Πανορθόδοξο Κίνημα Στήριξης Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού
Τα τελευταία γεγονότα στην Εκκλησία της Κύπρου δεν συνιστούν απλώς μια
εσωτερική εκκλησιαστική διαφωνία. Αναδεικνύουν ένα σοβαρό θεσμικό και νομικό
ζήτημα, που αγγίζει τον πυρήνα της συνοδικότητας, του κανονικού δικαίου και
–τελικώς– του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η στάση και οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου, ιδίως υπό
την ιδιότητά του ως Τοποτηρητή, δημιουργούν την εντύπωση άσκησης μονοπρόσωπης
εξουσίας, με προαναγγελία αποφάσεων που τυπικά και ουσιαστικά ανήκουν στην Ιερά
Σύνοδο ως συλλογικό όργανο. Η προαναγγελία εκλογών νέου μητροπολίτη, ενώ
εκκρεμεί δεύτερο έκκλητο ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν είναι απλώς
πολιτικά ατυχής· είναι θεσμικά προβληματική.
Το έκκλητο και η κανονική τάξη
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση και τους Ιερούς Κανόνες (ιδίως τους κανόνες 9 και 17 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου), το δικαίωμα εκκλήτου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη αποτελεί ανώτατη δικλείδα δικαιοσύνης. Όσο αυτό εκκρεμεί, καμία διαδικασία που προδικάζει το αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί κανονικά ουδέτερη.
Η δημόσια δήλωση ότι «θα γίνουν εκλογές» για νέο μητροπολίτη ισοδυναμεί με
προκατάληψη της κρίσης όχι μόνο της Ιεράς Συνόδου, αλλά και του ίδιου του
Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πρόκειται για στάση που δύσκολα συμβιβάζεται με τον
στοιχειώδη σεβασμό προς τον θεσμό του εκκλήτου και προς την υπερκείμενη
κανονική αρχή που αυτός εκπροσωπεί.
Αργία, έκπτωση και απουσία δίκης
Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της αργίας και των απειλών περί καθαίρεσης
και έκπτωσης, χωρίς προηγούμενη πλήρη, δίκαιη και κανονικά κατοχυρωμένη δίκη.
Το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας, όπως και κάθε έννομη τάξη, θεμελιώνεται στην
αρχή:
κανείς δεν καταδικάζεται χωρίς ακρόαση και κρίση.
Η επιβολή ποινών ή περιορισμών πριν από την τελεσίδικη κρίση –ιδίως όταν
εκκρεμεί ανώτερο ένδικο μέσο– συνιστά ποινή χωρίς απόφαση, πρακτική ξένη τόσο
προς την εκκλησιαστική παράδοση όσο και προς τις αρχές του κράτους δικαίου.
Το ζήτημα της κατοικίας στη Μητρόπολη
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι κατηγορίες ότι ο Μητροπολίτης Τυχικός «δεν
παραδίδει τα κλειδιά» και συνεχίζει να διαμένει στη Μητρόπολη. Το ερώτημα που
τίθεται είναι απλό και ανθρώπινο αλλά και νομικό:
Να πάει πού; Να μείνει άστεγος;
Η κατοικία του μητροπολίτη στον μητροπολιτικό οίκο δεν είναι ιδιοκτησιακή
αυθαιρεσία, αλλά θεσμικά συνδεδεμένη με το αξίωμά του, το οποίο δεν έχει
τελεσίδικα απολεσθεί. Όσο δεν υπάρχει αμετάκλητη απόφαση καθαίρεσης ή έκπτωσης,
η αποστέρηση στέγης συνιστά προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και δυνητικά
παραβίαση:
• του δικαιώματος στην κατοικία,
• της αρχής της αναλογικότητας,
• και του τεκμηρίου αθωότητας.
Ακόμη και στο κοσμικό δίκαιο, ουδείς εκδιώκεται από τον χώρο διαμονής του
χωρίς νόμιμη και τελεσίδικη διαδικασία. Γιατί να ισχύει κάτι λιγότερο σε μια
Εκκλησία που επικαλείται την αγάπη, τη δικαιοσύνη και την ποιμαντική ευθύνη;
Καταστατικό, νόμοι και ανθρώπινα δικαιώματα
Το ίδιο το Καταστατικό της Εκκλησίας της Κύπρου, το οποίο ψηφίστηκε και
διαμορφώθηκε από την ίδια την Ιεραρχία, προβλέπει σαφείς διαδικασίες, στάδια
και εγγυήσεις. Η παράκαμψή τους δεν αποτελεί απλώς εσωτερικό ζήτημα· εκθέτει
την Εκκλησία σε νομικούς και θεσμικούς κινδύνους, τόσο εντός Κύπρου όσο και σε
ευρωπαϊκό επίπεδο.
Δεν είναι υπερβολή να τεθεί το ερώτημα:
Αν ο Μητροπολίτης Τυχικός δικαιωθεί, είτε από τα κυπριακά δικαστήρια είτε
από ευρωπαϊκά όργανα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πού θα σταθεί θεσμικά η
Εκκλησία της Κύπρου και ο προκαθήμενός της;
Αυταρχισμός και εκκλησιαστικό ήθος
Η χρήση ρητορικής ισχύος, οι απειλές, οι προειλημμένες αποφάσεις και η
απαξίωση θεσμών θυμίζουν πρακτικές που η ιστορία έχει καταδικάσει σε πολιτικά
καθεστώτα αυταρχισμού. Η Εκκλησία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί με λογικές
εξουσιαστικής επιβολής, διότι έτσι ακυρώνει το ίδιο της το μήνυμα.
Όταν ένας μητροπολίτης, εκλεγμένος με συντριπτική λαϊκή συμμετοχή και
ομόφωνη συνοδική απόφαση, αντιμετωπίζεται ως διοικητικό εμπόδιο και όχι ως
φορέας αρχιερατικού αξιώματος, τότε το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό· είναι
θεσμικό και αξιακό.
Τέλος, παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα για τις σχέσεις του Αρχιεπισκόπου με
τον Δήμο Πάφου, ιδίως υπό το φως πληροφοριών και δημοσιευμάτων που κάνουν λόγο
για συμβάσεις, συνεργασίες και χειρισμούς που δεν έχουν παρουσιαστεί με
διαφάνεια. Όταν «όλα βγαίνουν στη φόρα», η σιωπή δεν προστατεύει τον θεσμό· τον
τραυματίζει.
Η κοινωνία και οι πιστοί δεν ζητούν καταδίκες. Ζητούν απαντήσεις.
Λίγος περισσότερος σεβασμός στους Ιερούς Κανόνες, στο Καταστατικό, στους
νόμους του κράτους και στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν αποδυναμώνει την Εκκλησία.
Την θωρακίζει. Και λίγη περισσότερη αυτοσυγκράτηση στις δηλώσεις και στις
αποφάσεις δεν μειώνει τον Αρχιεπίσκοπο. Τον τοποθετεί στο ύψος του αξιώματός
του.
Η Εκκλησία της Κύπρου οφείλει να αποδείξει ότι δεν φοβάται τη δικαιοσύνη,
ούτε την κανονική τάξη. Διότι χωρίς αυτές, καμία πνευματική αυθεντία δεν μπορεί
να σταθεί.
Πανορθόδοξο Κίνημα Στήριξης Μητροπολίτη Πάφου κ.κ. Τυχικού και όλων όσων
διώκωνται για την Ορθόδοξη Πίστη τους (Κύπρος, Ελλάδα,
Αγγλία, Αμερική, Καναδάς, Αυστραλία, Μεξικό, Ιρλανδία, Σκωτία, Ρουμανία,
Βουλγαρία, Σερβία, Ρωσσία, Πολωνία, Ιερουσαλήμ, Αντιόχεια, Αλβανία)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου