5 Μαΐ 2026

Ἀπό ποῦ καταγόμεθα; Διατί ὑπάρχομεν; Ποῖος ὁ σκοπός τῆς ὑπάρξεώς μας;

Ἀπό ποῦ καταγόμεθα; Διατί ὑπάρχομεν; Ποῖος ὁ σκοπός τῆς ὑπάρξεώς μας;

Τοῦ Μητροπολίτου Ἀντινόης Παντελεήμονος

   Τρία ἐρωτήματα ἀπασχολοῦν τὸν ἄνθρωπον τῆς σύγχρονης ἐποχῆς τῶν ἀμφιβολιῶν, τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ τῆς κατεδαφίσεως ὅλων τῶν ἰδανικῶν. Ἐρωτοῦν εἰδικὰ οἱ νέοι:

Ἀπὸ ποῦ καταγόμαστε; Γιατί ὑπάρχουμε καὶ ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ὑπάρξεώς μας;

Σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δίδει ἀπαντήσεις ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, ὁ ἄνθρωπος παρουσιάζεται ὡς ἡ κορωνίδα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ὅλης Δημιουργίας καὶ τὸ πιὸ τέλειο ὅλων τῶν πλασμάτων, βασιλέα τῆς γῆς καὶ τὸ μόνο πλάσμα ποὺ κυβερνᾶται ἀπὸ ψηλά.  Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ μικρὸς κόσμος τοῦ μεγάλου Κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία περιορισμένη ἔκφραση τῆς ἄπειρης αὐτο-εκφράσεως τοῦ Θεοῦ. [1] Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὁ σύνδεσμος ποὺ ἑνώνει τὸν ὁρατὸ καὶ ὑλικὸ κόσμο μὲ τὸν πνευματικὸ καὶ ἀόρατο κόσμο.  Ὁ ἄνθρωπος ἐμφανίζεται νὰ εἶναι γήϊνος, παρ’ ὅλο ποὺ τὴν ἴδια στιγμὴ εἶναι καὶ οὐράνιος, θνητὸς καὶ ἀθάνατος, ὁρατὸς καὶ νοητός, ἐπιβλέπων τῆς ὁρατῆς Δημιουργίας καὶ μυητὴς τοῦ διανοητικοῦ ὡς καὶ προσκυνητὴς τοῦ Θείου Μεγαλείου.  Φτιαγμένος ἀπὸ δύο συστατικά, ὕλη καὶ πνεῦμα, σχετίζεται μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ.  Καὶ διὰ τῆς διανοητικῆς οὐσίας ἐπικοινωνεῖ μὲ τὶς οὐράνιες Δυνάμεις, ἐνῶ διὰ τῆς ὕλης σχετίζεται πρὸς τὰ γήϊνα πράγματα. [2]

Στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως ἔχομε δύο ἱστορίες ποὺ ἀφοροῦν τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου [3], ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ πρώτη εἶναι συντομώτερη σὲ σχέση μὲ τὴν δευτέρα, ὅμως θὰ μποροῦσαν νὰ συνδυαστοῦν. Ἡ ἐξιστόρηση τῆς Γενέσεως εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα σὲ σύγκριση μὲ τὶς μυθολογικὲς παραδόσεις τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Οἱ βιβλικὲς ἐξιστορήσεις δὲν ἔχουν μόνον τὴν αὐθεντία τῆς θεοπνευστίας τοῦ συγγραφέα τῆς Πεντατεύχου, ἀλλὰ μαρτυροῦνται ἀπὸ πολλὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ εἰδικὰ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἐξιστόρηση τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως, ὁ Θεὸς δὲν προστάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὴν θάλασσα ἢ ἀπὸ τὴν γῆ, ὅπως πρόσταξε τὰ ψάρια, τὰ πουλιά, τὰ ἑρπετὰ καὶ ὅλα τὰ ζωντανὰ πλάσματα. Ἀλλά, ὅταν δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, ὁ Θεὸς εἶπε: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» [4] καὶ τοὺς ἔδωσε τὴν ἐξουσία πάνω σ’ ὅλα τὰ πλάσματα [5]. Ὁ Θεὸς δὲν πρόσταξε: «γενηθήτω ἄνθρωπος», παρ’ ὅλο πού, ἐὰν τὸ εἶχε κάμει, ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶχε δημιουργηθεῖ.  Ὅμως, ὁ Θεὸς διαμόρφωσε τὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ εἰδικὴ προσοχὴ καὶ φροντίδα, καὶ διὰ τῆς Θείας Πνοῆς τοῦ ἔδωσε ψυχή,[6] καθιστώντας τὸν ἄνθρωπο «εἰς ψυχὴν ζῶσαν» [7]. Ἡ ἐκ τοῦ χοὸς (χῶμα) δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ μία ἐντελῶς ξεχωριστὴ δημιουργία σὲ σχέση μ’ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη.

Τὸ «καλῶς λίαν» δὲν θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐὰν τὸ λογικὸ δημιούργημα ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὰ Χέρια Του δὲν παρουσιάζετο μὲ πλήρη ἁρμονία πρὸς τὴν ἁγιότητα τοῦ Δημιουργοῦ του.  Ὁ ἄνθρωπος ἀνταποκρίνετο πλήρως πρὸς τὸν προορισμὸ τῆς διὰ τῆς ἁγιότητας ὁμοιώσεώς του πρὸς τὸ Θεῖο.  Ἐμφανίζεται ὄχι μόνον ὡς σάρκα, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ὡς πνεῦμα, μεταξὺ μεγαλείου καὶ ταπεινότητας. Ἀκόμα, παρ’ ὅλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἔχει ἔλλειψη σὲ μέγεθος, δύναμη ἢ εὐκαμψία στὶς κινήσεις συγκρινόμενος μὲ πολλὰ ζῶα, ὅμως εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλο τὸ ζωϊκὸ κόσμο, ἐφ’ ὅσον στέκεται ὄρθιος, δίδοντάς του τὴν δυνατότητα νὰ κοιτάζει πρὸς τὸν οὐρανό, καὶ εἶναι δυνατὸ νὰ διαμορφώσει πολιτισμούς, ἱστορία, τέχνη, ἐπιστήμη, κ.τ.λ.

Συνεπῶς, ἡ ἀνθρωπότητα ἐμφανίζεται νὰ κυριαρχεῖ πάνω στὸ ζωϊκὸ βασίλειο, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ τὰ καταστήσει κατοικίδια γιὰ τὴν δική του χρήση, ἐνῶ ἡ νοητική του ἱκανότητα τὸν ἀνεβάζει στὰ ὕψη τοῦ Οὐρανοῦ, διαφοροποιώντας τον ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα.  Ἡ ἱκανότητά του νὰ μιλᾶ, ξεχωρίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ χαρακτηρίζει τὴν ἐξυπνάδα του ποὺ εἶναι ἀσύγκριτη πρὸς ἐκείνη τοῦ ζωϊκοῦ βασιλείου. Μόνον ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπόλυτο προνόμιο νὰ εἶναι διανοητικός, ἠθικὸς καὶ θρησκευόμενος. Γι’ αὐτό, ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως τοῦ Δαρβίνου, ποὺ ἀπαιτεῖ τὴν καταγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν ἄλογο πίθηκο, θεωρεῖται ὡς ἡ πιὸ βλάσφημη καὶ πλέον ἀνόητη ὅλων τῶν θεωριῶν.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ φανερώνει τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ἀνθρώπου ὡς πρὸς τὸν ἄλογο καὶ ἄψυχο κόσμο μὲ τὸ νὰ διακηρύξει: «Καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» [8]. Συνεπῶς, διερωτᾶται κανείς: Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ κεραμέας φτιάχνει τὰ πήλινα δοχεῖα του ἢ ὁ γλύπτης τὰ ἀγάλματά του;  Ἀλλά, οἱ κεραμεῖς διαμορφώνουν μόνον τὸ ἐξωτερικὸ σχῆμα καὶ ὄχι τὰ ἐσωτερικά τους μέλη, ἐνῶ στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δημιουργικὴ Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται στὰ βαθύτερα μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος καὶ δημιούργησε ὄχι μόνον τὶς φλέβες καὶ ἀρτηρίες, ἀλλὰ καὶ τὴν καρδιά, τοὺς πνεύμονες, τὸ στομάχι, τὰ ἔντερα καὶ ὅλα τὰ θαυμαστὰ μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ, ποὺ ἑνώνονται σ’ ἕνα ἁρμονικὸ σῶμα. [9]

Ὅταν λέγεται ὅτι ὁ Θεὸς «ἔπλασε» τὸν ἄνθρωπο, θὰ πρέπει νὰ τὸ κατανοήσουμε ὅτι φρόντισε μὲ ἰδιαίτερο τρόπο τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει νὰ κατανοήσουμε αὐτὴ τὴν ἔκφραση  ὅτι ὁ Θεὸς προστάζει τὸ σῶμα νὰ ἔχει ζωτικὴ δύναμη. Πρέπει νὰ κατανοήσουμε ἐπίσης τὴν φύση τῆς ψυχῆς ὡς πνεῦμα, ποὺ εἶναι διανοητικὴ καὶ λογική. Ἀκόμα, ὅπως ὁ Θεὸς δημιούργησε τὶς Οὐράνιες Ἀσώματες Δυνάμεις, ἔτσι δημιούργησε τὸ ἀνθρώπινο σῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ πρόσταξε νὰ ἔχει λογικὴ ψυχή, ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ κατοικεῖ μέσα στὸ σῶμα. [10]

Ὁ Ἀδὰμ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν Παν­άγαθο Θεὸ σὲ κατάσταση ἀναμαρτησίας καὶ καθαρότητας.  Διὰ τῆς συνειδήσεως ποὺ ἔβαλε στὸν ἄνθρωπο, ἀπαγορεύσας σ’ αὐτὸν κάθε ἁμαρτία, ἦταν ἀδύνατον νὰ δημιουργήσει αὐτὸν μὲ πονηρὲς κλίσεις καὶ ἀκάθαρτη καρδιά, ποὺ νὰ ρέπει πρὸς τὴν ἁμαρτία, διότι θὰ καθίστατο ὁ Θεὸς συνυπεύθυνος τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδάμ.

Ὅπως ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, μὲ παρόμοιο τρόπο ἡ Νέα Δημιουργία προῆλθε ἀπὸ «τὸν δεύτερον Ἀδάμ, τὸν ἐξ οὐρανοῦ»,  τὸν Χριστόν. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος σύγκρινε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν Χριστὸ καὶ δίδαξε: «Ἐπειδὴ γὰρ δι’ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι’ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται». [11]

Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ διδάσκει τὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.  Ὅλη ἡ ἱστορία τῆς δημιουργίας ἀπὸ ἕνα ζευγάρι ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα  ὅτι τὸ ἀνθρώπινο γένος προέρχεται ἀπ’ αὐτό.

Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο στοιχεῖα: ψυχὴ καὶ σῶμα. [12]  Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, παρ’ ὅλο ποὺ συνδέεται μὲ τὴν φθορά, παραμένει τὸ στοιχεῖο μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἀθάνατη ψυχὴ εἶναι συνδεδεμένη.  Τὰ δύο στοιχεῖα προῆλθαν ἀπὸ τὴν δημιουργικὴ προσταγὴ τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι τὰ οὐσιαστικὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.  Οὔτε στὴ ψυχὴ χωρὶς τὸ σῶμα, οὔτε στὸ σῶμα χωρὶς τὴν ψυχή, ἔδωσε ὁ Θεὸς ζωή, παρὰ μόνον μὲ τὴν ἕνωση τῶν δύο, ὅταν δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο. [13]

Παρ’ ὅλο ποὺ εἶναι κοινὴ πίστη ὅτι ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ σώματος, παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο ὡς ἔχοντα μία λογικὴ ψυχὴ καὶ σῶμα, ποὺ τὸ μὲν σῶμα εἶναι ἀπὸ τὴ γῆ καί, κατὰ συνέπεια ἐπιστρέφει στὴ γῆ, ἐνῶ ἡ ψυχὴ ἀνέρχεται στὸ Θεό. [14]

Σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» Αὐτοῦ. Τὸ «κατ’ εἰκόνα» ἀναφέρεται στὴ ψυχὴ καὶ φανερώνει τὸ νοερὸ καὶ τὸ αὐτεξούσιο. [15] Ὁ ἄνθρωπος δημιουργηθείς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ ἔχει μέσα του τὸν λόγον καὶ τὴν διάνοια Ἐκείνου ποὺ εἶναι πράγματι Νοῦς καὶ Λόγος.  Κατὰ συνέπεια, οἱ ἄνθρωποι ἔλαβαν ἀπ’ Αὐτὸν νοῦν καὶ λογικὴ κρίση καὶ τοὺς μετέδωσε  τὴ δύναμη τοῦ δικοῦ Του Λόγου κατὰ τὴν δική Του εἰκόνα, ὥστε νὰ εἶναι λογικοί. [16]

Τὸ αὐτεξούσιο ἀνάγει τὸν ἄνθρωπο σὲ ἠθικὴ προσωπικότητα, ποὺ τὸν διακρίνει ἀπὸ τὴν ἄψυχο φύση καὶ τὰ ἄλογα ζῶα.  Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἐστερεῖτο ἀπ’ αὐτό, τότε δὲν θὰ ἦταν ἄξιος ἀμοιβῆς ἢ ἐπαίνου, διότι δὲν θὰ ἐνεργοῦσε ἐλεύθερα τὸ καλό.  Διότι, ἡ ἀρετὴ δὲν γίνεται ἀπὸ ἀνάγκη, ἀλλὰ ἀπὸ προαίρεση. Τὸ αὐτεξούσιο χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης ὡς ἰσόθεο ποὺ καθιστᾶ θεοειδῆ τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ  τὸ αὐτοκρατὲς καὶ ἀδέσποτο εἶναι ἰδιότητες τῆς θείας μακαριότητας [17].

Μετὰ ἀπὸ τὴν Πτώση τοῦ ἀνθρώπου τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» συνεχίζει νὰ ὑπάρχει «ἐν δυνάμει», ἀλλὰ ἐξασθενημένο.  Πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴν φθορὰ καὶ κάθε κακία, ποὺ προξένησε ἡ ἁμαρτία, καὶ ἦταν περισσότερος δεκτικός τῆς δυνάμεως καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ τὴν Πτώση ὁ ἄνθρωπος χάνει τὴν Θεία Χάριν καὶ αἰχμαλωτίζεται στὴν ἁμαρτία.  Ἡ ἐλευθέρα θέλησή του, ποὺ ἔκλινε θετικὰ πρὸς τὸ καλό, καταστάθηκε κυμαινόμενη καὶ ρέπουσα περισσότερο πρὸς τὸ κακὸ, στὸ ὁποῖο καὶ γίνεται αἰχμάλωτος. Δὲν ἐξαλείφθηκε ἐξ ὁλοκλήρου τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν δυνάμει», ἀλλὰ ἁπλὰ ἀμαυρώθηκε καὶ παρέμεινε μὲ τὸ «κατ’ εἰκόνα», ποὺ ἀναζωογονεῖται μόνο μὲ τὴν Χάριν τοῦ Χριστοῦ.

Συμπερασματικὰ λέγομε ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἐκ Θεοῦ, δημιουργηθείς ἐκ χοὸς καὶ πνεύματος (σώματος καὶ ψυχῆς), μὲ σκοπὸ νὰ φθάσει ἀπὸ τὸ «κατ’ εἰκόνα» στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν».  Ἔχομε προικιστεῖ μὲ τὴν λογικὴ καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς θελήσεως. Ἔχομε τὴν ἐλευθερία νὰ ἀγωνιστοῦμε γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν καὶ νὰ πράττουμε τὸ καλὸ ἢ νὰ ἐκτροχιαστοῦμε καὶ νὰ βυθιστοῦμε στὸ βόρβορο τῆς κακίας καὶ τῆς ἁμαρτίας.

Τελικὸς σκοπός, λοιπόν, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑπάρξεώς μας εἶναι ἡ θέωσή μας μὲ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, νὰ γίνουμε ἅγιοι, ὅπως Ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, καθὼς εἶπεν: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι Ἐγὼ Ἅγιός εἰμι»· καὶ «Ἐγὼ εἶπα, θεοὶ ἐστε». Ἐὰν δὲν ἐπιτύχουμε αὐτὸν τὸν τελικὸν σκοπὸν στὴ ζωή μας, τότε, δὲν κατορθώσαμε τίποτε.

Σημειώσεις:

[1] Ware, Way, σελ. 65. [2] Γρηγορίου Θεολόγου, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Ὁμιλία 45, § 7, Migne, P.G., 36, 632.   Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, Ὁμιλία 2, § 12, Migne, P.G., 30, 57.  Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, Migne, P.G., 46, 28.  Χρυσοστόμου, Migne, P.G., 56, 182. [3] Γέν. 1:26-30 καὶ 2:7-8, 21-23. [4] Γέν. 1:26. Πρβλ.  Εὐδοκίμωφ, Ὀρθοδοξία, σελ. 111-114. Sophrony, His Life, σελ. 77-78. [5] Γέν. 1:26, 28.  Πρβλ. Συμεῶνος, Εὑρισκόμενα, Ὁμιλία XLV, σελ. 208. [6] Τερτυλλιανοῦ, Adversus Marcianem, II, 4, migne, P.L., 2, 314.  Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, Ὁμιλία 1, § 2 καὶ Ὁμιλία 2, § 1, Migne, P.G., 30, 13 καὶ 40.  Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Β΄ Αὐτολύκος, § 18, στὴ B, τόμ. 5, σελ. 34.  Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν, Ὁμιλία 13, § 1, Migne, P.G., 53, 105-106.  Πλάτωνος Μόσχας, Ὀρθόδοξος Διδασκαλία, σελ. 44-45. Κεφαλᾶ, Κατήχησις, σελ. 237.  Φραγκοπούλου,Χριστιανικὴ Πίστις, σελ. 95-98.  Μητσοπούλου, Θέματα, σελ. 69, 180-182. [7] Γέν. 2:7. [8] Γέν. 2:7. [9] Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν, Ὁμιλία 13, § 2, Migne, P.G., 53, 107. Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Περὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, Ὁμιλία 2, § 12, Migne, P.G., 30, 56.  Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ ψυχῆς καὶ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, Ὁμιλία 2, Migne, P.G., 45, 293. [10] Θεοδωρήτου Κύρου, Αἱρέσεις, 5, 9· Περὶ τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, Migne, P.G., 83, 477 καὶ 941.  Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν, Ὁμιλία 13, § 2, Migne, P.G., 53, 107. [11] Α΄ Κορινθ. 15:21-22. [12] Κεφαλᾶ, Κατήχησις, σελ. 241-243.  Φραγκοπούλου, Χριστιανικὴ Πίστις, σελ. 89-90. [13] Ἀθηναγόρα, Περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, κεφ. 5, στὴ B, τόμ. 4, σελ. 322. [14] Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Στρωματεῖς, IV, §§ 3 καὶ 26· VII, § 12, στὴ B, τόμ. 8, σελ. 53 καὶ 106· 279. [15] Δαμασκηνοῦ, Ἔκθεσις. Περὶ ἀνθρώπου, B΄, Migne, P.G., 94, 920. [16] Γρηγορίου Νύσσης, Περὶ κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, κεφ. 5, Migne, P.G., 44, 137.  Ἀθηναγόρα, Περὶ ἀναστάσεως, 12, στὴ Β, τ. 4, σελ. 320. Ἀθανασίου Ἀλεξανδρείας, Λόγος περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, § 3, Migne, P.G., 25, 101. [17] Γρηγορίου Νύσσης, Κατήχησις, § 31, Migne, P.G., 45, 77.

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com