Ἡ ἐπίδρασις τοῦ Μποῦμπερ καὶ τοῦ Λεβινὰς εἰς τὴν
θεολογίαν τοῦ 20οῦ αἰ.
Τοῦ κ.
Παντελεήμονος Τομάζου,ὑπ. δρ. Δογματικῆς Θεολογίας
Μποῦμπερ καὶ Λεβινάς, δύο Ἑβραῖοι στοχαστές, ἀρνοῦνται τόσο τὸ τριαδικὸ δόγμα τῆς χριστιανικῆς θεολογίας ὅσο καὶ τὴν ἐνσάρκωση, δύο βασικὲς παραδοχὲς ποὺ συνδέονται μὲ τὴ σωτηρία. Καὶ ὅμως, πῶς κατάφεραν αὐτοὶ οἱ δύο ἀλλόθρησκοι φιλόσοφοι νὰ ἐπηρεάσουν καὶ νὰ διαμορφώσουν ὁλόκληρη τὴ μεταπατερικὴ θεολογικὴ σκέψη; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ ἀπασχολήσει τὸ παρὸν μας κείμενο.
Στὸν 20ὸ αἰώνα,
ἡ παπικὴ θεολογία πέρασε μία σημαντικὴ κρίση, ἐπειδὴ δύο βασικὰ πρότυπα δὲν ἔφταναν,
γιὰ νὰ ἀπαντήσουν στὰ ἐρωτήματα τῆς ἐποχῆς. Τὸ πρῶτο ἦταν ὁ νεοσχολαστικὸς
θωμισμός, ἕνας πολὺ ἀφηρημένος καὶ συχνὰ πολὺ “στεγνός” τρόπος θεολογίας, ποὺ ἔμενε
σὲ θεωρητικὰ συστήματα χωρὶς νὰ ἀγγίζει τὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς
πίστης. Τὸ δεύτερο ἦταν ὁ νεωτερικὸς ὑποκειμενισμός, ποὺ ἔβλεπε τὴ συνείδηση τοῦ
ἀνθρώπου κλεισμένη στὸν ἑαυτό της καὶ ἀπομονωμένη ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ἀπὸ τὸν
Θεό.
Ὁ Μάρτιν
Μποῦμπερ καὶ ὁ Ἐμμανουὲλ Λεβινάς πρόσφεραν νέους τρόπους σκέψης ποὺ ἔσπαγαν αὐτὰ
τὰ ὅρια. Ὁ Μποῦμπερ μίλησε γιὰ τὴν πρωταρχικὴ σχέση, τὸ “Ἐγώ – Ἐσύ”, ποὺ
δείχνει ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει καὶ διαμορφώνεται μέσα στὶς σχέσεις μὲ
τοὺς ἄλλους καὶ μὲ τὸν Θεό. Ὁ Λεβινάς τόνισε ὅτι τὸ ἐγὼ δὲν εἶναι ποτὲ ἀπόλυτο:
ὑπάρχει πάντα ἡ ἠθικὴ προτεραιότητα τοῦ Ἄλλου, δηλαδὴ ἡ εὐθύνη μας πρὸς τοὺς ἄλλους
ἀνθρώπους (μάλιστα ὁ Λεβινάς δὲν θὰ διστάσει νὰ ἐπικρίνει τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ,
καθότι κατ’ αὐτόν, ὅταν τὸ ἀπόλυτο γίνεται πεπερασμένο, τότε ἀνοίγεται δρόμος
γιὰ τὸν ὁλοκληρωτισμὸ [1]). Γιὰ τὴν παπικὴ θεολογία, αὐτὸ ἦταν πολὺ σημαντικό,
γιατί βοηθοῦσε νὰ ξανασκεφτεῖ κανεὶς τί εἶναι τὸ πρόσωπο, ἡ πίστη, ἡ ἀποκάλυψη
καὶ ἡ ἐκκλησία, χωρὶς νὰ βλέπει τὸν ἄνθρωπο ὡς ἁπλὸ ἀντικείμενο ἢ νὰ φτάνει σὲ ἀκραῖο
σχετικισμό.
Ἡ ἔννοια
τοῦ προσώπου εἶναι κεντρικὴ ἐδῶ. Ὁ παπισμὸς ἤδη γνώριζε ὅτι ἡ ἔννοια τῆς
Τριάδας, τῆς κοινότητας καὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ εἶναι συνδέεται μὲ σχέσεις, ἀλλὰ
πολλὲς φορὲς ἔμενε μία θεωρητικὴ ἔννοια χωρὶς ζωή. Ὁ Μποῦμπερ ἔδειξε ὅτι ἡ
σχέση δὲν εἶναι κάτι τυχαῖο ἢ δευτερεῦον (συμβεβηκός), ἀλλὰ ὁ τόπος ὅπου
γεννιέται τὸ ἴδιο τὸ Ἐγώ. Ὁ Λεβινάς πρόσθεσε ὅτι οἱ σχέσεις δὲν εἶναι ἁπλὰ ἴσες
ἢ οὐδέτερες, ἀλλὰ εἶναι ἠθικές, ἀσύμμετρες (ἀσύμμετρη ἐδῶ σημαίνει ὅτι ὁ ἄλλος
προηγεῖται τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ θὰ πρέπει νὰ τοῦ ἀνοίγομαι δίχως νὰ περιμένω ἀνταπόκριση)
καὶ πάντα ζητοῦν ἀπάντηση ἀπὸ ἐμᾶς. Αὐτὲς οἱ ἰδέες συνδέονται μὲ τὴ θεολογία τῆς
Τριάδας (ὅπου πρόσωπο = σχέση), μὲ τὴν ἀνθρωπολογία (ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει γιὰ τὸν
ἄλλον) καὶ μὲ τὴ χριστολογία (ὁ Θεὸς ἐκτίθεται στὸν ἄλλον). Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι
θεολόγοι ὅπως ὁ Ράννερ, ὁ Μπάλταζαρ, ὁ Ράτσινγκερ καὶ ὁ Βοϊτύλα ἢ πάπας Ἰωάννης
Παῦλος 2ος ἐργάστηκαν ξανὰ τὴν ἔννοια τοῦ προσώπου μὲ αὐτὸν τὸν σχεσιακὸ τρόπο.
Σημαντικὴ
εἶναι καὶ ἡ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀποκάλυψη. Στὸν Μποῦμπερ, ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι κάτι
ποὺ τὸ κατέχεις, ἀλλὰ κάτι ποὺ ἐμφανίζεται στὸ γεγονὸς τῆς συνάντησης (αὐτὲς οἱ
ἀπόψεις συναντῶνται καὶ σὲ μεταπατερικοὺς θεολόγους στὺλ Ἀκαδημίας Βόλου, οἱ ὁποῖοι
ξεχνοῦν ὅτι ὁ θεοποιημένος ἄνθρωπος ταυτίζεται χάριτι μὲ τὸν Θεὸ – γίνεται ἄκτιστος
κατὰ χάριν μέσῳ τῆς πραγματικῆς του μετοχῆς στὴν ἄκτιστη θεία Βασιλεία – καὶ ἄρα
ἀσφαλῶς καὶ ὁ Θεὸς κατέχεται, τουλάχιστον ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη. Ὅποιος ἀρνεῖται τὴν
κατοχὴ τοῦ Θεοῦ ἢ τῆς Ἀλήθειας μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἀρνεῖται ἐντέλει τὶς ἴδιες
τὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες ἢ τὴν ἀποκάλυψη καὶ τοιουτοτρόπως ἐγκλωβίζεται σὲ ἕνα
δίκτυο σχέσεων μὲ τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα κτιστὰ ὄντα, καθότι ἄλλος δρόμος πρὸς τὸν
Θεὸ πέραν ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα στὸν ἄλλον δὲν ὑπάρχει, κατὰ τοὺς μεταπατερικοὺς
πάντα). Στὸν Λεβινάς, ἡ ἀλήθεια εἶναι μία κλήση ποὺ ἔρχεται πρὶν ἀκόμα τὴ
γνώση. Ἡ ρωμαιοκαθολικὴ θεολογία μετὰ τὴ Δεύτερη Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ προσέλαβε
αὐτὴ τὴν ἰδέα: ἡ ἀποκάλυψη δὲν εἶναι ἕνα στατικὸ ἀπόθεμα γνώσης, ἀλλὰ ἕνα
προσωπικὸ καὶ ἱστορικὸ γεγονός· ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἁπλὰ ἀντικείμενο γνώσης, ἀλλὰ ἕνα
Ἐσὺ ποὺ καλεῖ. Αὐτὸ βοηθᾶ νὰ ξεπεράσουμε (ὑποτίθεται) τὸν δογματικὸ θετικισμὸ
καὶ τὴ μείωση τῆς πίστης σὲ ἰδεολογία.
Ὁ Λεβινάς ὑποστήριξε
ὅτι ἡ ἠθικὴ προηγεῖται τῆς ὀντολογίας. Δηλαδή, ἡ εὐθύνη πρὸς τὸν ἄλλο εἶναι πιὸ
βασικὴ ἀπὸ τὸ νὰ κατανοήσουμε ἢ νὰ ὁρίσουμε τὸ Εἶναι. Πολλοὶ παπικοὶ θεολόγοι δὲν
συμφωνοῦν πλήρως μὲ αὐτὴ τὴ θέση, ἀλλὰ ἀναγνωρίζουν τὴ σημασία της: δείχνει ὅτι
τὸ Εἶναι δὲν εἶναι οὐδέτερο, ἡ ἀλήθεια φανερώνεται μέσα ἀπὸ τὴν εὐθύνη, καὶ ὁ
Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωριστὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου (Ἔχουμε ἐγκαταλείψει
πλέον κάθε θεολογία, τὸ μόνο ποὺ ὑπάρχει εἶναι αὐτὸ ποὺ καλῶ «ἀλλολογία»,
πρόκειται γιὰ μία ἀκατάσχετη φλυαρία περὶ τοῦ κάθε ἄλλου, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἐφαρμογὴ
στὴν πραγματικότητα. Τοῦτο διαφαίνεται ἀπὸ τὴ στάση τῶν μεταπατερικῶν
«θολολόγων» σὲ ἐκεῖνον ποὺ τοὺς ἀσκεῖ ὁποιαδήποτε κριτική. Ἀντὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὰ
φιλοσοφικά τους ἀξιώματα, γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὸ ἐφικτό τῆς πραγματοποίησής τους
στοὺς ἀσκοῦντες κριτική, ἐπιτίθενται, διαγράφουν τὰ σχόλια τῶν διαφωνούντων
κάτω ἀπὸ τὶς ἀναρτήσεις τους καὶ εἰρωνεύονται, ἀποδεικνύοντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο
τὸν οὐτοπικὸ / μὴ πραγματοποιήσιμο τρόπο σκέψης τους). Αὐτὸ ἐπηρέασε τὴ
θεολογία τῆς ἠθικῆς, τὴ διδασκαλία γιὰ τὰ κοινωνικὰ θέματα καὶ τὴν ἀναγνώριση τῶν
ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας.
Μετὰ τὴ Σοὰ
[2], ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἰουδαϊσμὸ ἔγινε ἀκόμα πιὸ κρίσιμη. Ὁ Μποῦμπερ καὶ ὁ Λεβινάς
μιλοῦν ἀπὸ μέσα στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση, ἀπορρίπτουν τὴν ἰδέα ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ
μειωθεῖ σὲ σύστημα καὶ δείχνουν ὅτι ἡ ὑπερβατικότητα παραμένει ἀνεξάλειπτη. Γιὰ
τὸν παπισμό, αὐτὴ ἡ προσέγγιση λειτουργεῖ ὡς διορθωτικό: ἐνάντια στὸν
θριαμβευτικὸ λόγο, ἐνάντια στὴν ἀπορρόφηση τοῦ ἄλλου καὶ ἐνάντια σὲ μία
μεταφυσικὴ ποὺ ξεχνᾶ τὴν ἱστορικὴ τραγωδία. Μετὰ τὸ ὁλοκαύτωμα δὲν μπορεῖ νὰ
κάνει κάποιος θεολογία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρὶν ἀπ’ αὐτό, διατείνονται διάφοροι
μοντέρνοι παπικοὶ καὶ ὀρθόδοξοι, ξεχνώντας βέβαια ὅτι τόσοι θάνατοι ἑκατομμυρίων
μαρτύρων χριστιανῶν μέσα στὸ διάβα τῆς ἱστορίας δὲν ἄλλαξαν κανένα τρόπο, μὲ τὸν
ὁποῖον γίνεται ἡ θεολογία, τουλάχιστον στοὺς ὀρθοδόξους.
Τέλος, θὰ
κλείσουμε μὲ ἕνα σχόλιο γιὰ τὴν κριτικὴ τῶν μεταπατερικῶν κατὰ τῆς
θριαμβολογίας. Ἀρκετοὶ χριστέμποροι καὶ φλύαροι μεταπατερικοὶ ποὺ παριστάνουν
τοὺς πολιτικοὺς θεολόγους, τοὺς σωτῆρες τῶν κοινωνικῶν ἀδιεξόδων καὶ τοὺς ἀνανεωτὲς
τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου ὑποστηρίζουν μία ὀρθόδοξη θεολογία μακριὰ ἀπὸ
θριαμβολογίες (ἐδῶ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι αὐτοὶ οἱ «θολολόγοι» εἶναι ἀνίκανοι
νὰ γράψουν ἕνα θεολογικὸ βιβλίο μὲ ἀρχή, μέση καὶ τέλος, καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς
τὸ λόγο συλλέγουν κακογραμμένα ἄρθρα ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ κάνοντάς τα βιβλίο.
Πολλὲς φορὲς αὐτὰ τὰ παράξενα βιβλία συνοδεύονται ἀπὸ ἄθλιους συγκεχυμένους
τίτλους καὶ νεολογισμούς, ὥστε νὰ κάνουν τὸν ἄσχετο μὲ τὰ θεολογικὰ ἀναγνώστη νὰ
νομίσει ὅτι λένε κάτι σημαντικό). Τὸ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι παντελῶς ἀνεκκλησίαστοι
φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα Μηναῖο νὰ ἀνοίξει κανεὶς θὰ δεῖ μυριάδες
θριάμβους ἁγίων κατὰ τοῦ γνωμικοῦ τους θελήματος καὶ κατὰ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐκπεσόντος
στὴν ἀνομία κόσμου. Ἡ ἑορτὴ κάθε ἁγίου, λοιπόν, εἶναι θρίαμβος ποὺ ἀσφαλῶς καὶ
θὰ πρέπει νὰ διακηρύσσεται ἀπὸ ὅσους ζοῦν ἐκκλησιαστικά. Ποιὸ ἄλλο νόημα θὰ εἶχε
ἡ λέξη ἑορτὴ, ἐὰν ὄχι ἐκεῖνο τοῦ θριάμβου κατὰ τοῦ θανάτου, τῆς γνώμης καὶ τοῦ
διαβόλου;
Σημειώσεις:
[1] Κατὰ τὸν
Λεβινάς, ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ (ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Ἀπόλυτο γίνεται ἄνθρωπος) μπορεῖ νὰ
περιορίζει τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ συμβαίνει γιατί ἡ θεότητα, ὅταν
παρουσιάζεται σὲ συγκεκριμένη μορφὴ ἢ γεγονός, μπορεῖ νὰ ὑποβληθεῖ σὲ ἑρμηνεία
καὶ ἔλεγχο ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἐξουσία. Ἔτσι, ἀνοίγει ἔμμεσα ἡ δυνατότητα γιὰ ὁλοκληρωτικὲς
λογικὲς ἢ ἐξουσιαστικὲς δομές, ὅπου ἡ θρησκευτικὴ ἀλήθεια γίνεται ἐργαλεῖο ἐξουσίας,
ἀντὶ νὰ παραμένει ὑπερβατικὴ καὶ ἀνοικτὴ στὴν ἠθικὴ εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου.
Ξεκάθαρα βλέπουμε ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ ἐγκαταλείπεται, γιὰ νὰ πάρει τὴ θέση
της τὸ λεγόμενο ἄνοιγμα στὸν ἄλλο. [2] Ἡ λέξη Σοὰ (στὰ ἑβραϊκά σημαίνει
«καταστροφὴ») χρησιμοποιεῖται, γιὰ νὰ περιγράψει τὸ Ὁλοκαύτωμα, δηλαδὴ τὴ
συστηματικὴ ἐξόντωση περίπου ἕξι ἑκατομμυρίων Ἑβραίων ἀπὸ τὸ ναζιστικὸ καθεστὼς
κατὰ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στὴ χρήση τῆς θεολογίας καὶ τῆς φιλοσοφίας, ἡ Σοὰ
δὲν ἀναφέρεται μόνο στὰ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ στὴ βαθιὰ ἠθικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ
κρίση ποὺ δημιούργησε: γιὰ τὴ θρησκεία, τὴ σκέψη γιὰ τὸν Θεό, τὴ σχέση ἀνθρώπου
καὶ ἄλλου, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εὐθύνη. Μὲ ἁπλὰ λόγια: ὅταν λέμε ὅτι ἡ
θεολογία «συνάντησε τὸν Ἰουδαϊσμὸ μετὰ τὴ Σοά», ἐννοοῦμε ὅτι οἱ Χριστιανοὶ
θεολόγοι ἀναγκάστηκαν νὰ ξανασκεφτοῦν τὴ σχέση τους μὲ τὸ ἑβραϊκὸ λαὸ καὶ νὰ ἐπανεξετάσουν
τὸν λόγο τους γιὰ τὸν Θεὸ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγάλη καταστροφή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου