2 Φεβ 2026

Εἴμεθα οἱ Ἕλληνες ἐρασταὶ τῆς μοιχείας καὶ τῆς ἐκτρώσεως;

Εἴμεθα οἱ Ἕλληνες ἐρασταὶ τῆς μοιχείας καὶ τῆς ἐκτρώσεως;

Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, Δρ.Φιλοσοφίας

Εἰσαγωγὴ

  Οἱ ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐκτρώσεις ποὺ γίνονται κάθε χρόνο καὶ ἡ ἐμπειρικὴ διαπίστωση ὅτι στοὺς περισσότερους γάμους συμβαίνει μοιχεία ἀναδεικνύουν μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὸ ἀβυσσαλέο ἠθικὸ πρόβλημα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ὡς πρὸς τὴν γενετήσια ὁρμή, καὶ τὸ πόσο βάναυσα παραβιάζουμε τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. 

Προκειμένου μάλιστα νὰ ἀπαλλαγοῦμε καὶ ἀπὸ τὶς ἐνοχλήσεις τῆς συνειδήσεως, οἱ μεταπολιτευτικὲς κυβερνήσεις, μὲ πρωτομάστορα βεβαίως τὸν Ἀ. Παπανδρέου, ἔδωσαν θεσμικὴ ἐλευθερία στὴν μοιχεία διὰ τῆς ἀποποινικοποίησης καὶ στὴν ἔκτρωση διὰ τῆς μερικῆς ἀποποινικοποίησης, ἐνῶ ταυτόχρονα εἰσήχθη καὶ ὁ πολιτικὸς γάμος, ὁ ὁποῖος στρέφεται σαφῶς ἐνάντια στὸ θεῖο θέλημα καὶ ἀποϊεροποιεῖ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου.

  Ἐν προκειμένῳ θέλω νὰ ἐξηγήσω ὅτι ἡ μοιχεία καὶ ἡ ἔκτρωση μποροῦν καὶ πρέπει ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ δικαίου νὰ γίνονται ἀντιληπτὲς ὡς ἀδικοπραξίες, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπορρέει ἡ κανονιστικὴ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ τὶς ἀπαγορεύει. Στόχος μου εἶναι νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ ἐσωτερικὴ λογική τοῦ δικαίου ὡς κανονιστικοῦ συστήματος ποὺ προστατεύει ἔννομα ἀγαθὰ θεμελιώδη γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ συνέχιση τῆς πολιτείας, ὁπότε θὰ γίνει σαφὲς ὅτι τὸ ἑλληνικὸ κράτος κακῶς ἀποποινικοποίησε τὴν μοιχεία καὶ τὴν ἔκτρωση.

  Ἂς ξεκινήσουμε διακρίνοντας ἀνάμεσα στὴν ἠθικὴ καὶ τὸ δίκαιο. Ἄλλο ἡ ἠθικὴ ἄλλο τὸ δίκαιο. Οἱ δύο ἔννοιες στὴν ἐποχή μας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συγχέονται. Στὸ πεδίο τοῦ δικαίου μᾶς ἐνδιαφέρει ποιὲς πράξεις ἀπαγορεύονται, διότι παραβιάζουν τὸν νόμο. Ὁ νόμος ἀποσκοπεῖ στὴν προστασία τῆς πολιτείας, στὸ βαθμὸ ποὺ οἱ πράξεις τῶν ἀτόμων, τῶν πολιτῶν, ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξή της. Ἐνῶ ἡ πολιτεία ὑπάρχει χάριν τῶν πολιτῶν, λειτουργεῖ ταυτόχρονα καὶ ὡς ὑπερατομικὴ ὀντότητα, ἡ ὁποία ξεπερνᾶ τὸν πολίτη. Σημειωτέον ὅτι ὅταν ὁ πολίτης πράττει μὲ τὴν συνείδηση αὐτὴ καλεῖται πατριώτης, ἐνῶ ὅταν πράττει ἐναντίον της καλεῖται προδότης.

  Ἡ ἀδικοπραξία πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ κάποια ποινὴ ἀνάλογη μὲ τὴν περίπτωση, ἡ ὁποία ὅμως πάντοτε πρέπει νὰ λειτουργεῖ παιδαγωγικὰ, γιὰ νὰ γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἡ ἀδικοπραξία ἀπειλεῖ τὰ θεμέλια τῆς κοινωνικῆς συμβίωσης, καθὼς συνιστᾶ παράνομη καὶ ὑπαίτια προσβολὴ ἐννόμου ἀγαθοῦ. Θὰ δείξουμε ὅτι ἡ μοιχεία καὶ ἡ ἔκτρωση συνιστοῦν πράξεις ἀντίθετες πρὸς τὸ δίκαιο, διότι παραβιάζουν ἔννομα ἀγαθὰ ποὺ τὸ ἴδιο τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει ὡς θεμέλια τῆς ἔννομης τάξης καὶ τῆς διατήρησης τῆς πολιτείας.

Ἡ ἔννοια τοῦ ἐννόμου ἀγαθοῦ καὶ ἡ συνταγματικὴ προστασία τῆς οἰκογενείας

  Τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδας, στὸ ἄρθρο 21 §1, ὁρίζει ὅτι:

«Ἡ οἰκογένεια, ὡς θεμέλιο τῆς συντήρησης καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, καθὼς καὶ ὁ γάμος, ἡ μητρότητα καὶ ἡ παιδικὴ ἡλικία, τελοῦν ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ Κράτους».

  Ἡ διάταξη αὐτὴ δείχνει ὅτι ἡ οἰκογένεια ὡς «θεμέλιο» τοῦ ἔθνους ἀποτελεῖ δομικὸ στοιχεῖο τῆς πολιτειακῆς ὕπαρξης. Τὸ κράτος ἐν προκειμένῳ δὲν ἀναγνωρίζει τὴν οἰκογένεια ἁπλῶς ὡς κοινωνικὸ φαινόμενο, ἀλλὰ ὡς ἔννομο ἀγαθὸ δημόσιου συμφέροντος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μάλιστα ἐξαρτᾶται ὑπαρξιακὰ ἡ διατήρησή του. Ἡ προστασία τῆς οἰκογένειας δὲν μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται μέ ἁπλῶς κοινωνικὴ πολιτική. Πρέπει νὰ περιλαμβάνει καὶ κανονιστικὸ περιεχόμενο, δηλαδὴ τὴν ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ ἀποτρέπει πράξεις ποὺ ὑπονομεύουν τὸν ἐν λόγῳ θεσμό, ἀφοῦ ἡ οἰκογένεια ἐξ ὁρισμοῦ δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ἕνωση ἀδιάφορη γιὰ τὸ δίκαιο, ἀλλὰ εἶναι ἕνωση ἀτόμων μὲ δημόσιες ἔννομες συνέπειες, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν δικαιώματα, ὑποχρεώσεις καὶ κρατικὴ ἀναγνώριση.

  Ὁ γάμος καὶ ἡ οἰκογένεια εἶναι νομικὲς καταστάσεις, ὄχι ἁπλὲς ἰδιωτικὲς ἐπιλογὲς καὶ ἡ σύναψη γάμου δὲν ἀποτελεῖ πράξη ποὺ ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὴν ἰδιωτικὴ σφαῖρα. Ὁ γάμος δημιουργεῖ νομικὴ κατάσταση, τὴν ὁποία τὸ κράτος ἀναγνωρίζει καὶ ρυθμίζει, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς: καθορίζεται ἡ συγγενικὴ κατάσταση, παράγονται περιουσιακὲς καὶ κληρονομικὲς συνέπειες, συγκροτεῖται τὸ πλαίσιο ἐντός τοῦ ὁποίου γεννιοῦνται καὶ ἀνατρέφονται τέκνα. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κράτος ἀποδίδει ἔννομες συνέπειες στὸν γάμο σημαίνει ὅτι ὁ πολίτης, ἐπιλέγοντας νὰ δημιουργήσει οἰκογένεια, ἐντάσσει τὴν προσωπική του ἀπόφαση σὲ θεσμικὸ πλαίσιο δημόσιας σημασίας. Ἑπομένως, δὲν πρόκειται γιὰ ἰδιωτικὴ σύμβαση νομικὰ οὐδέτερη, ἀλλὰ γιὰ συμμετοχὴ σὲ θεσμὸ ποὺ τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ ἀναγκαῖο γιὰ τὴ συλλογικὴ ὕπαρξη. Ἀπὸ αὐτὸ ἀπορρέει ὅτι συμπεριφορὲς, οἱ ὁποῖες διαλύουν ἢ ὑπονομεύουν τὸν θεσμὸ, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν νομικὰ ἀδιάφορες.

Ἡ μοιχεία ὡς προσβολὴ τοῦ ἐννόμου ἀγαθοῦ τῆς οἰκογενείας

  Ἡ μοιχεία συνιστᾶ, ὅπως εὔκολα καταλαβαίνουμε, παραβίαση τῆς συζυγικῆς πίστης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θεμελιῶδες δομικὸ στοιχεῖο τοῦ γάμου ὡς νομικῆς σχέσης. Ἡ συζυγικὴ πίστη δὲν εἶναι ἁπλὴ ἠθικὴ προσδοκία, ἀλλὰ κανονιστικὸ στοιχεῖο τοῦ θεσμοῦ, χωρὶς τὸ ὁποῖο ὁ γάμος χάνει τὴν βάση του ὡς ἀποκλειστικῆς ἕνωσης δύο ἑτερόφυλων ἀτόμων μὲ τὸν σκοπὸ τοῦ σχηματισμοῦ οἰκογένειας. Ἡ μοιχεία τώρα παραβιάζει τὸ θεμέλιο τοῦ γάμου, ἀφοῦ διαρρηγνύει τὸν δεσμὸ ἐμπιστοσύνης, καταστρέφει τὸ οἰκογενειακὸ πλαίσιο, θίγει ἄμεσα τὰ συμφέροντα τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας, ἰδίως τῶν τέκνων, καὶ τελικὰ προσβάλλει τὸν θεσμὸ ποὺ τὸ Σύνταγμα προστατεύει. Μὲ βάση τὰ ἀναφερθέντα, ἡ μοιχεία συνιστᾶ ἀδικοπραξία κατὰ τοῦ ἐννόμου ἀγαθοῦ τῆς οἰκογένειας. Ἡ ἀδικοπρακτικὴ φύση τῆς πράξης ἔγκειται στὴν παράνομη προσβολὴ θεσμικοῦ ἀγαθοῦ δημόσιου ἐνδιαφέροντος, καὶ ὄχι ἁπλῶς σὲ ἠθικὴ ἀποτυχία τοῦ μοιχεύσαντος.

Ἡ ἔκτρωσις ὡς προσβολὴ τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ τῆς οἰκογενειακῆς τάξεως

  Ἡ ἀνθρώπινη ζωή, ἀπὸ τὸ στάδιο τῆς κύησης, συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸν θεσμὸ τῆς οἰκογένειας. Ἡ κύηση δὲν ἀποτελεῖ ἀμιγῶς ἀτομικὸ βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ εἶναι ταυτόχρονα κοινωνικὴ διαδικασία ποὺ ἐντάσσεται στὸν πυρήνα τῆς οἰκογενειακῆς λειτουργίας. Ἡ ἔκτρωση, ὡς ἑκούσια διακοπὴ τῆς κύησης, συνιστᾶ: ἄρνηση τῆς συνέχισης τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ματαίωση τῆς οἰκογενειακῆς προοπτικῆς, καὶ προσβολὴ τοῦ προστατευόμενου ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ἀγαθοῦ τῆς μητρότητας (ἄρθρο 21). Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ἄλλα δικαιώματα τῶν ἀτόμων, δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ ὅτι ἡ ἔκτρωση θίγει θεμελιώδη ἔννομα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα τὸ κράτος ἔχει ὑποχρέωση νὰ προστατεύει. Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἔκτρωσης ὡς ἀδικοπραξίας προκύπτει ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ ἔμβρυο ἀποτελεῖ φορέα ἔννομου ἐνδιαφέροντος, ἡ προσβολὴ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δικαιικά οὐδέτερη.

Ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἔκτρωσης ὡς ἀδικοπραξία δὲν ἔχει ἀνάγκη μία ἠθικὴ αἰτιολογία. Ὁ χαρακτηρισμὸς μίας πράξης ὡς ἀδικοπραξίας δὲν ἰσοδυναμεῖ μὲ ἐπιβολὴ ἠθικοῦ καταναγκασμοῦ. Τὸ δίκαιο ἀπαγορεύει πράξεις ὄχι ἐπειδὴ εἶναι «ἁμαρτωλές», ἀλλὰ ἐπειδὴ προσβάλλουν ἔννομα ἀγαθὰ ποὺ τὸ ἴδιο ἀναγνωρίζει ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συλλογικὴ συμβίωση. Κατ’ ἀναλογία, ἡ προσβολὴ τῆς προσωπικότητας ἀπαγορεύεται, ἐπειδὴ τὸ πρόσωπο ἔχει ἀπόλυτη ἀξία, καὶ ἐπειδὴ ὡς τέτοιο ἀποτελεῖ μέλος ἑνὸς κράτους. Ὅταν καταστρατηγεῖται ἡ ἀξία ἑνὸς πολίτου, καταστρατηγεῖται ἡ ἴδια ἡ πολιτεία. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὸ δίκαιο ἐπιτρέπεται νὰ ἀπαγορεύει πράξεις ποὺ ὑπονομεύουν τὰ θεμέλιά του.

Περαιτέρω, ἡ ἔκτρωση εἶναι ἀδιαμφισβήτητα φόνος. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ γυναίκα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι θέλει μὲ τὸ σῶμα της, εἶναι ὁλοκληρωτικὰ γελοῖο. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα στὸ πλαίσιο τῆς πολιτείας δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε μὲ τὸ σῶμα μας, ἐὰν ἀπὸ αὐτὸ πρόκειται νὰ προκύψει βλάβη γιὰ τὴν πολιτεία. Ἂν θέλεις νὰ βλάψεις τὸ σῶμα σου, πρέπει νὰ ἀποχωρήσεις ἀπὸ τὴν πολιτεία, ὥστε νὰ μὴ γίνεσαι χωρὶς λόγο βάρος στοὺς συνανθρώπους σου. Ἀλλά, βεβαίως, καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ κυοφοροῦσα δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ βρέφους, ἀκριβῶς διότι δὲν εἶναι δικό της σῶμα. Τὸ βρέφος δηλαδὴ ἀπαντᾶ στὴν μητέρα ποὺ θέλει νὰ κάνει ἔκτρωση: “δὲν ἔχεις κανένα δικαίωμα νὰ μὲ βλάψεις”, διότι ἔχω τὴν δική μου ἀνεξάρτητη ὕπαρξη ποὺ ἁπλῶς φιλοξενεῖται γιὰ λίγο στὸ δικό σου σῶμα. Ἐξίσου γελοῖο εἶναι νὰ ἐπιτρέπεται ἡ διακοπὴ τῆς κύησης τὶς πρῶτες ἑβδομάδες, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι τὸ βρέφος δὲν ἔχει ἀκόμη σχηματισθεῖ ἀρκετά. Αὐτὸ εἶναι ἀδιάφορο. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς σύλληψης καὶ μετὰ τὸ κυοφορούμενο σῶμα εἶναι ἐν δυνάμει πλήρης ἄνθρωπος. Ἂν δὲν ἐμποδίσουμε τὴν ὁλοκλήρωση τῆς κύησης, θὰ λάβει τὴν τελικὴ μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρα, δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνουμε στὴν διαδικασία καὶ νὰ τὴν ἐμποδίζουμε γιὰ τοὺς δικούς μας ἰδιοτελεῖς λόγους.

Συμπέρασμα

  Ἀφοῦ 1) ἡ οἰκογένεια ἀναγνωρίζεται συνταγματικὰ ὡς θεμέλιο τῆς πολιτείας, καὶ ὁ γάμος καὶ ἡ μητρότητα παράγουν ἔννομες συνέπειες δημόσιας σημασίας, καὶ ἀφοῦ 2) ἡ μοιχεία καὶ ἡ ἔκτρωση προσβάλλουν εὐθέως αὐτὰ τὰ ἔννομα ἀγαθά, προκύπτει ὅτι οἱ πράξεις αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ θεωροῦνται δικαιικὰ ἀδιάφορες. Ὁ χαρακτηρισμός τους ὡς ἀδικοπραξιῶν θεμελιώνει κανονιστικὴ ὑποχρέωση τοῦ κράτους νὰ τὶς ἀπαγορεύει καὶ νὰ προβλέπει ἔννομες συνέπειες. Ἡ μορφὴ τῶν συνεπειῶν αὐτῶν ἀποτελεῖ ζήτημα περαιτέρω στάθμισης. Ὅμως ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπαγόρευσης ἀπορρέει ἄμεσα ἀπὸ τὴ λογική τοῦ ἴδιου τοῦ δικαίου, ἐφόσον αὐτὸ ἀξιώνει νὰ προστατεύει τὰ θεμέλια τῆς ὕπαρξής του.

Ὀρθόδοξος στάθμισις τοῦ θέματος

  Δὲν ὑπάρχει καμία ἀπολύτως ἀμφιβολία ἀπὸ ὀρθόδοξη καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἄποψη ὅτι μοιχεία καὶ ἔκτρωση εἶναι ἁμαρτήματα καὶ μάλιστα βαρύτατα ἁμαρτήματα. Ἡ μὲν ἔκτρωση ἀποτελεῖ φόνο, διότι κατὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικὴ ἑνότητα ἐκ πρώτης συλλήψεως, ὁπότε τὰ γνωστὰ καὶ συχνὰ ὡς δικαιολογίες ἀναφερόμενα βιοηθικὰ διλήμματα ἀναδεικνύονται σὲ ἁπλὲς σοφιστεῖες καὶ ὀντολογικὰ ἀθεμελίωτες προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν μοιχεία, ἡ βαρύτητα τοῦ ἁμαρτήματος φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς ἐξήγησε ὅτι ἀποτελεῖ τὸν μόνο ἀποδεκτὸ λόγο διαζυγίου. Γιὰ ποιόν ἄλλο λόγο, παρὰ ἐπειδὴ καταστρέφει τόσο τὴν συζυγικὴ πίστη, ἡ ὁποία εἶναι μυστήριο, ὅσο καὶ τὴν οἰκογένεια ἐν συνόλῳ, δηλαδὴ ἀναιρεῖ τὴν τεκνοποιία χάριν τῆς ὁποίας γίνεται ὁ γάμος.

Ἑπομένως, μοιχεία καὶ ἔκτρωση εἶναι βαρύτατα ἁμαρτήματα, ἀλλὰ ὅπως δείξαμε συνιστοῦν καὶ ἀδικοπραξίες, οἱ ὁποῖες ἀπειλοῦν τὰ θεμέλια καὶ τὴν συν­οχὴ τῆς πολιτείας.Τὸ κράτος, ὡς ὑπερ­ατομικὴ ὀντότητα, πρέπει ἑπομένως διὰ νόμου νὰ προστατεύει τὸν ἑαυτό του καὶ ἔμμεσα τούς πολίτες χάριν τῶν ὁποίων τὸ κράτος ὑπάρχει. Ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία ἑπομένως, ἐντελῶς ἐσφαλμένα, κατὰ τὴν μεταπολίτευση ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις Παπανδρέου, ἀποποινικοποίησε τὴν μοιχεία καὶ ἐπέτρεψε τὸ πολιτικὸ γάμο, ὁ ὁποῖος ἐπίσης στρέφεται ἐνάντια στὴν ὀρθόδοξη πίστη τῶν Ἑλλήνων γιὰ τὸ ὑπερβατικὸ νόημα τοῦ γάμου καὶ σχετικὰ μὲ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ. Τὸ νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἔκτρωση τὶς πρῶτες ἑβδομάδες τῆς κύησης εἶναι ἐπίσης ἀδικοπραξία καὶ ἐναντίωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε καὶ ἠθέλησε νὰ ὑπάρξει ἕνας νέος ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ὑπὸ ἁμαρτωλοὺς ὅρους. Μία πολιτεία ὅπου οἱ πολίτες ἔχουν θρησκευτικὴ συνείδηση καὶ ταυτότητα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδέχεται μία τέτοια προσβολὴ τοῦ θείου θελήματος. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἂν μία γυναίκα δὲν θέλει ἢ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλάβει τὸ παιδί της, μπορεῖ νὰ τὸ ἀναλάβει καὶ νὰ τὸ ἀναθρέψει ἡ πολιτεία, μὲ βάση τὴν πεποίθηση ὅτι κάθε νέο βρέφος ἀποτελεῖ θεῖο δῶρο.

orthodoxostypos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com