7 Ιαν 2026

Ο Κανόνας της Παλαιάς Διαθήκης, τα "δευτεροκανονικά" κείμενα και η προτεσταντική απάτη

Ο Κανόνας της Παλαιάς Διαθήκης, τα "δευτεροκανονικά" κείμενα και η προτεσταντική απάτη

Τού Παναγιώτη

Προλεγόμενα

[με πράσινο χρώμα παραθέτουμε τους προτεσταντικούς ισχυρισμούς]

Το παρόν άρθρο αναφέρεται σε προτεσταντικό κείμενο που σχολιάζει τον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης (στο εξής ‘ΠΔ’) και γράφει επί της ουσίας ότι οι Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν δέχονταν τον ευρύ Κανόνα και απέρριπταν τα 10 δευτεροκανονικά βιβλία.

Πριν ξεκινήσουμε, πρέπει να υπογραμμίσουμε πως κάθε παρόμοιο κείμενο που επικαλείται τους δικούς μας Πατέρες της Εκκλησίας για να στηρίξει τις προτεσταντικές πλάνες, είναι εντελώς ανάξιο λόγου. Είναι η πιο σουρεαλιστική κατηγορία προτεσταντικών κειμένων. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει, πώς είναι δυνατόν να επικαλούνται ως «αγίους» και «Πατέρες» τους Ορθόδοξους αγίους διδασκάλους που στο παρελθόν καταδίκασαν ως αιρετικούς, όλους εκείνους που παραχάραξαν την διδασκαλία της Εκκλησίας με κακοδοξίες που έμοιαζαν με των σημερινών προτεσταντών…

Δυστυχώς, από τότε που το διαδίκτυο έγινε προσιτό στο ευρύ κοινό, παρόμοια κείμενα επανεμφανίζονται κατά καιρούς με μικρές αλλαγές.

Το θέμα του κειμένου είναι αρκετά αφελές, καθώς, οποιοδήποτε επιστημονικό εγχειρίδιο για την ΠΔ κι αν ανοίξει κάποιος, θα καταλάβει ότι δεν βασίζεται πουθενά. Σε κάθε περίπτωση δύσκολα θα έπειθε κάποιος που ισχυρίζεται:

«Ναι! Οι Πατέρες ήταν ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ στον κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης»!

 

Κανένα σοβαρό κείμενο δεν θα έγραφε τέτοιες μωρολογίες. Γι’ αυτό θα έλεγε κανείς ότι ουσιαστικά προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση, απευθύνεται δηλ. κυρίως σε αφελείς οπαδούς, σε μια προσπάθεια να τους πείσει ότι «καλώς» παραμένουν στον προτεσταντισμό.

Άλλωστε δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη φιλοσοφία για το ποιοι επισκέπτονται τέτοιες ιστοσελίδες: αν σε μια συζήτηση τεθεί ένα ιστορικοφιλολογικό ζήτημα, κάθε λογικός άνθρωπος θα πει, «πάμε στη βιβλιοθήκη να ανοίξουμε τα ειδικά εγχειρίδια και να δούμε ποια είναι η απάντηση». Αν τώρα, κάποιος από τους συνομιλητές πει, «σιγά μην πάω στην βιβλιοθήκη, εγώ για τα θέματα αυτά ρωτάω αυτόν που έχει το καφενείο στη γωνία», τι να του απαντήσεις; Προφανώς, είτε μιλάς με τον τοίχο, είτε με τον συγκεκριμένο άνθρωπο, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Σύμφωνα λοιπόν με όσα βλέπουμε παρακάτω, εύκολα καταλαβαίνουμε ότι ως συνήθως κοροϊδεύουν και πάλι τον κόσμο

 

Η εκ διαμέτρου αντίθετη θέση του αιρετικού από τα επιστημονικά εγχειρίδια, προδίδει ότι έχει κάνει «μαγείρεμα». Άλλωστε γι’ αυτό καταφεύγουν στα λεγόμενα «σεντόνια», δηλ. ανούσια κατεβατά κειμένου που κουράζουν το μάτι και κανείς δεν έχει την υπομονή να εξετάσει προσεκτικά τι γράφουν.

Για παράδειγμα, βλέπουμε στην παρακάτω εικόνα ότι «επικαλούνται» τον μακαριστό πανεπιστημιακό και Μητροπολίτη, Ιερεμία Φούντα…

Δείτε τι γράφουν αυτοί, και τι γράφει ο ίδιος:

 

Το κείμενο του Ιερεμία Φούντα τονίζει επί λέξει ότι η Εκκλησία μας «παρέλαβε από την αρχή» την μετάφραση των Ο΄, η οποία περιέχει τον «ευρύ Κανόνα» δηλαδή και τα δευτεροκανονικά βιβλία (Τωβίτ, Ιουδίθ, Μακκαβαίων κ.λπ.) ενώ ξεκαθαρίζει ότι τα βιβλία που χρησιμοποιεί η Εκκλησία μας «είναι 49» (και όχι 39 ή 22)!

Και όμως, ο προτεστάντης τον παρουσιάζει σαν να λέει ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, ακολουθούσαν τον «στενό» ιουδαϊκό κανόνα!

Εδώ λοιπόν έχουμε το άκρον άωτον του παραλόγου:
α) η Εκκλησία έχει διαφορετικό Κανόνα από τους
 Πατέρες της Εκκλησίας και
β) η Εκκλησία χρησιμοποιεί βιβλία που οι Πατέρες της Εκκλησίας απορρίπτουν
!

Τι είναι άραγε πιθανότερο; Ένας καθηγητής Πανεπιστημίου να γράφει τέτοιες ασυναρτησίες ή ο προτεστάντης να είναι προχειρολόγος και επιπόλαιος, για να μην πούμε, κακοπροαίρετος;

Σε κάθε περίπτωση η βιβλιογραφία είναι μια σοβαρή υπόθεση. Ο Ιερεμίας Φούντας έχει γράψει πάνω από 15 αυτοτελή βιβλία, χωρίς να υπολογίζονται τα επιστημονικά άρθρα και άλλες εκδόσεις. Κάποιος που θέλει να επικαλεστεί το κύρος του, δεν αρκείται στην αποσπασματική ανάγνωση 10 γραμμών κειμένου, αλλά οφείλει να έχει μελετήσει το έργο του ώστε να είναι σίγουρος για το τι πρεσβεύει. Αλλιώς οδηγούμαστε στα τραγελαφικά αποτελέσματα που βλέπουμε…

 

1. Το προτεσταντικό τέχνασμα και η πραγματική θέση των "δευτεροκανονικών"

Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεθοδευμένη απάτη. Ποια είναι αυτή; Ο προτεστάντης απομονώνει αναφορές Πατέρων για τον στενό Κανόνα, αποκρύπτει όμως ότι η Εκκλησία και οι Πατέρες, στην διδασκαλία τους χρησιμοποιούν χωρίς διακρίσεις τον ευρύ κανόνα δηλ. και τα δευτεροκανονικά.

Στην παραπάνω εικόνα από το υπόμνημα του μακαριστού Ιερεμία Φούντα βλέπουμε απαριθμημένα όλα τα δευτεροκανονικά βιβλία ώστε να κάνουμε σύγκριση με όσα βλέπουμε στα επόμενα παραθέματα από θεολογικά έργα Πατέρων και εκκλ. συγγραφέων. Όπως καταλαβαίνουμε, πολλοί από τους προτεστάντες γράφουν πραγματικά ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι:



 
 

Καθώς ο αιρετικός επικαλείται και τον Ευσέβιο, μπορούμε να βρούμε στο έργο του πλήθος εδάφια δευτεροκανονικών:

A' Έσδρας 4,34: "στρέφεται εν τω κύκλω του ουρανού" (PG 23,900Α).

Σοφία Σειράχ 1,26: "επιθυμήσας σοφίας διατήρησον εντολάς" (PG 23,66Β).

Β' Μακκαβαίων 15,14: "εν τη βίβλω δε των Μακκαβαίων... Ιερεμίας ο προφήτης... ευχόμενος... υπέρ του λαού" (PG 21,956Α).

Σοφία Σολομώντος 7,25: "ατμίς γαρ εστι της του θεού δυνάμεως" (PG 21,885Α), κ.ά.

 

Όπως και στον Ωριγένη:

Βαρούχ 3,11: "συνελογίσθης μετά των καταβαινόντων εις άδου" (PG 13,333Β)

Σοφία Σειράχ 27,11: "ο άφρων ως σελήνη αλλοιούται” (PG 12,1632C)

Σοφία Σολομώντος 5,17: "λήψεται πανοπλίαν τον ζήλον αυτού" (PG 12,1309D)

Β' Μακκαβαίων 15,13: "δόξη ... θαυμαστήν τινα και μεγαλοπρεπεστάτην" (PG 11,448D)

Τωβίτ 12,12: "προσήγαγον το μνημόσυνον της προσευχής υμών ενώπιον του Αγίου" (PG 11,448C), κ.ά.


Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για τον Μ. Αθανάσιο:


 

 


 

Δεν ξέρουμε αν τα αφελή θύματα τέτοιων γελοίων προτεσταντικών κειμένων θα ξυπνήσουν επιτέλους, πάντως το σίγουρο που μάθαμε είναι ότι για σοβαρά ζητήματα δεν αναζητούμε ποτέ πληροφορίες στο «καφενείο της γωνίας» αλλά στις βιβλιοθήκες, στα εξειδικευμένα συγγράμματα και κυρίως, στις πηγές.

Επαληθεύονται λοιπόν στο ακέραιο όσα είδαμε στην πρώτη εικόνα από τους καθηγητές Καλατζάκη, Παπαδόπουλο και Χαστούπη τα οποία επαναλαμβάνει και εδώ ο Παν. Μπρατσιώτης:


 

Αφού διαπιστώσαμε ότι οι πάντες χρησιμοποιούσαν τον ευρύ Κανόνα και όχι τον στενό, όπως ισχυρίστηκε ο πονηρός προτεστάντης, προχωρούμε.

 

2. "Δευτεροκανονικά" και «Ιουδαϊκός Κανόνας»

Δεν μένει πλέον καμία αμφιβολία περί της προτεσταντικής απάτης. Στο σημείο αυτό όμως είναι αναγκαίο να συνοψίσουμε την ουσία, φωτίζοντας παράλληλα ορισμένα καίρια ζητήματα:

1) Πρώτον, είναι αδύνατον να απορρίπτουν οι Πατέρες μετά βδελυγμίας κάθε απόκρυφο κείμενο, να καταδικάζουν ακόμα και τη μνήμη τους, και ταυτόχρονα να τα χρησιμοποιούν στα θεολογικά τους έργα. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να γκρεμίσει τον προτεσταντικό μύθο που πλαγίως ή και ευθέως, προσπαθεί να κατηγοριοποιήσει τα δευτεροκανονικά ως δήθεν «απόκρυφα».

2) Δεύτερον, οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν λόγιοι και θεολόγοι τεράστιας εμβέλειας. Η υπόγεια προσπάθεια των προτεσταντών να τους παρουσιάσουν εμμέσως ως κάποιους αφελείς που στερούνται στοιχειώδη λογική και κρίση, εκθέτει πρωτίστως τους ίδιους. Είναι αδιανόητο για τέτοια πνευματικά αναστήματα να διδάσκουν το πλήρωμα της Εκκλησίας με κείμενα νόθα, επισφαλή ή αμφίβολης αξιοπιστίας. Κατά συνέπεια τα δευτεροκανονικά κείμενα έχουν θέση στα έργα των Πατέρων διότι περιέχουν έγκυρη και αξιόπιστη θεολογία.

3) Προσέχουμε το εξόχως σημαντικό, ότι ακόμα και απέναντι στους αιρετικούς χρησιμοποιείται επιχειρηματολογία προερχόμενη από τα δευτεροκανονικά βιβλία. Αυτό μας βεβαιώνει πως παρά το δογματικό χάσμα, όλες οι πλευρές των Χριστιανών αναγνώριζαν το κύρος των δευτεροκανονικών. Διαφορετικά, η παρουσία τους σε αυστηρά δογματικά έργα, όπως του Μεγάλου Αθανασίου, θα ήταν αδιανόητη.

4) Εφόσον λοιπόν γίνεται θεολογική χρήση όλων των δευτεροκανονικών για την οικοδομή των πιστών αλλά και σε δογματικές διαμάχες με αιρετικούς, γιατί εμφανίζεται το φαινόμενο που επισημαίνουν οι ειδικοί, να γίνεται από κάποιους «θεωρητική» αναφορά στον στενό Κανόνα που τελικά δεν εφαρμοζόταν στην πράξη;

Θα δεχτούμε μήπως ότι «κατά τύχη» προέκυψε αυτή η καθολική επικύρωση του ευρύτερου Κανόνα και «κατά λάθος» χρησιμοποίησαν όλοι ταυτόχρονα εδάφια από δήθεν απόβλητα κείμενα; Ή μήπως είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε το αυτονόητο, ότι ήταν ενέργεια συνειδητή;

Όλα οδηγούν στο συμπέρασμα πως επρόκειτο για μια απολογητική στρατηγική που προφανώς σχετιζόταν με την άρνηση των Ιουδαίων της Παλαιστίνης να δεχτούν τα δευτεροκανονικά βιβλία[1]. Η προβολή από κάποιους του στενού Κανόνα δεν σήμαινε απόρριψη των υπολοίπων βιβλίων από την Εκκλησία, αλλά αποτελούσε μεθοδολογικό εργαλείο ώστε να υπάρχει κοινό έδαφος απολογητικής συζήτησης με τον Ιουδαϊσμό.

Στον πυρήνα της διαμάχης Χριστιανών και Ιουδαίων βρισκόταν το κρίσιμο ερώτημα ποιος αποτελεί τον αληθινό λαό του Κυρίου, το ζήτημα του Μεσσία αλλά και της νέας Διαθήκης με τον «Ισραήλ του Θεού» (Γαλ. 6,16), μέσω του οποίου θα ολοκληρωθεί το σχέδιο της θείας Οικονομίας.

Κατά συνέπεια, αυτή η θεωρητική έμφαση στα εβραϊκά βιβλία και τους συμβολισμούς, μπορούσε να δείξει πως ακόμα και μέσα από τις Γραφές που οι Ιουδαίοι αποδέχονται, αποδεικνύεται ότι η Εκκλησία αποτελεί τη συνέχεια και την ολοκλήρωση των θείων υποσχέσεων.

Βλέπουμε έτσι από συγγραφείς και Πατέρες να γίνεται αναφορά στον αριθμό των 22 βιβλίων (όσα και τα εβραϊκά γράμματα), όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία είχε παραιτηθεί από τα δευτεροκανονικά και την πληρότητα των δικών της Γραφών. Αυτή η χρήση του αριθμού «22» ήταν μόνο συμβολική διότι για να προκύψει ο αριθμός αυτός, οι Πατέρες έκαναν τεχνητές συγχωνεύσεις, όπου 2-3 διαφορετικά βιβλία τα ονόμαζαν «ένα». Για παράδειγμα, επικαλούνταν μεν το βιβλίο του Ιερεμία, αυτό όμως μπορούσε να περιλαμβάνει και την Επιστολή Ιερεμίου και τον Βαρούχ που ανήκουν στα δευτεροκανονικά! Άρα για ποιον «ιουδαϊκό Κανόνα άνευ δευτεροκανονικών» μιλάνε τα ανάξια λόγου προτεσταντικά φληναφήματα;

 

3. Οι Πατέρες είναι δικοί μας και γι’ αυτό καταδικάζουν τις προτεσταντικές πλάνες

Θα κάνουμε εδώ μια αναγκαία παρένθεση, για να σχολιάσουμε κάτι που αναφέραμε πιο πριν, την εξωφρενική τακτική κάποιων προτεσταντικών κειμένων να κάνουν επίκληση των δικών μας Πατέρων της Εκκλησίας για να στηρίξουν τις πλάνες τους...

Οι προτεστάντες υβρίζουν νυχθημερόν την Εκκλησία ως «πλανεμένη», ότι δήθεν παραβιάζει την Αγία Γραφή, ότι υιοθετεί ειδωλολατρικές άρα σατανικές διδασκαλίες και ένα σωρό άλλα… Ταυτόχρονα όμως, για όποιο θέμα θεωρούν ότι τους βολεύει, επικαλούνται κείμενα ή φράσεις των δικών μας Πατέρων της Εκκλησίας, αυτών δηλαδή που τάχα υιοθετούν όλες αυτές τις «σατανικές» διδασκαλίες!

Μάλιστα η αυτογελοιοποίηση τους φτάνει σε σημεία πρωτόγνωρα. Έχουν τοποθετήσει διάφορα χρονικά όρια, η κάθε προτεσταντική ομάδα τα δικά της και άλλοι λένε ότι η Εκκλησία «πλανήθηκε» από τον Χρυσόστομο και μετά, άλλοι λένε μετά τον 2ο αιώνα και άλλοι, αμέσως μετά τους Αποστόλους... Οπότε, μέσα στα χρονικά όρια που θέτει αυθαίρετα ο καθένας, παίρνει όποιον Πατέρα θέλει, όποιο απόσπασμα κειμένου πιστεύει ότι τον βολεύει και αρπάζοντας επιλεκτικά διάφορες φράσεις (αποκρύπτοντας όλα τα υπόλοιπα) τις περιφέρει σαν «πατερική θεολογία» που… συμφωνεί με τους προτεστάντες!

Πώς αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλος τους όλη αυτή την κατάσταση, είναι αδύνατον να το κατανοήσουμε.

Η Εκκλησία έχει δώσει κύρος στους Πατέρες διότι υιοθετούν τις διδασκαλίες που θεωρεί ορθές, όπως την ειδική Ιερωσύνη, την διακονία του επιγείου θυσιαστηρίου από ιερείς, την εξομολόγηση σε ιερέα, την Θεοτόκο, τους αγίους και τις πρεσβείες τους, τα μνημόσυνα, τα ιερά λείψανα, τις ιερές εικόνες.

Αυτά όμως οι προτεστάντες τα έχουν βαφτίσει «πλάνες» και «ειδωλολατρία». Είναι δυνατόν να δείχνουν τόση υποκρισία και να επικαλούνται διδασκάλους της «πλάνης» και της «ειδωλολατρίας»;! Τότε ας ακολουθήσουν και τη διδασκαλία του διαβόλου, αφού το ακάθαρτο πνεύμα λέει μια φράση με την οποία συμφωνούν, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός «του Θεού του υψίστου» (Μαρκ. 5,7)!

Την απόλυτη απαγόρευση «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6,24) δεν την έχουν ακούσει ποτέ; Μήπως έχουν εφεύρει κάποιο ελάχιστο επιτρεπτό όριο… ειδωλολατρικής «μόλυνσης»; Μήπως αναγνωρίζουν ένα νέο είδος «ολίγον» Χριστιανού και «ολίγον» ειδωλολάτρη; Αν όχι, ας αφήσουν τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ήσυχους. Πόσο καθαρότερα να δείξουμε τον παραλογισμό τους;

Δείτε λοιπόν στα παρακάτω αποσπάσματα ότι οι προτεστάντες επικαλούνται αυτούς που καταδικάζουν ολόκληρη την προτεσταντική πλάνη:

 

Τι άλλο να πει κανείς;… Θαυμάστε τεχνάσματα με τα οποία προσπαθούν να ξεγελάσουν τους αφελείς.

Ο λόγος για τον οποίο δεν ντρέπονται να επικαλούνται Πατέρες των οποίων τις διδασκαλίες απορρίπτουν, ίσως δείχνει πόσο βαθιά έχει διαβρώσει την πλάνη τους το ψεύδος. Άλλωστε αυτό ακριβώς δείξαμε έως τώρα με την παράθεση των πηγών. Ενώ ισχυρίζονταν ότι οι Πατέρες «απορρίπτουν» δήθεν τα δευτεροκανονικά βιβλία, εμείς δείξαμε ότι πρόκειται για διαστρέβλωση.

Άρα, την επόμενη φορά που θα δούμε προτεσταντικό κείμενο να επικαλείται τους δικούς μας Πατέρες της Εκκλησίας, θα ξέρουμε περί τίνος πρόκειται

 

4. Προτεσταντικός ατομικισμός: αυτοαναίρεση και βλασφημία

Αξίζει να γίνει ακόμη μια επισήμανση για την καταχρηστική αναφορά στους Πατέρες μας, τους οποίους προβάλλουν σαν να είναι καθένας εξ αυτών και ένας «Πάπας της Ρώμης», ξεκομμένος από το εκκλησιαστικό σώμα που τον ανέδειξε.

Όπως σημειώνει ο καθ. Στ. Παπαδόπουλος, η Εκκλησία είναι αυτή που ανέδειξε τους μεγάλους θεολόγους «και τους ονόμασε τιμητικά Πατέρες και Διδασκάλους»[2].

Κατά συνέπεια, εκείνη που ως Σώμα Χριστού αναγνωρίζει τους Πατέρες είναι η Εκκλησία και οι Πατέρες αντίστοιχα υποτάσσονται σε αυτήν.

Όμως, ένας προτεστάντης λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα διότι η ασθένεια του ατομικισμού έχει διαβρώσει και κατακερματίσει την αίρεση του Λούθηρου.

Δείτε για παράδειγμα τι μπορεί να γράψει:

           

α) Προσέξτε το «εγώ» και το «πιστεύω μου» που είναι η βασική αιτία του χιλιοτεμαχισμένου προτεσταντισμού, σε αντίθεση με την Γραφή που λέει, «το αυτό λέγητε πάντες, και μή ή εν υμίν σχίσματα» (Α΄ Κορ. 1,10). Αλλά πώς γίνεται οι οπαδοί του δόγματος «Μόνο η Αγία Γραφή» να είναι χωρισμένοι σε αμέτρητες ομάδες με διαφορετικές δοξασίες; Αφού η Γραφή είναι μόνο μία, γιατί δεν συμφωνούν όλοι και υπάρχουν μέχρι και προτεστάντες που πιστεύουν σε άλλο Θεό αφού δεν δέχονται την Αγία Τριάδα;

Μα ακριβώς επειδή λένε ψέματα.

Η Γραφή απαιτεί διαρκώς ερμηνεία, κανείς τους δεν ακολουθεί την Αγία Γραφή γενικά και αόριστα. Ακολουθούν αποκλειστικά και μόνο ερμηνείες της Αγίας Γραφής, είτε αυτές που τους υπαγορεύει το «εγώ» τους, είτε αυτές που υπαγορεύει το «εγώ» και τα «πιστεύω» του αρχηγού της εκάστοτε ομάδας τους… Αυτές οι αυθαίρετες ερμηνείες είναι που προκαλούν τις διαιρέσεις στον προτεσταντικό χώρο και όχι η Αγία Γραφή.

 

β) Αυτός ο ακραίος ατομικισμός όμως οδηγεί και σε αυτοαναίρεση ή και βλασφημία ακόμα: οι προτεστάντες είναι οπαδοί του δόγματος Sola Scriptura («Μόνο η Αγία Γραφή») και δέχονται έναν απόλυτα συγκεκριμένο αριθμό 66 βιβλίων. Το προτεσταντικό κείμενο που σχολιάζουμε γράφτηκε ακριβώς για να μας πείσει ότι το δόγμα τους των 66 βιβλίων είναι σωστό.

Και όμως, ο προτεστάντης συμπεριφέρεται σαν να είναι εντελώς άχρηστο δόγμα το Sola Scriptura, αφού με μεγάλη άνεση κάνει υποθέσεις εργασίας(!) και μας λέει ότι, θα μπορούσε να συμπεριλάβει Δευτεροκανονικά βιβλία (Α΄ Έσδρας & Βαρούχ) μέσα στην Αγία Γραφή την ώρα που ωρύεται ότι ο Θεός τα απαγορεύει!

Ποιος νοήμων άνθρωπος που σέβεται την πίστη του θα έλεγε ποτέ ότι «εγώ μπορώ να βάλω» στην Αγία Γραφή βιβλία απαγορευμένα και απόβλητα; Και όμως, αυτοί μπορούν. Για έναν Ορθόδοξο θα ήταν αδιανόητο ακόμα και ως «υπόθεση εργασίας» να πει ότι εγώ μπορώ να βάλω όποιο βιβλίο θέλω στην Αγία Γραφή.

Άντε λοιπόν, ας ευχηθούμε στους προτεστάντες καλή αρχή στην αποδοχή των Δευτεροκανονικών, και με το καλό και τα υπόλοιπα...

 

5. Δεν νοείται Εκκλησία και Πατέρες της Εκκλησίας εκτός Συνοδικού πολιτεύματος

Αναφέραμε προηγουμένως τα αυθαίρετα χρονικά όρια που θέτει κάθε προτεσταντική ομάδα σχετικά με το πότε «πλανήθηκε» τάχα η Εκκλησία. Αυτή η θεωρία, όπως καταλαβαίνουμε σχετίζεται με την θεολογική τους επιβίωση·  για να έχουν λόγο ύπαρξης θα πρέπει η Εκκλησία κάποια στιγμή να «πλανήθηκε» για να έρθουν οι προτεστάντες να την… σώσουν. Τώρα, πώς κατάφεραν να δεχτούν ότι είναι δυνατόν να πλανηθεί η Εκκλησία που είναι σώμα Χριστού, όταν η κεφαλή που είναι ο ίδιος ο Κύριος (Κολ. 1,18) είναι αυτή που κατευθύνει το σώμα, δείχνει μάλλον την θεολογική τους σύγχυση.

Αυτό όμως που κυρίως θέλουν να πετύχουν με τα αυθαίρετα χρονικά όρια, είναι να τεμαχίσουν την ιστορία της Εκκλησίας για να αποκόψουν κάθε τι που δεν τους αρέσει από την ιστορική της ενότητα και συνέχεια. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Πενθέκτη Οικ. Σύνοδος που όπως γνωρίζουμε αποφάσισε να ασχοληθεί με την έκταση του Κανόνα έστω και εμμέσως (δηλ. χωρίς να διατυπώσει δικό της κατάλογο βιβλίων).

Βεβαίως, και μετά την Πενθέκτη επιμέρους συζητήσεις και διαφοροποιήσεις εξακολούθησαν να εμφανίζονται (θα το δούμε πιο κάτω) πάντως, όπως σημειώνει ο καθ. Σταύρος Καλαντζάκης, από την απόφαση της Συνόδου προέκυψε αναγνώριση του ευρύ Κανόνα ως επικρατέστερου:

 

           

Με αφορμή αυτό, καλό είναι να αναδείξουμε και την προβληματική δομή της επιχειρηματολογίας τους. Θα δούμε παρακάτω ότι όλοι οι Πατέρες υποτάσσονται στην Συνοδική παράδοση. Η Εκκλησία προχωρά ιστορικά και λαμβάνει συνοδικές αποφάσεις με τη συμμετοχή Πατέρων από κάθε χρονική περίοδο.

Κατά συνέπεια, με ποια λογική έρχεται ένας προτεστάντης να μας υποδείξει πώς εκφράζεται η αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ποια είναι τα κριτήρια της, ποιος είναι ο ρόλος των Πατέρων;! Αυτός, ας κοιτάξει την σέκτα του. Θα έρθει να ετεροπροσδιορίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία;

Το Συνοδικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη φύση και τη ζωή της Εκκλησίας, βιβλικά κατοχυρωμένο (Πράξ. 15,1-29). Μόνο θυμηδία προκαλεί ο ισχυρισμός ότι μπορεί να υπάρξουν μαρτυρίες «της Εκκλησίας» αποκομμένες από το Συνοδικό σύστημα, τη στιγμή που όλοι οι Πατέρες υποτάσσονται στην συνοδική παράδοση:



 

Όπως δείξαμε λοιπόν, όλοι οι Πατέρες υποτάσσονται στην συνοδική παράδοση και μέσα σε αυτήν ανήκει και η Πενθέκτη Οικ. Σύνοδος. Κατά συνέπεια δεν μπορείς να επικαλείσαι τους Πατέρες και να απορρίπτεις τις Συνόδους διότι αλλοιώνεις το φρόνημα αυτών που τάχα επικαλείσαι.

Οι Πατερικοί Κανόνες που επικαλείται ο Προτεστάντης είναι επιμέρους μαρτυρίες και απόψεις Πατέρων που σχετίζονται με το χρονικό διάστημα που διατυπώθηκαν, και το κυριότερο, εκφράζουν μόνο μια θεωρητική βάση διότι η θεολογική πράξη υιοθετεί τον ευρύ Κανόνα. Από τη στιγμή όμως που έχουν εξεταστεί και αξιολογηθεί από Οικ. Σύνοδο, η μοναδική έγκυρη μαρτυρία της Εκκλησίας είναι ο β΄ Κανόνας της Πενθέκτης και όχι οι μεμονωμένες απόψεις.

Πέρα όμως και από αυτά, ο συγκεκριμένος προτεστάντης δεν έχει συνειδητοποιήσει ποιους Κανόνες επικαλείται.

Ενώ ο ίδιος είναι Χιλιαστής, προκαλεί εμάς τους Ορθοδόξους να αποδεχτούμε Κανόνες που εκείνος είναι αδύνατον να αποδεχτεί διότι απορρίπτουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη από την οποία εξαρτώνται απόλυτα τα πιστεύω του:

 

Οι αλλόκοτοι ισχυρισμοί του προτεστάντη δεν έχουν τέλος. Ένας Χιλιαστής να ομολογεί ως άγιο τον Κύριλλο Ιεροσολύμων και να απαιτεί από τους ορθοδόξους συμμόρφωση με τον Κανόνα του, από τον οποίο βρίσκεται εκτός η Αποκάλυψη του Ιωάννη...

Ο προτεστάντης από τα «πολλά γέλια», δεν κατάλαβε ότι μόλις εξαφάνισε τα θεμελιώδη δόγματά του. Μας καλεί να ακολουθήσουμε τον Κύριλλο, τον Γρηγόριο και τον Αμφιλόχιο; Πολύ ευχαρίστως. Εμείς όχι μόνο μπορούμε αλλά ήδη έχουμε επικυρώσει Κανόνες χωρίς την Αποκάλυψη στην Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο εφόσον έγιναν αποδεκτοί ως συμπληρωματικοί και άρα πρόκειται για εναρμόνιση απόψεων ανθρώπων που υποτάσσονται στην Εκκλησία. Αυτός όμως ως Χιλιαστής μπορεί να το δεχτεί;! Διότι και ο Κύριλλος, και ο άγιος Γρηγόριος αφήνουν εκτός Κανόνα την Αποκάλυψη, όπως και ο Αμφιλόχιος που γράφει ότι οι περισσότεροι την θεωρούν νόθο κείμενο: «οι πλείους δε γε νόθον λέγουσιν».

Τελικά, αποφασίστε: είναι ο Κύριλλος, ο Γρηγόριος και ο Αμφιλόχιος οδηγοί σας για τον Κανόνα;

Αν ‘ναι’, τότε πηγαίνετε ν’ αλλάξτε δόγματα.

Αν ‘όχι’, τότε γιατί παριστάνετε τους πονηρούς και τους επικαλείστε;

 

Και πάμε στην επόμενη ενότητα που έχει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

 

6. Δεν υπήρξε ΚΔ 27 βιβλίων στην αρχαία Εκκλησία πριν από τον 4ο βυζαντινό αιώνα: διότι, η Εκκλησία σώζει, όχι το Sola Scriptura, το ανύπαρκτο δόγμα…

Ας δούμε τώρα την άλλη όψη των προτεσταντικών ισχυρισμών που θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε την τακτική τους.

Με αρκετή επιπολαιότητα, πιστεύουν πως αν προβάλλουν υπέρμετρα ότι για κάποια βιβλία του Κανόνα της ΠΔ διατυπώθηκαν διαφορετικές απόψεις, θα «αποδείξουν» ότι αυτά τα βιβλία ήταν νόθα, απόβλητα, περιττά, επισφαλή και ίσως επικίνδυνα.

Αυτή ακριβώς όμως είναι η παγίδα στην οποία έχουν πιαστεί.

Διότι αν οι διαφορετικές απόψεις για βιβλία της Αγίας Γραφής αποτελούν εγγύηση για την «ακαταλληλότητα» τους, τότε το ίδιο ακριβώς ισχύει για αρκετά βιβλία της ΚΔ και μάλιστα για την Αποκάλυψη του Ιωάννη.

Ο προτεστάντης παριστάνει ότι ενδιαφέρεται ειλικρινά για την διευθέτηση των βιβλίων της ΠΔ όμως «ξέχασε» ν’ αναφέρει ότι όπως εμφανίστηκαν διαφορετικές απόψεις για βιβλία της ΠΔ, έτσι ακριβώς υπήρχαν διαφορετικές απόψεις και για τα βιβλία της ΚΔΗ Αρχαία Εκκλησία δεν είχε Κανόνα της ΚΔ επί 4 αιώνες.

Οποιοδήποτε βασικό εγχειρίδιο για την ιστορία της ΚΔ αν διαβάσει κάποιος, θα διαπιστώσει ότι μόνο ο Κανόνας του Μ. Αθανασίου εμφάνισε για πρώτη φορά πλήρη την ΚΔ μόλις το 367 μ.Χ.

 

Μαρκίων (μέσα 2ου αι. μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά μόνο 11 βιβλία.
Αφήνει εκτός τα: 
Κατά Ματθαίον, Κατά Μάρκον, Κατά Ιωάννην, Πράξεις Αποστόλων, Α' & Β' Τιμόθεον, Προς Τίτον, Προς Εβραίους, Ιακώβου, Α' & Β' Πέτρου, Α', Β' & Γ' Ιωάννου, Ιούδα, Αποκάλυψις Ιωάννου[3].

 

Ειρηναίος (τέλη 2ου αι. μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά μόνο 22 βιβλία συν τον Ποιμένα του Ερμά.

Αφήνει εκτός τα: Προς Εβραίους, Ιακώβου, Β' Πέτρου, Γ' Ιωάννου, Ιούδα[4].

 

Κανόνας Μουρατόρι (τέλη 2ου αι. μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά μόνο 22 βιβλία συν την Αποκάλυψη Πέτρου.

Αφήνει εκτός τα: Προς Εβραίους, Ιακώβου, Α' & Β' Πέτρου, Γ' Ιωάννου[5].

 

Τερτυλλιανός (τέλη 2ου αι. μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά μόνο 22 βιβλία.

Αφήνει εκτός τα: Προς Εβραίους, Ιακώβου, Β' Πέτρου, Β' & Γ' Ιωάννου[6].

 

Αρχαία Συριακή μετάφραση (2ος αι. μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά μόνο 22 βιβλία.

Αφήνει εκτός τα: Β' Πέτρου, Β' & Γ' Ιωάννου, Ιούδα, Αποκάλυψις Ιωάννου[7].

 

Ωριγένης (185-254 μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά μόνο 22 βιβλία.

Αφήνει εκτός ως «αμφιβαλλόμενα» τα: Ιακώβου, Β' Πέτρου, Β' & Γ' Ιωάννου, Ιούδα[8].

 

Ευσέβιος (325-340 μ.Χ.) ~ Δέχεται με βεβαιότητα ως Κανονικά μόνο 21 βιβλία.

Διαχωρίζει ως «αντιλεγόμενα» τα: Ιακώβου, Β' Πέτρου, Β' & Γ' Ιωάννου, Ιούδα.

Δηλώνει αβεβαιότητα για την Αποκάλυψη του Ιωάννη την οποία κατατάσσει και στα «ομολογούμενα» και στα «νόθα», γράφοντας, «τινες αθετούσιν, έτεροι δε εγκρίνουσιν τοις ομολογουμένοις»[9].

 

Σιναϊτικός Κώδικας (4ος αι. μ.Χ.) ~ Δέχεται ως Κανονικά τα 27 βιβλία αλλά προσθέτει τον Ποιμένα και την Επιστολή Βαρνάβα[10].

 

Μ. Αθανάσιος (367 μ.Χ.) ~ Παραδίδει τον σημερινό Κανόνα της Καινής Διαθήκης των 27 βιβλίων. Όπως σημειώνει ο καθ. Σάββας Αγουρίδης:

«Δια της 39ης Επιστολής του Μεγάλου Αθανασίου (+367) η Ορθόδοθος καθολική Εκκλησία δια του κορυφαίου της Ορθοδοξίας εξέφρασε τω απόσταγμα όλων των συζητήσεων και όλης της πείρας της περί των ορίων του κανόνος. Τα κανονικά βιβλία της Κ.Δ. εν τη Επιστολή ταύτη ορίζονται εις 27 και είναι τα κρατήσαντα έκτοτε μέχρι σήμερον εν τη Εκκλησία ως κανονικά βιβλία»[11].

 

Αν το επιχείρημα τους είναι ότι οι αμφιβολίες που εκφράστηκαν για βιβλία της ΠΔ δείχνει ότι τα βιβλία αυτά πρέπει να βγουν από τον Κανόνα, τότε αυτό θα έπρεπε να γίνει και για τα βιβλία της ΚΔ.

Άραγε, με αυτά τα παιδιάστικα επιχειρήματα πείθουν τους οπαδούς του προτεσταντισμού; Προκαλούν οι προτεστάντες εμάς, όταν αποκαλύπτεται ως ανύπαρκτο, το βασικό τους δόγμα Sola Scriptura;

Διότι η Εκκλησία υπήρχε κι έσωζε πριν γραφτεί έστω και μια σελίδα της ΚΔ. Επιπλέον, η Καινή Διαθήκη δεν είναι τα… «ευαγγέλια» όπως ψελλίζει σε κάποιο σημείο ο προτεστάντης. Η ΚΔ περιλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο 27 βιβλία και δεν υπήρξε ποτέ ολοκληρωμένη μέχρι τον 4ο αιώναΠοιο δόγμα Sola Scriptura λοιπόν; Η Εκκλησία ήταν και είναι η κιβωτός της Σωτηρίας. Η Γραφή γεννήθηκε σε δεύτερο χρόνο από τα σπλάχνα της Εκκλησίας και γι’ αυτό η Εκκλησία ήταν η μόνη που μπορούσε να αποφασίσει για τον Κανόνα.

 

 

            Η Εκκλησία λοιπόν δεν είχε ποτέ πρόβλημα με τις διαφορετικές απόψεις που εμφανίστηκαν κατά καιρούς, διότι μετέδιδε έγκυρα το μήνυμα της Σωτηρίας αφού προϋπήρξε της Γραφής και του Κανόνα. Πρόβλημα έχουν μόνο οι προτεστάντες διότι είναι παγιδευμένοι χωρίς διέξοδο στο Sola Scriptura που κατασκεύασαν 15 αιώνες μετά από την ενανθρώπιση του Κυρίου.

Ας δούνε οι αναγνώστες τι ευτελούς επιπέδου είναι τα προτεσταντικά επιχειρήματα.

 

7. Ποιος είναι ο Κανόνας της ΠΔ της Εκκλησίας

Όπως αναφέραμε, όταν η Εκκλησία έκρινε αναγκαίο, αποφάσισε να εξετάσει το ζήτημα της έκτασης του Κανόνα εγκρίνοντας φυσικά τον ευρύτερο με τα δευτεροκανονικά.

Με την επικύρωση άλλων Κανόνων μέσω του β΄ Κανόνα της, η Πενθέκτη απέδωσε είτε σε βιβλία που είχαν παραλειφθεί (Α΄,Β΄,Γ΄ Μακκαβαίων), είτε σε αναγιγνωσκόμενα (ΤωβίτΙουδίθΣοφία Σολ.Σοφία Σειράχ), τον τίτλο «βιβλία Παλαιάς Διαθήκης» και «Κανονικές Γραφές» (τα Α΄ ΈσδραςΒαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου επικυρώθηκαν χωρίς να λογίζονται ως αναγιγνωσκόμενα, βλ. Λαοδίκεια και Μ. Αθανάσιο).

Αυτή η επικύρωση όμως δεν περιλαμβάνει τη Διδαχή και τον Ποιμένα, αφού κανένας Κανόνας δεν τα χαρακτήρισε τελικώς «βιβλία Παλαιάς Διαθήκης» ή «Κανονικές Γραφές». Επίσης η κρίση της Πενθέκτης για τα έργα του «Κλήμεντος» θεωρήθηκε ως άρση της εγκυρότητας τους.


 

Επομένως, στην ουσία δεν υφίστανται «δευτεροκανονικά βιβλία» στον Κανόνα για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο όρος αυτός διατηρείται συμβατικά, ως τεχνική ορολογία, για να διευκολύνεται η συνεννόηση.

Βάσει της σχετικής βιβλιογραφίας, οι περισσότεροι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η επικύρωση της Πενθέκτης ήταν έμμεση, εννοώντας με αυτό ότι δεν εξέδωσε η ίδια έναν δικό της κατάλογο βιβλίων. Επίσης, η πλειονότητα των ερευνητών (χωρίς να παραβλέπουμε τη γόνιμη συζήτηση γύρω από την πρόταση εναρμόνισης του καθ. Π. Μπούμη) τάσσεται υπέρ της άποψης ότι θα έπρεπε μια μελλοντική Σύνοδος να παραδώσει έναν συγκεκριμένο, ενιαίο κατάλογο βιβλίων.

Παρά ταύτα όμως, η Ορθόδοξη Εκκλησία μπορεί να πορευτεί με το ασφαλές κριτήριο της λεγόμενης «Συμφωνίας Πατέρων», δηλαδή ακολουθώντας αυτό που δίδαξε με το έργο της η πλειοψηφία των ιερών συγγραφέων (βλ. και την διδασκαλία του Μ. Φωτίου εδώ).

Οι ειδικοί συμφωνούν με αυτό που είδαμε και στις πηγές, ότι οι Πατέρες έκαναν χρήση του ευρύτερου Κανόνα, εντάσσοντας τα «δευτεροκανονικά» βιβλία στο σώμα της Γραφής και αντιμετωπίζοντάς τα ως ισόκυρα με τα λοιπά βιβλία:

·         Μπρατσιώτης (“εν τη πράξει στοιχούσι τω ευρυτέρω κανόνι”),

·         Χαστούπης (“δεν ηδύναντο να διασαλεύσουν την εις τον ευρύτερον κανόνα καθολικήν πίστιν”),

·         Παπαδόπουλος (“τερματίζει τας περί του κανόνος υπαρχούσας αμφιταλαντεύσεις και θεσπίζει εμμέσως τον ευρύτερον κανόνα ως τον τότε επικρατέστερον”),

·         Καλαντζάκης (“ο χριστιανικός κανόνας ταυτίζεται ουσιαστικά με τον ευρύ ελληνικό ή αλεξανδρινό κανόνα”),

·         Παπαρνάκης (“πρέπει να υπογραμμιστεί έντονα ότι [οι Πατέρες] στην πράξη εξεδήλωναν την προτίμησή τους στον ευρύ χρησιμοποιώντας τα δευτεροκανονικά βιβλία ως θεόπνευστες γραφές”),

·         Ψαλτάκης/Τρεμπέλας (“δέον να αναφερώμεθα και εις τα Δευτεροκανονικά, ως εις βιβλία της Αγίας Γραφής”)

 

Επίλογος

Όπως αποδείξαμε, η Εκκλησία πορεύτηκε ανέκαθεν μαζί με τα δευτεροκανονικά βιβλία μέσα στην Αγία Γραφή της. Δυστυχώς, οι προτεστάντες με το «έτσι θέλω» αποφάσισαν να απορρίψουν 10 ολόκληρα βιβλία από την Αγία Γραφή, τα οποία αναγνώριζαν και χρησιμοποιούσαν στην πράξη οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Και όμως, εξακολουθούμε να διαβάζουμε αδιανόητα πράγματα:

Δυστυχώς πρόκειται για ψεύδη σε κοινή θέα.

Όπως είδαμε στην εικόνα αρ. 3, από την αρχαιότητα (Μελίτων ΣάρδεωνΚλήμης ΑλεξανδρεύςΤερτυλλιανόςΙππόλυτος ΡώμηςΔιονύσιος Αλεξανδρείας) μέχρι και την εποχή των Τριών Ιεραρχών και αργότερα (Μέγας Αθανάσιος, Κύριλλος ΙεροσολύμωνΑμφιλόχιος ΙκονίουΙερώνυμοςΜέγας ΒασίλειοςΓρηγόριος ο ΘεολόγοςΓρηγόριος ΝύσσηςΕπιφάνιος ΚύπρουΙωάννης Δαμασκηνός), Πατέρες και εκκλ. συγγραφείς θεολογούσαν βασισμένοι στα δευτεροκανονικά και μάλιστα τα αξιοποιούσαν όλα ανεξαιρέτως:

Α' ΈσδραςΤωβίτΙουδίθΑ' ΜακκαβαίωνΒ' ΜακκαβαίωνΓ' ΜακκαβαίωνΣοφία ΣολομώντοςΣοφία ΣειράχΒαρούχΕπιστολή Ιερεμίουδευτεροκανονικά Δανιήλ.

 

Εσείς, αγαπητοί προτεστάντες δεν ισχυριστήκατε ότι σας ενδιαφέρει πάρα πολύ το τι έκαναν οι δικοί μας Πατέρες της Εκκλησίας; Ε, τότε, καιρός να αρχίσετε να χρησιμοποιείται τα δευτεροκανονικά, όπως έκαναν τα υποτιθέμενα… «πρότυπα» σας!

 

Σημειώσεις


[1] Βλ. Μπρατσιώτης Παναγιώτης, «Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην», Αθήνα 1993 (c1936), σελ. 498, 504 και «Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας», τόμ. 8, Ο Σωτήρ, Αθήνα 1990, σελ. 3-4.

[2] Παπαδόπουλος Στυλιανός, «Πατρολογία», τόμ. Α΄, εκδ. 4η, Αθήνα 2000, σελ. 17

[3] Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη», 2η έκδ., Πουρναράς, θεσσαλονίκη 1998, σελ. 100 ~ Αγουρίδης Σάββας, «Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην», 3η έκδ., Γρηγόρης, Αθήνα 1991, σελ. 62 ~ Βούλγαρης Χρήστος, «Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην», τόμ. Β΄, Αθήνα 2003, σελ. 1215.

[4] Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 105 ~ Αγουρίδης Σάββας, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 61.

[5] Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 106 ~ Βούλγαρης Χρήστος, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 1216-7.

[6] Παναγόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη», Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 28 ~ Βούλγαρης Χρήστος, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 1227.

[7] Βούλγαρης Χρήστος, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 1233.

[8] Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 109.

[9] Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 110-111.

[10] Καραβιδόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 112.

[11] Αγουρίδης Σάββας, «Εισαγωγή…», ό.π., σελ. 71.

https://www.oodegr.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com