸς χρείαν τε ὁμοῦ καὶ κάλλος συνεστώτων τε καὶ διεστώτων, προεχόντων τε καὶ προεχομένων, ἑνουμένων τε καὶ σχιζομένων, περιεχόντων τε καὶ περιεχομένων, νόμῳ καὶ λόγῳ φύσεως. πολλὰ περὶ φωνῶν καὶ ἀκοῶν· πῶς αἱ μὲν φέρονται διὰ τῶν φωνητικῶν ὀργάνων, αἱ δὲ ὑποδέχονται, διὰ τῆς ἐν μέσῳ τοῦ ἀέρος πληγῆς καὶ τυπώσεως ἀλλήλαις ἐπιμιγνύμεναι. πολλὰ περὶ ὄψεως ἀρρήτως κοινωνούσης τοῖς ὁρατοῖς, καὶ μόνῳ τῷ βούλεσθαι καὶ ὁμοῦ κινουμένης, καὶ ταὐτὸν τῷ νοὶ πασχούσης· μετὰ γὰρ τοῦ ἴσου τάχους ἐκεῖνός τε μίγνυται τοῖς νοουμένοις καὶ αὕτη τοῖς ὁρωμένοις. πολλὰ περὶ τῶν ἄλλων αἰσθήσεων, αἳ παραδοχαί τινές εἰσι τῶν ἔξωθεν, λόγῳ μὴ θεωρούμεναι. πολλὰ περὶ τῆς ἐν ὕπνοις ἀναπαύσεως, καὶ τῆς δι᾿ ὀνειράτων ἀναπλάσεως, μνήμης τε καὶ ἀναμνήσεως, λογισμοῦ τε καὶ θυμοῦ καὶ ἐφέσεως, καὶ συντόμως εἰπεῖν, ὅσοις ὁ μικρὸς οὗτος κόσμος διοικεῖται, ὁ ἄνθρωπος.

23. Βούλει σοι καὶ τὰς τῶν ἄλλων ζώων διαφορὰς πρός τε ἡμᾶς καὶ πρὸς ἄλληλα, φύσεις τε καὶ γενέσεις καὶ ἀνατροφάς, καὶ χώρας, καὶ ἤθη, καὶ οἷον πολιτείας καταριθμήσωμαι; πῶς τὰ μὲν ἀγελαῖα, τὰ δὲ μοναδικά; τὰ μὲν ποηφάγα, τὰ δὲ σαρκοβόρα; τὰ μὲν θυμοειδῆ, τὰ δὲ ἥμερα; τὰ μὲν φιλάνθρωπα καὶ σύντροφα, τὰ δὲ ἀτίθασσα καὶ ἐλεύθερα; καὶ τὰ μὲν οἷον ἐγγύτερα λόγου τε καὶ μαθήσεως, τὰ δὲ παντελῶς ἄλογα καὶ ἀμαθέστατα; τὰ μὲν πλειόνων αἰσθήσεων, τὰ δὲ ἐλαττόνων; τὰ μὲν ἀκίνητα, τὰ δὲ μεταβατικά; τὰ μὲν ταχύτατα, τὰ δὲ παχύτατα; τὰ μὲν ὑπερβάλλοντα μεγέθει καὶ κάλλει ἢ τῷ ἑτέρῳ τούτων, τὰ δὲ βραχύτατα ἢ δυσειδέστατα ἣ καὶ ἀμφότερα; τὰ μὲν ἄλκιμα, τὰ δὲ ἀσθενῆ; τὰ μὲν ἀμυντικά, τὰ δὲ ὕποπτα καὶ ἐπίβουλα; τὰ μὲν φυλακτά, τὰ δὲ ἀφύλακτα; τὰ μὲν φίλεργα καὶ οἰκονομικά, τὰ δὲ παντάπασιν ἀργὰ καὶ ἀπρονόητα; καὶ ἔτι πρὸ τούτων, πῶς τὰ μὲν ἑρπυστικά, τὰ δὲ ὄρθια; τὰ μὲν φιλόχωρα, τὰ δὲ ἀμφίβια; τὰ μὲν φιλόκαλα, τὰ δὲ ἀκαλλώπιστα; συζυγῆ τε καὶ ἀζυγῆ; σώφρονά τε καὶ ἀκόλαστα; πολύγονά τε καὶ οὐ πολύγονα; μακρόβιά τε καὶ ὀλιγόβια; κάμνοι ἂν ἡμῖν ὁ λόγος τοῖς κατὰ μέρος ἐπεξιών.

24. Σκέψαι μοι καὶ νηκτὴν φύσιν τῶν ὑδάτων διολισθαίνουσαν, καὶ οἷον ἱπταμένην κατὰ τῆς ὑγρᾶς φύσεως, καὶ τοῦ μὲν ἰδίου σπῶσαν ἀέρος, τῷ ἡμετέρῳ δὲ κινδυνεύουσαν, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς ἐν τοῖς ὕδασιν· ἤθη τε καὶ πάθη, καὶ μίξεις καὶ γονάς, καὶ μεγέθη καὶ κάλλη, φιλοχωρίας τε καὶ πλάνας, συνόδους τε καὶ ἀποχωρήσεις, καὶ ἰδιότητας μικροῦ τοῖς ἐπιγείοις παραπλησίας, ἔστι δὲ ὧν καὶ κοινωνίας καὶ ἰδιότητας ἀντιθέτους, ἔν τε εἴδεσι καὶ ὀνόμασιν. σκέψαι μοι καὶ ὀρνέων ἀγέλας, καὶ ποικιλίας ἔν τε σχήμασι καὶ χρώμασι, τῶν τε ἄλλων καὶ τῶν ᾠδικῶν· καὶ τίς τῆς τούτων μελῳδίας ὁ λόγος, καὶ παρὰ τίνος; τίς ὁ δοὺς τέττιγι τὴν ἐπὶ στήθους μαγάδα, καὶ τὰ ἐπὶ τῶν κλάδων ᾄσματά τε καὶ τερετίσματα, ὅταν ἡλίῳ κινῶνται τὰ μεσημβρινὰ μουσουργοῦντες, καὶ καταφωνῶσι τὰ ἄλση, καὶ ὁδοιπόρον ταῖς φωναῖς παραπέμπωσι; τίς ὁ κύκνῳ συνυφαίνων τὴν ᾠδήν, ὅταν ἐκπετάσῃ τὸ πτερὸν ταῖς αὔραις, καὶ ποιῇ μέλος τὸ σύριγμα; ἐῶ γὰρ λέγειν τὰς βιαίους φωνάς, καὶ ὅσα τέχναι σοφίζονται κατὰ τῆς ἀληθείας. πόθεν ταῶς, ὁ ἀλαζὼν ὄρνις καὶ Μηδικός, οὕτω φιλόκαλος καὶ φιλότιμος, ὥστε (καὶ γὰρ αἰσθάνεται τοῦ οἰκείου κάλλου)ς, ὅταν ἴδῃ τινὰ πλησιάζοντα, ἢ ταῖς θηλείαις, ὥς φασι, καλλωπίζηται, τὸν αὐχένα διάρας, καὶ τὸ πτερὸν κυκλοτερῶς περιστήσας τὸ χρυσαυγὲς καὶ κατάστερον, θεατρίζει τὸ κάλλος τοῖς ἐρασταῖς μετὰ σοβαροῦ τοῦ βαδίσματος; ἡ μὲν οὖν θεία γραφὴ καὶ γυναικῶν θαυμάζει σοφίαν τὴν ἐν ὑφάςμασι, Τίς ἔδωκε, λέγουσα, γυναιξὶν ὑφάσματος σοφίαν καὶ ποικιλτικὴν ἐπιστήμην; ζώου λογικοῦ τοῦτο, καὶ περιττοῦ τὴν σοφίαν, καὶ μέχρι τῶν οὐρανίων ὁδεύοντος.

25. Σὺ δέ μοι θαύμασον καὶ ἀλόγων φυσικὴν σύνεσιν, καὶ τοὺς λόγους παράστησον. πῶς μὲν ὄρνισι καλιαὶ πέτραι τε καὶ δένδρα καὶ ὄροφοι, εἰς ἀσφάλειάν τε ὁμοῦ καὶ κάλλος ἐξησκημέναι, καὶ τοῖς τρεφομένοις ἐπιτηδείως; πόθεν δὲ μελίσσαις τε καὶ ἀράχναις τὸ φιλεργὸν καὶ φιλότεχνον, ἵνα ταῖς μὲν τὰ κηρία πλέκηται καὶ συνέχηται δι᾿ ἑξαγώνων συρίγγων καὶ ἀντιστρόφων, καὶ τὸ ἑδραῖον αὐταῖς διὰ τοῦ μέσου διατειχίσματος καὶ ἀλλαγῆς ἐπιπλεκομένων ταῖς εὐθείαις τῶν γωνιῶν πραγματεύηται, καὶ ταῦτα ἐν ζοφεροῖς οὕτω τοῖς σίμβλοις καὶ ἀοράτοις τοῖς πλάσμασιν· αἱ δὲ διὰ λεπτῶν οὕτω καὶ ἀερίων σχεδὸν τῶν νημάτων πολυειδῶς διατεταμένων πολυπλόκους τοὺς ἱστοὺς ἐξυφαίνωσι, καὶ ταῦτα ἐξ ἀφανῶν τῶν ἀρχῶν, οἴκησίν τε ὁμοῦ τιμίαν, καὶ θήραν τῶν ἀσθενεστέρων εἰς τροφῆς ἀπόλαυσιν; ποῖος Εὐκλείδης ἐμιμήσατο ταῦτα, γραμμαῖς ἐμφιλοσοφῶν ταῖς οὐκ οὔσαις, καὶ κάμνων ἐν ταῖς ἀποδείξεσι; τίνος Παλαμήδους τακτικὰ κινήματά τε καὶ σχήματα γεράνων, ὥς φασι, καὶ ταὐτὰ παιδεύματα κινουμένων ἐν τάξει, καὶ μετὰ ποικίλης τῆς πτήσεως; ποῖοι Φειδίαι καὶ Ζεύξιδες καὶ Πολύγνωτοι, Παρράσιοί τέ τινες καὶ Ἀγλαοφῶντες, κάλλη μεθ᾿ ὑπερβολῆς γράφειν καὶ πλάττειν εἰδότες; τίς Κνώσσιος Δαιδάλου χορὸς ἐναρμόνιος, νύμφῃ πονηθεὶς εἰς κάλλους περιουσίαν, ἢ λαβύρινθος Κρητικὸς δυσδιέξοδος καὶ δυσέλικτος, ποιητικῶς εἰπεῖν, καὶ πολλάκις ἀπαντῶν ἑαυτῷ τοῖς τῆς τέχνης σοφίσμασι; καὶ σιωπῶ μυρμήκων ταμιεῖά τε καὶ ταμίας, καὶ θησαυρισμὸν τροφῆς τῷ καιρῷ σύμμετρον, τἄλλα τε ὅσα περὶ ὁδῶν καὶ περὶ ἡγουμένων καὶ τῆς ἐν τοῖς ἔργοις εὐταξίας ἔγνωμεν ἱστορούμενα.

26. Εἰ τούτων ἐφικτὸς ὁ λόγος σοι, καὶ τὴν περὶ ταῦτα σύνεσιν ἔγνως, σκέψαι καὶ φυτῶν διαφοράς, μέχρι καὶ τῆς ἐν φύλλοις φιλοτεχνίας πρὸς τὸ ἥδιστόν τε ἅμα ταῖς ὄψεσι καὶ τοῖς καρποῖς χρησιμώτατον. σκέψαι μοι καὶ καρπῶν ποικιλίαν καὶ ἀφθονίαν, καὶ μάλιστα τῶν ἀναγκαιοτάτων τὸ κάλλιστον. καὶ σκέψαι μοι καὶ δυνάμεις ῥιζῶν καὶ χυμῶν καὶ ἀνθέων καὶ ὀδμῶν, οὐχ ἡδίστων μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑγίειαν ἐπιτηδείων, καὶ χρωμάτων χάριτας καὶ ποιότητας. ἔτι δὲ λίθων πολυτελείας καὶ διαυγείας· ἐπειδή σοι πάντα προὔθηκεν, ὥσπερ ἐν πανδαισίᾳ κοινῇ, ὅσα τε ἀναγκαῖα, καὶ ὅσα πρὸς ἀπόλαυσιν, ἡ φύσις· ἵν᾿, εἰ μή τι ἄλλο, ἐξ ὧν εὐεργετῇ, γνωρίσῃς θεόν, καὶ τῷ δεῖσθαι γένῃ σεαυτοῦ συνετώτερος. ἐντεῦθεν ἔπελθέ μοι γῆς πλάτη καὶ μήκη, τῆς κοινῆς πάντων μητρός, καὶ κόλπους θαλαττίους ἀλλήλοις τε καὶ τῇ γῇ συνδεομένους, καὶ ἀλσῶν κάλλη, καὶ ποταμούς, καὶ πηγὰς δαψιλεῖς τε καὶ ἀενάους, οὐ μόνον ψυχρῶν καὶ ποτίμων ὑδάτων, καὶ τῶν ὑπὲρ γῆς, ἀλλὰ καὶ ὅσαι ὑπὸ γῆν ῥέουσαι, καὶ σήραγγάς τινας ὑποτρέχουσαι, εἶτ᾿ ἐξωθούμεναι βιαίῳ τῷ πνεύματι καὶ ἀντιτυπούμεναι, εἶτ᾿ ἐκπυρούμεναι τῷ σφοδρῷ τῆς πάλης καὶ τῆς ἀντιθέσεως, ὅπη παρείκοι κατὰ μικρὸν ἀναρρήγνυνται, καὶ τὴν τῶν θερμῶν λουτρῶν χρείαν ἐντεῦθεν ἡμῖν χαρίζονται πολλαχοῦ τῆς γῆς, καὶ μετὰ τῆς ἐναντίας δυνάμεως ἰατρείαν ἄμισθον καὶ αὐτόματον. εἰπὲ πῶς καὶ πόθεν ταῦτα. τί τὸ μέγα τοῦτο καὶ ἄτεχνον ὕφασμα. οὐχ ἧττον ἐπαινετὰ τῆς πρὸς ἄλληλα σχέσεως, ἢ καθ᾿ ἕκαστον θεωρούμενα; πῶς γῆ μὲν ἕστηκε παγία καὶ ἀκλινής; ἐπὶ τίνος ὀχουμένη, καὶ τίνος ὄντος τοῦ ὑπερείδοντος; καὶ τίνος ἐκεῖνο πάλιν; οὐδὲ γὰρ ὁ λόγος ἔχει, ἐφ᾿ ὃ ἐρεισθῇ, πλὴν τοῦ θείου θελήματος. καὶ πῶς ἡ μὲν εἰς ὀρῶν κορυφὰς ἀνηγμένη, ἡ δὲ εἰς πεδία καθεζομένη, καὶ τοῦτο πολυειδῶς καὶ ποικίλως, καὶ ταῖς κατ᾿ ὀλίγον ἐναλλαγαῖς μεθισταμένη, πρός τε τὴν χρείαν ἐστὶν ἀφθονωτέρα, καὶ τῷ ποικίλῳ χαριεστέρα; καὶ ἡ μὲν εἰς οἰκήσεις νενεμημένη, ἡ δὲ ἀοίκητος, ὅσην αἱ ὑπερβολαὶ τῶν ὀρῶν ἀποτέμνονται, καὶ ἄλλη πρὸς ἄλλο τι πέρας σχιζομένη καὶ ἀποβαίνουσα, τῆς τοῦ θεοῦ μεγαλουργίας ἐναργέστατόν ἐστι γνώρισμα;

27. Θαλάττης δέ, εἰ μὲν μὴ τὸ μέγεθος εἶχον θαυμάζειν, ἐθαύμασα ἂν τὸ ἥμερον, καὶ πῶς ἵσταται λελυμένη τῶν ἰδίων ὅρων ἐντός· εἰ δὲ μὴ τὸ ἥμερον, πάντως τὸ μέγεθος. ἐπεὶ δὲ ἀμφότερα, τὴν ἐν ἀμφοτέροις δύναμιν ἐπαινέσομαι. τί τὸ συναγαγόν; τί τὸ δῆσαν; πῶς ἐπαίρεταί τε καὶ ἵσταται, ὥσπερ αἰδουμένη τὴν γείτονα γῆν; πῶς καὶ δέχεται ποταμοὺς πάντας, καὶ ἡ αὐτὴ διαμένει διὰ πλήθους περιουσίαν, ἢ οὐκ οἶδ᾿ ὅτι χρὴ λέγειν; πῶς ψάμμος ὅριον αὐτῇ, τηλικούτῳ στοιχείῳ; ἔχουσί τι λέγειν οἱ φυσικοὶ καὶ σοφοὶ τὰ μάταια, καὶ κυάθῳ μετροῦντες ὄντως τὴν θάλασσαν, τὰ τηλικαῦτα ταῖς ἑαυτῶν ἐπινοίαις; ἢ συντόμως ἐγὼ παρὰ τῆς γραφῆς τοῦτο φιλοσοφήσω καὶ τῶν μακρῶν λόγων πιθανώτερόν τε καὶ ἀληθέστερον; Πρόσταγμα ἐγύρωσεν ἐπὶ πρόσωπον ὕδατος. τοῦτο τῆς ὑγρᾶς φύσεως ὁ δεσμός. πῶς δὲ τὸν χερσαῖον ναυτίλον ἄγει ξύλῳ μικρῷ καὶ πνεύματι, τοῦτο οὐ θαυμάζεις ὁρῶν; οὐδ᾿ ἐξίσταταί σου ἡ διάνοια; ἵνα γῆ καὶ θάλασσα δεθῶσι ταῖς χρείαις καὶ ταῖς ἐπιμιξίαις, καὶ εἰς ἑν ἔλθῃ τῷ ἀνθρώπῳ τὰ τοσοῦτον ἀλλήλων διεστηκότα κατὰ τὴν φύσιν; τίνες δὲ πηγῶν αἱ πρῶται πηγαί, ζήτησον, ἄνθρωπε, εἴ τί σοι τούτων ἐξιχνεῦσαι ἢ εὑρεῖν δυνατόν. καὶ τίς ὁ ποταμοῖς σχίσας καὶ πεδία καὶ ὄρη, καὶ δοὺς τὸν δρόμον ἀκώλυτον; καὶ πῶς ἐκ τῶν ἐναντίων τὸ θαῦμα, μήτε θαλάσσης ἐπεξιούσης, μήτε ποταμῶν ἱσταμένων; τίς δὲ ἡ τῶν ὑδάτων τροφή, καὶ τί τὸ ταύτης διάφορον, τῶν μὲν ἄνωθεν ἀρδομένων, τῶν δὲ ταῖς ῥίζαις ποτιζομένων, ἵνα τι καὶ αὐτὸς κατατρυφήσω τοῦ λόγου, θεοῦ τὴν τρυφὴν ἐξηγούμενος;

28. Ἄγε δὴ γῆν ἀφεὶς καὶ τὰ περὶ γῆν, πρὸς τὸν ἀέρα κουφίσθητι τοῖς τῆς διανοίας πτεροῖς, ἵνα σοι καθ᾿ ὁδὸν ὁ λόγος προίῃ· κἀκεῖθεν ἀνάξω σε πρὸς τὰ οὐράνια, καὶ τὸν οὐρανὸν αὐτόν, καὶ τὰ ὑπὲρ οὐρανόν. καὶ τοῖς ἑξῆς ὀκνεῖ μὲν προσβῆναι ὁ λόγος, προσβήσεται δὲ ὅμως ὁπόσον ἔξεστι. τίς ὁ χέας ἀέρα, τὸν πολὺν τοῦτον πλοῦτον καὶ ἄφθονον, οὐκ ἀξίαις, οὐ τύχαις μετρούμενον, οὐχ ὅροις κρατούμενον, οὐχ ἡλικίαις μεριζόμενον, ἀλλὰ κατὰ τὴν τοῦ μάννα διανομὴν αὐταρκείᾳ περιλαμβανόμενον καὶ ἰσομοιρίᾳ τιμώμενον· τὸ τῆς πτηνῆς φύσεως ὄχημα, τὴν ἀνέμων ἕδραν, τὴν ὡρῶν εὐκαιρίαν, τὴν ζώων ψύχωσιν, μᾶλλον δὲ τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα συντήρησιν, ἐν ᾧ σώματα, καὶ μεθ᾿ οὗ λόγος, ἐν ᾧ φῶς καὶ τὸ φωτιζόμενον, καὶ ἡ ὄψις ἡ δι᾿ αὐτοῦ ῥέουσα; σκόπει δέ μοι καὶ τὰ ἑξῆς· οὐ γὰρ συγχωροῦμαι τῷ ἀέρι δοῦναι τὴν ἅπασαν· δυναστείαν τῶν τοῦ ἀέρος εἶναι νομιζομένων. τίνα μὲν ἀνέμων ταμιεῖα; τίνες δὲ θησαυροὶ χιόνος; τίς δὲ ὁ τετοκὼς βώλους δρόσου, κατὰ τὸ γεγραμμένον; ἐκ γαστρὸς δὲ τίνος ἐκπορεύεται κρύσταλλος; τίς ὁ δεσμεύων ὕδωρ ἐν νεφέλαις, καὶ τὸ μὲν ἱστὰς ἐπὶ τῶν νεφελῶνὢ τοῦ θαύματοςλόγῳ κρατουμένην φύσιν τὴν ῥέουσαν, τὸ δὲ ἐκχέων ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς, καὶ σπείρων καιρίως καὶ ὁμοτίμως, καὶ οὔτε ἀφιεὶς ἅπασαν τὴν ὑγρὰν οὐσίαν ἐλευθέραν καὶ ἄσχετον, ἀρκεῖ γὰρ ἡ ἐπὶ Νῶε κάθαρσις, καὶ τῆς ἑαυτοῦ διαθήκης οὐκ ἐπιλήσμων ὁ ἀψευδέστατος, οὔτε ἀνέχων παντάπασιν, ἵνα μὴ πάλιν Ἠλίου τινὸς δεηθῶμεν, τὴν ξηρότητα λύοντος; Ἐὰν κλείσῃ, φησί, τὸν οὐρανόν, τίς ἀνοίξει; ἐὰν δὲ ἀνοίξῃ τοὺς καταράκτας, τίς συνέξει; τίς οἴσει τὴν ἐπ᾿ ἀμφότερα τοῦ ὑετίζοντος ἀμετρίαν, ἐὰν μὴ τοῖς ἑαυτοῦ μέτροις καὶ σταθμοῖς διεξαγάγῃ τὰ σύμπαντα; τί μοι φιλοσοφήσεις περὶ ἀστραπῶν καὶ βροντῶν, ὦ βροντῶν ἀπὸ γῆς σὺ καὶ οὐδὲ μικροῖς σπινθῆρσι τῆς ἀληθείας λαμπόμενε; τίνας ἀτμοὺς ἀπὸ γῆς αἰτιάσῃ νέφους δημιουργούς, ἢ ἀέρος πύκνωσίν τινα, ἢ νεφῶν τῶν μανωτάτων θλίψιν ἢ σύρρηξιν, ἵνα ἡ μὲν θλίψις σοι τὴν ἀστραπήν, ἡ δὲ ῥῆξις τὴν βροντὴν ἀπεργάσηται; ποῖον δὲ πνεῦμα στενοχωρούμενον, εἶτα οὐκ ἔχον διέξοδον, ἵνα ἀστράψῃ θλιβόμενον, καὶ βροντήσῃ ῥηγνύμενον; εἰ τὸν ἀέρα διῆλθες τῷ λογισμῷ, καὶ ὅσα περὶ ἀέρα, ψαῦσον ἤδη σὺν ἐμοὶ καὶ οὐρανοῦ καὶ τῶν οὐρανίων. πίστις δὲ ἀγέτω πλέον ἡμᾶς ἢ λόγος, εἴπερ ἔμαθες τὸ ἀσθενὲς ἐν τοῖς ἐγγυτέρω, καὶ λόγον ἔγνως τὸ γνῶναι τὰ ὑπὲρ λόγον, ἵνα μὴ παντελῶς ἐπίγειος ᾖς ἢ περίγειος, ἀγνοῶν καὶ αὐτὸ τοῦτο, τὴν ἄγνοιαν.

29. Τίς περιήγαγεν οὐρανόν, ἔταξεν ἀστέρας; μᾶλλον δέ, τί πρὸ τούτων οὐρανὸς καὶ ἀστέρες ἔχοις ἂν εἰπεῖν, ὁ μετέωρος, ὁ τὰ ἐν ποσὶν ἀγνοῶν, καὶ οὐδὲ σεαυτὸν μετρῆσαι δυνάμενος, τὰ δὲ ὑπὲρ τὴν σὴν φύσιν πολυπραγμονῶν, καὶ κεχηνὼς εἰς τὰ ἄμετρα; ἔστω γάρ σε κύκλους καὶ περιόδους καὶ πλησιασμοὺς καὶ ἀποχωρήσεις καταλαμβάνειν, ἐπιτολὰς καὶ ἀνατολάς, καὶ μοίρας τινὰς καὶ λεπτότητας, καὶ ὅσοις σὺ τὴν θαυμασίαν σου ταύτην ἐπιστήμην ἀποσεμνύνεις· οὔπω τοῦτο κατάληψις τῶν ὄντων ἐστίν, ἀλλὰ κινήσεώς τινος ἐπιτήρησις, ἣ πλείονι γυμνασίᾳ βεβαιωθεῖσα, καὶ εἰς ἑν ἀγαγοῦσα τὰ τηρηθέντα πλείοσιν, εἶτα λόγον ἐπινοήσασα, ἐπιστήμη προσηγορεύθη· ὥσπερ τὰ περὶ σελήνην παθήματα γνώριμα γέγονε τοῖς πολλοῖς, τὴν ὄψιν ἀρχὴν λαβόντα τῆς γνώσεως. σὺ δέ, εἰ λίαν ἐπιστήμων εἶ τούτων, καὶ δικαίως ζητεῖς θαυμάζεσθαι, εἰπὲ τίς ἡ τῆς τάξεως αἰτία καὶ τῆς κινήσεως; πόθεν ἥλιος φρυκτωρεῖ πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ καὶ πάσαις ὄψεσιν, ὥσπερ χοροῦ τινὸς κορυφαῖος, πλέον τοὺς ἄλλους ἀστέρας ἀποκρύπτων φαιδρότητι ἤ τινες ἐκείνων ἑτέρους; ἀπόδειξις δέ, οἱ μὲν ἀντιλάμπουσιν, ὁ δὲ ὑπερλάμπει, καὶ οὐδὲ ὅτι συνανίσχουσιν ἐᾷ γνωρίζεσθαι, καλὸς ὡς νυμφίος, ταχὺς ὡς γίγας καὶ μέγας· οὐδὲ γὰρ ἀνέχομαι ἄλλοθεν ἢ τοῖς ἐμοῖς τοῦτον ἀποσεμνύνειν· τοσοῦτος τὴν δύναμιν, ὥστε ἀπ᾿ ἄλλων ἄκρων ἄλλα τῇ θερμότητι καταλαμβάνειν, καὶ μηδὲν διαφεύγειν αὐτοῦ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ πᾶσαν πληροῦσθαι καὶ ὄψιν φωτὸς καὶ σωματικὴν φύσιν θερμότητος· θέροντος, ἀλλ᾿ οὐ φλέγοντος, εὐκρασίας ἡμερότητι καὶ τάξει κινήσεως, ὡς πᾶσι παρόντος, καὶ πάντα ἐπίσης περιλαμβάνοντος.

30. Ἐκεῖνο δέ σοι πηλίκον, εἰ κατενόησας· Τοῦτο ἐν αἰσθητοῖς ἥλιος, ὅπερ ἐν νοητοῖς θεός, ἔφη τις τῶν ἀλλοτρίων. αὐτὸς γὰρ ὄψιν φωτίζων, ὥσπερ ἐκεῖνος νοῦν· αὐτὸς καὶ τῶν ὁρωμένων ἐστὶ τὸ κάλλιστον, ὥσπερ ἐκεῖνος τῶν νοουμένων. ἀλλὰ τί τὸ κινῆσαν αὐτὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς; τί δαὶ τὸ ἀεὶ κινοῦν καὶ περιάγον ἑστῶτα λόγῳ καὶ μὴ κινούμενον, ὄντως ἀκάμαντα, καὶ φερέσβιον, καὶ φυσίζωον, καὶ ὅσα ποιηταῖς ὕμνηται κατὰ λόγον, καὶ μήτε τῆς ἑαυτοῦ φορᾶς ποτὲ μήτε τῶν εὐεργεσιῶν ἱστάμενον; πῶς ἡμέρας δημιουργὸς ὑπὲρ γῆς καὶ νυκτὸς ὑπὸ γῆν; ἢ οὐκ οἶδ᾿ ὅ τι χρὴ λέγειν ἡλίῳ προσβλέψαντα. τίς ἡ τούτων πρόσληψίς τε καὶ ἀνθυφαίρεσις, καὶ ἡ τῆς ἀνισότητος ἰσότης, ἵν᾿ εἴπω τι καὶ παράδοξον; πῶς δὲ ὡρῶν ποιητής τε καὶ μεριστής, εὐτάκτως ἐπιγινομένων τε καὶ ἀπογινομένων, καὶ ὥσπερ ἐν χορῷ συμπλεκομένων ἀλλήλαις καὶ διισταμένων, τὸ μὲν φιλίας νόμῳ, τὸ δὲ εὐταξίας, καὶ κατὰ μικρὸν κιρναμένων, καὶ ταῖς ἐγγύτησι κλεπτομένων ταὐτὸν ἡμέραις τε καὶ νυξίν, ἵνα μὴ τῇ ἀηθείᾳ λυπήσωσιν; ἀλλ᾿ ἴτω μὲν ἡμῖν ἥλιος· σὺ δὲ ἔγνως σελήνης φύσιν, καὶ πάθη, καὶ μέτρα φωτός, καὶ δρόμους, καὶ πῶς ὁ μὲν ἡμέρας ἔχει τὴν δυναστείαν, ἡ δὲ νυκτὸς προκαθέζεται, καὶ ἡ μὲν θηρίοις δίδωσι παρρησίαν, ὁ δὲ ἄνθρωπον ἐπὶ τὸ ἔργον ἀνίστησιν, ἢ ὑψούμενος ἢ ταπεινούμενος πρὸς τὸ χρησιμώτατον; συνῆκας δὲ δεσμὸν Πλειάδος ἢ φραγμὸν Ὠρίωνος, ὡς ὁ ἀριθμῶν πλήθη ἄστρων καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν, καὶ δόξης ἑκάστου διαφοράν, καὶ τάξιν κινήσεως, ἵνα σοι πιστεύσω διὰ τούτων πλέκοντι τὰ ἡμέτερα καὶ κατὰ τοῦ κτίστου τὴν κτίσιν ὁπλίζοντι;

31. Τί λέγεις; ἐνταῦθα στησόμεθα τοῦ λόγου μέχρι τῆς ὕλης καὶ τῶν ὁρωμένων; ἢ ἐπειδὴ τοῦ κόσμου παντὸς ἀντίτυπον τὴν Μωυσέως σκηνὴν οἶδεν ὁ λόγος, τοῦ ἐξ ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων λέγω συστήματος, τὸ πρῶτον καταπέτασμα διασχόντες, καὶ ὑπερβάντες τὴν αἴσθησιν, εἰς τὰ ἅγια παρακύψωμεν, τὴν νοητὴν φύσιν καὶ ἐπουράνιον; οὐκ ἔχομεν οὐδὲ ταύτην ἀσωμάτως ἰδεῖν, εἰ καὶ ἀσώματος, πῦρ καὶ πνεῦμα προσαγορευομένην ἢ γινομένην. ποιεῖν γὰρ λέγεται τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα· εἰ μὴ ποιεῖν μέν ἐστι τὸ συντηρεῖν τῷ λόγῳ, καθ᾿ ὃν ἐγένοντο. πνεῦμα δὲ ἀκούει καὶ πῦρ· τὸ μὲν ὡς νοητὴ φύσις, τὸ δὲ ὡς καθάρσιος· ἐπεὶ καὶ τῆς πρώτης οὐσίας τὰς αὐτὰς οἶδα κλήσεις. πλὴν ἡμῖν γε ἀσώματος ἔστω, ἢ ὅτι ἐγγύτατα. ὁρᾷς ὅπως ἰλιγγιῶμεν περὶ τὸν λόγον, καὶ οὐκ ἔχομεν οἷ προέλθωμεν, ἢ τοσοῦτον ὅσον εἰδέναι ἀγγέλους τινὰς καὶ ἀρχαγγέλους, θρόνους, κυριότητας, ἀρχάς, ἐξουσίας, λαμπρότητας, ἀναβάσεις, νοερὰς δυνάμεις, ἢ νόας, καθαρὰς φύσεις καὶ ἀκιβδήλους, ἀκινήτους πρὸς τὸ χεῖρον ἢ δυσκινήτους, περὶ τὸ πρῶτον αἴτιον ἀεὶ χορευούσας· ἢ πῶς ἄν τις αὐτὰς ἀνυμνήσειεν, ἐκεῖθεν ἐλλαμπομένας τὴν καθαρωτάτην ἔλλαμψιν, ἢ ἄλλως ἄλλην κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς φύσεως καὶ τῆς τάξεως· τοσοῦτον τῷ καλῷ μορφουμένας καὶ τυπουμένας, ὥστε ἄλλα γίνεσθαι φῶτα καὶ ἄλλους φωτίζειν δύνασθαι ταῖς τοῦ πρώτου φωτὸς ἐπιρροαῖς τε καὶ διαδόσεσι· λειτουργοὺς θείου θελήματος, δυνατὰς ἰσχύι φυσικῇ τε καὶ ἐπικτήτῳ, πάντα ἐπιπορευομένας, πᾶσι πανταχοῦ παρούσας ἑτοίμως, προθυμίᾳ τε λειτουργίας καὶ κουφότητι φύσεως· ἄλλας ἄλλο τι τῆς οἰκουμένης μέρος διειληφυίας, ἢ ἄλλῳ τινὶ τοῦ παντὸς ἐπιτεταγμένας, ὡς οἶδεν ὁ ταῦτα τάξας καὶ διορίσας· πάντα εἰς ἑν ἀγούσας, πρὸς μίαν σύννευσιν τοῦ τὰ πάντα δημιουργήσαντος· ὑμνῳδοὺς θείας μεγαλειότητος, θεωροὺς δόξης ἀϊδίου καὶ ἀϊδίως, οὐχ ἵνα δοξασθῇ θεός, οὐ γὰρ ἔστιν ὃ προστεθήσεται τῷ πλήρει, τῷ καὶ τοῖς ἄλλοις χορηγῷ τῶν καλῶν, ἀλλ᾿ ἵνα μὴ λείπῃ τὸ εὐεργετεῖσθαι καὶ ταῖς πρώταις μετὰ θεὸν φύσεσι; ταῦτα εἰ μὲν πρὸς ἀξίαν ὕμνηται, τῆς τριάδος ἡ χάρις, καὶ τῆς μιᾶς ἐν τοῖς τρισὶ θεότητος· εἰ δὲ τῆς ἐπιθυμίας ἐνδεέστερον, ἔχει τὸ νικᾷν καὶ οὕτως ὁ λόγος. τοῦτο γὰρ ἠγωνίζετο παραστῆσαι, ὅτι νοῦ κρείττων καὶ ἡ τῶν δευτέρων φύσις, μὴ ὅτι τῆς πρώτης καὶ μόνης, ὀκνῶ γὰρ εἰπεῖν, ὑπὲρ ἅπαντα.

Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ entaksis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com