Ἡ ἀπομυθοποίηση τῆς Θεοσοφίας
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΩΝ ΜΑΧΑΤΜΑ ΣΤΗΝ ΘΕΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΜΠΛΑΒΑΤΣΚΥ
|
Εἰσαγωγικὸ ἀπό entaksis: Τὸ κείμενο αὐτὸ ἐξετάζει μὲ κριτικὴ ματιὰ τὴν ἱστορία τῆς Θεοσοφικῆς Ἑταιρείας καὶ ἀποκαλύπτει πῶς δημιουργήθηκε ὁ μύθος τῶν «Μαχάτμα» (τῶν ὑποτιθέμενων ἀόρατων δασκάλων ἀπὸ τὸ Θιβέτ). Εἶναι ἕνας σύντομος ὁδηγὸς γιὰ νὰ καταλάβουμε πῶς μιὰ ὁλόκληρη διδασκαλία βασίστηκε σὲ φαντασιώσεις καὶ ἐπικοινωνιακὰ τεχνάσματα. Τὰ βασικὰ σημεῖα ποὺ πρέπει νὰ προσέξει ὁ ἀναγνώστης εἶναι:
Οὐσιαστικά, αὐτὸ ποὺ παρουσιάζεται ὡς «ἀνώτερη πνευματικότητα» εἶναι συχνὰ ἕνα ἔξυπνο κατασκεύασμα ποὺ χρησιμοποιεῖ δύσκολες λέξεις καὶ ἐξωτικὲς τοποθεσίες γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα στερεῖται ἀλήθειας. |
Μᾶς κυβερνοῦν ἀόρατα
Ὁ μύθος γιὰ τοὺς Θιβετιανοὺς Μαχάτμα, τοὺς «μεγάλους δασκάλους τῆς ἀνθρωπότητας», δημιουργήθηκε ἀπὸ τὴν ἱδρύτρια τοῦ θεοσοφισμοῦ Ε.Π. Μπλαβάτσκυ καὶ ἔκτοτε χρησιμοποιεῖται ἀπὸ ἀμέτρητα νεο-πνευματιστικὰ ρεύματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὰ πιὸ γνωστὰ στὴ χώρα μας εἶναι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ραίριχ. Τὴν ἀντιφατικότητα καὶ τὸ ἀβάσιμο τῶν θεοσοφικῶν ἀντιλήψεων γιὰ τοὺς Μαχάτμα εἶχε ἤδη ἀναδείξει ὁ Γάλλος παραδοσιοκράτης Ρενὲ Γκενὸν στὸ βιβλίο του «Θεοσοφισμός: Ἱστορία μιᾶς ψευδοθρησκείας» (Γκενὸν: 1921). Ὅλοι οἱ μετέπειτα ἐπικριτὲς τῆς Μπλαβάτσκυ —ὁ Πῆτερ Οὐάσινγκτον, ὁ Ἀμερικανὸς ἱστορικὸς Πὼλ Τζόνσον (1994), ὁ Λουὶ ντὲ Μέστρ (2004) καὶ ὁ Ρῶσος ἐρευνητὴς Α. Ι. Ἀντρέγιεφ (2008)— οὐσιαστικὰ ἀναπτύσσουν τὶς θέσεις τοῦ Γκενόν. Επομένως, καὶ ἐγὼ στὸ δοκίμιό μου θὰ βασιστῶ πρωτίστως στὸ δικό του βιβλίο.
Σύμφωνα μὲ τὴ θεοσοφικὴ διδασκαλία στὴν κλασική της μορφή, οἱ Μαχάτμα εἶναι μυστηριώδεις ἄνθρωποι ποὺ στὴν ἐξέλιξή τους προηγήθηκαν ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα κατὰ πολλὲς χιλιετίες. Ὅπως γράφει ἡ ἴδια ἡ Ε.Π. Μπλαβάτσκυ: «Μαχάτμα. Ἕνας Μύστης (Adept) ἀνωτάτου βαθμοῦ. Ὑψηλὰ ὄντα τὰ ὁποῖα, ἔχοντας ἀποκτήσει πλήρη ἐξουσία πάνω στὶς κατώτερες ἀρχές τους, ζοῦν ἔτσι ἔξω ἀπὸ τὰ ἐμπόδια τοῦ “ἀνθρώπου τῆς σαρκός” καὶ κατέχουν γνώση καὶ δύναμη ἀνάλογη μὲ τὸ στάδιο ποὺ ἔχουν φτάσει στὴν πνευματική τους ἐξέλιξη» (Μπλαβάτσκυ 1994: 257). Ἕναν ἄλλο ὁρισμὸ γιὰ τὴν ἔννοια «Μαχάτμα» ἔδωσε ἡ Ἄννι Μπέζαντ: «Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔγινε τέλειος, ποὺ πέτυχε τὴν ἑνότητα μὲ τὸ Θείο, εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ σταδιακὰ ἀνέπτυξε τὶς ἱκανότητες τῆς πνευματικῆς φύσης καὶ στέκεται νικητὴς ἐκεῖ ὅπου ἐμεῖς σήμερα ἀγωνιζόμαστε» (Δάσκαλοι 2001: 25).
Οἱ ἀπόκρυφες ἱκανότητες τῶν Μαχάτμα, κατὰ τὶς διαβεβαιώσεις τῶν θεοσόφων, μπορεῖ νὰ φαίνονται ὑπεράνθρωπες. Γιὰ παράδειγμα, ὅπως ἰσχυρίζονταν, οἱ «Ἀδελφοί» εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαβάζουν τὶς σκέψεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ νὰ ἐπικοινωνοῦν μέσω «ψυχικοῦ τηλεγράφου» (ὅρος τοῦ 19ου αἰώνα, ὅταν ὁ τηλέγραφος φαινόταν ἡ κορυφὴ τῆς προόδου· σήμερα θὰ ἔλεγαν ἴσως «μέσω ψυχικοῦ διαδικτύου») μὲ ἄλλους Μαχάτμα, σὲ ὁποιοδήποτε μέρος κι ἂν βρίσκονται, καθὼς καὶ νὰ μετακινοῦνται μὲ τὸ ἀστρικὸ σῶμα ὄχι μόνο σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ σὲ ἄλλους πλανῆτες. Ἡ δὲ ἠθική ὑπόσταση τῶν Μαχάτμα παρουσιαζόταν ἀπὸ τοὺς θεοσόφους πάντα καθαρὰ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ βικτωριανοῦ πουριτανισμοῦ (Στό ἴδιο: 43 – 46). Ὅπως γράφει ὁ Τσ. Λεντμπίτερ: «Ὁ Μύστης (Adept) εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἀνεπτυγμένος ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ εὐλάβεια, ἡ ἀγάπη, ἡ συμπάθεια καὶ ἡ εὐσπλαχνία του εἶναι τέλειες, καὶ ταυτόχρονα ἡ διάνοια τοῦ μύστη εἶναι πολὺ ἀνώτερη ἀπ’ ὅσο μποροῦμε κἂν νὰ συνειδητοποιήσουμε, καὶ ἡ πνευματικότητά του εἶναι θαυμαστὴ καὶ θεία. Στέκεται ἀσύγκριτα ψηλότερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζουμε χάρη στὸ ὅτι εἶναι πλήρως ἀνεπτυγμένος» (Λεντμπίτερ 1925). Στὸν θεόσοφο Γκ. Πούρουκερ, ποὺ βρισκόταν σὲ διαμάχη μὲ τὸν Λεντμπίτερ, οἱ Μαχάτμα φαίνονταν μὲ ἕνα ἀκόμη πιὸ εἰδυλλιακὸ φῶς: «Σὲ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει τίποτα τὸ ὑπερφυσικό. Εἶναι οἱ πιὸ λογικοὶ ἄνθρωποι στὴ γῆ, οἱ πιὸ πρᾶοι, οἱ πιὸ εὐγενικοί, οἱ πιὸ φιλεύσπλαχνοι, οἱ πιὸ συμπονετικοί, αὐτοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν περισσότερο ἀπ’ ὅλους τὴν ἀδελφοσύνη, οἱ πιὸ εἰρηνικοὶ καὶ σοφοί…» (Δάσκαλοι 2001: 353)· νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ συνεχίσω παρακάτω.
Οἱ Μαχάτμα, σύμφωνα μὲ τοὺς θεοσόφους, κατέχουν τὴν ἀνώτατη βαθμίδα σὲ μιὰ μυστικὴ πνευματικὴ ἱεραρχία (ποὺ στὴν Μπλαβάτσκυ ὀνομάζεται Μεγάλη Λευκὴ Στοὰ — Great White Lodge, ἐνῶ οἱ Ραίριχ προτιμοῦσαν τὸ ὄνομα «Μεγάλη Λευκὴ Ἀδελφότητα»). Ἡ Ἄννι Μπέζαντ διευκρίνιζε ὅτι «ὁ βαθμὸς τοῦ Δασκάλου εἶναι ὁ πέμπτος στὴ μεγάλη Ἀδελφότητα, τὰ μέλη τῆς ὁποίας ἔχουν προηγηθεῖ ἀπὸ τὴ συνηθισμένη ἐξέλιξη. Οἱ τέσσερις κατώτεροι βαθμοὶ ἀποτελοῦνται ἀπὸ μυημένους μαθητές, ποὺ ζοῦν καὶ ἐργάζονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄγνωστοι στὸν συνηθισμένο κόσμο, ἐκτελώντας ἐργασίες ποὺ τοὺς ἀναθέτουν ἐκεῖνοι ποὺ βρίσκονται πάνω ἀπὸ αὐτούς» (Στό ἴδιο: 55). Κύριος τόπος διαμονῆς τῶν «ἀδελφῶν» εἶναι τὸ Θιβέτ (στοὺς Ραίριχ τὸ «αρχηγεῖο» τῆς Ἀδελφότητας βρίσκεται στὴ θρυλικὴ χώρα Σαμπάλα). Ἀπὸ ἐκεῖ κατευθύνουν ἀόρατα τὴν πορεία τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.
Οἱ Μαχάτμα εἶναι οἱ θεμελιωτὲς ὅλων τῶν θρησκειῶν. Δίνουν τὴν κάθε θρησκεία σύμφωνα μὲ τὶς διαμορφωμένες συνθῆκες τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ τὴν ἐπιτάχυνση τῆς «ἐξέλιξης τῆς ἀνθρωπότητας»· ἀπὸ ἐδῶ πηγάζει καὶ ἡ ἐνοχλητικὰ προβαλλόμενη ἀπὸ τοὺς θεοσόφους καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Ραίριχ «ἀδελφοσύνη ὅλων τῶν θρησκειῶν». Ταυτόχρονα, στὸν κατάλογο τῶν «μεγάλων δασκάλων καὶ ἱδρυτῶν θρησκειῶν» οἱ θεόσοφοι περιλάμβαναν συχνὰ μυθικοὺς ἢ ἡμι-μυθικοὺς χαρακτῆρες, ὅπως ὁ Ὄσιρις, ὁ Κρίσνα καὶ ὁ Ζωροάστρης, ἀλλὰ γιὰ κάποιο λόγο δὲν θὰ δοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν προφήτη Μωάμεθ (βλ. γιὰ παράδειγμα (Στό ἴδιο: 22, 354)). Οἱ Μαχάτμα παρεμβαίνουν καὶ στὰ τρέχοντα πολιτικὰ γεγονότα. Δῆθεν προειδοποίησαν τὸν Σουηδὸ βασιλιά Κάρολο ΙΒ΄ γιὰ τὸν κίνδυνο τῆς ἐκστρατείας κατὰ τῆς Ρωσίας, καὶ τὴ βασίλισσα Μαρία Ἀντουανέτα γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἐπανάσταση, ἐνῶ βοήθησαν καὶ στὴν ἀπόσχιση τῆς Ἀμερικῆς ἀπὸ τὴν Ἀγγλία (Ἐπιστολὲς 1993: 4). Ὁ σχισματικὸς θεόσοφος Γουίλιαμ Τζάτζ ἔγραφε: «Οἱ μεγάλοι θεοσοφικοὶ Μύστες, ἀναζητώντας στὸν κόσμο ἕνα μυαλὸ μέσω τοῦ ὁποίου θὰ μποροῦσαν νὰ προκαλέσουν στὴν Ἀμερική τὴν ἀπαραίτητη ἀντίδραση, βρῆκαν στὴν Ἀγγλία τὸν Τόμας Πέιν. Τὸ 1774 τὸν ἐπηρέασαν μέσω τοῦ ἄξιου Ἀδελφοῦ Βενιαμὶν Φραγκλίνου ὥστε νὰ ἔρθει στὴν Ἀμερική. Ἔφτασε ἐδῶ καὶ ἔγινε ὁ κύριος ὑποκινητὴς τῆς ἀπόσχισης τῶν ἀποικιῶν ἀπὸ τὸ Βρετανικὸ Στέμμα (Δάσκαλοι 2001: 281).
Ὅλοι αὐτοὶ οἱ θρύλοι δὲν ἔχουν καμία βάση καὶ δὲν ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ σοβαροὺς ἱστορικούς, ὡστόσο παραμένουν μέχρι σήμερα σὲ κυκλοφορία μεταξὺ τῶν θαυμαστῶν τῆς Μπλαβάτσκυ καὶ τῶν Ραίριχ. Ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς Εὐρωπαίους, μέλη τῆς μυστικῆς ἑταιρείας φέρονται νὰ ἦταν ὁ Παράκελσος, ὁ Σαὶν Ζερμαὶν καὶ ὁ Καλιόστρο. Ὅσο γιὰ τὴν Ε.Π. Μπλαβάτσκυ, οἱ Μαχάτμα ποὺ «ἐρχόντουσαν σὲ ἐπαφὴ» μαζί της ὀνομάζονταν Κοὺτ Χουμί, Μόρυα καὶ Τζουὰλ Κούλ, ἐνῶ τὶς δραστηριότητες τῶν Ραίριχ καθοδηγοῦσε ὁ Μόρυα, ποὺ ἀρχικὰ ἐμφανιζόταν μὲ τὸ ὄνομα Ἀλλάλ-Μίνγκ. Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ μύθος γιὰ τὴν ἀδελφότητα τῶν Μαχάτμα ὑπέστη σημαντικὴ μεταμόρφωση. Ἡ Σαμπάλα τῶν Ραίριχ εἶναι κάτι τελείως διαφορετικὸ ἀπὸ τὴ Μεγάλη Λευκὴ Στοὰ τῆς Μπλαβάτσκυ, ἐνῶ καὶ στὴν τελευταία οἱ ἀντιλήψεις γιὰ τοὺς Μαχάτμα ἄλλαζαν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου. Μὲ τὴ σειρά της, ἡ Σαμπάλα τῶν Ραίριχ ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴ Σαμπάλα τοῦ Ἔρνστ Μουλντάσεφ καὶ ἄλλων σύγχρονων «ἐπαφικῶν».
Ἡ γέννηση τοῦ θρύλου
Στὴν ἴδια τὴν Μπλαβάτσκυ οἱ Μαχάτμα ἐμφανίζονται μόνο μετὰ τὴν ἄφιξή της στὴν Ἰνδία τὸ 1878, ὅπου πῆγε μετὰ τὴν ἀποκάλυψή της ἀπὸ τὸν Ντάνγκλας Χιούμ (Γκενὸν 1921: 41). Τότε ἦταν ποὺ ἡ ἀκάθεκτη φαντασιόπληκτη καὶ τυχοδιώκτρια ἄρχισε νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ὄχι μόνο βρίσκεται ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς δασκάλους τῆς Ἀνατολῆς, ἀλλὰ ὅτι ἐπικοινωνεῖ μαζί τους σχεδὸν ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία. Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια της, κάποιος «Ἰνδὸς δάσκαλος» ἔσωσε δύο φορὲς τὴ ζωή της, καὶ μετὰ τὸν συνάντησε ὅταν ἐκεῖνος ἐπισκέφθηκε τὸ Λονδίνο τὸ 1851 ἢ τὸ 1852 στὴν ἀκολουθία τοῦ πρωθυπουργοῦ τοῦ Νεπάλ (Ἀντρέγιεφ 2008: 27 – 32· Λεντμπίτερ 1925· Δάσκαλοι 2001: 65). Ὡστόσο, ἂς σημειώσουμε ὅτι πρὶν ἀπὸ τὸ ταξίδι στὴν Ἰνδία δὲν γινόταν λόγος γιὰ κανέναν «δάσκαλο τῶν Ἱμαλαΐων», καὶ τὴ θέση τους κατεῖχαν τελείως ἄλλοι «δάσκαλοι».
Ἔτσι, κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ἐνθουσιασμοῦ της γιὰ τὸν πνευματισμό, μετὰ τὴν ἄφιξή της στὴν Ἀμερικὴ τὸ 1873, ἡ Μπλαβάτσκυ ἰσχυριζόταν ὅτι τὴν καθοδηγεῖ τὸ πνεῦμα Τζὸν Κίνγκ (στὸ ὁποῖο ἀναφέρονταν ἐπίσης πολλὰ μέντιουμ τῆς ἐποχῆς), μὲ τὸν ὁποῖο ἐπίσης δῆθεν γνωριζόταν ἀπὸ παιδί (Γκενὸν 1921: 17). Ὁ Γκενὸν διατυπώνει τὴν ὑπόθεση ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ ὄνομα Τζὸν Κίνγκ κρυβόταν ἕνας ζωντανὸς ἄνθρωπος, μέλος κάποιας μυστικῆς ὀργάνωσης, ὁ ὁποῖος καὶ ἔστειλε τὴν Μπλαβάτσκυ στὴν Ἀμερική, προετοιμάζοντας τὴ συνάντησή της μὲ τὸν Ὄλκοτ (Στό ἴδιο: 19-20). Μάλιστα ὁ Γκενὸν παραπέμπει στὸν τελευταῖο, ὁ ὁποῖος στὶς ἐπιστολές του πρὸς τὸν Στέντον Μόζες ἀνέφερε τὸν Τζὸν Κίνγκ ἀκριβῶς ὡς ἄνθρωπο ἀπὸ σάρκα καὶ ὀστὰ καὶ μάλιστα πληροφοροῦσε ὅτι εἶναι μέλος τεκτονικῆς στοᾶς.
Στὴ συνέχεια, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1875, τὸν Τζὸν Κίνγκ στὴ θέση τοῦ «προστάτη» τῆς Μπλαβάτσκυ διαδέχθηκε ἕνα ἄλλο πνεῦμα, ποὺ ἐμφανιζόταν μὲ τὸ αἰγυπτιακὸ ὄνομα Σεράπις (ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ἐποχὴ τῶν Μαχάτμα, θὰ μιλάει γιὰ τὸν Τζὸν Κίνγκ μὲ ἔσχατο βαθμὸ ἀπέχθειας) (Γκενὸν 1921: 20). Πρότυπο γιὰ τὴ μορφὴ τοῦ Σεράπιδος ὑπῆρξε, ἐνδεχομένως, ὁ παλιός της φίλος Πάολος Μεταμὼν (Ἀντρέγιεφ 2008: 41). Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Σεράπιδος στὸ προσκήνιο ἀντιστοιχεῖ στὴν περίοδο τῆς ζωῆς τῆς Μπλαβάτσκυ κατὰ τὴν ὁποία ἐγκατέλειψε τὶς πνευματιστικὲς συνεδρίες καὶ ἀσχολήθηκε μὲ ἀποκρυφιστικὲς θεωρίες ποὺ δῆθεν εἶχαν τὶς ρίζες τους στὴν Ἀρχαία Αἴγυπτο, μπαίνοντας μάλιστα μαζὶ μὲ τὸν Ὄλκοτ στὴν H.B. of L. (Hermetic Brotherhood of Luxor). Σὲ αὐτὴ τὴν ἑταιρεία τοὺς εἰσήγαγε ὁ Τζὸρτζ Χ. Φέλτ, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὡς «καθηγητὴς μαθηματικῶν καὶ αἰγυπτιολογίας». Φυσικά, ὁ Φὲλτ εἶχε μὲ τὴν αἰγυπτιολογία ἀκόμη λιγότερη σχέση ἀπ’ ὅση ἔχει ὁ Πάβελ Γκλόμπα μὲ τὴ δική του «ἀβεστικὴ ἀστρολογία» πρὸς τὴν ἰρανιστική.
Πάντως, ἡ Μπλαβάτσκυ καὶ ὁ Ὄλκοτ δὲν ἔμειναν πολὺ στὶς τάξεις τῆς H.B. of L., ἀλλὰ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ τὸ ταξίδι τους στὴν Ἰνδία. Τὴν ἱδρυθεῖσα τὸν Νοέμβριο τοῦ 1875 Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία ὁ ἴδιος ὁ Φὲλτ πρότεινε νὰ τὴν ὀνομάσουν «αἰγυπτιολογική», ὡστόσο ἡ Μπλαβάτσκυ καὶ οἱ συνεργάτες της προτίμησαν τὴν πρώτη ὀνομασία, ἐπειδὴ τὴν πρότεινε ὁ χρηματοδότης τους Χένρυ Τζ. Νιούτον (ὁ δὲ Φὲλτ σύντομα ἐξαφανίστηκε χωρὶς ἴχνη). Στὴν ἴδια περίοδο ἀνήκει καὶ ἡ συγγραφὴ τοῦ βιβλίου τῆς Μπλαβάτσκυ «Ἰσις Ἀποκαλυμμένη» (Μπλαβάτσκυ 1993), στὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει οὔτε λέξη γιὰ τοὺς Μαχάτμα, ἐνῶ ἡ μετενσάρκωση χαρακτηρίζεται ὡς ἐξαιρετικὰ σπάνιο φαινόμενο (πρᾶγμα ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὶς ἀντιλήψεις τῆς H.B. of L.) (Γκενὸν 1921: 23-25).
Ὡστόσο τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν Ἀρχαία Αἴγυπτο σταδιακὰ περνάει σὲ δεύτερη μοίρα γιὰ τὴν Μπλαβάτσκυ (φυσικά, δὲν ἐξαφανίζεται τελείως), καὶ στρέφει τὸ βλέμμα της πολὺ μακρύτερα, στὴν Ἰνδία καὶ τὸ Θιβέτ. Στὸ τέλος τοῦ 1877 ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία συνάπτει ἐπίσημες ἐπαφὲς μὲ τὴ νεο-ινδουιστική μεταρρυθμιστικὴ ὀργάνωση «Ἄρυα Σαμὰτζ», ποὺ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Νταγιανάντα Σαρασουάτι, καὶ σύντομα ἡ Μπλαβάτσκυ ἀνακοινώνει μὲ χαρὰ ὅτι τιμήθηκε μὲ τὸν βαθμὸ τῆς πιὸ ἀρχαίας τεκτονικῆς στοᾶς τῆς Ἰνδίας, ποὺ ὑπῆρχε ἤδη πρὶν ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὅμως πολὺ σωστὰ παρατηρεῖ ὁ Ρ. Γκενόν, ἡ «Ἄρυα Σαμὰτζ» εἶχε ἱδρυθεῖ πολὺ πρόσφατα καὶ δὲν εἶχε καμία σχέση μὲ τὸν τεκτονισμό. Ἐδῶ ἐκδηλώθηκαν πολὺ ἔντονα ἡ ματαιοδοξία καὶ ἡ ἀμάθεια τῆς Μπλαβάτσκυ, ἡ ὁποία ἤθελε ὁπωσδήποτε κάπου νὰ γίνει μυημένη καὶ κοίταζε τὴν Ἀνατολὴ μέσα ἀπὸ τεκτονικὰ γυαλιά. Καὶ ὁ αἰγύπτιος Σεράπις σύντομα ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τοὺς ἰνδο-θιβετιανοὺς Μαχάτμα.
Ἀρχικὰ οἱ Μαχάτμα δὲν παρουσιάζονταν καθόλου ὡς τέτοιοι ὑπεράνθρωποι, ὅπως θὰ γίνουν ἀργότερα. Εἶναι ἁπλῶς Ἰνδοὶ καὶ Θιβετιανοὶ σοφοί, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο θέλουν νὰ γνωρίσουν στὴ Δύση τὶς γνώσεις τους, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι δὲν εἶναι ἀντίθετοι στὸ νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους. Ἔτσι ὁ Σίννετ γράφει γιὰ τὸν Κοὺτ Χουμί: «γεννήθηκε στὸ Παντζὰμπ καὶ ἤδη ἀπὸ τὴν πρώιμη παιδική του ἡλικία ἐνθουσιάστηκε μὲ τὸν ἀποκρυφισμό. Σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν ἔστειλαν στὴν Εὐρώπη κατ’ ἀπαίτηση συγγενοῦς του, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ἀποκρυφιστής. Ἐκεῖ ὁ νεαρός κατέκτησε τὴ γνώση τῆς Δύσης, καὶ μετὰ ἔλαβε πλήρη μύηση στὴ βαθύτερη γνώση τῆς Ἀνατολῆς» (Σίννετ). Ἐπίσης ἡ Μαίρη Κ. Νὲφ ἔγραφε: «…στὴ δεκαετία τοῦ 1870 ὁ Μαχάτμα Κοὺτ Χουμί ἦταν φοιτητὴς στὴν Εὐρώπη, ἕνας νεαρὸς ποὺ λάμβανε δυτικὴ ἐκπαίδευση. Ὁ δρ Οὗγκο Βέρνεκκε καὶ ὁ καθηγητὴς Φέχνερ μιλοῦσαν γιὰ τὴν παρουσία του στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λειψίας καὶ γιὰ τὴν μετέπειτα ἐπίσκεψή του στὴ Ζυρίχη (Δάσκαλοι 2001: 201).
Μετέπειτα, ὡστόσο, θὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Κοὺτ Χουμί ἔλαβε πλήρη μύηση ἤδη κατὰ τὴ διάρκεια τῶν προηγούμενων ἐνσαρκώσεών του, καθὼς οἱ «δάσκαλοι» σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς συνηθισμένους ἀνθρώπους μποροῦν νὰ διατηροῦν τὴ μνήμη τῶν περασμένων ζωῶν τους (Γκενὸν 1921: 41). Παρόλο ποὺ οἱ Μαχάτμα παρουσιάζονταν ὡς γηγενεῖς τῆς Βορειοδυτικῆς Ἰνδίας, ἡ Μπλαβάτσκυ τοὺς τοποθέτησε στὴν περιοχὴ τοῦ Θιβέτ, πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶναι παράξενο. Τὸ Θιβέτ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν μιὰ ἀπρόσιτη γιὰ τοὺς ξένους, τελείως κλειστὴ χώρα, καὶ αὐτό, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Γκενόν, καθιστοῦσε ἀδύνατο τὸν ἔλεγχο τῶν πληροφοριῶν ποὺ ἔδινε (Γκενὸν 1921: 55).
Ἐπιπλέον, ἡ ἴδια ἡ Μπλαβάτσκυ ἰσχυριζόταν ὅτι στὰ νιάτα της γιὰ τρία (κατ’ ἄλλη ἐκδοχὴ — ἑπτὰ χρόνια) ἔζησε στὸ Θιβέτ, ὅπου ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Κοὺτ Χουμί καὶ τοῦ Μόρυα ἀσχολοῦνταν μὲ τὴ μελέτη τοῦ θιβετιανοῦ βουδισμοῦ καὶ τῆς μυστικῆς γλώσσας τῶν μυημένων σενζὰρ (Ἀντρέγιεφ 2008: 33· Οὐάσινγκτον 1998: 44-45· Γκενὸν 1921: 13). Πάντως, ὅλοι οἱ σοβαροὶ ἐρευνητὲς θεωροῦν ὅλα αὐτὰ ἐπινοήσεις. Ἡ ἴδια ἡ Μπλαβάτσκυ δὲν γνώριζε τὴ θιβετιανὴ γλώσσα, ἐνῶ καὶ γιὰ τὸν βουδισμὸ εἶχε μιὰ ἀντίληψη ἐντελῶς συγκεχυμένη. Ὅπως γράφει ὁ σύγχρονος βουδιστολόγος Α.Α. Τερέντιεφ σχετικὰ μὲ τὸ ἄρθρο της «Θιβετιανὲς διδασκαλίες»: «Τὸ περιεχόμενο τοῦ ἄρθρου δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὶς “θιβετιανὲς διδασκαλίες”. Τὸ ἄρθρο ἀποτελεῖ φαντασιοπληξία τῆς συγγραφέως, ποὺ βασίζεται σὲ μερικὲς ὄχι ἐντελῶς σωστὰ κατανοημένες θιβετιανὲς λέξεις. Τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου μαρτυρεῖ πλήρη ἄγνοια τῆς οὐσίας τῆς βουδιστικῆς φιλοσοφίας, ἐνῶ ἐκφράσεις ὅπως, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἀποδιδόμενος στὸν βόρειο βουδισμὸ ἰσχυρισμὸς ὅτι “τὰ καλὰ πνεύματα εἶναι οἱ Βοῦδες, οἱ πεθαμένοι προφῆτες” (σ. 161), “ἡ φωνὴ τοῦ “ἐγώ”, γνωστὴ ὡς Γκουὰν-ὶν” (σ. 163) ἢ “ἕνας μύστης, ἐπιδέξιος στὴν Ἀλάγια-βιντζνάνα” (σ. 166), ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ βουδισμοῦ, εἶναι παντελεῖς ἀνοησίες» (παρατίθεται στὸ (Ἀντρέγιεφ 2008: 38)).
Δὲν ἔμειναν στὴν Μπλαβάτσκυ καθόλου ὑλικὲς ἀποδείξεις τῆς παραμονῆς της στὸ Θιβέτ (ἡμερολογιακὲς ἐγγραφές, βιβλία ἢ ἔστω κάποια ἐνθύμια, ποὺ στὶς μέρες μας φέρνει ὁποιοσδήποτε τουρίστας). Ἐπιπλέον, μιὰ τέτοια παραμονὴ θὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολη γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον, ὅπως ἤδη εἰπώθηκε, τὸ Θιβέτ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν κλειστὸ γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους, καθὼς οἱ Δαλάι Λάμα, ἀκολουθώντας τὴ θέληση τῶν Κινέζων αὐτοκρατόρων, στοὺς ὁποίους ὑπάγονταν, ἀσκοῦσαν μιὰ αὐστηρὰ ἀπομονωτικὴ πολιτική, καὶ οἱ πιθανοὶ κατάσκοποι ἐντοπίζονταν τόσο ἀπὸ κινεζικὲς ὅσο καὶ ἀπὸ βρετανικὲς περιπόλους (Ἀντρέγιεφ 2008: 35· Οὐάσινγκτον 1998: 45). Δεύτερον, ἀκόμη καὶ μιὰ σύντομη παραμονὴ σὲ μιὰ χώρα μὲ τόσο μεγάλο ὑψόμετρο ὅπως τὸ Θιβέτ εἶναι μιὰ δύσκολη δοκιμασία γιὰ τοὺς Εὐρωπαίους, καὶ πόσο μᾶλλον εἶναι δύσκολο νὰ φανταστεῖ κανεὶς ὅτι ἡ Μπλαβάτσκυ, ποὺ δὲν διακρινόταν γιὰ ἰδιαίτερα γερή ὑγεία, θὰ μποροῦσε νὰ περάσει ἐκεῖ τόσα χρόνια (Οὐάσινγκτον 1998: 45).
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ Μπλαβάτσκυ φαντάστηκε πολλὰ μὲ τὸ δικό της πνεῦμα γιὰ τοὺς φανταστικοὺς δασκάλους της. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀναφορὰ τῆς ἀδελφῆς της Β. Ζελιχόφσκαγια: «ἡ ἴδια (ἡ Μπλαβάτσκυ — σημ. Α. Ι.) ἔλεγε πάντα ὅτι ἐκεῖνοι οἱ δύο Μαχάτμα, τοὺς ὁποίους γνωρίζει προσωπικά, διαφέρουν πολὺ στοὺς χαρακτῆρες καὶ στὸν τρόπο ζωῆς. Ὅτι ὁ Μαχάτμα Κοὺτ Χουμί εἶναι πολὺ πιὸ προσιτός· ζεῖ μὲ τὴν ἀδελφή του καὶ τὸν ἀνιψιό του στὸ Κουενλούν· ἐνῶ ὁ Μαχάτμα Μόρυα, ὁ κυρίως γκουρού της, δὲν ἔχει μόνιμη κατοικία, εἶναι πολὺ πιὸ σοβαρὸς καὶ αὐστηρὸς καὶ βρίσκεται σὲ αἰώνιες μετακινήσεις, ἐκεῖ ὅπου τὴν κάθε στιγμὴ εἶναι πιὸ ἀπαραίτητος» (παρατίθεται στὸ (Ἀντρέγιεφ 2008: 34)). Εἶναι ἀξιοπερίεργο τί θὰ μποροῦσε νὰ διδάξει ὁ Μόρυα στὴν Μπλαβάτσκυ, ἂν βρίσκεται «σὲ αἰώνιες μετακινήσεις». Πάντως, σύμφωνα μὲ μιὰ ἄλλη διήγηση τῆς Ζελιχόφσκαγια, ὁ Μόρυα δὲν εἶναι καθόλου μιὰ θιβετιανὴ ἐκδοχὴ τοῦ Ἀχασβήρου, ἀλλὰ κατέχει τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα τοῦ «τσουτούκτα» στὴν αὐλὴ τοῦ Παντσὲν Λάμα. Τὸ «τσουτούκτα» εἶναι, ἐνδεχομένως, τὸ χουτούχτα, ἕνας ἀνώτατος ἱεράρχης τοῦ βουδιστικοῦ κλήρου στὴ Μογγολία, καὶ καθόλου ὄνομα αὐλικοῦ ἀξιώματος στὸ Θιβέτ (Ἀντρέγιεφ 2008: 34-35). Πάντως, τοὺς θεοσόφους ποτὲ δὲν τοὺς ἀπασχόλησαν ἰδιαίτερα οἱ ἀντιφάσεις ἢ ἀκόμη καὶ οἱ ἀνοησίες στὶς πληροφορίες ποὺ ἔδιναν.
Ἡ Μπλαβάτσκυ ἰσχυριζόταν ὅτι δὲν συναντοῦσε μόνο ἡ ἴδια τοὺς Μαχάτμα, ἀλλὰ ὅτι αὐτὲς οἱ συναντήσεις εἶχαν μάρτυρες ἀνάμεσα στοὺς μαθητές της. Ὅπως γράφει ἡ Ἄννι Μπέζαντ: «Μετὰ τὴ μεταφορὰ τῆς ἕδρας τῆς Ἑταιρείας στὸ Ἀντυὰρ (Μαντρὰς) στὶς 30 Δεκεμβρίου 1882, τέτοιες ἐμφανίσεις τῶν Δασκάλων συνέβαιναν συχνά· ἔγινε οἰκογενειακὴ παράδοση γιὰ τοὺς ἐργαζόμενους νὰ συγκεντρώνονται τὰ βράδια στὴν ταράτσα, καὶ ἐκεῖ ἐρχόταν ξανὰ καὶ ξανὰ ὁ Δάσκαλος ὁρατός, τοὺς μιλοῦσε μὲ εὐμένεια καὶ τοὺς ἔδινε ὁδηγίες» (Δάσκαλοι 2001: 72). Πάντως, συγκεκριμένα ὀνόματα προσώπων ποὺ παρευρίσκονταν σὲ τέτοιες συναντήσεις δὲν ἀναφέρονται. Πολὺ περισσότερο, ἔχουμε ἀκόμη λιγότερους λόγους νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὴ μαρτυρία τοῦ μεγάλου παραμυθᾶ Τσὰρλς Λεντμπίτερ, γιὰ τὸν ὁποῖο θὰ γίνει λόγος παρακάτω. Ὁ Λεντμπίτερ ἰσχυριζόταν ὅτι «…εἶδα πολλὲς φορὲς τὸν Δάσκαλο Μ., τὸν Δάσκαλο Κ.Χ., τὸν Δάσκαλο Τζ.Κ., καθὼς καὶ ἕνα ἀκόμη μέλος τῆς Ἀδελφότητας, χωρὶς νὰ ὑπολογίσω ἕναν-δύο μαθητές-ἀπεσταλμένους. Αὐτὲς οἱ ἐμφανίσεις συνέβαιναν ἄλλοτε στὴν ταράτσα τοῦ κεντρικοῦ κτιρίου, ἄλλοτε στὸ δικό μου δωμάτιο στὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ, καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις στὸν κῆπο. Οἱ ὑλοποιήσεις συχνὰ διαρκοῦσαν μέχρι εἴκοσι λεπτά, καὶ τουλάχιστον σὲ δύο περιπτώσεις κράτησαν σημαντικὰ περισσότερο ἀπὸ μισὴ ὥρα» (Δάσκαλοι 2001: 72 – 73).
Ὡστόσο, πολὺ μεγαλύτερη φήμη ἀπέκτησαν ὄχι αὐτὰ τὰ «ραντεβού», ἀλλὰ οἱ μυστηριώδεις ἐπιστολὲς τῶν Μαχάτμα, μέρος τῶν ὁποίων περιλήφθηκε ἀργότερα στὴ γνωστὴ συλλογή, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μιλήσουμε παρακάτω. Ὅπως ἰσχυριζόταν ἡ Ἄννι Μπέζαντ, οἱ ἐπιστολὲς «ἔφταναν μὲ τοὺς πιὸ διαφορετικοὺς τρόπους: ταχυδρομικῶς, ἐμφανιζόμενες ξαφνικὰ πάνω στὸ τραπέζι, πέφτοντας ἀπὸ τὸν ἀέρα καὶ οὕτω καθεξῆς. Στὶς 10 Φεβρουαρίου 1882 εἶδαν μιὰ ἐπιστολὴ νὰ πέφτει κάθετα πρὸς τὸ ἔδαφος, στὸν ὑπαίθριο χῶρο, δέκα βήματα ἀπὸ τὴν πολυθρόνα τῆς μαντὰμ Μπλαβάτσκυ καὶ ἑπτὰ ἀπὸ μιὰ μικρὴ ὁμάδα ποὺ παρακολουθοῦσε τὴν πτώση της» (Δάσκαλοι 2001: 80).
Αὐτὲς εἶναι, σὲ γενικὲς γραμμές, οἱ ἀντιλήψεις τῆς Μπλαβάτσκυ γιὰ τοὺς Μαχάτμα. Εἶναι προφανὲς ὅτι αὐτοὶ οἱ χαρακτῆρες δὲν ἔχουν τίποτα κοινὸ μὲ τοὺς παραδοσιακοὺς Ἰνδουιστὲς καὶ Βουδιστὲς δασκάλους. Ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ὅρο «μαχάτμα». Στὰ σανσκριτικὰ αὐτὴ ἡ σύνθετη λέξη, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο στοιχεῖα: mahA- ἀπὸ τὸ mahant «μέγας» καὶ –Atman «ψυχή», ἔχει δύο βασικὲς σημασίες (Apte 1922: 429). Πρῶτον, εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐπίθετο, τὸ ὁποῖο στὴ σανσκριτικὴ λογοτεχνία μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ σὲ ὁποιαδήποτε ἐξέχουσα προσωπικότητα καὶ δὲν φέρει ἰδιαίτερο ἐννοιολογικὸ βάρος. Στὴν Ντεβιμπαγκαβάτα-πουράνα τὸ συνάντησα ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν Βρίτρα. Δὲν πρόκειται καθόλου γιὰ κάποια τάξη δασκάλων ἢ ὑπερφυσικῶν ὄντων, ὅπως εἶναι οἱ συχνὰ ἀναφερόμενοι ρίσι, γκαντάρβα, ἀπσάρα, κιννάρα κ.λπ. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱστορικὸς ἀπὸ τὴν Πετρούπολη Α. Παρίμποκ, «ἡ ἀντίληψη περὶ μαχάτμα δὲν διακρίνεται γιὰ ἰδιαίτερη σαφήνεια καὶ δὲν σχετίζεται μὲ κανέναν τρόπο μὲ τὶς ἐπινοήσεις τῶν θεοσόφων γύρω ἀπὸ αὐτὴ τὴ λέξη» (Ἰνδουισμὸς 1996: 271). Κατά βάση, αὐτὸ τὸ ἐπίθετο βρίσκεται στὴν ἴδια σειρὰ μὲ ἄλλα παρόμοια: paramAtma «ὑψίστη ψυχή»· mahAtejas «μεγαλοπρεπής». Στοὺς νεότερους χρόνους, αὐτὸ τὸ ἐπίθετο ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ ἐκείνους ποὺ θεωροῦνται ἅγιοι, καὶ ἔγινε ἰδιαίτερα γνωστὸ ὡς ἐπίθετο τοῦ Γκάντι (Ἰνδουισμὸς 1996: 271). Εἶναι αὐτονόητο ὅτι οἱ παραδοσιακοὶ Ἰνδουιστὲς δὲν θὰ χρειαζόταν νὰ ὀνομάσουν ἔτσι κάποιους ὅπως ὁ Κοὺτ Χουμί ἢ ὁ Μόρυα, τοὺς ὁποίους κανεὶς ποτὲ δὲν ἀναγνώρισε ὡς αὐθεντίες καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται σὲ κανένα ἱερὸ ἰνδουιστικὸ κείμενο. Ἀκόμη καὶ οἱ «παμφάγοι» νεο-ινδουιστὲς γκουρού, ὅπως ὁ Σάτυα Σάι Μπάμπα ἢ ὁ Σρὶ Τσινμόι, ποτὲ δὲν μίλησαν γιὰ «μαχάτμα» καὶ δὲν ἀναφέρθηκαν σὲ αὐτούς. Ἐπιπλέον, ὁ Σουάμι Βιβεκανάντα, ὢν ὁ ἴδιος ὑποστηρικτὴς τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ Ἰνδουισμοῦ καὶ καθόλου «σκοταδιστὴς καὶ δογματικός», εἶχε πολὺ κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὸν θεοσοφισμὸ τῆς Μπλαβάτσκυ, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε εἰρωνικὰ «μπλαβατσκοσοφία» (Σουάμι Βιβεκανάντα 1993: 20). Εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ὁ μύθος γιὰ τοὺς «μαχάτμα» δημιουργήθηκε ξεκάθαρα ὄχι ἀπὸ Ἰνδούς, καὶ προορίζεται γιὰ χρήση ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς λάτρεις τῆς «ἰνδικῆς πνευματικότητας». Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἑλένα Ραίριχ ἰσχυρίστηκε ἀργότερα ὅτι δῆθεν οἱ Ἰνδοὶ γνωρίζουν πολλὰ γιὰ τοὺς μαχάτμα, ἀλλὰ φυλάσσουν αὐτὴ τὴν ἱερὴ γνώση ἀπὸ τοὺς μὴ μυημένους (Ραίριχ 1996: 442). Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση τίθεται τὸ ἐρώτημα: γιατί τότε αὐτὴ ἡ γνώση ἔγινε καθόλου γνωστὴ στὸν κόσμο, καὶ ὁ πρῶτος κήρυκάς της ὑπῆρξε ἡ Μπλαβάτσκυ, ἡ ὁποία εἶχε γιὰ τὴν «ἀνατολικὴ πνευματικότητα» ἐντελῶς συγκεχυμένες καὶ μπερδεμένες ἀντιλήψεις;
Οἱ Μαχάτμα ὡς εὕρημα γιὰ κατάσκοπο
Ὡς ἐκ τούτου, ἐγείρεται τὸ εὔλογο ἐρώτημα ἂν οἱ μαχάτμα ἦταν μιὰ καθαρὴ ἐπίνοια τῆς Μπλαβάτσκυ, ἢ ἂν εἶχαν πραγματικὰ πρότυπα, στολισμένα ἀπὸ τὴ φαντασία τῆς ἰδίας καὶ τῶν ἀκολούθων της. Ὁ Γκενὸν θεωρεῖ ὅτι συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ δεύτερο, διότι «ἕνα ἐπιδέξια παρασκευασμένο μεῖγμα ἀλήθειας καὶ ψεύδους εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο νὰ ἀποκαλυφθεῖ» (Γκενὸν 1921: 50). Οἱ μαχάτμα, κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Γκενόν, χρειάζονταν ὡς προσωπεῖα γιὰ ἐπιφανῆ πρόσωπα ποὺ δροῦσαν πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τῆς Μπλαβάτσκυ, ἀλλὰ ἡ σημασία τους δὲν περιορίζεται σὲ αὐτό. Οἱ θεόσοφοι παρουσίαζαν τοὺς μαχάτμα ὡς μιὰ πρότυπη ἐνσάρκωση τῆς μορφῆς τοῦ «ἀνατολίτη σοφοῦ» καὶ τοὺς συνέδεαν μὲ τοὺς ρίσι τῆς βεδικής ἐποχῆς καὶ τοὺς ἀρχὰτ τοῦ πρώιμου βουδισμοῦ. Ὡστόσο, οἱ παραδοσιακοὶ γκουροὺ δὲν κρύβονταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους οὔτε ἐπικοινωνοῦσαν μὲ τοὺς μαθητές τους μέσω ἀνωνύμων ἐπιστολῶν· ἐκτιμοῦσαν ἰδιαίτερα ἀκριβῶς τὸν προφορικὸ λόγο καὶ τὴν ἄμεση, ζωντανὴ ἐπαφὴ δασκάλου καὶ μαθητῆ. Ἐπιπλέον, αὐτοὶ οἱ γκουροὺ δὲν σχημάτιζαν καμία μυστική, συγκεντρωτικὴ καὶ ἱεραρχικὴ ὀργάνωση. Ὁ Γκενὸν δείχνει παραστατικὰ ὅτι ἡ Μπλαβάτσκυ ἁπλῶς μεταφέρει στὸ ἰνδικὸ ἔδαφος τὶς ἀντιλήψεις τῶν Ροδοσταύρων καὶ τῶν Τεκτόνων γιὰ τοὺς μυημένους ὑψηλῶν βαθμίδων, παρόμοια μὲ τοὺς μεσαιωνικοὺς καλλιτέχνες ποὺ ἀπεικόνιζαν μὲ ἱπποτικὲς πανοπλίες τοὺς ἥρωες τῶν ἀρχαίων καὶ βιβλικῶν παραδόσεων. Στοὺς Ροδοσταύρους αὐτοὶ οἱ μυημένοι ὀνομάζονταν «Μύστες» (Adepts), καὶ στοὺς Τέκτονες — «Ἄγνωστοι Ἀνώτεροι». Αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου παράξενο, γιατί ἡ Μπλαβάτσκυ διατηροῦσε ἐπαφὲς μὲ ὀργανώσεις ποὺ διεκδικοῦσαν τὸν «ροδοσταυρισμό» καὶ γνώριζε ἔργα ποὺ περιεῖχαν συγκεκριμένες πληροφορίες γιὰ τὸ θέμα αὐτό («Ὁ φλεγόμενος ἀστήρ» τοῦ βαρόνου Τσουντί, «Magia Adamica» τοῦ Εὐγενίου Φιλαλήθη) (Στό ἴδιο: 92). Σύμφωνα μὲ τοὺς θεοσόφους, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρχηγῶν τῆς Μεγάλης Λευκῆς Στοᾶς εἶναι ἑπτά («Οἱ ἑπτὰ Κογκὰν ἀντιστοιχοῦν στοὺς ἑπτὰ Κουμάρα τῆς “Μυστικῆς Δοξασίας”», ὅπως θὰ γράψει ἀργότερα ἡ Ε. Ραίριχ (Ἐπιστολὲς 1993: 5)). Ἐπίσης ἑπτὰ μύστες εἶχαν οἱ Ροδόσταυροι, καὶ αὐτοὶ οἱ μύστες κατεῖχαν τὸ «ἐλιξήριο τῆς μακροζωίας» (μιὰ ἐξαιρετικὰ μεγάλη διάρκεια ζωῆς ἀποδίδεται καὶ στοὺς μαχάτμα). Ἀναφέρονται μύστες ποὺ δῆθεν ἔζησαν ἀρκετοὺς αἰῶνες καὶ οἱ ὁποῖοι, ἐμφανιζόμενοι σὲ διαφορετικὲς ἐποχές, παρέμεναν ἐξωτερικὰ ἐντελῶς ἀναλλοίωτοι. Ἡ πιὸ γνωστὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κόμη Σαὶν Ζερμαίν, τὸν ὁποῖο οἱ θεόσοφοι κατέταξαν στοὺς «δικούς τους». Ὁ δὲ ἱερὸς χαρακτήρας τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτὰ ἔχει τὶς ρίζες του στὸν μεσοποταμιακὸ πολιτισμὸ (ἑπτὰ πλανῆτες, ἑπτὰ θεοὶ ποὺ τοὺς κυβερνοῦν, ἑπτὰ ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας ἀφιερωμένες σὲ αὐτοὺς τοὺς θεούς) καὶ εἶναι ἐντελῶς ξένος πρὸς τὸν ἰνδουιστικὸ πολιτισμό, σὲ ἀντίθεση, γιὰ παράδειγμα, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς «δεκαοκτώ» (δεκαοκτὼ μαχαπουράνα καὶ δεκαοκτὼ ουπαπουράνα), ἢ «ἑκατὸν ὀκτώ» (ἑκατὸν ὀκτὼ ουπανισάδες, ἑκατὸν ὀκτὼ ἰδιαίτερα σεβαστοὶ ναοί, ἑκατὸν ὀκτὼ ὀνόματα τῆς θεότητας κ.λπ. (Μαχαμπχαράτα 1987: 607 – 608)). Ἑπομένως καὶ ἡ ἑβδομαδιαία περίοδος, οἱ ἡμέρες τῆς ὁποίας ὀνομάζονται ἀπὸ τοὺς κυρίαρχους πλανῆτες, δανείστηκε ἀπὸ τοὺς Ἰνδοὺς ἀπὸ τὴ Δύση (Basham 1977: 518). Ὅσο γιὰ τὴν ἰδέα νὰ τοποθετοῦν τὴν κατοικία τῶν ἀνώτερων μυημένων στὴν Ἰνδία ἢ τὴν Κεντρικὴ Ἀσία, αὐτὴ ἐπίσης προέρχεται ἀπὸ τοὺς Ροδοσταύρους καὶ τοὺς Τέκτονες. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰώνα ὁ Σινσέρους Ρενάτους ἰσχυριζόταν ὅτι πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ οἱ δάσκαλοι τῶν Ροδοσταύρων ἀποσύρθηκαν στὴν Ἰνδία, καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔμεινε πλέον στὴν Εὐρώπη. Ὁ Χένρυ Νόιχαους πρόσθετε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναχώρηση συνέβη μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ Τριακονταετοῦς Πολέμου. Καὶ ὁ γνωστὸς Σουηδὸς μυστικιστὴς Σβέντενμποργκ ἰσχυριζόταν ὅτι μόνο ἀνάμεσα στοὺς σοφοὺς τοῦ Θιβέτ καὶ τῆς Ταρταρίας πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ τὸ «χαμένο κλειδί» γιὰ τὰ μυστήρια τῆς μύησης (Γκενὸν 1921: 54).
Ἐπιπλέον, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου «Ὁ Μπαμπουίνος τῆς Μαντὰμ Μπλαβάτσκυ» Π. Οὐάσινγκτον, ἰσχυρὴ ἐπιρροὴ στὴν Μπλαβάτσκυ ἄσκησε τὸ ἔργο τοῦ δημοφιλοῦς τὸν 19ο αἰώνα Ἄγγλου μυθιστοριογράφου Μπούλβερ-Λύττον (1803-1873), στὸ ὁποῖο ὑπάρχει τὸ θέμα μιᾶς μυστικῆς ἀδελφότητας μάγων-ὑπερανθρώπων, ποὺ ἀπεικονίζεται μόνο μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ. Ἡ ἴδια ἡ Μπλαβάτσκυ διάβαζε μὲ πάθος τὰ βιβλία τοῦ Μπούλβερ-Λύττον καὶ, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Π. Οὐάσινγκτον, ἡ ἴδια ἡ διδασκαλία της μεγάλωσε πάνω στὴ βάση τοῦ ὑλικοῦ αὐτῶν τῶν βιβλίων (Οὐάσινγκτον 1998: 49). Εἶναι ἐπίσης γνωστὸ ὅτι φίλος τοῦ Μπούλβερ-Λύττον ἦταν ὁ γνωστὸς ἀποκρυφιστὴς Ἐλιφὰς Λευΐ (1810-1875). Τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ τελευταίου ἦταν Ἀλφὸνς Λουὶ-Κονστάν· ἦταν ἕνας καθαιρεμένος Γάλλος ἀββᾶς, ποὺ ἔγινε θεωρητικὸς καὶ πρακτικὸς τῆς μαγείας καὶ γνώστης τῆς καμπάλα. Ὁ Ε. Λευΐ κήρυττε τὴν ὕπαρξη μιᾶς «μυστικῆς δοξασίας», ἡ ὁποία ἑνώνει τὶς θρησκευτικὲς καὶ μαγικὲς διδασκαλίες ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν λαῶν —ἐξ οὗ καὶ ὁ τίτλος τοῦ πιὸ γνωστοῦ ἔργου τῆς Μπλαβάτσκυ— ἐνῶ ἰδιαίτερα τὸν ἐνδιέφεραν τὰ ἱερὰ κείμενα τοῦ Ἰνδουισμοῦ. Σύμφωνα μὲ τὸν Λευΐ, φύλακες αὐτῆς τῆς δοξασίας εἶναι οἱ προικισμένοι μὲ ἀθανασία καὶ μαγικὲς δυνάμεις Μύστες (Adepts). Ἔτσι, βασιζόμενη στοὺς θρύλους τῶν Ροδοσταύρων καὶ τῶν Τεκτόνων καὶ στὴ σύνθεση ἀνατολικῶν θρησκειῶν καὶ δυτικῆς μαγείας τοῦ Ε. Λευΐ ὅπως τὴν παρουσίασε ὁ Μπούλβερ-Λύττον, καὶ ἐνισχύοντάς την μὲ τὶς δικές της ἀρκετὰ διαστρεβλωμένες καὶ συγκεχυμένες ἀντιλήψεις (παρόλο ποὺ ὁ Π. Οὐάσινγκτον γράφει γιὰ τὶς «ἐκτενεῖς γνώσεις» της στὰ ἱερὰ κείμενα, εἴχαμε ἤδη τὴν εὐκαιρία νὰ βεβαιωθοῦμε γιὰ τὸ ἀντίθετο), ἡ Μπλαβάτσκυ δημιούργησε τὸν μύθο γιὰ τὴν «ἀδελφότητα τῶν δασκάλων τῶν Ἱμαλαΐων», οἱ ὁποῖοι δῆθεν τὴν ἐξέλεξαν γιὰ νὰ ἀναγγείλει στὸν κόσμο τὴ διδασκαλία τους (Οὐάσινγκτον 1998: 50-54). Μὲ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Πυθαγόρα δὲν εἶχε, βέβαια, τίποτα κοινό, ἀποτελώντας μᾶλλον τὸν τύπο τῆς φεμινίστριας τοῦ 19ου αἰώνα: μιὰ ἀρκετὰ χυδαία καὶ σκανδαλώδης ὕπαρξη, ποὺ ἦταν μανιώδης καπνίστρια (μὲ αὐτὸ θυμίζει τὴν κυρία Κούκσινα ἀπὸ τὸ μυθιστόρημα τοῦ Ι. Σ. Τουργκένιεφ «Πατέρες καὶ Παιδιά»). Ὅπως παρατήρησε ὁ Β. Τ. Στέντ, ἐνσάρκωνε ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἰδιότητες ποὺ ἕνας μυημένος στὰ θεῖα μυστήρια δὲν πρέπει νὰ ἔχει (Γκενὸν 1921: 81).
Ἐὰν ὁ Ρ. Γκενὸν ἐπισημαίνει τὴν πιθανότητα ὕπαρξης πραγματικῶν προτύπων γιὰ τοὺς μαχάτμα, χωρὶς ὅμως νὰ δίνει συγκεκριμένη ἀπάντηση γιὰ τὸ ποιοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι αὐτοί, ὁ Ἀμερικανὸς ἐρευνητὴς Πὼλ Τζόνσον ὑποστηρίζει μὲ ἐπαρκὴ ἐπιχειρήματα ὅτι οἱ μαχάτμα ἀποτελοῦν στὴν πραγματικότητα ἐξιδανικευμένες μορφὲς τριῶν Ἰνδῶν φίλων καὶ προστατῶν της. Ὑπὸ τὸ ὄνομα Μόρυα, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Τζόνσον, κρύβεται ὁ μαχαραγιάς τοῦ Κασμὶρ Ρανμπὶρ Σὶνγκ (1830-1885), τὸν ὁποῖο ἡ Μπλαβάτσκυ γνώρισε στὴ Λαχόρη τὸ φθινόπωρο τοῦ 1880. Αὐτὸς ὁ μαχαραγιάς ἦταν μέλος τῆς Θεοσοφικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς παρεῖχε γενναιόδωρη ὑποστήριξη. Ἀνταποκρίνεται στὸν μέγιστο βαθμὸ στὶς περιγραφὲς τοῦ Μόρυα ποὺ συναντᾶ κανεὶς στὰ ἔργα τῆς Μπλαβάτσκυ. Ὁ Ρανμπὶρ Σὶνγκ διακρινόταν γιὰ τὴ μεγάλη θρησκευτική του ἀνεξικακία καὶ στὶς ἐπικράτειές του χτίζονταν ναοὶ διαφόρων δογμάτων ὑπὸ τὴν προσωπική του προστασία. Ἐπιπλέον, ὁ Ρανμπὶρ Σὶνγκ προσδοκοῦσε τὴ ρωσικὴ στρατιωτικὴ βοήθεια ἐναντίον τῶν Ἄγγλων καὶ μάλιστα εἶχε στείλει δύο ἀποστολὲς στὴ Ρωσικὴ Αὐτοκρατορία γιὰ διαπραγματεύσεις (Ἀντρέγιεφ 2008: 59-63).
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν Κοὺτ Χουμί, ὁ Τζόνσον θεωρεῖ ὅτι στὴ μορφή του ἀπεικονίζεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς σιχικῆς μεταρρυθμιστικῆς ὀργάνωσης «Σὶνγκ Σάμπχα», Τχακὰρ Σὶνγκ Σαντχανβάλια. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Μπλαβάτσκυ γιὰ τὸν σιχισμὸ δὲν εἶναι τυχαῖο. Τῆς ἄρεσε τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Σὶχ —κατὰ τὴν ἄποψή της— πρέσβευαν ἕναν καθαρὸ μονοθεϊσμὸ καὶ ἦταν ὑποστηρικτὲς τῆς «πανανθρώπινης ἀδελφότητας» («The Brotherhood of Humanity»). Ἂν καὶ γιὰ τοὺς Σὶχ σημασία ἔχει ἡ ἰδέα τῆς ἀδελφότητας τῶν ἴδιων τῶν πιστῶν τοῦ σιχισμοῦ, καὶ καθόλου μιὰ ἀφηρημένη «ἀδελφότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων». Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1880, ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία στὴν Ἰνδία συνεργάστηκε μὲ τὴ «Σὶνγκ Σάμπχα» στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν χριστιανῶν ἱεραποστόλων, καὶ ἀκριβῶς ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ ροὴ τῶν περιφήμων «ἐπιστολῶν τῶν μαχάτμα», γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ μιλήσουμε παρακάτω, ἔφτασε στὸ ἀποκορύφωμά της. Ὁ Τχακὰρ Σὶνγκ ἦταν ἐπίσης ἀντίπαλος τῶν Βρετανῶν ἀποικιοκρατῶν καὶ ὀνειρευόταν νὰ τινάξει τὸν ἀγγλικὸ ζυγὸ μὲ τὴ βοήθεια τῶν ρωσικῶν λογχῶν (Ἀντρέγιεφ 2008: 63-66), δηλαδὴ στὸ περίφημο «μεγάλο παιχνίδι» (great game) βρισκόταν μὲ τὸ μέρος τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας. Μέλος τῆς «Σὶνγκ Σάμπχα» ἦταν καὶ ὁ Σιρντὰρ Σὶνγκ Ματζιθία, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Π. Τζόνσον, ἦταν ὁ τρίτος μαχάτμα — ὁ Τζουὰλ Κούλ (Ἀντρέγιεφ 2008: 66).
Κατὰ τὴν ἄποψή μου, οἱ ρίζες τέτοιων ἀντιλήψεων γιὰ τοὺς «μεγάλους μυημένους» πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὴ μουσουλμανικὴ διδασκαλία γιὰ τοὺς «κρυφοὺς ἁγίους». Μέσω τῶν Ναϊτῶν Ἱπποτῶν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει φτάσει στὴν Εὐρώπη καὶ νὰ γίνει κτῆμα τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐσωτεριστικῶν ἑταιρειῶν. Ἐδῶ εἶναι σημαντικὸ νὰ σημειώσουμε τρία σημεῖα. Πρῶτον, σύμφωνα μὲ τὶς μουσουλμανικὲς δοξασίες, αὐτοὶ οἱ ἅγιοι δὲν πεθαίνουν, ἀλλὰ παραμένουν σὲ μιὰ ἰδιαίτερη κρυφὴ κατάσταση καὶ μποροῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς ἐκλεκτούς· δεύτερον, σχηματίζουν μιὰ ἱεραρχία (σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς χριστιανοὺς ἁγίους)· καὶ τρίτον, παρεμβαίνουν ἐνεργὰ στὶς ὑποθέσεις τοῦ κόσμου. Ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς Σούφι ποὺ ἀνέπτυξε τὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ἱεραρχία τῶν ἁγίων ἦταν ὁ Τιρμιζί (9ος αἰ.). Σύμφωνα μὲ αὐτόν, ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς τῆς ἱεραρχίας ὀνομάζεται κούτμπ («ἄξονας, στύλος») ἢ γκάους («βοήθεια»). Σὲ αὐτὸν ὑπάγονται τρεῖς νουκάμπα («ἀντιπρόσωποι»), τέσσερις αουτὰντ («στηρίγματα»), ἑπτὰ αμπρὰρ («εὐσεβεῖς»), σαράντα αμπντὰλ («ἀντικαταστάτες»), τρεῖς αχιὰρ («ἐκλεκτοί») καὶ τέσσερις χιλιάδες ἁπλοὶ ἅγιοι. Μερικοὶ αὐθεντικοὶ δάσκαλοι τοῦ σουφισμοῦ, ὅπως ὁ Ἰμπν Ἀράμπι, ἰσχυρίζονταν ὅτι ὑπάρχουν ἑπτὰ αμπντάλ, ἕνας γιὰ κάθε κλίμα τῆς γῆς (Σίμελ 1999: 161).
Ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ὁμάδες τῆς ἱεραρχίας, ἰδιαίτερη σημασία ἀπέκτησαν οἱ ἑπτὰ καὶ οἱ σαράντα ἅγιοι. Οἱ «ἑπτὰ ἅγιοι» θεωροῦνταν προστάτες ὁρισμένων πόλεων, ὅπως γιὰ παράδειγμα τοῦ Μαρακές. Συχνὰ οἱ ἑπτὰ ἅγιοι ἢ οἱ ἑπτὰ παρθένοι θεωροῦνται ὡς ἕνα ἑνιαῖο ἀντικείμενο λατρείας (τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ λεχθεῖ καὶ γιὰ τοὺς Σαράντα Ἁγίους). Πιθανόν ὑπάρχει σχέση μεταξὺ τῆς λατρείας τῶν Ἑπτὰ Ἁγίων καὶ τῶν Ἑπτὰ Κοιμωμένων ποὺ ἀναφέρονται στὴ 18η σούρα τοῦ Κορανίου. Ὑπάρχουν ἐπίσης πολλοὶ θρύλοι καὶ γιὰ τοὺς Σαράντα Ἁγίους. Μὲ αὐτοὺς συνδέονται τὰ ὀνόματα σειρᾶς πόλεων καὶ περιοχῶν, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸ Κιρκλαρελὶ στὸ εὐρωπαϊκὸ τμῆμα τῆς Τουρκίας.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, οἱ ἅγιοι εἶναι χωρισμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο μὲ ἕνα εἶδος πέπλου. «Ἀπὸ ζηλοτυπία ὁ Θεὸς ρίχνει πάνω τους ἕνα πέπλο καὶ τοὺς κρύβει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους», ἰσχυριζόταν ὁ Σούφι Σιμνανί. Κάθε νύχτα οἱ ἅγιοι περιέρχονται τὸν κόσμο καὶ ἀναφέρουν ὅσα εἶδαν στὸν κούτμπ. Χάρη σὲ αὐτοὺς ἡ γῆ ποτίζεται μὲ βροχὴ καὶ τὰ χωράφια δίνουν σοδειά. Τέτοιες ἀντιλήψεις γιὰ τοὺς ἁγίους ἦταν ἐξαιρετικὰ δημοφιλεῖς ἀνάμεσα στὸν ἁπλό λαό.
Ἡ διεύθυνσή τους δὲν εἶναι οὔτε σπίτι οὔτε ὁδός (Ποιὸς ἔγραψε τὶς «ἐπιστολὲς τῶν μαχάτμα»);
Τώρα θὰ ἐξετάσουμε λεπτομερῶς τὸ ζήτημα τῶν λεγομένων «ἐπιστολῶν τῶν μαχάτμα». Ἡ ἱστορία τῆς ἐμφάνισης αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1879 ἡ Μπλαβάτσκυ ἔφτασε στὸ Ἀλλαχαμπὰντ μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ διευθυντῆ τῆς τοπικῆς ἐφημερίδας «Pioneer», Ἄλφρεντ Σίννετ (1840-1921). Τὸ σπίτι τοῦ Α. Σίννετ ἦταν ἕνα πραγματικὸ πνευματικὸ σαλόνι· ἀνάμεσα στοὺς φίλους του ἦταν καὶ ὁ πατέρας τοῦ Ρ. Κίπλινγκ. Ὁ Σίννετ καὶ ἡ σύζυγός του ἐνδιαφέρονταν ζωηρὰ γιὰ τὸν πνευματισμὸ καὶ τὸν ἀποκρυφισμό, καὶ ἡ προσοχή τους δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ ἑλκυσθεῖ ἀπὸ τὸ νεοφανές ρεῦμα — τὸν θεοσοφισμό. Ἐπιπλέον, στὴν Ἰνδία ἡ Μπλαβάτσκυ γνώρισε τὸν Ἄλαν Χιούμ (1829-1912), συνταξιοῦχο ὑπάλληλο καὶ σπουδαῖο εἰδικὸ στὴν ἰνδικὴ ὀρνιθολογία. Ὁ Σίννετ καὶ ὁ Χιοὺμ ἐπιθύμησαν νὰ ἔρθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς «ἀδελφούς», γιὰ τοὺς ὁποίους τοὺς μίλησε ἡ Μπλαβάτσκυ (ὁ ὅρος «μαχάτμα» δὲν ἦταν ἀκόμη τότε σὲ χρήση), καὶ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1880 οἱ δύο τζέντλεμαν ἄρχισαν νὰ «ἀλληλογραφοῦν» μαζί τους μέσω τῆς ἱδρύτριας τῆς θεοσοφίας.
Μέρος αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν, σύμφωνα μὲ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἴδιων τῶν μαχάτμα, δῆθεν μεταβιβαζόταν μέσω μιᾶς διαδικασίας ποὺ ὀνομαζόταν «ἀποτύπωση» (precipitation), δηλαδὴ τὸ γραμμένο κείμενο ὑλοποιούνταν δῆθεν πάνω στὸ χαρτὶ μέσω μιᾶς διανοητικῆς διαδικασίας (φανταστεῖτε νὰ σκέφτεστε τὸ κείμενο καὶ αὐτὸ νὰ ἐμφανίζεται ἀμέσως στὸ χαρτὶ ἢ στὴν ὀθόνη τοῦ ὑπολογιστῆ) (Ἀντρέγιεφ 2008: 111-114). Ὅπως ἔγραψε ἀργότερα ἡ Μαίρη Κ. Νέφ: «Ὁ Δάσκαλος ὄχι μόνο δὲν ἔγραψε ὁ ἴδιος αὐτὲς τὶς ἐπιστολές, ἀλλὰ δὲν τὶς ἔγραψε κανείς — εἶχαν “ἀποτυπωθεῖ”, ἀλλὰ εἶχαν “ἀποτυπωθεῖ” πάντα μὲ τὸν ἴδιο γραφικὸ χαρακτήρα, γι’ αὐτὸ καὶ φαίνονταν ὅλες ἴδιες, ἀκριβῶς ὅπως στὶς μέρες μας ὅλες οἱ ἐπιστολὲς ποὺ στέλνονται ἀπὸ ἕνα γραφεῖο μοιάζουν μεταξύ τους, ἐπειδὴ εἶναι δακτυλογραφημένες στὴν ἴδια μηχανὴ τοῦ γραφείου» (Δάσκαλοι 2001: 223). Πάντως, στὶς ἐπιστολὲς τοῦ Κοὺτ Χουμὶ καὶ τοῦ Μόρυα ἀναφέρονται συχνὰ σύνεργα γραφῆς, καὶ μιὰ φορὰ ὁ Κοὺτ Χουμὶ παραπονιέται μάλιστα γιὰ ἔλλειψη χαρτιοῦ καὶ μελανιοῦ (Ἀντρέγιεφ 2008: 111-114).
Αὐτὴ ἡ ἀλληλογραφία συνεχίστηκε γιὰ περίπου πέντε χρόνια. Οἱ περισσότερες ἐπιστολὲς «ἀνήκουν» στὸν Κοὺτ Χουμί, καθὼς ὁ Μόρυα «δὲν ἀγαποῦσε» τὸ ἐπιστολικὸ εἶδος. Οἱ ἑπτὰ πρῶτες ἐπιστολὲς τοῦ Κοὺτ Χουμὶ ἀποτέλεσαν τὴ βάση γιὰ τὸ βιβλίο τοῦ Σίννετ «Ὁ Ἀποκρυφιστικὸς Κόσμος», ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1881, ἐνῶ οἱ μετέπειτα ἐπιστολὲς τὸν βοήθησαν στὴ συγγραφὴ τοῦ «Ἐσωτερικοῦ Βουδισμοῦ» (1883) (Ἀντρέγιεφ 2008: 104-105· Οὐάσινγκτον 1998: 78-80).
Σὲ σχέση μὲ τὴ δημοσίευση τοῦ «Ἀποκρυφιστικοῦ Κόσμου» ξέσπασε ἕνα σκάνδαλο, ποὺ κατάφερε ἕνα εὐαίσθητο πλῆγμα στὸ θεοσοφικὸ κίνημα ποὺ βρισκόταν τότε στὴ φάση τῆς συγκρότησής του. Ἀποκαλύφθηκε ὅτι ἕνα μεγάλο ἀπόσπασμα μιᾶς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Κοὺτ Χουμὶ εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἀντιγραφὴ μιᾶς ὁμιλίας ποὺ εἶχε ἐκφωνήσει τὸν Αὔγουστο τοῦ 1880 ὁ Ἀμερικανὸς καθηγητὴς Χένρυ Κίντλ καὶ εἶχε δημοσιευθεῖ τὸν ἴδιο μήνα στὴν ἐφημερίδα τῶν πνευματιστῶν «Banner of Light». Ὁ Κίντλ ἔστειλε ἐπιστολὴ στὸν Σίννετ ζητώντας ἐξηγήσεις, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν μπήκε κἂν στὸν κόπο νὰ ἀπαντήσει. Τότε ὁ προσβεβλημένος Γιάνκης τὸ δήλωσε δημόσια στὸ πνευματιστικὸ περιοδικὸ «Light», πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε πολυάριθμες καὶ θορυβώδεις ἀποχωρήσεις ἀπὸ τὴ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία. Τὸ τμῆμα τοῦ Λονδίνου ἐγκατέλειψαν ἐξέχουσες προσωπικότητες, ὅπως ὁ Στέντον Μόζες, ὁ Φ. Β. Πέρσιβαλ καὶ ἡ Μαίημπλ Κόλλινς (Ἀντρέγιεφ 2008: 115· Οὐάσινγκτον 1998: 94· Γκενὸν 1921: 47).
Σὲ ἀπάντηση, ἡ Μπλαβάτσκυ ἁπλῶς ξέσπασε σὲ βρισιὲς μὲ τὸ συνηθισμένο της ὕφος. Ὁ δὲ Σούμπα Ρόου ἔγραψε στὸ περιοδικὸ «Theosophist» ὅτι «ὁ Μαχάτμα, ἐναντίον τοῦ ὁποίου διατυπώθηκε ἡ κατηγορία, χωρὶς ἀμφιβολία, θὰ θεωρήσει κατώτερο τῆς ἀξιοπρέπειάς του νὰ προσφέρει ὁποιαδήποτε ἐξήγηση γιὰ τὴν ὑπεράσπισή του στὸν κ. Κίντλ ἢ στοὺς ἀκολούθους καὶ τοὺς ὑποστηρικτές του» (Δάσκαλοι 2001: 235). Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ μαχάτμα ἀναγκάστηκε νὰ παραμερίσει τὴν περηφάνια του καὶ ἀποδείχθηκε πανοῦργος καὶ ἐπιτήδειος σὰν τὸν Ὀδυσσέα. Πρῶτα «ὁ ἴδιος» ὁ Κοὺτ Χουμὶ «ἐξήγησε» τὸ συμβὰν λέγοντας ὅτι μποροῦσε νὰ συλλάβει τὰ γραφόμενα τοῦ Κίντλ ἀπὸ τά «ἀκασικὰ ἀρχεῖα» καὶ ἀπέρριψε τὴν κατηγορία γιὰ λογοκλοπὴ προβάλλοντας τὸ ἐπιχείρημα ὅτι στὴν Κίνα καὶ στὸ Θιβέτ δὲν ὑπάρχει τέτοια ἔννοια (πράγματι, οἱ παραδοσιακοὶ ἀνατολικοὶ πολιτισμοί, ὅπως καὶ ὁ μεσαιωνικὸς εὐρωπαϊκός, δὲν γνώριζαν τὰ πνευματικὰ δικαιώματα).
Ὡστόσο, στά «ἀκασικὰ ἀρχεῖα» πίστεψαν λίγοι. Στὴ συνέχεια ὁ Κοὺτ Χουμὶ «ἐπινόησε» μιὰ ἀκόμη ἐξήγηση. Δῆθεν ὅταν σκεφτόταν τὸ κείμενο τῆς ἐπιστολῆς, ταξίδευε ἐπὶ δύο μέρες ἔφιππος καὶ πολὺ κουρασμένος τὸ ὑπαγόρευσε νοερά πρὸς τὴν κατεύθυνση ἑνὸς ὄχι πολὺ ἐπιμελοῦς μαθητῆ, ποὺ δὲν ἦταν ἀρκετὰ ἐξασκημένος στὸν «τομέα τῆς ψυχικῆς χημείας» (Ἀντρέγιεφ 2008: 116· Δάσκαλοι 2001: 235). Μιὰ τροποποιημένη ἐκδοχὴ τῆς ἐπιστολῆς (τῆς ὁποίας τὸ νόημα ἦταν τελείως διαφορετικό) συμπεριέλαβε ὁ Σίννετ μαζὶ μὲ τὴ δική του ἐξήγηση στὴν τρίτη ἔκδοση τοῦ «Ἀποκρυφιστικοῦ Κόσμου»· ἂς σημειώσουμε ὅμως ὅτι κατὰ τὴν προετοιμασία τῆς ἔνατης ἔκδοσης ἀφαιρέθηκαν ἀπὸ αὐτὴν τόσο ἡ ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Κίντλ ὅσο καὶ ἡ ἐξήγηση ποὺ εἶχε προσθέσει ὁ Σίννετ (Ἀντρέγιεφ 2008: 116). Καὶ οἱ σύγχρονοι θαυμαστὲς τῆς Μπλαβάτσκυ δὲν ἀγαποῦν καθόλου νὰ τοὺς θυμίζουν αὐτὸ τὸ σκάνδαλο. Καὶ αὐτὸ εἶναι σωστό· εἶναι πολὺ εὐκολότερο καὶ πιὸ εὐχάριστο νὰ ζεῖ κανεὶς σὲ ἕναν φανταστικὸ κόσμο, ὅπου οἱ καλοὶ μαχάτμα προσφέρουν στὴν ἀνθρωπότητα τὴ μία «διδασκαλία» μετὰ τὴν ἄλλη, ὅπως ὁ Αη-Βασίλης φέρνει τὰ δῶρα κάτω ἀπὸ τὸ δέντρο γιὰ τὰ παιδάκια τὴν Πρωτοχρονιά.
Τὸ 1882 ὁ Χιοὺμ ὑποψιάστηκε ἀπάτη ἐκ μέρους τῆς Μπλαβάτσκυ (ἂν καὶ αὐτὸ δὲν κλόνισε τὴν πίστη του στὴν ὕπαρξη τῶν «δασκάλων») καὶ ἀργότερα διέκοψε τοὺς δεσμούς του μὲ τὴ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία. Ὁ Σίννετ συνέχισε νὰ τὴν ἐμπιστεύεται, ἂν καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ Χιοὺμ οἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ δημοσιογράφου καὶ τῆς ἱδρύτριας τῆς Θεοσοφικῆς Ἑταιρείας ἔγιναν τεταμένες, καὶ στὶς μεταγενέστερες ἐπιστολές της μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ πολλὴ εἰρωνεία γιὰ τὴν «κουταμάρα» καὶ τὴν «μηδαμινότητα» τοῦ Σίννετ, πρᾶγμα ποὺ ὡστόσο δὲν τὸν ἐμπόδισε μετὰ τὸν θάνατο τῆς Μπλαβάτσκυ νὰ καταλάβει τὴ θέση τοῦ ἀντιπροέδρου τῆς Ἑταιρείας (Οὐάσινγκτον 1998: 81).
Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἐπιστολῶν τῶν ἐτῶν 1880-1884, ποὺ περιεῖχαν «ἐξηγήσεις» καὶ «ἀπαντήσεις» τῶν ὑποτιθέμενων μαχάτμα στὶς ἐρωτήσεις τοῦ Σίννετ, δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν Τρέβορ Μπάρκερ τὸ 1923 στὴν ἔκδοση «Οἱ Ἐπιστολὲς τῶν Μαχάτμα στὸν Α.Π. Σίννετ», δύο χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἴδιου τοῦ παραλήπτη, ὁ ὁποῖος ὅσο ζοῦσε ἔφερε ἀντιρρήσεις γιὰ τὴ δημοσίευσή τους (Ἀντρέγιεφ 2008: 104). Ἡ σημερινὴ συλλογὴ «Ἐπιστολὲς τῶν Μαχάτμα» (Ἐπιστολὲς 1993) περιλαμβάνει τόσο ἐπιστολὲς ποὺ ἀποδίδονται στοὺς Κοὺτ Χουμὶ καὶ Μόρυα, ὅσο καὶ ἐπιστολὲς καὶ σημειώματα τῆς ἴδιας τῆς Μπλαβάτσκυ καὶ τῶν συνεργατῶν της: τοῦ Χιούμ, τοῦ Σ. Μόζες, τοῦ Σούμπα Ρόου καὶ τοῦ Ὄλκοττ, καθὼς ἐπίσης πρόλογο καὶ σχόλια τῆς Ἑλένας Ραίριχ, ἡ ὁποία εἶχε μεταφράσει παλαιότερα αὐτὲς τὶς ἐπιστολὲς στὰ ρωσικά.
Τὸν πλαστὸ χαρακτήρα τῶν «ἐπιστολῶν τῶν μαχάτμα», βάσει τῆς ἀνάλυσης ἑνὸς ἀριθμοῦ ἀπὸ αὐτές, εἶχε ἀποκαλύψει ἤδη ὁ Ρίτσαρντ Χόντζσον τὸ 1884, ἐνεργώντας κατ’ ἐντολὴ τῆς Λονδρέζικης Ἑταιρείας Ψυχικῶν Ἐρευνῶν. Βοήθεια στὸν Χόντζσον προσέφεραν δύο εἰδικοὶ γραφολόγοι, οἱ ὁποῖοι σύγκριναν τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Κοὺτ Χουμὶ μὲ τὶς ἐπιστολὲς τῆς ἴδιας τῆς Μπλαβάτσκυ. Ὅπως διαπίστωσε ἡ πραγματογνωμοσύνη, οἱ «ἐπιστολὲς τῶν δασκάλων τῆς σοφίας» εἶχαν γραφτεῖ στὴν πραγματικότητα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Μπλαβάτσκυ καὶ ἀπὸ ἕναν βοηθό της, τὸν διωγμένο ἀπὸ τὴν κάστα τῶν βραχμάνων Νταμοντὰρ Μαβαλανκάρ. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἔκθεση τοῦ Χόντζσον ὤθησε τὸν Χιοὺμ νὰ διακόψει ὁριστικὰ μὲ τὴν Μπλαβάτσκυ καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια πολλῶν ἄλλων γιὰ τὴν οὐσία τοῦ θεοσοφισμοῦ (Ἀντρέγιεφ 2008: 76-78· Γκενὸν 1921: 62-64). Ὅπως ἔγραψε ἡ Α. Μπέζαντ γιὰ τὸν Χόντζσον, «τὸ κακό του κάρμα τὸν ἔκανε ἀγωγὸ μεγάλου πόνου (σὲ αὐτὴ τὴ ζωή) γιὰ μιὰ ἀθώα γυναίκα καὶ τὸν ὁδήγησε νὰ καταφέρει ἕνα ἀναπόφευκτο πλῆγμα σὲ ἕνα μεγάλο πνευματικὸ κίνημα» (Δάσκαλοι 2001: 116). Ἡ πλαστότητα τῶν ἐπιστολῶν ἀποδείχθηκε ὁριστικὰ τὴ δεκαετία τοῦ 1930 ἀπὸ δύο ἀδέλφια —τὸν Χάρολντ καὶ τὸν Οὐίλλιαμ Χαίρ— οἱ ὁποῖοι πραγματοποίησαν πλήρη ἀνάλυση τῆς συλλογῆς τους (Ἀντρέγιεφ 2008: 107). Παρ’ ὅλα αὐτά, οἱ «ἐπιστολὲς τῶν μαχάτμα» ἐξακολουθοῦν μέχρι σήμερα νὰ χαίρουν κύρους ἀνάμεσα στοὺς θεοσόφους καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς Ραίριχ.
Τί ἔδειξε λοιπὸν ἡ πραγματογνωμοσύνη τῶν ἀδελφῶν Χαίρ; Καταρχάς, ὅπως ἀποδείχθηκε, ὁ λεγόμενος «ἐσωτερικὸς βουδισμός», ποὺ κήρυτταν οἱ μαχάτμα, ἔχει ἐλάχιστη σχέση μὲ τὴν πραγματικὴ βουδιστικὴ φιλοσοφία. Στὰ κλασικὰ βουδιστικὰ κείμενα στὴ γλώσσα πάλι οἱ μαχάτμα προφανῶς δὲν εἶναι δυνατοὶ καὶ τὰ παραθέτουν μὲ λάθη καὶ διαστρεβλώσεις. Παράλληλα, ἐνῶ παρουσιάζονται ὡς βουδιστές, οἱ μαχάτμα γιὰ κάποιο λόγο χρησιμοποιοῦν εὐρέως ὁρολογία δανεισμένη ἀπὸ τὴ φιλοσοφία τῆς Βεδάντα, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ κείμενα τῶν ἐπιστολῶν νὰ βρίθουν ἀπὸ βεδαντικούς ὅρους ὅπως αβίντια, μάγια, γκούνας, μπούντχι, πρακρίτι, ακάσα, τζίβα, Ἄτμαν, ισβάρα κ.λπ. (Ἀντρέγιεφ 2008: 107-108).
Ὁ Κοὺτ Χουμὶ προφανῶς δὲν γνωρίζει τὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα τέλεια, καθὼς οἱ ἐπιστολές του εἶναι γεμάτες ἀπὸ λάθη στίξης, ὀρθογραφίας καὶ γραμματικῆς. Μόνο σὲ μία ἐπιστολή, τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 57, οἱ ἀδελφοὶ Χαίρ ἐντόπισαν 70 ὀρθογραφικὰ λάθη. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μαχάτμα δὲν εἶναι Ἄγγλοι στὴν καταγωγὴ δὲν μπορεῖ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀγραμματοσύνη τους: στὸ κάτω-κάτω, ἂν εἶναι τόσο παντογνῶστες καὶ παντοδύναμοι ὅσο ἰσχυρίζονται οἱ θεόσοφοι, θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν μάθει τὰ ἀγγλικά τέλεια. Αὐτὸ ποὺ εἶναι σημαντικὸ νὰ σημειωθεῖ εἶναι ὅτι στὰ κείμενα τῶν ἐπιστολῶν δὲν γίνεται καθόλου αἰσθητὴ ἡ ἐπιρροὴ κάποιων ἀνατολικῶν γλωσσῶν, ἀντιθέτως ἡ γλῶσσα τους ἔχει μιὰ ἔντονη «γαλλικὴ ἐπίγευση», εἶναι γεμάτη γαλλισμούς καὶ πολλὲς φράσεις ἀποδεικνύονται μεταφράσεις-δάνεια ἀπὸ τὴ γαλλική. Ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικό τους εἶναι ἡ παρουσία ἀμερικανισμῶν, πρᾶγμα ποὺ φαίνεται τόσο στὴν ἀμερικανικὴ ὀρθογραφία ὁρισμένων λέξεων (π.χ. skeptic ἀντὶ sceptic) ὅσο καὶ στὴ χρήση ἀμερικανικῶν ἰδιωματισμῶν τῆς καθομιλουμένης (Ἀντρέγιεφ 2008: 110). Τὸ κλειδὶ γιὰ τὴ λύση τοῦ αἰνίγματος γίνεται προφανὲς ἂν θυμηθοῦμε ὅτι ἡ Μπλαβάτσκυ στὴν παιδική της ἡλικία ἔμαθε ἀγγλικὰ καὶ γαλλικά, καὶ ἀργότερα ἔζησε καὶ στὴ Γαλλία καὶ στὴν Ἀμερική, ἐνῶ δὲν γνώριζε καθόλου ἀνατολικὲς γλῶσσες. Αὐτὸ τὸ βεβαίωνε καὶ ἡ θεία της, Ν. Α. Φαντέγιεβα (Δάσκαλοι 2001: 64).
Ἐπίσης, οἱ ἀδελφοὶ Χαίρ ἔδειξαν ὅτι, ἀντίθετα μὲ τὰ παραμύθια τῶν θεοσόφων γιὰ τὸν θαυματουργὸ τρόπο ἐμφάνισης τῶν ἐπιστολῶν, αὐτὲς εἶναι γραμμένες μὲ συνηθισμένο μελάνι σὲ χαρτὶ ποὺ κυκλοφοροῦσε εὐρέως ἐκείνη τὴν ἐποχή. Ὁ δὲ γραφικὸς χαρακτήρας τοῦ Μόρυα περιέχει μέχρι καὶ «ρωσικὰ γράμματα», γεγονὸς ποὺ ἐκθέτει ἀνεπανόρθωτα τὸν συντάκτη τῶν «ἐπιστολῶν τοῦ μαχάτμα Μόρυα» (Ἀντρέγιεφ 2008: 117-119).
Τελικά, οἱ ἀδελφοὶ Χαίρ κατέληξαν στὸ ἀδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ὅτι οἱ «ἐπιστολὲς τῶν μαχάτμα» εἶναι πλαστὲς καὶ γράφτηκαν εἴτε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Μπλαβάτσκυ εἴτε ὑπὸ τὴν ὑπαγόρευσή της ἀπὸ πρόσωπα τοῦ περιβάλλοντός της (Ἀντρέγιεφ 2008: 120). Ἐξάλλου, δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ περιμένει κανεὶς κάτι διαφορετικό. Τὸ ὅτι οἱ «ἐπιστολὲς» ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ ὁποιαδήποτε «ἀνατολικὴ σοφία» καὶ ἀποτελοῦν προϊὸν μιᾶς ψευδοεπιστημονικῆς φαντασιοπληξίας, εἶναι προφανὲς σὲ ὁποιονδήποτε γνωρίζει ἔστω καὶ λίγο τὴν πραγματικότητα τοῦ ἰνδουισμοῦ καὶ τοῦ βουδισμοῦ. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Σίννετ παραδεχόταν ὅτι «ὅσο περισσότερο οἱ ἀναγνῶστες γνωρίζουν τὴν Ἰνδία, τόσο λιγότερο θὰ θέλουν νὰ πιστέψουν ὅτι οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Κοὺτ Χουμὶ γράφτηκαν ἀπὸ γηγενὴ αὐτῆς τῆς χώρας» (ἀναφ. στὸ (Γκενὸν 1921: 46)).
Οἱ Μαχάτμα γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους
Ποιὰ εἰκόνα γιὰ τοὺς μαχάτμα μποροῦμε νὰ σχηματίσουμε βασιζόμενοι στὰ κείμενα τῶν ἐπιστολῶν ποὺ γράφτηκαν ἐξ ὀνόματός τους; Ἂς σημειώσουμε εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι ἡ ἴδια ἡ λέξη «μαχάτμα» συναντᾶται σπάνια στὴ συλλογὴ τῶν ἐπιστολῶν. Ἔτσι, στὴν ἐπιστολὴ ὑπ’ ἀριθμὸν 11, ὁ Κοὺτ Χουμὶ ἀναφέρει τοὺς «Πρεσβύτερους Μαχάτμα» (11, σ. 57). Τὸν ὅρο τὸν βρίσκουμε κυρίως στὶς καταληκτικὲς ἐπιστολές. Πολὺ συχνότερα οἱ μυστηριώδεις συντάκτες τῶν ἐπιστολῶν ὀνομάζονται «μύστες» (adepts) ἢ «ἀδελφοί». Ὅσον ἀφορᾶ τὴν τοποθεσία τους, αὐτὴ εἶναι τὸ Θιβὲτ καὶ τὰ Ἱμαλάια, ἂν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Σούμπα Ρόου προκύπτει ὅτι οἱ «μύστες» βρίσκονται καὶ στὰ πεδινὰ τῆς Ἰνδίας. Γύρω ἀπὸ τὸν τόπο διαμονῆς τῶν μαχάτμα στὸ Θιβὲτ δημιουργεῖται ἕνα φωτοστέφανο μυστηρίου, σὲ ὕφος ποὺ θυμίζει περισσότερο σειρὲς ἀπὸ κάποιο μυθιστόρημα τοῦ Χένρυ Ράιντερ Χάγκαρντ παρὰ παραδοσιακὰ ἰνδουιστικὰ καὶ βουδιστικὰ κείμενα.
Ὑποστηρίζεται ὅτι οἱ μαχάτμα κατοικοῦν σὲ «ἀπομονωμένα Ἄσραμ» (ἀρ. 4, σ. 24). Ὅμως στὸ βουδιστικὸ Θιβέτ, ἂς σημειώσουμε, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἄσραμ, καθὼς τὸ ἄσραμ εἶναι καθαρὰ ἰνδουιστικὴ ἔννοια. Ἐπιπλέον, στὴν ἐπιστολὴ τοῦ Μόρυα ἀναφέρεται ὅτι οἱ μαχάτμα ζοῦν σὲ «ἰνδο-θιβετιανὲς καλύβες» (ἀρ. 22, σ. 126), ἐνῶ ὁ Σούμπα Ρόου ἀναφέρει ὅτι «οἱ Μύστες τῶν Ἱμαλαΐων ζοῦν σὲ μικρὲς κοινότητες» (ἀρ. 35, σ. 167).
Πάντως, οἱ μαχάτμα δὲν πλήττουν καθόλου «σὲ πλήρη ἀπομόνωση», ὅπως θὰ ἰσχυριστεῖ ἀργότερα ἡ Ἑλένα Ραίριχ, καὶ ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς ἐπιστολὲς προκύπτει ὅτι ταξιδεύουν συχνὰ μὲ τὰ πόδια ἢ ἔφιπποι. Ὡς πανδοχεῖα γιὰ τοὺς μαχάτμα χρησιμεύουν τὰ μοναστήρια, καὶ ἑπομένως ἐπικοινωνοῦν μὲ βουδιστὲς μοναχούς. Γενικά, ταξιδεύοντας, οἱ μαχάτμα πέφτουν σὲ δύσκολες καταστάσεις, ὅπως καὶ οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι. Ἔτσι, ὁ Κοὺτ Χουμὶ παραπονιέται γιὰ τὴν ἔλλειψη χαρτιοῦ στὸ Θιβέτ. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀποδεικνύεται ὅτι ὄντα ποὺ δῆθεν ξεπέρασαν τὴν ἀνθρωπότητα κατὰ πολλὰ χρόνια, ὑποφέρουν ὡστόσο ἀπὸ συνηθισμένα καθημερινὰ προβλήματα.
Παρόλο ποὺ ὑπονοεῖται ὅτι οἱ μαχάτμα εἶναι πολλοί, ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἀδελφότητας ἀναφέρονται μόνο δύο. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ Τζουὰλ Κούλ. Αὐτὸς ὁ χαρακτήρας ἐμφανίζεται ὡς «τσέλα» (μαθητὴς) τοῦ δασκάλου Κοὺτ Χουμί, ἢ ἂς ποῦμε ὡς ἀρχάριος μάγος. Ὁ προϊστάμενός τους ἀποδεικνύεται ἕνας δεύτερος, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Κογκάν. Ἀναφέρεται μόνο «τὸ ἱερό του πρόσωπο μὲ τὰ ἀσυνήθιστα λαμπερὰ μάτια», καθὼς καὶ ὅτι βρισκόταν στὴν Ἰνδία. Ὁ Κοὺτ Χουμὶ ἐπίσης πληροφορεῖ τὸν ἀνταποκριτή του ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀνώτερη βαθμίδα Κογκάν —οἱ Ντιὰν-Κογκάν ἢ πλανητικὰ πνεύματα— καὶ ὅτι οἱ Μύστες ἐπιδιώκουν νὰ γίνουν τέτοιοι «στὸ τέλος τῆς καριέρας τους».
Ἀργότερα ἡ Ε. Ραίριχ θὰ γράψει ὅτι οἱ μαχάτμα «δέχονται στὸ ὀχυρό τους ἕναν, τὸ πολὺ δύο, ὑποψηφίους ἀνὰ αἰῶνα». Ὡστόσο, ἀπὸ τὶς Ἐπιστολὲς τῶν Μαχάτμα μαθαίνουμε ὅτι τὸ νὰ γίνει κανεὶς μαθητὴς τῶν μαχάτμα δὲν εἶναι καὶ τόσο δύσκολο, καὶ μποροῦν νὰ εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστοι ἄνθρωποι. Τὸ κύριο εἶναι νὰ ξέρει κανεὶς νὰ κρατάει τὸ στόμα του κλειστό. Στὴ συνέχεια, ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ ἀρ. 85 τοῦ Κοὺτ Χουμί, γίνεται σαφὲς ὅτι προπύργιο τῆς ἀδελφότητας εἶναι ἀκριβῶς τὰ συνηθισμένα βουδιστικὰ μοναστήρια καὶ ὄχι κάποιο μυστηριῶδες ὀχυρό, ὅπως θὰ ἰσχυριστοῦν ἀργότερα οἱ Ραίριχ. Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1885, πιστεύοντας στὴν πραγματικὴ ὕπαρξη τῶν μαχάτμα, ὁ στενὸς συνεργάτης τῆς Μπλαβάτσκυ Νταμοντὰρ Μαβαλανκὰρ ἔφυγε γιὰ τὸ Θιβὲτ καὶ πέθανε στὰ βουνὰ (βρέθηκε τὸ πτῶμά του) (Οὐάσινγκτον 1998: 106). Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ Ὄλκοττ ἔγραφε μὲ χαρὰ ὅτι οἱ Δάσκαλοι πῆραν τὸν Νταμοντάρ. Ὅπως βλέπουμε, ὁ «δάσκαλος» ἀποδείχθηκε ψεύτης, διότι ὁ Μαβαλανκὰρ ἐπέστρεψε μόνο ὡς νεκρός. Ἡ Ἄννι Μπέζαντ ἔγραφε ὅτι ὁ Μαβαλανκὰρ «ἔφυγε γιὰ τὸν βορρᾶ, στὰ Ὀχυρὰ τῶν Ἱμαλαΐων, μὲ σκοπὸ νὰ βρεῖ τὴν κατοικία Ἐκείνου στὸν ὁποῖο πίστευε» (Δάσκαλοι 2001: 128). Κι ὅμως, νωρίτερα ἡ ἴδια ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ μαθητὲς τῆς Μπλαβάτσκυ ἐπικοινωνοῦσαν μὲ εὐκολία μὲ τοὺς μαχάτμα, ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι βέβαιοι γιὰ τὴν ὕπαρξή τους καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ πιστεύουν σὲ αὐτούς. Καὶ οἱ μεταγενέστεροι θεοσοφιστὲς συγγραφεῖς θὰ ἐπαναλαμβάνουν χωρὶς τύψεις τὸ παραμύθι γιὰ τὸν δυστυχισμένο Μαβαλανκὰρ ποὺ δῆθεν «παραλήφθηκε στὸ ἄσραμ τοῦ Δασκάλου» (Τό ἴδιο: 155).
Οἱ μαχάτμα «παρεμβαίνουν» ἐνεργὰ στὶς συγκρούσεις στὶς ὁποῖες συμμετεῖχε ἡ Μπλαβάτσκυ καὶ τὸ περιβάλλον της. Ἔτσι, στὴν ἐπιστολὴ ἀρ. 91 ὁ Κοὺτ Χουμὶ ἀποκαλεῖ εἰρωνικὰ τὸν ἱδρυτὴ τῆς «Ἄρυα Σαμὰτζ» Νταγιανάντα Σαρασουάτι —μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Μπλαβάτσκυ εἶχε ἤδη προλάβει νὰ συγκρουστεῖ— «Ἰνδό Λούθηρο», «μέγα γιόγκι» καὶ «μέγα μεταρρυθμιστή, ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἀκόρεστη φιλοδοξία», ἐνῶ γράφει ἐπίσης γιὰ τὰ «ξεδιάντροπα ψέματά» του (ἀρ. 91, σ. 412, 417). Ἐπιθέσεις κατὰ τοῦ Νταγιανάντα περιέχονται καὶ στὴν ἐπιστολὴ ἀρ. 105 (σ. 501). Ἀργότερα οἱ θεόσοφοι κατηγόρησαν τὸν Νταγιανάντα ὅτι ζήλευε τὴ δόξα τῆς ἑταιρείας τους καὶ ἤθελε νὰ τὴν θέσει ὑπὸ τὸν ἔλεγχό του (Δάσκαλοι 2001: 177). Ὁ μαχάτμα ἐπίσης «προσπάθησε» νὰ διευθετήσει τὴ σύγκρουση μὲ τὸν Ἔντουαρντ Μέιλαντ καὶ τὴν Ἄννα Κίνγκσφορντ, ἡ ὁποία κατεῖχε τὴ θέση τῆς προέδρου τοῦ τμήματος τοῦ Λονδίνου τῆς Θεοσοφικῆς Ἑταιρείας καὶ διεκδικοῦσε τὴ δική της κατανόηση τῆς θεοσοφίας (ἀρ. 104, σ. 499· ἀρ. 120, σ. 569-570· ἀρ. 121, σ. 573-579). Πάντως, ὅπως εἶναι γνωστό, δὲν βγῆκε τίποτα ἀπὸ αὐτό. Οἱ μαχάτμα ἀποδείχθηκαν ἐξαιρετικὰ ὑψηλόφρονες ὅσον ἀφορᾶ τὴ σημασία τοῦ δημιουργήματός τους —τῆς Θεοσοφικῆς Ἑταιρείας— γιὰ τὴν ἱστορία. Μετὰ τὸ σκάνδαλο μὲ τὸν Κίντλ καὶ τὴν ἔκθεση τοῦ Χόντζσον, ποὺ ὁδήγησαν πολλοὺς ἀπογοητευμένους νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἑταιρεία, ὁ Κοὺτ Χουμὶ ἔγραφε: «…ἡ τωρινὴ κρίση, ποὺ συγκλονίζει τὴ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία μέχρι τὰ θεμέλιά της, εἶναι ζήτημα ἢ καταστροφῆς ἢ σωτηρίας χιλιάδων, ζήτημα προόδου ἢ ὀπισθοδρόμησης τῆς ἀνθρώπινης φυλῆς, τῆς δόξας ἢ τῆς ἀτιμίας της…» (ἀρ. 130, σ. 609-610). Φυσικά, ἀπὸ τὴ σημερινὴ σκοπιά, εἶναι φαιδρὸ νὰ διαβάζει κανεὶς αὐτὲς τὶς γεμάτες μεγαλομανία γραμμές, καθὼς ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία δύσκολα θὰ μπορούσε νὰ καταταχθεῖ στὶς ὀργανώσεις ποὺ ἐπηρέασαν σοβαρὰ τὴν πορεία τῆς παγκόσμιας ἱστορίας.
Ὡστόσο, οἱ μαχάτμα εἶχαν καὶ μεγάλες διεθνεῖς φιλοδοξίες. Ἡ Μπλαβάτσκυ παραπονιόταν ὅτι τὴν θεωροῦσαν Ρωσίδα κατάσκοπο (ἀρ. 157, σ. 653), ἀλλὰ οἱ συμπάθειες τῶν καθοδηγητῶν της προφανῶς δὲν ἦταν μὲ τὸ μέρος τῶν Ρώσων. «Ἡ Ρωσία συγκεντρώνει δυνάμεις γιὰ εἰσβολὴ στὸ Θιβὲτ (ἂν καὶ τίποτα τέτοιο δὲν συνέβαινε· ἡ Ρωσικὴ Αὐτοκρατορία ποτὲ δὲν σχεδίασε τὴν κατάληψη τοῦ Θιβὲτ — σημείωση Α.Ι.). Ἂν δὲν τὸ ἐπιτύχει, θὰ εἶναι χάρη σὲ ἐμᾶς» (ἀρ. 4, σ. 23). Ἂν οἱ μαχάτμα εἶναι τόσο παντοδύναμοι, τότε τί τοὺς ἐμπόδισε νὰ προστατεύσουν τὸ Θιβὲτ ἀπὸ τὴν κινεζικὴ κατοχὴ τὸ 1949; Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Γιούλιους Ἔβολα, «τὸ Θιβὲτ δὲν εἶχε τὴν παραμικρὴ πρόθεση νὰ μιμηθεῖ τὸν δρόμο ποὺ ἐπέλεξαν οἱ δυτικὲς χῶρες. Διατήρησε ἀνέπαφες τὶς παραδοσιακές του δομὲς καὶ θεωροῦνταν ἡ χώρα ὅπου, περισσότερο ἀπὸ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, παρέμειναν ἄτομα καὶ ὁμάδες ποὺ διατηροῦν ἐπαφὴ μὲ ὑπερφυσικὲς καὶ θεϊκὲς δυνάμεις. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ δὲν ἐμπόδισαν τὴν κατοχὴ τοῦ Θιβέτ, τὴ βεβήλωση καὶ τὴν ἐρήμωσή του ἀπὸ τὶς κινεζικὲς κομμουνιστικὲς ὀρδές, γεγονὸς ποὺ μεταξὺ ἄλλων ἔθεσε τέλος στὸν “μύθο” τοῦ Θιβέτ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσκήσει τόσο γοητευτικὴ ἐπιρροὴ στοὺς πνευματιστικοὺς κύκλους τῆς Δύσης» (Ἔβολα 2009: 354). Παρ’ ὅλα αὐτά, ἐδῶ ὁ θρυλικὸς Μαῦρος Βαρόνος εἶχε ἄδικο, διότι μέχρι σήμερα καὶ στὴ Δύση καὶ στὴ Ρωσία ὑπάρχουν ἀρκετοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἐπιμένουν νὰ πιστεύουν στὴν παντοδύναμη «Θιβετιανὴ Ἀδελφότητα».
Γενικά, οἱ «ἐπιστολὲς τῶν μαχάτμα» εἶναι γεμάτες ἀντιφάσεις καὶ ἐρωτήματα ποὺ δὲν ἔχουν ἀπάντηση. Ἀπὸ τὴ μία πλευρά, οἱ μαχάτμα ἐμφανίζονται ὡς ὑπέρμαχοι τῆς ἀδελφότητας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. «Ἡ Παγκόσμια Ἀδελφότητα δὲν εἶναι μιὰ κενὴ φράση», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Κοὺτ Χουμὶ (ἀρ. 4, σ. 31), καὶ ὁ ἴδιος καταδικάζει τὶς «φυλετικὲς προκαταλήψεις» (ἀρ. 6, σ. 42). Ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία νοεῖται ὡς ὁ πυρήνας αὐτῆς τῆς ἀδελφότητας, καθὼς «βασίζεται στὴ διευρυμένη ἀνθρωπιστικὴ ἀρχὴ τῆς Παγκόσμιας Ἀδελφότητας» (ἀρ. 101α, σ. 479). Αὐτὴ εἶναι ἡ θέληση τῶν ἀρχηγῶν τῆς Μεγάλης Λευκῆς Στοᾶς: «Οἱ Πρεσβύτεροι Μαχάτμα ἐπιθυμοῦν νὰ τεθεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς “Ἀδελφότητας τῆς Ἀνθρωπότητας”, μιᾶς ἀληθινῆς Παγκόσμιας Ἀδελφότητας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκδηλωθεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ προσελκύσει τὴν προσοχὴ τῶν ὑψηλότερων πνευμάτων» (ἀρ. 11, σ. 57).
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅπως ἀποδεικνύεται, δὲν ὑπάρχει θέση γιὰ ὅλους στὸ λαμπρὸ θεοσοφικὸ μέλλον, καὶ οἱ μαχάτμα μὲ εὐκολία κατατάσσουν ὁλόκληρες χῶρες, λαοὺς καὶ πολιτισμοὺς στοὺς «καθυστερημένους», «ἀνίκανους γιὰ ἀνάπτυξη» καὶ «καταδικασμένους σὲ ἀφανισμό». Γιὰ παράδειγμα, οἱ Νέγροι ἢ οἱ Μογγόλοι μποροῦν μόνο ἐξωτερικὰ νὰ μιμηθοῦν τοὺς Εὐρωπαίους: «Πάρτε ἕναν Ἀφρικανὸ τοῦ ἑβδόμου μικροῦ κύκλου ἢ ἕναν Μογγόλο τοῦ πέμπτου κύκλου καὶ μπορεῖτε νὰ τοὺς κάνετε, ἂν ξεκινήσετε ἀπὸ τὴν κούνια, τοὺς πιὸ λαμπροὺς καὶ τέλειους Ἄγγλους λόρδους. Κι ὅμως, θὰ παραμείνει ἕνας διανοητικὸς παπαγάλος» (ἀρ. 61, σ. 242). Μὲ περιφρόνηση ὁ Κοὺτ Χουμὶ μιλάει γιὰ τοὺς «πλατυκέφαλους κατοίκους τῆς Αὐστραλίας» (ἀρ. 92, σ. 432). Αὐτοί, ὅπως οἱ Βουσμάνοι καὶ οἱ Ἐσκιμῶοι, δὲν ἔχουν μέλλον (ἀρ. 62, σ. 245). Τοὺς Κινέζους τοὺς ἀποκαλεῖ «ξεπεσμένα καὶ ἐξουθενωμένα ὁμοιώματα τῆς ἀνθρωπότητας» (ἀρ. 92, σ. 436). Κατὰ τὴ γνώμη τοῦ μαχάτμα, οἱ λαοὶ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς εἶναι ἀνίκανοι γιὰ πρόοδο, διότι ὁ πολιτισμὸς περιορίζεται μόνο στὴ «δυτικὴ ὑποφυλὴ» τῆς πέμπτης φυλῆς καὶ «στοὺς κλάδους της στὴν Ἀμερική», ἐνῶ «στὴν Κίνα δὲν ὑπάρχει καμία “ὁρμητικότητα”, καὶ ἀπὸ τὴν Ἰαπωνία κάνετε ἁπλῶς μιὰ καρικατούρα» (ἀρ. 92, σ. 429). Πάντως, οὔτε τοὺς λαοὺς τῆς Δύσης τοὺς περιμένει κάτι καλό: «ἡ δυτικὴ ὑποφυλὴ θὰ χαθεῖ στὸ τέλος τοῦ κύκλου, ὅπως οἱ ὑποφυλὲς τοῦ Περοῦ καὶ τοῦ Μεξικοῦ» (ἀρ. 92, σ. 430). Πρῶτα θὰ χαθεῖ κάτω ἀπὸ τὰ κύματα ἡ πατρίδα τῶν καταπιεστῶν τῆς Ἰνδίας: «Τὸ τελευταῖο εἶναι ἡ μελλοντικὴ μοίρα τῶν Βρετανικῶν Νήσων σας, τῶν πρώτων στὴ λίστα τῶν θυμάτων ποὺ θὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τὴ φωτιὰ (ὑποβρύχια ἡφαίστεια) καὶ τὸ νερό. Ἡ Γαλλία καὶ ἄλλες χῶρες θὰ ἀκολουθήσουν τὸ παράδειγμά τους» (ἀρ. 92, σ. 438).
Οἱ μαχάτμα, στὸ πνεῦμα τοῦ Διαφωτισμοῦ τοῦ 18ου αἰώνα, ἐπιτίθενται στὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες. Τὴν ἀγανάκτησή τους προκαλοῦν οἱ «ἀμαθεῖς προκαταλήψεις καὶ ὁ θρησκευτικὸς φανατισμός», ἡ «μισαλλοδοξία καὶ ἡ ἀνεξικακία» (ἀρ. 1, σ. 11), ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐκεῖνοι ποὺ ἐμφανίζονται ὡς μάρτυρες τῆς ἀλήθειας εἶναι οἱ μάγοι καὶ τὰ μέντιουμ. Παρόμοια κριτικὴ κατὰ τῶν παραδοσιακῶν πιστεύω καὶ τῶν ὀπαδῶν τους περιέχεται στὴν ἐπιστολὴ ἀρ. 57 (σ. 222-223). Ὁ Κοὺτ Χουμὶ μιλάει μὲ περιφρόνηση γιὰ τὸν «φανταστικὸ “Προσωπικὸ Θεό”» (ἀρ. 5, σ. 40) καὶ γιὰ τὴ «θεότητα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου» (ἀρ. 58, σ. 227). Σὲ παρόμοιο πνεῦμα μαχητικοῦ προοδευτισμοῦ ἔγραφαν καὶ οἱ μεταγενέστεροι θεοσοφιστὲς συγγραφεῖς (Δάσκαλοι 2001: 272). Ἀλλὰ ταυτόχρονα, στὸν «φανατισμὸ καὶ τὴ μισαλλοδοξία τῶν Χριστιανῶν, τῶν Μουσουλμάνων καὶ τῶν Ἰνδουιστῶν» δὲν ἀντιπαρατίθεται ὁ ἀθεϊσμὸς καὶ ἡ ἐλευθεροφροσύνη, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη καὶ ἡ γαλήνη ποὺ δῆθεν βασιλεύουν στὸ Θιβέτ: «Ἐπὶ αἰῶνες στὸ Θιβὲτ εἴχαμε ἕναν ἠθικότατο, καθαρόκαρδο καὶ ἁπλοϊκὸ λαό, στερημένο ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ἑπομένως ἀμόλυντο ἀπὸ τὰ ἐλαττώματά του. Ἐπὶ αἰῶνες τὸ Θιβὲτ ἦταν ἡ τελευταία γωνιὰ στὸν πλανήτη ποὺ δὲν εἶχε διαφθαρεῖ σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ἐμποδίζει τὴν ἀνάμειξη τῶν δύο ἀτμοσφαιρῶν —τῆς φυσικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς» (ἀρ. 7, σ. 51).
Ὁ θιβετιανὸς βουδισμὸς ἀποδεικνύεται ἡ ἰδανικὴ μορφὴ θρησκείας: «Ἂν προβληθεῖ ἡ ἀντίρρηση ὅτι κι ἐμεῖς ἔχουμε ναούς, ὅτι κι ἐμεῖς ἔχουμε ἱερεῖς καὶ ὅτι οἱ λάμα μας ζοῦν ἐπίσης ἀπὸ ἀγαθοεργίες…, κάντε γνωστό ὅτι τὰ προαναφερθέντα ἀντικείμενα ἔχουν κοινὸ μὲ τὰ δυτικά τους ἀντίστοιχα μόνο τὸ ὄνομα. Ἔτσι, στοὺς ναούς μας δὲν λατρεύεται οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε οἱ θεοί, παρὰ μόνο ἡ τρισάγια μνήμη τοῦ ὑψηλότερου καὶ ἁγιότερου ἀνθρώπου ποὺ ἔζησε ποτέ. Ἂν οἱ λάμα μας, γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν ἀδελφότητα Μπίκκου, ἡ ὁποία ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Εὐλογημένο Δάσκαλό μας, ξεκινοῦν γιὰ νὰ τραφοῦν ἀπὸ τοὺς λαϊκούς, τότε γιὰ τοὺς τελευταίους —ἀριθμητικὰ ἀπὸ 5 ἕως 25.000— φροντίζει καὶ τοὺς τρέφει ἡ Σάνγκα (ἡ ἀδελφότητα τῶν λαμαϊστῶν μοναχῶν)· τὸ μοναστήρι ἐφοδιάζει μὲ τὰ ἀπαραίτητα τοὺς φτωχούς, τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς πονεμένους. Οἱ λάμα μας δέχονται τρόφιμα, ἀλλὰ ποτὲ δὲν δέχονται χρήματα, καὶ αὐτὸ γίνεται σὲ ἐκείνους τοὺς ναοὺς ὅπου ἐξηγεῖται καὶ διδάσκεται στοὺς ἀνθρώπους ποιά εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ. Διδάσκονται ἐπίσης τὶς τέσσερις εὐγενεῖς ἀλήθειες — ariya sakka, καὶ ἡ ἁλυσίδα τῆς αἰτιότητας (οἱ 12 νιντάνα) τοὺς δίνει τὴ λύση στὸ πρόβλημα τῆς προέλευσης καὶ τῆς καταστροφῆς τοῦ πόνου» (ἀρ. 57, σ. 223). Ἡ Μπλαβάτσκυ στὴν ἀλληλογραφία της δηλώνει ἐπίσης ὅτι ἀνήκει στὸν θιβετιανὸ βουδισμό, χωρὶς νὰ χάνει τὴν εὐκαιρία νὰ «κλωτσήσει» τὸν ἰνδουισμό: «Ποιά σχέση ἔχουμε ἐμεῖς, οἱ ἀκόλουθοι τῶν ἀληθινῶν Ἀρχάτ, τοῦ ἐσωτερικοῦ βουδισμοῦ καὶ τῶν Σανγκυάς, μὲ τὶς σάστρες καὶ τὸν ὀρθόδοξο βραχμανισμό;» καὶ φέρνει ὡς παράδειγμα τὸν συνεργάτη της Ντ. Μαβαλανκάρ, ὁ ὁποῖος ἀπαρνήθηκε τὴν κάστα του (ἀρ. 153, σ. 639).
Ἔτσι, «παντοῦ εἶναι καλὰ ὅπου δὲν εἴμαστε ἐμεῖς». Φαίνεται ἀμέσως ὅτι ἡ Μπλαβάτσκυ δὲν πῆγε ποτὲ στὸ Θιβέτ, γιατί ἀλλιῶς δὲν θὰ ἔγραφε ποτὲ τόσο ἐνθουσιώδη λόγια. Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ συγκρίνει κανεὶς τὶς «ἐπιστολὲς τοῦ Κοὺτ Χουμὶ» μὲ τὶς ἐντυπώσεις τῶν Ραίριχ καὶ τῶν συντρόφων τους, τὶς ὁποῖες ἀπέκτησαν κατὰ τὴ διαμονή τους στὸ Θιβὲτ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς περίφημης Δια-χιμαλαϊκῆς ἀποστολῆς τοῦ 1927-1928. Τρομερὰ ἀπογοητευμένοι, δὲν τσιγκουνεύτηκαν τὰ σκληρὰ λόγια κατὰ αὐτῆς τῆς ὀρεινῆς χώρας καὶ τῶν κατοίκων της. Νὰ τί ἔγραφε ὁ ἴδιος ὁ Ν. Κ. Ραίριχ στὸ γνωστὸ βιβλίο «Ἀλτάι – Ἱμαλάια»: «Ὑπάρχει κάτι τὸ νομοτελειακὸ στὸ ξεψύχισμα τοῦ παλιοῦ Θιβέτ. Ὁ τροχὸς τοῦ νόμου γύρισε. Τὸ μυστικὸ ἔφυγε. Τὸ Θιβὲτ δὲν ἔχει πλέον κανέναν νὰ προστατεύσει, καὶ κανεὶς δὲν προστατεύει τὸ Θιβέτ. Ἡ ἀποκλειστικότητα τῆς θέσης του ὡς φύλακα τοῦ βουδισμοῦ δὲν ἀνήκει πλέον στὸ Θιβέτ, διότι ὁ βουδισμός, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Εὐλογημένου, γίνεται παγκόσμιο κτῆμα. Ἡ βαθιὰ διδασκαλία δὲν χρειάζεται δεισιδαιμονίες. Ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας δὲν χρειάζεται προκαταλήψεις» (Ραίριχ 2011: 370).
Ἀκόμη πιὸ ἀπότομα ἐκφράζονταν οἱ σύντροφοι τῶν Ραίριχ. Ὁ συνταγματάρχης Κορντασέφσκι, ποὺ ἦταν ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶς τῆς ἀποστολῆς, ἀποκαλεῖ τὸ Θιβὲτ χώρα «ἀπίστευτης ἀμάθειας καὶ διαφθορᾶς» (Κορντασέφσκι 1999: 290), ἐνῶ γιὰ τοὺς αὐτόχθονες εἶναι γεμάτος ἀπίστευτη περιφρόνηση: «Γύρω ἀπὸ τὶς σκηνὲς συνωστίζονται περίεργοι Θιβετιανοί. Τὰ πρόσωπά τους προκαλοῦν ἐντύπωση μὲ μιὰ κουταμάρα ποὺ δὲν εἶναι πλέον ἀγρίων, ἀλλὰ κάποιων ἐκφυλισμένων» (Τό ἴδιο: 294). Ὁ Νικολάι Ραίριχ εἶχε τὴν ἴδια γνώμη: «Πρέπει νὰ τονιστεῖ πόσο λίγα παιδιὰ φαίνονται στὸ Θιβέτ. Ὁ Ν.Κ.Ρ. ἐπισημαίνει ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητο σημάδι ἐκφυλισμοῦ ἑνὸς λαοῦ ποὺ ἀποχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ σκηνή. Ὁ περιορισμὸς τῶν γεννήσεων εἶναι σαφὲς δεῖγμα αὐτοῦ» (Τό ἴδιο: 193). Ἰδιαίτερη ἀγανάκτηση προκαλεῖ στὸν Ν. Ραίριχ ἡ κατάσταση τοῦ βουδισμοῦ στὸ Θιβέτ: «Τὸ γύρισμα τῶν χειροκίνητων, αἰολικῶν καὶ ὑδροκίνητων τροχῶν, ἐξοπλισμένων μὲ κείμενα —δὲν εἶναι αὐτὸ μαγεία; Τὸ χαμένο νόημα τῆς λειτουργίας στὸ μουρμουρητὸ τῶν λάμα ποὺ ψέλνουν προσευχές, τὶς ὁποῖες δὲν καταλαβαίνουν. Τὸ ψέμα, τὰ ἐλαττώματα, ἡ ὑποκρισία —αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτρόπαια χαρακτηριστικὰ τοῦ λαμαϊσμοῦ, τῶν ὁποίων γίναμε μάρτυρες. Τὸ ὑψηλὸ ὄνομα τοῦ Δασκάλου Βούδα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ταπεινώνεται μέσα στὴν ἀμάθεια, τὴ δεισιδαιμονία καὶ τὴν ἱεροσυλία» (Τό ἴδιο: 197).
Ἔτσι, τὸ Θιβέτ, ποὺ γιὰ τὸν Κοὺτ Χουμὶ ἀποτελοῦσε προπύργιο πνευματικότητας καὶ ὑψηλῆς ἠθικῆς, ἀποδείχθηκε «περίεργο ἔκθεμα παντοπωλείου» (Ριαμπίνιν 1996: 392, 435) καὶ τροχοπέδη στὸν δρόμο τῆς ἐξέλιξης (Τό ἴδιο: 369). «Εἶναι ἆραγε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν περαιτέρω ἐξελικτικὴ πορεία ἡ ὕπαρξη, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους λαούς, ἑνὸς ἀνεύθυνου καὶ κλειστοῦ Θιβέτ; Ποῦ εἶναι, λοιπόν, οἱ ἐντολὲς τοῦ Βούδα…» (Τό ἴδιο). Κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ ἐπαγγελματία ἀνατολιστή Γιούρι Ραίριχ, τὴν ὁποία παραθέτει στὸ ἡμερολόγιό του ὁ δρ. Ριαμπίνιν, τὸ Θιβὲτ «μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη καὶ μικρὴ ἔκλαμψη κρατικῆς συνείδησης τὸν 7ο καὶ 8ο αἰώνα, βυθίστηκε στὸ σκοτάδι τῆς ἀμάθειας καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὴ διαστρέβλωση τῆς Μεγάλης Διδασκαλίας τοῦ Βούδα» (Τό ἴδιο: 435).
Συνεπῶς, ἂν λάβουμε ὑπόψη τὶς μαρτυρίες τῶν συμμετεχόντων στὴ Δια-χιμαλαϊκὴ ἀποστολή, προκύπτει ὅτι ὅλα ὅσα ὑποτίθεται ὅτι ἔγραψε ὁ Κοὺτ Χουμὶ γιὰ τὸ Θιβὲτ εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐπίνοια, συντεθειμένη ἀπὸ τὴν Μπλαβάτσκυ, ἡ ὁποία δὲν πάτησε ποτὲ τὸ πόδι της σὲ αὐτὴ τὴ χώρα. Ἀντιφάσεις χαρακτηρίζουν ἐπίσης τὶς ἀπόψεις τοῦ συγγραφέα (ἢ τῶν συγγραφέων) τῶν «ἐπιστολῶν τῶν μαχάτμα» γιὰ τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ. Ἀπὸ τὴ μία πλευρά, οἱ παραδοσιακὲς χριστιανικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸν Σατανᾶ ἀπορρίπτονται: «Ὁ Σατανᾶς εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύμβολο καὶ ὄχι ἕνα πραγματικὸ πρόσωπο. Εἶναι ἁπλῶς τὸ σύμβολο ποὺ ἀντιτίθεται στὸ Θεϊκὸ σύμβολο, μιὰ ἀπαραίτητη ἀντίθεση αὐτοῦ στὴ φαντασία μας… (…) Ἐὰν ὁ Σατανᾶς ἦταν πραγματικὸ πρόσωπο, τότε θὰ ὑπῆρχαν δύο Θεοί, καὶ ἡ πίστη τῶν Μανιχαίων θὰ ἦταν σωστή» (ἀρ. 72γ, σ. 332). Ὡστόσο, ἴχνη αὐτῆς τῆς «πίστης τῶν Μανιχαίων» διαφαίνονται ἐλαφρῶς καὶ στὶς «ἐπιστολὲς τῶν μαχάτμα». Γιὰ παράδειγμα, ἡ ἐπιστολὴ ἀρ. 15 περιέχει μιὰ ἀσαφὴ ἀναφορὰ στὸν «ἀγώνα τοῦ Φωτὸς ἐνάντια στὸ Σκοτάδι» (ἀρ. 15, σ. 78). Στὴ συνέχεια, σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολές της ἡ Μπλαβάτσκυ ἀντιπαραθέτει στοὺς Ντιὰν-Κογκάν τοὺς Μαμὸ-Κογκάν, τῶν ὁποίων «νόμος εἶναι τὸ σκοτάδι, ἡ ἀμάθεια, ἡ καταστροφή κ.λπ., ἐνῶ νόμος τῶν Ντιὰν-Κογκάν εἶναι τὸ φῶς, ἡ γνώση, ἡ δημιουργία» (ἀρ. 153, σ. 640). Καταλήγουμε νὰ ἔχουμε κάτι σὰν τὴ φανταστικὴ σειρὰ «Ὁ Πόλεμος τῶν Ἄστρων»: οἱ ἱππότες Τζεντάι ἐναντίον τῶν Σίθ.
Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἡ Μπλαβάτσκυ ἐξηγεῖ ποιοὶ εἶναι οἱ Μαμὸ-Κογκάν. Ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι «ἐκεῖνοι οἱ θεοὶ τοὺς ὁποίους οἱ ἰνδουιστικές, χριστιανικές, μωαμεθανικὲς καὶ ὅλες οἱ ἄλλες φανατικὲς θρησκεῖες καὶ αἱρέσεις λατρεύουν» (ἀρ. 153, σ. 640). Ἀλήθεια, τί ἀπέγινε ἡ «ἀδελφότητα τῶν θρησκειῶν»; Στὸ Θιβὲτ ἡ Μπλαβάτσκυ συνέδεε τὴν ἐπιρροὴ τῶν Μαμὸ-Κογκάν μὲ τὸ ρεῦμα τῶν «Ἐρυθροσκούφηδων». Ὁ Γκενὸν ἐκφράζει τὴν ἔκπληξή του γιὰ αὐτὸ τὸ γεγονός, διότι οἱ ἴδιοι οἱ Θιβετιανοὶ ποτὲ δὲν κατέταξαν τοὺς Ἐρυθροσκούφηδες σὲ κάποιες «δυνάμεις τοῦ κακοῦ» οὔτε τοὺς ἀντιπαρέθεσαν ἔντονα στοὺς «Κιτρινόσκουφους», καὶ διατυπώνει τὴν ὑπόθεση ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρνητικὴ στάση ὀφείλεται στὸ ὅτι ἐκπρόσωποι τῶν Ἐρυθροσκούφηδων δὲν θέλησαν νὰ ἔρθουν σὲ ἐπαφὴ μαζί της, μὲ ἀποτέλεσμα ἐκείνη νὰ τοὺς κρατήσει κακία. Παρ’ ὅλα αὐτά, πρέπει νὰ ἀναγνωριστεῖ ὅτι ὁ δυϊσμὸς στὴ διδασκαλία τῆς Μπλαβάτσκυ κατέχει ἐντελῶς ἀσήμαντη θέση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ραϊριχισμό, στὸν ὁποῖο ὁ «ἀγώνας Φωτὸς καὶ Σκοταδιοῦ» κατέχει κεντρικὴ θέση καὶ ἀποκτᾶ ὄντως ἀποκαλυπτικὸ χαρακτήρα.
Στὶς «ἐπιστολὲς τῶν μαχάτμα» δίνεται μεγάλη προσοχὴ στὴ θεοσοφικὴ διδασκαλία γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ ἴδιος ὁ ὅρος «ἐξέλιξη» δὲν εἶναι τυχαῖος. Τὸν 19ο αἰώνα ἔγινε ἐξαιρετικὰ δημοφιλὴς χάρη στὴ θεωρία τοῦ Καρόλου Δαρβίνου. Ἀπορρίπτοντας τὸν Δαρβίνο, ἡ Μπλαβάτσκυ χρησιμοποίησε ὡστόσο, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, τὸ «μοδάτο brand» καὶ ἐπινόησε τὴ δική της, ἐντελῶς φανταστικὴ καὶ στερούμενη ἀποδείξεων διδασκαλία γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἀνθρωπότητας ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς διαδοχῆς ἑπτὰ βασικῶν φυλῶν. Ἡ ἰδέα αὐτὴ τῆς ἑπταδικότητας ἀνακηρύσσεται στὶς ἐπιστολὲς ὡς νόμος τοῦ σύμπαντος (ἀρ. 62, σ. 244· ἀρ. 64, σ. 264· 66, σ. 284). Ἔτσι, μιὰ ἀμιγῶς μοντέρνα καὶ ξένη πρὸς τὸ ἀνατολικὸ πνεῦμα ἰδέα ἀποτέλεσε τὴ βάση τῆς διδασκαλίας τῶν ὑποτιθέμενων «Θιβετιανῶν δασκάλων» (Γκενὸν 1921: 107).
Ὁ Γκενὸν ἐκφράζει ἐπίσης τὴν ἀπορία του γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ νὰ συμβιβαστεῖ ἡ πίστη στὴν πρόοδο μὲ τὴν προσήλωση, κατὰ τὴν ἔκφραση τῆς Μπλαβάτσκυ, στὴν «ἀρχαϊκὴ διδασκαλία» (Γκενὸν 1921: 108). Ἀπὸ ποῦ προῆλθε αὐτὸ τὸ μεῖγμα ἐξελικτισμοῦ καὶ ἀποκρυφισμοῦ; Οἱ σοφοὶ τῆς Ἰνδίας ποτὲ δὲν ὑποστήριξαν κάτι τέτοιο· ἀντιθέτως, στὰ ἱερὰ κείμενα τοῦ ἰνδουισμοῦ γίνεται λόγος γιὰ ἐκφυλισμὸ τῶν πάντων, ἀπὸ τὴ Σάτια-γιούγκα πρὸς τὴν Κάλι-γιούγκα, καὶ ὄχι γιὰ κάποια «ἐξέλιξη». Μοῦ φαίνεται ὅτι οἱ πηγὲς τῆς θεοσοφικῆς θεωρίας πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὶς ἀντιλήψεις τῶν Ἰσμαηλιτῶν. Στὴ φιλοσοφία τοῦ ἰσμαηλισμοῦ ὁ ἀριθμὸς «ἑπτὰ» παίζει ἐπίσης τεράστιο ρόλο. Οἱ Ἰσμαηλίτες διακρίνουν ἑπτὰ στάδια ἀπορροῆς: ὁ Θεὸς-Ἀπόλυτο, ὁ Παγκόσμιος Νοῦς, ἡ Παγκόσμια Ψυχή, ἡ πρωταρχικὴ ὕλη, ὁ χῶρος, ὁ χρόνος καὶ ὁ Τέλειος Ἄνθρωπος ἀποτελοῦν τὸν «ἄνω κόσμο». Παρόμοια μὲ τὰ στάδια ἀπορροῆς, ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας σημαδεύεται ἀπὸ ἑπτὰ προφητικοὺς κύκλους. Κάθε κύκλος ἔχει τὸν προφήτη του (νάτικ), ὁ ὁποῖος ἔχει ἕναν βοηθὸ καὶ ἑρμηνευτή (σάμιτ) — συγκρίνετε μὲ τοὺς Μανοὺ καὶ Μποντισάτβα τῶν θεοσόφων. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Μπλαβάτσκυ μπορεῖ νὰ εἶχε συναντηθεῖ μὲ ἐκπροσώπους τῶν Ἰσμαηλιτῶν εἶναι πιθανό. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴ θεοσοφικὴ θεωρία, οἱ ἄνθρωποι τῶν πρώτων φυλῶν εἶχαν τεράστιες διαστάσεις, κάτι ποὺ ὑποστηρίζει καὶ ἡ μουσουλμανικὴ παράδοση γιὰ τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς πρώτους ἀπογόνους του.
Οἱ κληρονόμοι τῆς Μπλαβάτσκυ γιὰ τοὺς μαχάτμα
Ἡ πίστη στοὺς Θιβετιανοὺς μαχάτμα ἀποτέλεσε τὴ βάση τῆς θεοσοφικῆς διδασκαλίας, καθὼς θεωροῦνταν ὅτι μέσω αὐτῶν ἡ Μπλαβάτσκυ ἔλαβε τὴν «κρυφὴ γνώση». Ἔτσι, ὁ θεοσοφισμὸς χωρὶς τοὺς μαχάτμα θὰ γινόταν κάτι τόσο παράλογο ὅσο ὁ χριστιανισμὸς χωρὶς τὸν Χριστό. Ὅπως δήλωσε κατηγορηματικὰ ἡ Ἄννι Μπέζαντ: «Χωρὶς τοὺς μαχάτμα ἡ ἑταιρεία εἶναι μιὰ ἀνοησία» (Γκενὸν 1921: 57). Ἡ ἱστορία, φυσικά, ἀπέρριψε ὅλες αὐτὲς τὶς ἀξιώσεις. Ὅταν μετὰ τὸν θάνατο τῆς Μπλαβάτσκυ τὸ 1891 ξέσπασε στὴ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία ἀγώνας γιὰ τὴν ἐξουσία μεταξὺ τοῦ Ὄλκοττ καὶ τοῦ Οὐίλλιαμ Κουὰν Τζάντζ, καὶ οἱ δύο πλευρὲς ἰσχυρίζονταν ὅτι οἱ μαχάτμα ἦταν μὲ τὸ μέρος τους. Τελικά, ἡ νομικὴ ἐπιτροπὴ τῆς ἑταιρείας ἀποφάσισε ὅτι ἡ πίστη στὴν ὕπαρξη τῶν «δασκάλων» εἶναι προσωπικὴ ὑπόθεση τοῦ καθενός, ἑπομένως οἱ «ἐπιστολὲς ὑποστήριξης» δὲν μποροῦν νὰ ληφθοῦν ὑπόψη (Οὐάσινγκτον 1998: 124-125).
Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν τὰ σκάνδαλα στὴ θεοσοφικὴ ἑταιρεία νὰ γίνουν ἀγαπημένο θέμα τοῦ κίτρινου τύπου. Ὅπως παρατήρησε ἕνας δημοσιογράφος, «κάθε θεόσοφος μποροῦσε πλέον γιὰ τὴν εὐχαρίστησή του νὰ στέλνει στοὺς φίλους του ἐπιστολὲς ἀπὸ τοὺς Μαχάτμα, καὶ κανένας θεόσοφος δὲν τολμοῦσε νὰ ἀμφισβητήσει τὴν αὐθεντικότητά τους» (Οὐάσινγκτον 1998: 125). Στὴ συνέχεια, ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία θὰ συγκλονιστεῖ ἀπὸ νέες διασπάσεις. Γιὰ παράδειγμα, ἐμφανίστηκαν διάφορα κινήματα «Ἐπιστροφὴ στὴν Μπλαβάτσκυ». Καὶ βάσει τῆς ἀμερικανικῆς πτέρυγας δημιουργήθηκε ἡ «Παγκόσμια Ἀδελφότητα καὶ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία», τῆς ὁποίας ἡγήθηκε ἡ Κάθριν Τίνγκλυ (ἡ ἐπονομαζόμενη «Πορφυρὴ Μητέρα»). Ἡ Τίνγκλυ ἐπίσης ἐπικαλούνταν τὴ σύνδεση μὲ τοὺς μαχάτμα καὶ κατὰ τοὺς ἰσχυρισμούς της μάλιστα συναντήθηκε προσωπικὰ μὲ τὸν Κοὺτ Χουμὶ κοντὰ στὸ Νταρτζίλινγκ (Οὐάσινγκτον 1998: 127-138).
Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῆς Ἄννι Μπέζαντ βρισκόταν σὲ ἄνοδο στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὅταν ἡ ἡγέτιδά της ἐνεπλάκη ἐνεργὰ στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν αὐτονομία τῆς Ἰνδίας, καὶ τὸ θεοσοφικὸ κίνημα ἀπέκτησε μεγάλη ἐπιρροὴ στὴν πολιτική. Θεόσοφοι ἦσαν ἕξι μέλη τοῦ βρετανικοῦ κοινοβουλίου καὶ ὁ μελλοντικὸς ἡγέτης τοῦ Εργατικοῦ Κόμματος, Τζὸρτζ Λάνσμπερι. Σημαντικὸ ρόλο στὴ δραστηριότητα τῆς ἑταιρείας ἔπαιξε τότε ὁ ἤδη ἀναφερθεὶς Τσὰρλς Λεντμπίτερ (1841-1934). Ὡς χαρακτήρας ἦταν ἀκούραστος παραμυθᾶς καὶ ἔγινε ἔτσι ἕνας καλὸς βοηθὸς γιὰ τὴν Ἄννι Μπέζαντ, ἡ ὁποία δὲν διέθετε τέτοιες ἱκανότητες φαντασίωσης. Τὰ κείμενα τοῦ Λεντμπίτερ εἶναι ἀνάλαφρα καὶ εὐχάριστα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ δυσκίνητα ἔργα τῆς Μπλαβάτσκυ. Τὶς πενιχρὲς πληροφορίες τῆς ἱδρύτριας γιὰ τοὺς μαχάτμα, ἐκεῖνος τὶς συμπλήρωσε μὲ μεγαλοπρεπεῖς ἀφηγήσεις, ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς «προκατακλυσμιαίους πολιτισμούς», ὅπως τὴ Λεμουρία καὶ τὴν Ἀτλαντίδα (Λεντμπίτερ 2008). Κολακεύοντας τὸν σνομπισμὸ τῶν Ἄγγλων τῆς βικτωριανῆς ἐποχῆς, ὁ Λεντμπίτερ ἐπινόησε πολλὰ γιὰ τὶς προηγούμενες ζωὲς ἐξέχοντων στελεχῶν τῆς ἑταιρείας. Ἀποδείχθηκε ὅτι ὅλοι τους στὶς προηγούμενες ἐνσαρκώσεις τους ἦσαν διασημότητες (σοφοί, στρατηλάτες κ.ἄ.), συνδεδεμένοι μεταξύ τους μὲ παράξενους συνδυασμούς. Γιὰ παράδειγμα, ὁ ἴδιος ὁ Λεντμπίτερ ἦταν ἡ κόρη τῆς Ἄννι Μπέζαντ στὸν Ἄρη καὶ ἡ πεθερά της στὴν Ἀρχαία Αἴγυπτο (Οὐάσινγκτον 1998: 138-149). Ὁ δὲ συνταγματάρχης Ὄλκοττ εἶχε προλάβει νὰ διατελέσει Ἰνδὸς βασιλιάς, ὁ Ἀσόκα, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς Περσίας (Γκενὸν 1921: 105).
Ὅσον ἀφορᾶ τοὺς μαχάτμα, κατὰ τὸν Λεντμπίτερ, ὁ Κοὺτ Χουμὶ περιγράφεται ὡς ἑξῆς: «Ὁ Δάσκαλος Κοὺτ Χουμὶ φέρει σῶμα Κασμίριου βραχμάνου καὶ τὸ χρῶμα τοῦ δέρματός του εἶναι τόσο λευκὸ ὅσο καὶ ἑνὸς συνηθισμένου Ἄγγλου (ἂν καὶ αὐτὸς ὁ τζέντλεμαν βρίσκεται γιὰ κάποιο λόγο στὸ Θιβέτ! — σημείωση Α.Ι.). Ἔχει κυματιστὰ μαλλιά, καὶ τὰ μάτια του εἶναι γαλανὰ καὶ γεμάτα χαρὰ καὶ ἀγάπη. Τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένια του εἶναι καστανά, καὶ ὅταν τὰ χτυπάει ὁ ἥλιος, λάμπουν μὲ χρυσὲς ἀνταύγειες…» (Λεντμπίτερ 2005). Στὸ βιβλίο «Οἱ Δάσκαλοι καὶ τὸ Μονοπάτι», ὁ Λεντμπίτερ περιγράφει λεπτομερῶς τὶς κατοικίες καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τους. Ἀναφέρει ὅτι οἱ Δάσκαλοι Μόρυα καὶ Κοὺτ Χουμὶ κατέχουν σπίτια σὲ ἀντίθετες πλευρὲς μιᾶς στενῆς κοιλάδας. Μιὰ πόρτα ὁδηγεῖ σὲ ἕνα σύστημα ὑπόγειων αἰθουσῶν, ὅπου στεγάζεται τὸ ἀποκρυφιστικὸ μουσεῖο τῆς Μεγάλης Λευκῆς Ἀδελφότητας, μὲ φύλακα τὸν Κοὺτ Χουμί. Ἐκεῖ ὑπάρχουν ὁμοιώματα ὅλων τῶν τύπων ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν στὴ Γῆ —ἀπὸ τοὺς γιγάντιους Λεμούριους μέχρι τοὺς πυγμαίους— καθὼς καὶ πρωτότυπα χειρόγραφα ἀπίστευτης παλαιότητας, ὅπως ἕνα γραμμένο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἴδιου τοῦ Βούδα καὶ ἕνα ἄλλο ἀπὸ τὸν Χριστὸ κατὰ τὴν ἐνσάρκωσή του στὴν Παλαιστίνη. Ὑπάρχει ἐπίσης τὸ θαυμαστὸ πρωτότυπο τοῦ «Βιβλίου τῶν Ντζυὰν» (Λεντμπίτερ 1925).
Στὸ σπίτι τοῦ Κοὺτ Χουμὶ ὑπάρχει μιὰ μεγάλη βιβλιοθήκη μὲ χιλιάδες τόμους, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι σύγχρονα εὐρωπαϊκὰ ἔργα. Ὁ ἴδιος εἶναι ἄριστος γνώστης τῆς ἀγγλικῆς, γαλλικῆς καὶ γερμανικῆς γλώσσας (πρᾶγμα ποὺ δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ γράφει ἀγγλικὰ μὲ πολλὰ λάθη, ὅπως εἴδαμε — σημείωση Α.Ι.). Διαθέτει ἐπίσης μιὰ γραφομηχανή, δῶρο ἑνὸς μαθητῆ του (στὸν τομέα τοῦ τεχνικοῦ ἐξοπλισμοῦ ὑστερεῖ σαφῶς ἀπὸ τοὺς μαχάτμα τῶν Ραίριχ, οἱ ὁποῖοι θὰ μετακινοῦνται μὲ ἱπτάμενους δίσκους — σημείωση Α.Ι.). Ὅπως ἔγραψε ἀργότερα ἡ Μαίρη Νέφ, αὐτὸς ὁ μαθητὴς ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Λεντμπίτερ, ὁ ὁποῖος μπόρεσε νὰ τὴ μεταφέρει στὸν Δάσκαλο «διαλύοντάς την στὰ ἄτομά της καὶ ἐπανασυνθέτοντάς την στὸ γραφεῖο τοῦ Δασκάλου στὰ Ἱμαλάια» (Δάσκαλοι 2001: 167).
Ὁ μαχάτμα ζεῖ μὲ τὴν ἀδελφή του (ἢ ἀνιψιά), ἡ ὁποία ἐκτελεῖ χρέη οἰκονόμου, καὶ μὲ ὑπηρέτες τοὺς ὁποίους πληρώνει γενναιόδωρα. Ἐπίσης, προσλαμβάνει ἐργάτες γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ κήπου. Ὁ Κοὺτ Χουμὶ ἐπισκέπτεται τακτικὰ ἔφιππος ὁρισμένα μοναστήρια, καμμιὰ φορὰ συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Μόρυα, καὶ ἐπισκέπτεται ἕναν τρίτο μαχάτμα, τὸν Τζουὰλ Κούλ, ποὺ μένει ἐκεῖ κοντά (Λεντμπίτερ 1925). Ὅπως βλέπουμε, στὴν περιγραφὴ τοῦ Λεντμπίτερ οἱ «δάσκαλοι» μοιάζουν μὲ Ἄγγλους ἐπαρχιώτες τζέντλεμαν —γεροντοπαλίκαρα— ποὺ κάνουν ἱππασία καὶ ἐπισκέπτονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον γιὰ νὰ πιοῦν τσάι.
Ὡστόσο, στὸν Λεντμπίτερ τὸ κῦρος τῶν μαχάτμα ἀνεβαίνει, κυρίως χάρη στὶς ἱστορίες γιὰ τὶς μετενσαρκώσεις τους. Ἔτσι, ὁ Κοὺτ Χουμὶ ὑπῆρξε στὸ παρελθὸν ὁ Πυθαγόρας, ὁ Αἰγύπτιος ἱερέας Σαρτόν, ἕνας ἱερέας τοῦ Δία στὴν Ἀρχαία Ρώμη καὶ ὁ βουδιστὴς φιλόσοφος Ναγκαρτζούνα. Στὸ μέλλον εἶναι πεπρωμένο νὰ γίνει ὁ Μποντισάτβα τῆς ἕκτης ρίζας-φυλῆς, ἐνῶ ὁ Μόρυα θὰ γίνει ὁ Μανού της. Ὁ Γκενὸν παρατηρεῖ ὀρθὰ ὅτι ἐδῶ ἔχουμε ἕνα κλασικὸ παράδειγμα τοῦ ἐκλεκτικισμοῦ πάνω στὸν ὁποῖο ἡ θεοσοφία χτίζει τὴ «δοξασία» της (Γκενὸν 1921: 44-45).
Ἐνῶ στὴν Μπλαβάτσκυ ἡ «ἀδελφότητα τῶν μαχάτμα» ἦταν κυρίως ἐντοπισμένη στὴν Ἀνατολή, στὴν ἐκδοχὴ τοῦ Λεντμπίτερ καὶ τῆς Μπέζαντ ἐμφανίζεται σχεδὸν πανταχοῦ παροῦσα: «Ζοῦν σὲ διάφορες χῶρες… Ὁ Δάσκαλος Ἰησοῦς ζεῖ συνήθως ἀνάμεσα στοὺς Δρούζους στὰ βουνὰ τοῦ Λιβάνου, ὁ Δάσκαλος Ἱλαρίων στὴν Αἴγυπτο (ἔχει κρητικὸ σῶμα), ὁ Δάσκαλος Ρακότσι στὴν Οὐγγαρία, ἀλλὰ ταξιδεύει πολύ» (Δάσκαλοι 2001: 56). Ἀντιθέτως, οἱ Ραίριχ δὲν ἀναφέρουν «μεγάλους ἀδελφούς» ποὺ ζοῦν στὸν Λίβανο ἢ τὴν Οὐγγαρία· γιὰ αὐτοὺς οἱ μαχάτμα εἶναι μόνιμα ἐγκατεστημένοι στὴ Σαμπάλα. Ἡ Ἑλένα Ραίριχ ἔγραφε ὅτι οἱ μαχάτμα δὲν μποροῦν νὰ ἔρχονται σὲ παρατεταμένη ἐπαφὴ μὲ τὴν αὔρα τῶν ἀνθρώπων τῆς πεδιάδας λόγω ἀσυμβατότητας στὶς δονήσεις, καὶ ὅτι ὁ Μόρυα, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Μπλαβάτσκυ στὰ βουνὰ τοῦ Σικκίμ, «εἰσέπνεε σχεδὸν συνεχῶς ἕνα εἰδικὸ σκεύασμα ὀζόντος» (Ἐπιστολὲς 1993: 7). Ἀπὸ τὸν Λεντμπίτερ ὅμως μαθαίνουμε ὅτι οἱ μαχάτμα ὄχι μόνο ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς κοινοὺς θνητούς, ἀλλὰ τοὺς ἀπασχολοῦν κιόλας στὶς δουλειές τους. Ἴσως λόγω αὐτῶν τῶν ἀντιφάσεων ἡ Ἑλένα Ραίριχ δὲν συμπαθοῦσε τὸν Λεντμπίτερ (Ραίριχ 1996: 247). Πάντως, οἱ Ραίριχ ἀντιφάσκουν ἐδῶ, καθὼς ὁ Νικόλαος Ραίριχ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Σαμπάλα δὲν μένουν στὴν ἀπομόνωση, ἀλλὰ ταξιδεύουν παντοῦ (Δάσκαλοι 2001: 222).
Ὡστόσο, μετὰ ἀπὸ μιὰ σύντομη περίοδο ἀκμῆς, ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία χάνει τοὺς ὑποστηρικτές της καὶ περιέρχεται σὲ παρακμὴ κατὰ τὶς δεκαετίες τοῦ ’20 καὶ τοῦ ’30. Σὲ αὐτὸ συνέβαλαν καθοριστικὰ τὰ πολυάριθμα σκάνδαλα γύρω ἀπὸ τὴν ἀνήθικη συμπεριφορὰ ἐξεχόντων στελεχῶν, καθὼς καὶ ἡ ἀποχώρηση τοῦ Κρισναμούρτι, τὸν ὁποῖο προηγουμένως εἶχαν ἀνακηρύξει (καθ’ ὑπόδειξη, φυσικά, τῶν μαχάτμα) ὡς μεσσία καὶ νέο «μέγα δάσκαλο τῆς ἀνθρωπότητας». Ὅπως ἔγραφε τὸ 1934 ἡ Ἑλένα Ραίριχ: «Τὸ Θεοσοφικὸ Καράβι βουλιάζει». Ἡ αἰτία, κατὰ τὴν γνώμη της, ἦταν ὅτι οἱ μαχάτμα διέκοψαν τὶς ἐπαφὲς μὲ τοὺς θεοσόφους (Ραίριχ 1996: 40). Ἐξάλλου, ὁ θεοσοφισμὸς παρέμεινε ἕνα καθαρὰ «γραφειοκρατικό», σαλονάτο ρεῦμα, στερούμενο ἀληθινῆς πνευματικῆς πρακτικῆς καὶ μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους.
Τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν «ἀνατολικὴ πνευματικότητα» ποὺ φούντωσε τὴ δεκαετία τοῦ ’60 σὲ Ἀμερικὴ καὶ Εὐρώπη (ἐποχὴ ἐμφάνισης γκουροὺ ὅπως ὁ Ραζνίς, ὁ Πραμπουπάντα κ.ἄ.) βοήθησε ἐλάχιστα στὴν ἀναζωογόνηση τῆς δραστηριότητάς της. Ἡ Θεοσοφικὴ Ἑταιρεία συνεχίζει νὰ ὑπάρχει μέχρι σήμερα, ἀλλὰ πλέον μοιάζει περισσότερο μὲ λέσχη συνταξιούχων ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ «πνευματικὲς ἀναζητήσεις». Δὲν ἐπηρεάζει τίποτα καὶ δὲν προκαλεῖ καμία κοινωνικὴ ἀπήχηση. Ἡ «προχωρημένη» ἐσωτεριστικὴ νεολαία ἑλκύεται περισσότερο ἀπὸ σεμινάρια ταντρικοῦ σὲξ ἢ ἀπὸ χοροὺς ὑπὸ τοὺς ἤχους τοῦ «ΧΑΡΕ ΚΡΙΣΝΑ», παρὰ ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν παχυλῶν τόμων τῆς «Ἀποκαλυμμένης Ἴσιδος».
Παρ’ ὅλα αὐτά, ὁ θεοσοφισμὸς κατέχει μιὰ ὁρισμένη πολιτισμικὴ καὶ ἱστορικὴ σημασία. Ἐπηρέασε πολὺ τὴν αὔξηση τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ δυτικοῦ κοινοῦ γιὰ τὸν πολιτισμό τῶν ἀνατολικῶν χωρῶν, τοὺς κατοίκους τῶν ὁποίων γιὰ καιρὸ θεωροῦσαν «ἀγρίους» ποὺ χρειάζονταν «εκπολιτισμό». Ὅπως λέγεται γιὰ τὴ ρωσικὴ λογοτεχνία ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὸ «Παλτό» τοῦ Γκόγκολ, ἔτσι καὶ γιὰ τὰ σύγχρονα ψευδο-ανατολικὰ νεοσπιριτουαλιστικὰ ρεύματα μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ἔχουν ὡς πηγή τους τὸν θεοσοφισμὸ τῆς Μπλαβάτσκυ. Ὅλα τὰ χαρακτηριστικά της —ἐκλεκτικισμός, ἐπιστημοφάνεια, κριτικὴ τῶν παραδοσιακῶν θρησκειῶν καὶ κουραστικὴ ἀνθρωπιστικὴ ρητορεία— εἶναι παρόντα καὶ σὲ αὐτά.
Νέες μορφὲς τοῦ παλιοῦ θρύλου
Πολλὰ τέτοια ρεύματα συνεχίζουν νὰ χρησιμοποιοῦν καὶ νὰ ἐξελίσσουν τὸν μύθο τῶν μαχάτμα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ραϊριχισμό, ὑπάρχουν πολλὰ ἄλλα κινήματα, γνωστὰ στὴ Δύση ἀλλὰ λιγότερο σὲ ἐμᾶς.
Ἡ Ἀλίκη Μπέιλι (1880-1949), ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸν ὅρο New Age («Νέα Ἐποχή»), ἵδρυσε τὴ «Σχολὴ τῶν Ἀρκάνων». Ἡ Μπέιλι ἰσχυριζόταν ὅτι τὰ κείμενά της ὑπαγορεύονταν τηλεπαθητικὰ ἀπὸ ἕναν μυστικὸ δάσκαλο, τὸν «Θιβετιανό». Ἡ στάση της ἦταν ἀκόμη πιὸ ἀδιάλλακτη ἀπέναντι στὶς παραδοσιακὲς θρησκεῖες, τὶς ὁποῖες πίστευε ὅτι θὰ ἀντικαταστήσει μία παγκόσμια θρησκεία.
Μιὰ ἰδιότυπη ἐξέλιξη τοῦ μύθου συναντᾶμε στὴ διδασκαλία τῶν «Ἀναληφθέντων Δασκάλων». Ὁ Γκάι Μπάλαρντ ἰσχυρίστηκε ὅτι τὸ 1930 συνάντησε στὸ ὄρος Σάστα τὸν Κόμη Σαὶν Ζερμαίν, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος μιᾶς ἀδελφότητας ὅπου ἀνήκουν ἐπίσης ὁ Ἰησοῦς, ὁ Βούδας καὶ ὁ Μόρυα. Αὐτὲς οἱ ἰδέες ἐπηρέασαν τὸν Μὰρκ Πρόφετ, ἱδρυτὴ τοῦ «Φάρου στὴν Κορυφή» (Summit Lighthouse), ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται ὅτι λάμβανε μηνύματα ἀπὸ τὸν «Ἔλ Μόρυα».
Μετὰ τὸν θάνατό του, ἡ χήρα του, Ἐλίζαμπεθ Πρόφετ (γνωστὴ ὡς Γκουροὺ Μά), μετονόμασε τὴν ὀργάνωση σὲ «Παγκόσμια Θριαμβεύουσα Ἐκκλησία». Ἔχτισε μιὰ κοινότητα στὴ Μοντάνα μὲ ἕνα τεράστιο καταφύγιο γιὰ τὴν περίπτωση πυρηνικοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖο εἶχε προβλέψει ὁ Σαὶν Ζερμαὶν γιὰ τὸ 1989. Ἡ κοινότητα διαλύθηκε μετὰ ἀπὸ σκάνδαλα κακοποίησης μελῶν καὶ παράνομης κατοχῆς ὅπλων.
Στὴν ἴδια κατηγορία ἀνήκει καὶ ἡ «Ἐκκλησία τοῦ Αἰθέριους» (Aetherius Society), ὅπου ὁ μύθος τῶν δασκάλων ἀναθεωρεῖται ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς οὐφολογίας. Ὁ ἱδρυτής της, Τζὸρτζ Κίνγκ, ἰσχυριζόταν ὅτι οἱ δάσκαλοι εἶναι «πολεμιστὲς τοῦ φωτός» ποὺ ταξιδεύουν στὸ διάστημα μὲ UFO. Ὁ κυριότερος ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Αἰθέριους, ποὺ ζεῖ στὴν Ἀφροδίτη.
Τέλος, ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ἡ Παγκόσμια Λευκὴ Ἀδελφότητα τοῦ γαλλο-βούλγαρου ἀποκρυφιστῆ Ὄμρααμ Μικαὲλ Αϊβανώφ. Τὰ βιβλία του εἶναι γεμάτα ἀοριστολογίες γιὰ τὸ «Κοσμικὸ Πνεῦμα» καὶ τὴν «Παγκόσμια Ἁρμονία», ἐνῶ ἡ σεξουαλικὴ ἐνέργεια παρουσιάζεται ὡς μέσο γιὰ νὰ «πετάξει κανεὶς στὸ διάστημα».
Συμπεράσματα
Ὁ μύθος τῶν μαχάτμα δὲν ἔχει καμία σχέση οὔτε μὲ τὴν Ἰνδία οὔτε μὲ τὸ Θιβέτ. Εἶναι κατὰ βάση μιὰ μεταφορὰ τῶν φαντασιώσεων τῶν δυτικῶν ἀποκρυφιστῶν σὲ ἀνατολικὸ ἔδαφος. Ὡς παιδὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μοντερνισμοῦ καὶ τῆς λατρείας τῆς προόδου, σήμερα δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς παιδικοῦ παραμυθιοῦ. Αὐτὸ ἐξηγεῖ καὶ τὴν παρακμὴ τῆς Θεοσοφικῆς Ἑταιρείας μετὰ τὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθὼς οἱ ἀντιλήψεις αὐτὲς περιορίζονται πλέον σὲ περιθωριακοὺς νεοσπιριτουαλιστικοὺς κύκλους.
Βιβλιογραφία
- Ἀντρέεφ 2008 – Andreev A.I. Ἡ Ἀδελφότητα τῶν Ἱμαλαΐων: Ὁ θεοσοφικὸς μύθος καὶ οἱ δημιουργοί του (Τεκμηριωμένη ἔρευνα). – Ἁγία Πετρούπολη: Ἐκδόσεις Πανεπιστημίου Ἁγίας Πετρούπολης, 2008.
- Ἄπτε 1922 – Apte V. Sh. The Student’s Sanskrit-English dictionary – 2η ἔκδ. – Βομβάη: Gopal Narayen and Co, 1922.
- Μπλαβάτσκυ 1993 – Blavatsky H. P. Ἀποκαλυμμένη Ἴσιδα. – Σὲ 2 τόμους. – Μόσχα: Χρυσὸς Αἰώνας, 1993.
- Μπλαβάτσκυ 1994 – Blavatsky H. P. Θεοσοφικὸ Λεξικό. – Μόσχα: Σφαίρα, 1994.
- Μπέσαμ 1977 – Basham A. Τὸ θαῦμα ποὺ ἦταν ἡ Ἰνδία. – Μόσχα: Ναούκα, 1977.
- Οὐάσινγκτον 1998 – Washington P. Ὁ Μπαμπουίνος τῆς Μαντὰμ Μπλαβάτσκυ. – Μόσχα: KRON-PRESS, 1998.
- Ἀλληλοπεριχώρηση πολιτισμῶν 2006 – Ἀλληλοπεριχώρηση πολιτισμῶν: Τὸ Κοράνι στὴ ρωσικὴ ποίηση. – Μόσχα: Ναούκα, 2006.
- Γκενὸν 1921 – Guénon R. Le Théosophisme: Histoire d’une pseudo-religion. – Παρίσι, 1921.
- Ντὲ Μέστρ 2004 – Maistre Louis de. L’Enigme René Guénon et les «Supérieurs Inconnus». – Μιλάνο, 2004.
- Τζόνσον 1994 – Johnson K. Paul. The Masters Revealed: Madame Blavatsky and the Myth of the Great White Lodge. Albany: State University of New York Press, 1994.
- Ἰνδουισμός 1996 – Ἰνδουισμός. Τζαϊνισμός. Σιχισμός. – Μόσχα: Δημοκρατία, 1996.
- Κορντασέφσκι 1998 – Decroix N. (Kordashevsky N.V.) Μὲ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Ν.Κ. Ραίριχ στὴν Κεντρικὴ Ἀσία. – Ἁγία Πετρούπολη, 1999.
- Λεντμπίτερ 1925 – Leadbeater C. W. Οἱ Δάσκαλοι καὶ τὸ Μονοπάτι // http://www.theosophy.ru/lib/mastpath.htm
- Λεντμπίτερ 2008 – Leadbeater C. W. Δοκίμια γιὰ τοὺς προϊστορικοὺς πολιτισμούς. Μόσχα: Amrita-Rus, 2008.
- Μαχαμπχαράτα 1987 – Μαχαμπχαράτα. Βιβλίο τρίτο. Τὸ Βιβλίο τοῦ Δάσους (Aranyakaparva). – Μόσχα: Ναούκα, 1987.
- Ἐπιστολὲς 1993 – Ἐπιστολὲς τῶν Μαχάτμα. – Σαμάρα, 1993.
- Πετρουσέφσκι 1966 – Petrushevsky L. Τὸ Ἰσλὰμ στὸ Ἰρὰν κατὰ τὸν 7ο-15ο αἰ. – Λένινγκραντ: Ναούκα, 1966.
- Ραίριχ 1996 – Roerich E.I., Roerich N.K., Aseev A.M. «Ἀποκρυφισμὸς καὶ Γιόγκα». Χρονικὸ συνεργασίας. I. – Μόσχα: Σφαίρα, 1996.
- Ραίριχ 2011 – Roerich N. K. Ἀλτάι – Ἱμαλάια. – Μόσχα: Eksmo, 2011.
- Ριαμπίνιν 1996 – Ryabinin K.N. Τὸ ἀπομυθοποιημένο Θιβέτ. – Μαγκνιτογκόρσκ: Amrita-Ural, 1996.
- Σαχὶχ ἀλ-Μπουχάρι 2008 – Sahih al-Bukhari. Αὐθεντικὲς παραδόσεις ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Προφήτη Μωάμεθ… – 5η ἔκδ. – Μόσχα: Umma, 2008.
- Σουάμι Βιβεκανάντα 1993 – Swami Vivekananda. Πρακτικὴ Βεδάντα. Ἐπιλεγμένα ἔργα. – Μόσχα: Ladomir, 1993.
- Σίννετ – Sinnett A. P. Ὁ Ἀποκρυφιστικὸς Κόσμος // http://www.theosophy.ru/lib/okk-mir.htm
- Δάσκαλοι 2001 – Οἱ Δάσκαλοι τῆς Μυστικῆς Σοφίας. – Συλλογικὸ ἔργο – Μόσχα: IDli, 2001.
- Σίμμελ 1999 – Schimmel A. Ὁ κόσμος τοῦ ἰσλαμικοῦ μυστικισμοῦ. – Μόσχα: Aletheia, Enigma, 1999.
- Ἔβολα 2009 – Evola J. Τό τόξο καὶ ἡ ράβδος. – Ἁγία Πετρούπολη: «Vladimir Dal», 2009.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ: Миф о махатмах в теософизме Блаватской
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου