20 Ιαν 2026

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ Ι. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

                                                                ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ Ι. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

Ι. Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Τὸ γεγονὸς τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀναλύθηκε ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο τόσο βαθιὰ καὶ ἀναλυτικά, ὥστε ὁ ἱερὸς ἄνδρας νὰ χαρακτηρισθεῖ δίκαια «διδάσκαλος» (maître) τῆς θ. Εὐχαριστίας. Βέβαια, δὲν ὑπάρχει προγενέστερος ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας (πλὴν κάποιων Ἀπολογητῶν), ποὺ νὰ μὴν ἀνέφερε ἢ νὰ μὴν τόνισε τὸ κορυφαῖο τοῦτο Μυστήριο. Τώρα ὅμως, ὁ προσεκτικὸς ἐρευνητὴς τοῦ Χρυσοστόμου ἔχει τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅλη σχεδὸν ἡ Τριαδολογία του καὶ ἡ Χριστολογία του ἀναπτύσσονται, γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ὡς ἀπόλυτη συνέπεια ὁ ρεαλισμὸς τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Θεολογεῖ γιὰ τὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα, διότι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς Θεὸς ἀληθινὸς μπορεῖ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ τὴν ἁγιάσει καὶ νὰ τὴν θεώσει. Θεολογεῖ γιὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, διότι μόνο ἕνεκα τῆς ἑνότητας αὐτῆς μποροῦσε νὰ θεωθεῖ καὶ ἁγιασθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ἕνεκα τῆς πτώσεως εἶχε νεκρωθεῖ, εἶχε χάσει τὴν ἀληθινὴ ζωή. Ἡ ἐνανθρώπηση ἔγινε γιὰ νὰ ἀναδημιουργηθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ προσφερθεῖ νέα φύση ἀνθρώπινη, νέα «ζύμη», ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. Τὴν νέα αὐτὴ ἀνακαινισμένη φύση, αὐτὴν ποὺ τώρα ἔχει «ζωὴν τὴν ἀθάνατον», τὴν ἀπολαμβάνουμε ὡς «τροφή» στὴν «τράπεζα» τῆς θείας Εὐχαριστίας¹. Θεολογεῖ δηλαδὴ γιὰ τὸν ρεαλισμὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τὸν ρεαλισμὸ τῆς θεώσεως τῆς προσληφθείσας ἀνθρώπινης φύσεως, γιὰ νὰ δείξει ὅτι, προσφέροντας τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα του ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, προσφέρει στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας πραγματικὴ καὶ μάλιστα θεωμένη ἀνθρώπινη φύση, ἀνακαινισμένη καὶ ἁγιασμένη.

Ὅλη ἡ θεία οἰκονομία, ἀπὸ τὸ ἔργο τῶν προφητῶν γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία καὶ τὴν Ἐνανθρώπηση ἕως τὴν Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση, τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή, ἐκτυλίχθηκε ἔτσι, ὥστε νὰ φθάσουμε στὴν σωτήρια ἑνότητα τοῦ πιστοῦ μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἐπαναποκτᾶ τὴν χαμένη σχέση – ἑνότητα μὲ τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος, λαμβάνοντας στὴν θεία Εὐχαριστία τὴν θεωμένη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σχέση ἀποκαθίσταται μόνο μέσω τῆς λήψεως τῆς θ. Εὐχαριστίας. Ὅλα, ἑπομένως, ὅσα σκοπὸ ἔχουνε τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, καταλήγουν καὶ ἀνακεφαλαιώνονται στὴν θεία Εὐχαριστία, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα τοῦ πιστοῦ.

  1. ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Τὸ μυστήριο τῆς θ. Εὐχαριστίας συνιστᾶ, ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, γεγονὸς ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους τῆς Π.Δ. Κανεὶς τότε δὲν μίλησε περὶ τοῦ τρώγειν σάρκα, προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τὴν σωτηρία². Τὸ Μυστήριο τοῦτο ἀγνοοῦσαν καὶ οἱ ἄγγελοι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμα καὶ στὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτὸ τελεῖται, μόνο νὰ τὰ ἰδοῦνε μποροῦν, ὄχι νὰ τὸ τελέσουν³. Ὑπογραμμίζει, μάλιστα, ὅτι ὁ Κύριος δήλωσε τὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας μὲ ὅρους καὶ σχήματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, μὲ τὴν διαδικασία τοῦ τρώγειν καὶ πίνειν σάρκα καὶ αἷμα. Ὁ Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ πεζὰ σχήματα καὶ γίνεται ἀκόμα παραστατικότερος, ἀλλὰ καὶ «ἀποκρουστικότερος», προκειμένου νὰ δείξει καὶ νὰ πείσει γιὰ τὸν ρεαλισμὸ τοῦ Μυστηρίου (Ἰω. 6,50-56. Ματ. 6,26-8), γιὰ νὰ ἐξηγήσει πῶς καὶ γιατί στὸ Μυστήριο πραγματώνεται κοινωνία – ἕνωση μὲ τὸν Χριστό⁴.

  1. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΕΝΕΚΑ ΤΗΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Προβληματισμοὶ καὶ ἀμφισβητήσεις γιὰ τὴν σχέση τῆς Εὐχαριστίας, ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τέλεσε στὴν διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, καὶ τῆς Εὐχαριστίας ποὺ μυριάκις τελεῖται στοὺς ναοὺς τῆς Ἐκκλησίας, ἀνάγκασε τὸν Χρυσόστομο νὰ μιλήσει γιὰ τὸ θέμα ἐπανειλημμένα καὶ νὰ ἐξηγήσει τὴν σχέση ταυτότητας μεταξὺ τῆς μίας ἐκείνης τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ τῶν πολλῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ταυτότητα ὀφείλεται ἀποκλειστικὰ στὸ γεγονὸς ὅτι τώρα, στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν Εὐχαριστία χρησιμοποιοῦνται τὰ χέρια, τὸ πνεῦμα καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἱερέα, ὅμως ἡ Εὐχαριστία πραγματώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδας, τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ στέλλεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐπεμβαίνει καὶ μεταβάλλει (θ. Λειτουργία: «κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου· τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου… Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματι σου τῷ Ἁγίῳ») τὸν κοινὸ ἄρτο καὶ τὸν κοινὸ οἶνο σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Ὁ «ἁγιάζων» δηλαδή, αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ, ὥστε νὰ γίνονται τὰ δῶρα τῶν ἀνθρώπων σῶμα καὶ αἷμα Κυρίου, εἶναι πάλι ὁ Θεός. Πρόκειται, λοιπόν, γιὰ τὴν ἴδια Εὐχαριστία πάντοτε, πρὸς τὴν ὁποία σὲ τίποτε δὲν διαφέρουν οἱ πολλές, σὲ τίποτε δὲν ὑστεροῦν οἱ πολλές ἀπὸ τὴν πρώτη⁵. Καὶ οἱ ἱδρυτικοί λόγοι τοῦ Μυστηρίου, μέ τούς ὁποίους ὁ Κύριος τέλεσε καί παρέδωσε αὐτό, αὐτοί οἱ ἴδιοι ἐπαναλαμβάνονται στούς αἰῶνες.

Αὐτά εἶναι δυνατό νά γίνουν πραγματικότητα, διότι ἀπό τήν Πεντηκοστή καί μετά ἐνεργεῖ καί συνεχίζει τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ τό ἅγιο Πνεῦμα, τό τρίτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδας, Θεός καί Αὐτό, ὁμοούσιο πρός τόν Πατέρα καί τόν Υἱό, ὁ Παράκλητος, τόν ὁποῖο ὑποσχέθηκε ὁ Υἱός ὅτι θά στείλει στόν κόσμο μετά τό τέλος τῆς δικῆς του οἰκονομίας στήν γῆ (Ἰωάν. 16, 7 ἑξ.). Γιά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου ἐπεμβαίνει, κατέρχεται («κάτεισι»), τό ἅγιο Πνεῦμα (PG 62,30) κι ἔτσι ὁ ἱερέας προσεύχεται, βέβαια, διενεργεῖ καί τελεῖ, ἀλλά ὡς ὄργανο μόνο τοῦ Θεοῦ. Τό «κατόρθωμα», τό Μυστήριο, γίνεται ἀπό τό Πνεῦμα, τό ὁποῖο ἄλλωστε κι ἐπικαλεῖται ὁ ἱερέας. Ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἐφάπτεται», ἐγγίζει καί μεταβάλλει τά τίμια δῶρα σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Αὐτό ἀδυνατεῖ νά πραγματοποιήσει ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ὅμως μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος γίνεται Ἐκκλησία. Γι’ αὐτό Ἐκκλησία ὑπάρχει, ἐπειδή κατῆλθε καί κατέρχεται τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὁπωσδήποτε, ἡ ἐπέμβαση τοῦ Πνεύματος ἀφορᾶ στήν χαρίτωση, στήν πνευματική μεταβολή τῶν τιμίων δώρων, ἐνῶ ἡ γήϊνη φύση τους, ἡ «ὁρωμένη», παραμένει γήϊνη καί φυσική⁶.

Ἡ πρακτική τῆς Ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος σημειώνεται πολύ συχνά ἀπό τόν Χρυσόστομο καί μάλιστα στόν Γ΄ Λόγο του Περὶ ἱερωσύνης, ὅπου ἐξηγεῖ ὅτι ὁ λειτουργός ἱερέας, μέ τίς ἐκτενεῖς εὐχές πού κατά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου ἀναπέμπει πρός τόν Θεό, δέν φέρνει, δέν κατεβάζει, φωτιά («οὐ πῦρ καταφέρων») ἀλλά τό ἅγιο Πνεῦμα⁷, ὥστε αὐτό νά ἐπιπέση στήν θυσία καί νά γίνει πνευματική μεταστοιχείωση.

  1. Σαφήνεια τοῦ εὐχαριστιακοῦ ρεαλισμοῦ

Ἤδη ἀπὸ τὰ καινοδιαθηκικὰ κείμενα ἔχουμε τὸν ἔντονο ρεαλισμὸ τῆς θείας Εὐχαριστίας. Οἱ Εὐαγγελιστὲς⁸ καὶ ὁ Παῦλος⁹ εἶναι ἀπόλυτα σαφεῖς καὶ γιὰ τὴν πραγματικότητα τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ στὴν εὐχαριστιακὴ Τράπεζα καὶ γιὰ τὸ ὅτι χάριν τῆς σωτηρίας οἱ πιστοὶ μεταλαμβάνουν ἀπὸ αὐτά. Τὴν ἴδια ἀλήθεια καὶ συνείδηση ἔχουμε καὶ στὸν Θεοφόρο Ἰγνάτιο (Β΄ αἰ.)¹⁰.

Τώρα, στὰ ἔργα τοῦ Χρυσοστόμου ἔχουμε τὴν βαθύτερη καὶ ἀσφαλῶς τὴν ἐντυπωσιακότερη ἀνάλυση τοῦ ρεαλισμοῦ τῆς Εὐχαριστίας. Προϋπόθεση τῶν ἀναλύσεών του ἔχει ὄχι μόνο τοὺς ἱδρυτικοὺς λόγους τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἐπιβεβαίωσή τους ἀπὸ τὸν Παῦλο, ἀλλὰ καὶ τὴν παύλεια θεολογία περὶ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος μέλος τῆς Ἐκκλησίας κυριολεκτικὰ γεννιέται, τρέφεται, ἀναμιγνύεται μὲ τὸν Χριστό, τοῦ ὁποίου δέχεται στὸ εἶναι του τὴν σάρκα καὶ τὸ αἷμα. Ἔτσι πραγματώνεται ἡ κοινωνία, ἡ ἕνωση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ συγχρόνως ἔτσι ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ ἑνότητα μεταξὺ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Ὅπως ἀναλύει τὸν ἔντονο ρεαλισμὸ τῆς Εὐχαριστίας, ἀποκλείει τὴν θεώρησή της ἠθικολογικά, ὡς γεγονότος ποὺ ἔχει ἁπλῶς ἠθικοπαιδαγωγικὸ χαρακτήρα. Κρίνει ἀναγκαία τὴν διευκρίνηση ὅτι δὲν πρόκειται στὸ Μυστήριο ἁπλῶς γιὰ τὴν ἀγάπη, ποὺ μέσα μας γεννιέται, ἀλλὰ γιὰ τὴν πραγματικὴ βρώση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀγάπη γεννιέται καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς μὲ τὴν βρώση τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἀνάμειξη («φυρμόν») ὅλων τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστό, γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ καὶ στὴν ἑνοποίησή τους σὲ σῶμα μὲ μία κεφαλή, τὸν Χριστό¹¹. Αὐτὰ δηλώνουν σαφῶς τὸν «πόθο» ποὺ ἔχει γιὰ μᾶς ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ τὸν «πόθο» ποὺ ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀποκτήσουμε γι’ αὐτόν.

Ἀκραῖος βαθμὸς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ εἶναι γιὰ τὸν Χρυσόστομο ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἀρκέσθηκε νὰ ἐμφανισθεῖ στὴν γῆ, νὰ τὸν ἰδοῦμε ὡς Θεάνθρωπο¹². Δὲν μᾶς χάρισε μόνο τὴν θέα του, ἀλλὰ θέλησε καὶ νὰ τὸν γευθοῦμε ρεαλιστικά, μὲ τὰ δόντια μας, νὰ δοκιμάσουμε τὸ σῶμα του. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές, ὑπερβολικὰ ρεαλιστικές, κρίθηκαν ἀπὸ δυτικοὺς ἐρευνητὲς ἀποκρουστικὲς μὲ τὶς λεπτομέρειές τους, ἀλλὰ σκοπὸ ἔχουνε τὴν ὑπογράμμιση τῆς πραγματικότητας καὶ τὴν δημιουργία δέους, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ διακατέχεται ὁ πιστὸς ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας.

Ἔπειτα ὁ Χρυσόστομος, φοβούμενος τὶς ἠθικολογικὲς ἀντιλήψεις καὶ τὴν ἰδεολογικοποίηση τοῦ Μυστηρίου, τόνισε ὅτι αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ συνηθισμένη ἰδέα –πίστη, μία δηλαδὴ ἀπὸ αὐτὲς ποὺ γνώριζε ὁ ἑλληνορωμαϊκὸς καὶ δὴ ὁ ἑλληνιστικὸς κόσμος. Πρόκειται γιὰ μυστηριακὸ ρεαλισμό, ἀπόρροια τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ ἡ ἐνισχυμένη πίστη. Στὶς μυστηριακὲς θρησκεῖες κάθε μυστήριο ἀποτελοῦσε ἰδέα ἢ σύμβολο μιᾶς ἰδέας. Στὴν Εὐχαριστία εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πρᾶγμα– γεγονός, τὸ ὁποῖο ἁπλῶς δηλώνεται μὲ γλωσσικὰ μέσα ἢ σχήματα καὶ ποὺ χρησιμοποιοῦνται γι’ αὐτὸ ὑλικὰ στοιχεῖα. Ὅ,τι δηλώνεται ἢ ἀναγγέλλεται εἶναι πραγματικότητα, ὄχι συμβολισμός¹³.

Θεωρεῖ ἀναγκαῖο νὰ ἐξηγεῖ μὲ κάθε εὐκαιρία ὅτι τὸ αἷμα στὸ κυριακὸ λόγιο «τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου» εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἐξῆλθε ἀπὸ τὴν «πλευρά» τοῦ Κυρίου στὸν Σταυρὸ καὶ εἶναι ἀκόμη αὐτό, στὸ ὁποῖο κατὰ τὴν Εὐχαριστία μετέχουμε οἱ πιστοί¹⁴. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος προβαίνει καὶ σὲ ἄλλη τομή. Ἐμβαθύνει περισσότερο στὸ φρικτὸ Μυστήριο κι ἐξηγεῖ ὅτι ὁ πιστὸς ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸ εὐχαριστιακὸ σῶμα καὶ αἷμα Κυρίου, ὅπως ἑνώθηκε στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ἡ ἀνθρώπινη μὲ τὴν θεία φύση κατὰ τὴν Ἐνανθρώπηση¹⁵. Τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, μάλιστα, ποὺ τώρα λαμβάνουμε στὴν Εὐχαριστία εἶναι τό «ἀνακείμενον»¹⁶ σῶμα Του, τὸ θεωμένο καὶ προσφερθέν, μετὰ τὴν Ἀνάληψη, στὸν Θεὸ Πατέρα. Ἄλλωστε, δὲν θὰ εἶχε ἀποτελεσματικότητα σωτηριολογική, ἐὰν ἡ ἕνωσή μας δὲν γινότανε μὲ τὴν «ἄνω», τὴν θεωμένη ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴν ἀδαμικὴ πτώση νεκρώθηκε, ξενώθηκε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, ἀποφάσισε ὁ Θεὸς νὰ «εἰσαγάγει» μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του νέα καὶ ἀνακαινισμένη ἀνθρώπινη φύση. Ἡ νέα εἶναι ὅμοια μὲ τὴν δική μας, ἀλλ’ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία¹⁷. Εἶναι, πολὺ περισσότερο, θεωμένη καὶ γι’ αὐτὸ πλήρης ζωῆς. Μᾶς παρέχεται στὴν Εὐχαριστία ὡς τροφή, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ζωὴ τῆς ἀθανασίας.

  1. Ἡ Εὐχαριστία ὡς θυσία

Ἡ θεία οἰκονομία τοῦ Υἱοῦ, ἀπὸ τὴν Ἐνανθρώπηση μέχρι τὴν Ἀνάληψή του, ἀποτελεῖ θυσία του καὶ συγχρόνως προσφορά του. Δηλαδὴ προσέφερε στὸν οὐράνιο Πατέρα τὸν θυσιασμένο ἑαυτό του, τὴν θυσία του, ποὺ ἄρχισε μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση καὶ κορυφώθηκε στὸν Σταυρό. Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὸν τύπο της καὶ στὴν θυσία τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ ἀρχιερέα. Αὐτὸς εἰσερχόταν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, μία μόνο φορὰ τὸν χρόνο, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων καὶ προσέφερε θυσία. Θυσίαζε ζῶα χάριν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων. Τώρα, στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μεταλλάσσεται ἡ θυσία καὶ γίνεται ἀπὸ τύπος ποὺ ἦταν τὸ ἴδιο τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἔχουμε θυσία ζώων¹⁸, ἀλλὰ θυσία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἡ θυσία Του αὐτή, μάλιστα, προσφέρεται ὄχι στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τοῦ ναοῦ τῆς Π.Δ., ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Χρυσόστομος¹⁹, στὸν οὐράνιο Πατέρα. Ἡ προσφορὰ αὐτή, ποὺ ὁλοκληρώθηκε μὲ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἀποτελεῖ τὸν λόγο ποὺ ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Εὐχαριστία χαρακτηρίζονται προσφορὰ καὶ ἀναφορά. Ὁ ἀρχιερέας τῆς ΠΔ ἐπαναλάμβανε κάθε χρόνο τὴν θυσία, διότι αὐτὴ δὲν ἀρκοῦσε νὰ θεραπεύσει τὸ κακό, τὴν πνευματικὴ ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων. Δὲν εἶχε τὴν δύναμη νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ τελικὰ ν’ ἁγιάσει τοὺς ἀνθρώπους. Ἀντίθετα, ἡ θυσία τὴν ὁποία προσέφερε ὁ Χριστὸς ἔγινε ἐφάπαξ, εἶναι ὄντως ἀποτελεσματικὴ καὶ ἰσχύει γιὰ πάντα. Ἡ θυσία στὴν ΠΔ ἀποτελοῦσε ἁπλῶς τύπο τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ· τὴν προτύπωνε καὶ τὴν προετοίμαζε χωρὶς νὰ ἔχει τὴν ἰσχύ της. Ἡ ἀναλογία τῶν δύο θυσιῶν κατανοεῖται μὲ τὴν σύγκριση φωτογραφίας καὶ φωτογραφιζομένου ἀνθρώπου. Ἡ φωτογραφία συνιστᾶ μόνο ἀπεικόνιση, ἐνῶ τὴν ἀξία καὶ τὴν δύναμη ἔχει ὁ ἴδιος ὁ φωτογραφιζόμενος ἄνθρωπος²⁰.

  1. Ἡ ἔννοια τῆς «ἀναμνήσεως»: ἐπανάληψη τῆς μίας (ἀρχικῆς) θυσίας

Ἡ ἔννοια τοῦ ὅρου «ἀνάμνησις» στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ²¹ καὶ στὸν Παῦλο²², ποὺ αἰῶνες προβληματίζει καὶ προκαλεῖ ἀτέρμονες συζητήσεις, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ἀπασχόλησε καὶ τὸ ἀκροατήριο τοῦ Χρυσοστόμου. Οἱ χριστιανοὶ στὴν Ἀντιόχεια γνώριζαν πολὺ καλὰ τὸ ἰουδαϊκὸ τελετουργικό, ἐπειδὴ ἐκεῖ ζοῦσαν καὶ θρήσκευαν πολλοὶ Ἰουδαῖοι. Αὐτοὶ ὅμως δὲν ἔλειπαν καὶ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχαν Συναγωγὲς μὲ ὀργανωμένη θρησκευτικὴ ζωή, γιὰ τὴν ὁποία οἱ περισσότεροι χριστιανοὶ ἐπίσης ἦταν ἐνήμεροι. Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χρυσόστομος ἔκανε τὴν ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τῆς ἐπαναλαμβανόμενης στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων θυσίας τοῦ ἀρχιερέα τῆς ΠΔ καὶ τῆς ἐφάπαξ θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ὑποπτεύθηκε μία δικαιολογημένη ἔνσταση τῶν ἀκροατῶν του: μὰ καὶ στοὺς δικούς μας ναοὺς προσφέρουμε, τελοῦμε, τὴν Εὐχαριστία σχεδὸν κάθε ἡμέρα. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ συνιστᾶ πρώτη τομὴ στὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι ὅτι ἐμεῖς τελώντας Εὐχαριστία «ποιοῦμεν» «ἀνάμνησιν» τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε «ἀνάμνησιν» τῆς ἴδιας, τῆς ἐφάπαξ, θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ὄχι νέας, ὄχι ἄλλης, ὅπως ἔκανε κάθε φορὰ ὁ παλαιοδιαθηκικὸς ἀρχιερέας. Στὴν Εὐχαριστία δηλαδή, τὰ εὐχαριστηθέντα δῶρα, τὰ δῶρα ἀναμνήσεως, ἀποτελοῦν καθεαυτὰ τὸν θυσιασθέντα Κύριο. Ὁ προσφερόμενος στὴν Εὐχαριστία εἶναι πάντα ὁ Αὐτός, ἐκεῖνος ποὺ ἅπαξ προσφέρθηκε. Γι’ αὐτὸ τελοῦμε ὄχι νέα θυσία, ἀλλὰ «ἀνάμνησιν» τῆς ἴδιας θυσίας καὶ προσφορᾶς. Ἡ ἐφάπαξ θυσία Του εἶναι καὶ θὰ μένει «ἀνάλωτος», ἀνεξάντλητη, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθοῦν στὴν Παλαιστίνη καὶ ἀλλοῦ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου. Δὲν σταυρώνεται ὁ Κύριος σὲ κάθε Εὐχαριστία καὶ δὲν λέγει τό «τετέλεσται». Ἡ θυσία τώρα εἶναι «ἀναίμακτη» καὶ μάλιστα εἶναι προτυπωμένη στὴν ἀναίμακτη θυσία τοῦ Ἰσαὰκ ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ (PG 50, 601). Αὐτὰ ὅλα, ποὺ συνιστοῦν τὴν θυσία Του, γίνονται πραγματικότητα μὲ ἄλλη διαδικασία. Ἡ διαδικασία αὐτὴ ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος γίνονται πραγματικότητα μὲ ἄλλη διαδικασία, ἡ ὁποία ἔγκειται στὸ ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος γίνονται («μετασκευάζονται») ἡ ἴδια ἐκείνη, ἡ ἐφάπαξ, θυσία, δηλαδὴ σῶμα καὶ αἷμα Κυρίου μὲ τὴν σαφὴ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ἡ «ἀνάμνησις» δὲν σημαίνει ἁπλῶς κάποια ὑπενθύμιση καὶ διατήρηση μόνο τῆς μνήμης τῶν καινοδιαθηκικῶν γεγονότων. Πολὺ περισσότερο, δὲν σημαίνει εἶδος ἀναπαραστάσεως τῶν τελευταίων γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, δὲν πρόκειται γιὰ σκηνικὸ θέατρο. Σημαίνει ὅτι τώρα καὶ κάθε φορὰ γίνεται ἐνώπιόν μας καὶ γιὰ χάρη μας ἡ ἐφάπαξ θυσία καὶ προσφορά, ἡ ἴδια προσφορά. Δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Χρυσοστόμου, στὸ νὰ τονίζει καὶ τὸν ἀπόλυτο ρεαλισμὸ τῆς Εὐχαριστίας (ὅτι συνιστᾶ φρικτὸ μυστήριο τοῦ πραγματικοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου) καὶ τὸν χαρακτήρα της ὡς «ἀναμνήσεως».

Ἐνῶ ἔχει καταδείξει τὸν εὐχαριστιακὸ ρεαλισμό, προχωρεῖ καὶ μὲ τὸν ὅρο «ἀνάμνησις» προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ἰδέα ὅτι ἔχουμε νέα ἱστορικὴ θυσία μὲ σταυρό, αἷμα καὶ θάνατο. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε εἶναι ἡ «ἀπηρτισμένη θυσία» (PG 49, 380), δηλαδὴ ἔχουμε καὶ τώρα τὴν ἐφάπαξ ἐκείνη θυσία, ποὺ καὶ τώρα εἶναι πραγματικὴ θυσία. Ἐπομένως τὸ γεγονὸς τῆς «ἀναμνήσεως» προϋποθέτει ἐπίσης ἀπόλυτο ρεαλισμό, συνιστᾶ «γίγνεσθαι», κάτι ποὺ δηλώνει ὁ Χρυσόστομος μὲ τὸ πολὺ ἐνδεικτικτικὸ ρῆμα ἐργάζομαι, ἐκτὸς ἀπὸ τό «ποιῶ», ποὺ εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τοὺς ἱδρυτικοὺς τοῦ Μυστηρίου λόγους τοῦ Κυρίου («τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν»). Μὲ τὴν φράση του ὁ Χρυσόστομος «ἀνάμνησιν ἐργαζόμεθα θυσίας» (PG 63, 131) δηλώνει ἀκριβῶς ὅτι στὴν Εὐχαριστία ἔχουμε ἔργο, πράξη ποὺ παράγει θυσία. Γίνεται τέτοιου εἴδους ἐργασία – διαδικασία μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ μεταβάλλεται ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος στὴν ἴδια, τὴν ἐφάπαξ, θυσία. Ἔτσι, ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε στὴν Εὐχαριστία εἶναι πραγματικὴ θυσία καὶ ὄχι τύπος ἢ μνήμη τῆς ἐφάπαξ θυσίας. Ἀκόμη, σὲ κάθε Εὐχαριστία εἶναι ὁλόκληρος ὁ Χριστός, μολονότι αὐτὴ τελεῖται ἀπὸ ἀναρίθμητους λειτουργοὺς ἀναρίθμητες φορὲς στὴν διάρκεια τῶν αἰώνων²³.

Ἀνατρέχοντας στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, ἐπισημαίνουμε κάτι σημαντικό. Ὁ ὅρος «ἀνάμνησις» στὴν κλασσικὴ ἑλληνικὴ ἐποχὴ σχετιζότανε μὲ τὶς θυσίες²⁴ καὶ δὴ μὲ τὰ προσφερόμενα καὶ τὰ ὄντως θυσιαζόμενα ἑκάστοτε στοὺς βωμούς. Στὸν χῶρο τῆς φιλοσοφίας ἐπίσης προσέλαβε ἡ «ἀνάμνησις» νέα καὶ ἐξαιρετικὴ σημασία μὲ τὸν Πλάτωνα²⁵, ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο τοῦτο, γιὰ νὰ δηλώσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὄντως τὶς ἰδέες, καθόσον ἔχει «ἀνάμνησιν» αὐτῶν. Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλεῖ καὶ ἔχει καὶ κρατεῖ στὸ πνεῦμα του τὴν ἀλήθεια, ποὺ ὑπάρχει ὡς πραγματικὸς κόσμος τῶν ἰδεῶν. Ὅλ’ αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὁ ὅρος «ἀνάμνησις» εἶναι ὄχι μόνο συνδεδεμένος μὲ τὶς θυσίες καὶ τὴν ὕπαρξη γενικὰ τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ καὶ φορτισμένος μὲ στοιχεῖα ρεαλισμοῦ, ἀφοῦ καὶ τὰ προσφερόμενα γιὰ θυσίες ὄντως θυσιάζονταν στοὺς βωμοὺς καὶ οἱ ἰδέες, τὶς ὁποῖες ἀναμιμνησκόταν ὁ φιλόσοφος, ἦταν γι’ αὐτὸν πραγματικὲς στὸ βασίλειο τῶν ἰδεῶν κι ἔφθαναν καὶ στὸ νοῦ του ὡς ἀπηχήσεις πραγματικότων ὄχι μόνο ὡς ἔννοιες καὶ φαντασία.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὁπωσδήποτε θὰ γνώριζε τὸν ἐννοιολογικὸ αὐτὸ φορτισμὸ ἀπὸ τοὺς θύραθεν καὶ τὴν σχετικὴ χρήση τῆς ἀναμνήσεως. Πολὺ περισσότερο γνώριζε τὴν ρεαλιστικὴ θυσία τοῦ πασχαλίου ἀμνοῦ τῶν Ἑβραίων εἰς «ἀνάμνησιν» τῆς Ἐξόδου ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Δὲν φαίνεται ὅμως νὰ ἐπηρεάζεται, τουλάχιστον ἄμεσα στὴν δική του θεώρηση. Κατὰ τὴν ἄποψή του ὁ Κύριος γνώριζε ὅτι οἱ Μαθητὲς πρῶτα καὶ οἱ πιστοὶ ἀργότερα, ποὺ δὲν ἀγνοοῦσαν τὴν πρακτικὴ τῶν θυσιῶν τῆς Π.Δ., ὅπου εἴχαμε φυσιολογικὸ αἷμα ζώων, θὰ θορυβοῦνταν καὶ θὰ ἔνιωθαν σύγχυση στὸ ἄκουσμα τῶν λόγων «τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα … τοῦτό μού ἐστι τὸ αἷμα». Στοὺς λόγους αὐτοὺς ἔχουμε ἀντικατάσταση τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ ποτηρίου αἵματος ζώων μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ἀλλὰ ἡ σύγχυση καὶ ἡ ἀμηχανία ἦταν βέβαιη. Καὶ γιὰ νὰ τὶς προλάβει ὁ Κύριος «ἀνέμνησε» τὸ ποτήριο τῆς Π.Δ., χρησιμοποίησε τὴν φράση «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» καὶ μίλησε γιὰ «ποτήριον» «καινῆς διαθήκης». Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ εὐχαριστιακὸς ρεαλισμὸς θὰ ξένιζε, ἁπαλύνθηκε μὲ τὴν λέξη «ἀνάμνησις», ἡ ὁποία «συνάπτει αὐτὸ ποὺ γίνεται στὴν ἑκάστοτε Εὐχαριστία μὲ αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο²⁶.

Ἡ φράση, ἑπομένως, «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» ἔχει γιὰ τὸν Χρυσόστομο καὶ ἀντιθετικὴ σχέση πρὸς τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα, τὸ ὁποῖο θέλει ὁ Κύριος νὰ παραμερίσει. Εἶπε ὁ Μωυσῆς, μὲ ἀφορμὴ ὅσα συνέβησαν στὴν Αἴγυπτο καὶ γιὰ τὸ αἷμα τῆς παλαιοδιαθηκικῆς θυσίας, «τοῦτο μνημόσυνον ὑμῖν αἰώνιον»²⁷. Ὅπως ἡ παλαιοδιαθηκικὴ θυσία γινόταν πάντοτε, ἔτσι καὶ ἡ Εὐχαριστία -ἀνάμνησις θὰ γίνεται πάντοτε. Ἡ «ἀνάμνησις» τῆς Π.Δ. ἦταν πραγματικὴ θυσία, ὅπως εἶναι πραγματικὴ καὶ ἡ τῆς Κ.Δ. Ἀλλὰ τὸ αἷμα στὴν Π.Δ. χυνόταν πάντοτε ὑπὲρ τῶν πρωτοτόκων, ἐνῶ ὁ Κύριος καθόριζε ἀναίμακτη τὴν «ἀνάμνησιν» ὡς μυστήριο «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν τῆς οἰκουμένης ἁπάσης», ἕως ὅτου ἐπανέλθει ὡς κριτής: ἕως ἂν παραγένωμαι» (PG 57, 739). Καὶ παραδίδει τὸ γεγονὸς τῆς Εὐχαριστίας, τῆς «ἀναμνήσεως», ὡς Μυστήριο αἵματος, ποὺ δὲν ἔχει φυσιολογικὸ – γήϊνο αἷμα. Γιὰ νὰ μὴν σκανδαλιστοῦν οἱ Μαθητὲς καὶ γιὰ νὰ τοὺς ἐξηγήσει τί ἐννοεῖ μὲ τοὺς λόγους «τοῦτο ποιεῖτε …», ὅτι δηλαδὴ πρόκειται γιὰ τὸ αἷμα του, ποὺ ὅμως δὲν εἶναι φυσικὸ αἷμα, τελεῖ ἐκεῖνος πρῶτος τὸ Μυστήριο ἐνώπιόν τους καὶ αὐτοὶ τρώγουν καὶ πίνουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του, ὅπως θὰ τὸ ποιοῦν ἀνάμνηση, θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνουν, ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ μετά, χωρὶς νὰ τρώγουν καὶ νὰ πίνουν φυσιολογικὴ σάρκα καὶ αἷμα²⁸.

Ἡ φράση «τοῦτο ποιεῖτε» χρησιμοποιήθηκε καὶ γιὰ νὰ δείξει ὁ Κύριος ὅτι οἱ Μαθητές του δὲν πρέπει πλέον νὰ τελοῦν ἐκεῖνο, τὴν παλαιοδιαθηκικὴ θυσία αἵματος, ἀλλὰ «τοῦτο», τὸ Μυστήριο τῆς θυσίας – ἀναμνήσεως τῆς δικῆς του, ποὺ εἶναι πάντα θυσία, ἀλλὰ ἀναίμακτη, πνευματική.

confes 8

ΙΙ. Ἐξομολόγηση (καὶ Μετάνοια)

Ὅσο ἀπόλυτης σημασίας γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τόσο ἀναγκαία ὡς προϋπόθεση εἶναι ἡ Μετάνοια καὶ ἡ Ἐξομολόγηση. Οἱ ἀναφορὲς τοῦ Χρυσοστόμου στὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως εἶναι συχνές, ἀλλὰ δὲν περιγράφει μὲ λεπτομέρειες τὴν διαδικασία της. Αὐτὸ ἔγινε ἀφορμὴ νὰ ὑποστηρίξουν ἀνέρειστα κάποιοι ὅτι στὸν Χρυσόστομο ἀπουσιάζει δῆθεν τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ὁ Χρυσόστομος, γνωρίζοντας καλὰ τὸ κλίμα ἐκλύσεως τῶν ἠθῶν στὴν Ἀντιόχεια, σπεύδει νὰ προστατεύσει τοὺς Ἀντιοχεῖς ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση (ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν τους) καὶ νὰ τονίσει ὅτι πρέπει νὰ σπεύδουν στὴν Ἐξομολόγηση²⁹. Τοὺς συμβουλεύει ἀκόμα νὰ μὴ ντρέπονται νὰ ὁμολογήσουνε τὶς ἁμαρτίες τους («μὴ ἐπαισχυνόμεθα»)³⁰, ἀλλὰ νὰ προσέρχονται «νήφοντες», μὲ ἀληθινὴ μετάνοια, καὶ τότε θὰ λαμβάνουν τὴν συγχώρηση³¹.

Ἡ συμμετοχὴ στὴν θεία Εὐχαριστία ἀπαιτεῖ πνευματικὴ προετοιμασία, μὲ ποικίλων εἰδῶν ἄσκηση καὶ σωφροσύνη³², ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιρρεπὴς πρὸς τὴν ἁμαρτία. Στὴν Γ΄ Ὁμιλία του Περὶ ἐλεημοσύνης ἔχει τὴν φράση – προτροπὴ πρὸς τὸν μέλλοντα νὰ ἐξομολογηθεῖ: «Θεῷ μόνῳ εἰπὲ τὴν ἁμαρτίαν σου· “σοὶ μόνῳ ἥμαρτον…”» καὶ συγχωρεῖται σου ἡ ἁμαρτία³³. Ἡ φράση ἑρμηνεύθηκε ὡς μαρτυρία ἀπουσίας ἢ καταδίκης τῆς Ἐξομολογήσεως τῶν πιστῶν σὲ ἱερέα. Τό «Θεῷ μόνῳ εἰπέ» ὅμως λέχθηκε σὲ συνάρτηση μὲ τὸ βιβλικὸ «σοὶ μόνῳ ἥμαρτον»³⁴, πρὸς ἐνθάρρυνση τοῦ πιστοῦ καὶ πρὸς βεβαίωσή του ὅτι, ἂν καὶ θὰ μιλήσει ἐνώπιον ἱερέα, πρὸς τὸν Θεὸ θ’ ἀπευθύνεται καὶ ὁ Θεὸς μόνο θὰ δώσει τὴν συγχώρηση. Ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο γιὰ ἐξομολόγηση μόνο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὴν μεσολάβηση ἱερέα, δὲν θὰ ζητοῦσε ἀπαραίτητα ὁ Χρυσόστομος τὴν ἔλευση στὴν «ἐκκλησίαν»³⁵ πρὸς ἐξομολόγηση· ὁ πιστὸς θὰ μποροῦσε νὰ ὁμολογήσει τὶς ἁμαρτίες του καὶ στὸ σπίτι του, στὸ ταμεῖο του. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν χρειάζεται τὴν ἐξομολόγηση τῶν πιστῶν, διότι γνωρίζει τὰ πάντα. Σὲ ὅλες, μάλιστα, τὶς πολλὲς περιπτώσεις, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ Ἐξομολόγηση, αὐτὴ πραγματώνεται μόνο στὸν ναό.

Στὴν Δ΄ Ὁμιλία του Εἰς τὸν Λάζαρον βεβαιώνει τοὺς πιστοὺς ὅτι δὲν πρόκειται (στὸν Ναό) νὰ βρεθοῦν ἐνώπιον «μαρτύρων», «εἰς θέατρον», ἀλλὰ «κατ’ ἰδίαν», «ἐμοὶ τὸ ἁμάρτημα εἰπὲ μόνῳ» καὶ θὰ σὲ ἀπαλλάξω τοῦ πόνου³⁶. Τὰ περὶ θεάτρου καὶ μαρτύρων ἀφορμὴ ἔχουν ἴσως ἐπεισόδιο, ποὺ συνέβη τὸ 390 στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ Νεκταρίου³⁷, ποὺ κατήργησε³⁸ ἢ ἔπαυσε («ἐπαύθη») τὸν ἱερέα, τὸν ἐπιφορτισμένο νὰ δέχεται Ἐξομολογήσεις, σύμφωνα μὲ παλαιότερο ἔθιμο, τῶν ἀρνηθέντων τὴν πίστη τους κατὰ τοὺς διωγμοὺς κι ἐπιθυμούντων νὰ ἐπανέλθουνε στὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἱερέας αὐτός, ποὺ πλέον δέχονταν (καὶ ὄχι μόνον αὐτός) Ἐξομολογήσεις γιὰ ποικίλα πλέον ἁμαρτήματα, κοινολόγησε σοβαρὸ ἁμάρτημα μοιχείας διακόνου, κάτι ποὺ δημιούργησε τεράστιο σκάνδαλο. Τότε ὁ νομικὸς Νεκτάριος, ἔχοντας τὴν νοοτροπία τοῦ συγκλητικοῦ καὶ ἐπάρχου (τὰ ἀξιώματά του, πρὶν γίνει ξαφνικὰ ἐπίσκοπος, τὸ 381), δέχθηκε τὴν ὑπόδειξη ἀλεξανδρινοῦ πρεσβυτέρου κι ἔπαυσε τὸν ἀφελὴ ἱερέα. Ὁ Σωζόμενος πληροφορεῖ³⁹ ὅτι τὸ παράδειγμα τοῦ Κ/λεως Νεκταρίου «ἠκολούθησαν» καὶ ἄλλοι ἐπίσκοποι, ἀλλὰ ὁ Χρυσόστομος δίνει ἄλλη εἰκόνα τῆς πρακτικῆς, ποὺ ἐπικρατοῦσε γιὰ τὴν ἐξομολόγηση. Ὄχι μόνο μιλάει πολὺ γιὰ Ἐξομολόγηση, ἀλλὰ βεβαιώνει, μὲ τὴν διατύπωση «κατ’ ἰδίαν» καὶ τὴν ἀπουσία «μαρτύρων»⁴⁰, ὅτι ἱερεῖς δέχονταν Ἐξομολογήσεις ἰδιαίτερα καὶ δὴ στὸν Ναό.

Α. Ὄχι δημόσια Ἐξομολόγηση

Τὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν ἱερέα, ποὺ δημοσιοποίησε τὴν μοιχεία τοῦ διακόνου, καὶ ὁ φόβος πιστῶν μήπως κοινολογηθοῦν τὰ ἐξομολογηθέντα τους ἁμαρτήματα, ὁδήγησαν τὸν Χρυσόστομο νὰ εἰπεῖ τὴν περίφημη Ὁμιλία του Περὶ τοῦ μὴ δημοσιεύειν τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀδελφῶν⁴¹. Ἐκεῖ, πλὴν ἄλλων σημαντικῶν, ἐξηγεῖ καὶ προτρέπει:

«Τοὺς ἐρχομένους εἰς τὸ ἰατρεῖον τοῦτο (= τὸν Ναό) οὐ δημοσιεύομεν ἡμεῖς. Οἱ μὲν γὰρ εἰς τὰ ἰατρεῖα τὰ ἔξωθεν (= τὰ τοῦ σώματος) ἀπιόντες, πολλοὺς ἔχουσι τοὺς τὰ τραύματα θεωροῦντας· κἂν μὴ ἀποκαλύψει πρότερον ὁ ἰατρὸς τὸ ἕλκος, τὸ φάρμακον οὐκ ἐπιτίθησιν. Ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ μυρίους ὁρῶντας κάμνοντας, λανθανόντως ποιούμεθα τὴν θεραπείαν αὐτῶν (= ἀκόμα καὶ διὰ τῆς διδασκαλίας κηρύγματος)»⁴².

Ὁ ἱερέας παρομοιάζεται μὲ ἰατρό, ποὺ ὅμως δὲν ἀποκαλύπτει – κοινολογεῖ τὸ τραῦμα, προκειμένου νὰ δώσει τὸ φάρμακο· ὁ ἱερέας βλέπει τὰ τραύματα καὶ τὰ θεραπεύει «λανθανόντως», κρυφά. Ἀρκεῖ οἱ πιστοὶ νὰ προσέλθουν μὲ μετάνοια, ἐγκράτεια καὶ σωφροσύνη καὶ νὰ εἰποῦν τὰ ἁμαρτήματά τους. Γιὰ νὰ ἔχουνε τὴν συγνώμη – συγχώρηση, πρέπει νὰ ὁμολογήσουνε τὰ ἁμαρτήματα: «…ἂν προσέλθωσι νήφοντες καὶ εἴπωσι τὰ ἡμαρτημένα καὶ ἀποδύρωνται ζεούσῃ τῇ ψυχῇ, πολλὴν λαβόντες συγγνώμην ἀπέρχονται»⁴³.

Γιὰ νὰ πείσει, ἀκόμα, γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἁμαρτίας ἑνὸς πιστοῦ καὶ νὰ τονίσει τὴν κατ’ ἰδίαν προσωπικὴ Ἐξομολόγηση, παραθέτει καὶ τὴν ὑπόδειξη τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου: «“Ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ἔλεγξον αὐτόν” – καὶ οὐκ εἶπε μεταξὺ σοῦ καὶ τῆς πόλεως, οὐδὲ μεταξὺ σοῦ καὶ τοῦ δήμου, “ἀλλὰ μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου”. Ἀμάρτυρος ἔστω, φησίν (=ὁ Κύριος), ἡ κατηγορία, ἵνα εὔκολος γένηται ἡ πρὸς διόρθωσιν μεταβολή»⁴⁴.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὸ Γενέσεως Δ΄ στὴν Ὁμιλία του 20, γίνεται ἀκόμα σαφέστερος γιὰ τὸν τρόπο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ὁ πιστός, ὅταν συνειδητοποιήσει τὴν ἁμαρτία του, πρέπει νὰ σπεύσει γιὰ Ἐξομολόγηση ὅσων ἔπραξε, νὰ δείξει στὸν «ἰατρόν» (ἱερέα) τὸ τραῦμα, νὰ συζητήσει μόνος μὲ αὐτόν, νὰ τοῦ ὁμολογήσει «μετὰ ἀκριβείας» τά «πάντα», καὶ τότε ὁ ἰατρός – ἱερέας θὰ παράσχει ἀμέσως «τὴν διόρθωσιν». Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνει, ὄχι διότι ὁ Θεὸς ἀγνοεῖ τὶς ἁμαρτίες, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει μετάνοια ὁ πιστὸς καὶ νὰ δώσει τὸ φάρμακο ὁ ἱερέας⁴⁵.

Οἱ ἱερεῖς δέχονται ἐξομολογήσεις καὶ μποροῦνε νὰ συγχωροῦν δυνάμει τῆς ἐξουσίας, ποὺ ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους καὶ διὰ τῶν Ἀποστόλων στοὺς ἱερεῖς⁴⁶. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν «ἐξουσίαν» «συγχωρεῖν» ἁμαρτίες μετὰ τὸ Βάπτισμα, ὅπως ἔχουν ἐξουσία καὶ νὰ ἐπιβάλουν τιμωρίες («κολάζειν»)⁴⁷. Καί, βέβαια, πῶς θὰ συγχωρήσουν ἢ πῶς θὰ τιμωρήσουν ἐὰν δὲν ἀκούσουνε τὰ πταίσματα;

Σημαντικὸ εἶναι ὅτι σὲ κείμενα τοῦ Χρυσοστόμου καὶ σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὴν Ἐξομολόγηση καὶ τὴν συγχώρηση ἁμαρτημάτων γίνεται λόγος γιά «εὐχή», ποὺ φέρει «μέγιστον κέρδος»⁴⁸, καί «εὐχάς»⁴⁹ ποὺ βοηθοῦν. Δὲν εἶναι ὅμως περισσότερο ἀναλυτικὸς γιὰ τὸ περιεχόμενό τους.

  1. Προϋποθέσεις ἐπιβολῆς ἐπιτιμίων

Ἡ Ἐξομολόγηση ἀποτελεῖ, κατὰ τὸν Χρυσόστομο, «χωνευτήριον», ὅπου κάθε ἁμαρτία ἀφανίζεται⁵⁰, ἐνῶ γνώρισμα «καὶ φάρμακον τῆς μετανοίας» γίνεται ἡ «κατάγνωσις ἁμαρτημάτων», ἡ αὐτοκατάκριση γιὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ ἡ «ἐξομολόγησις» αὐτῶν⁵¹. Τότε ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς «ἐπιτιμίας», τῶν ἐπιτιμίων, ποὺ πρέπει νὰ ἐπιβάλει ὁ ἱερέας στὸν πιστό. Στὴν Ὁμιλία Η΄ 2 Περὶ μετανοίας μιλάει γιά «ἐξομολογήσεως δίκαιον»⁵² καί, χρησιμοποιώντας τὸν λόγο τοῦ Ἠσαΐα («λέγε τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθεῖς»)⁵³, προτρέπει νὰ μὴ ντρέπονται ὅσοι δέχονται ἐπιτίμια, ὅπως δὲν ντρέπονταν καὶ ὅταν ἁμάρταναν.

«Τί αἰσχύνη, λοιπόν; Ὅτε ἐπόρνευες, οὐκ αἰσχύνου. Ὅτε τὸ φάρμακον ἐπιτίθης, αἰσχύνη; ὅτε ἀπαλλάττεις ἑαυτὸν ἁμαρτίας, αἰσχύνη;»⁵⁴

Φυσικά, τά «φάρμακα», τίς «ἐπιτιμίες», κάποιος πρέπει καὶ νὰ τὶς ἐπιβάλει, ἀφοῦ γνωρίσει καὶ κρίνει τὴν συγκεκριμένη ἀσθένεια – ἁμάρτημα αὐτοῦ, ποὺ θὰ κάνει τὴν Ἐξομολόγηση «μετὰ ἀκριβείας»⁵⁵. Καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τοῦ ἱεροκήρυκα, ὅπως ἐσφαλμένα θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ὑποθέσει, διότι γιὰ κάθε ἁμαρτήσαντα καὶ γιὰ κάθε ἁμάρτημα ὁ ἱερέας πρέπει νὰ ἐπιβάλει ἰδιαίτερο καὶ συγκεκριμένο φάρμακο, διαφορετικὸ συνήθως, ἀφοῦ πρῶτα ἀκούσει τὸν ἐξομολογούμενο. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὅτι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μιλάει μὲ τρόπο ἀναλυτικό, κυρίως στοὺς Περὶ ἱερωσύνης λόγους του, γιὰ τὰ ἐπιτίμια ποὺ πρέπει νὰ ἐπιβάλλουν οἱ ἱερεῖς καὶ τί αὐτοὶ ὀφείλουνε νὰ γνωρίζουν, δεδομένου ὅτι φάρμακο – ἐπιτίμιο αὐστηρό, δυνατὸν ν’ ἀπογοητεύσει τὸν ἁμαρτήσαντα καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀκόμα περισσότερο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Συγχρόνως, ἐπιτίμιο ἐλαφρό, δυνατὸν ν’ ἀμβλύνει τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ὑποτροπιάσει ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ ὁ ἁμαρτήσας⁵⁶.

Οἱ δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματα τῶν ἱερέων, ποὺ ἀνακύπτουν ἀπὸ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐξομολογουμένων, εἶναι πολλά. Οἱ ἱερεῖς δὲν ἔχουνε τὴν ἐξουσία τῶν κοσμικῶν δικαστῶν, ὥστε νὰ ἐπιβάλουν μὲ βία τὰ ἐπιτίμια. Ὀφείλουνε, λοιπόν, νὰ χρησιμοποιήσουνε μέσα – τρόπους, ὥστε μὲ τὴν θέλησή τους νὰ δεχθοῦν οἱ ἁμαρτήσαντες κάποιο ἐπιτίμιο.

«Μάλιστα μὲν γὰρ ἁπάντων χριστιανοῖς οὐκ ἀφεῖται πρὸς βίαν ἐπανορθοῦν τὰ τῶν ἁμαρτανόντων πταίσματα … Ἐνταῦθα δέ (=στὴν Ἐκκλησία) οὐ βιαζόμενον, ἀλλὰ πείθοντα δεῖ ποιεῖν ἀμείνω τὸν τοιοῦτον (= τὸν πταίσαντα) … Διὰ τοῦτο πολλῆς χρεία τῆς μηχανῆς, ἵνα πεισθῶσιν ἑκόντες ἑαυτοὺς ὑπέχειν ταῖς παρὰ τῶν ἱερέων θεραπείαις οἱ κάμνοντες…»⁵⁷

Ὅλη ἡ ποιμαντικὴ φροντίδα γιὰ τὴν «θεραπείαν» τῶν ἁμαρτανόντων ἀναλαμβάνεται «παρὰ τῶν ἱερέων», ἀπὸ τοὺς «ποιμένας» «ἱερωμένους», οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διαθέτουν «σύνεσιν» γιὰ τὸ ἔργο αὐτὸ καὶ νὰ «περισκοποῦν», νὰ ἐξετάζουν, κάθε τι ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ψυχή. Ἐντυπωσιάζει ἡ ἐξειδίκευση τῶν καθηκόντων. Ὁ ἱερέας δὲν καταμετράει «μόνον» τὴν «φύσιν» τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ μάθει καὶ νὰ κατανοήσει τὴν «γνώμην», τὴν διάθεση, τὴν «αἰτίαν», τὸν «καιρόν», δηλαδὴ τὶς συνθῆκες, στὶς ὁποῖες ἁμάρτησε κάποιος. Ὅπως ἐπίσης τὸ ἐὰν ἐπανέλαβε τὴν ἁμαρτία, ἐὰν μετανόησε, ἐὰν ἐξαπατήθηκε ἢ ἐὰν «κατὰ μελέτην», κατόπιν προμελέτης καὶ ὑπολογισμοῦ, διέπραξε τὸ ἁμάρτημα⁵⁸.

Τέλος, στὸν Β΄ Λόγο του Περὶ ἱερωσύνης ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος προβάλλει γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τόση σαφήνεια τὸ θεολογικὸ κριτήριο τῆς ἐπιβολῆς ἐπιτιμίου. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ πρόταξη τοῦ ἁμαρτήσαντος ἔναντι τῆς ἁμαρτίας. Ἄλλωστε, ἡ δυσκολία τοῦ ἔργου τοῦ ἱερέα ἔγκειται στὸ ὅτι πρέπει κυρίως νὰ κατανοήσει τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἁμαρτήσαντος⁵⁹.

«οὐ γὰρ ἁπλῶς πρὸς τὸ τῶν παραπτωμάτων μέτρον δεῖ τὴν ἐπιτιμίαν ἐπάγειν, ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν ἁμαρτανόντων στοχάζεσθαι προαιρέσεως» (PG 48, 635).

confes 1

Ο ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ (1933-2012), υπήρξε κορυφαίος Καθηγητής Πατρολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναγνωρισμένος διεθνώς για τη βαθιά γνώση του στους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Συνέγραψε πλήθος επιστημονικών μελετών και βιογραφιών αγίων, συνδυάζοντας την ακαδημαϊκή ακρίβεια με την πνευματικότητα, ενώ το έργο του «Πατρολογία» παραμένει βασικό σύγγραμμα αναφοράς.

  1. «Οὐδὲ γὰρ ἁπλῶς τὸ σῶμα αὐτοῦ ἔδωκεν . Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ προτέρα τῆς σαρκὸς φύσις, ἡ ἀπὸ γῆς διαπλασθεῖσα, ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἔφθασε νεκρωθῆναι καὶ ζωῆς γενέσθαι ἔρημος, ἑτέραν, ὡς ἂν εἴποι τις, μᾶζαν καὶ ζύμην ἐπεισήγαγε, τὴν ἑαυτοῦ σάρκα, φύσει μὲν οὖσαν τὴν αὐτήν, ἁμαρτίας δὲ ἀπηλλαγμένην καὶ ζωῆς γέμουσαν. Καὶ πᾶσιν ἔδωκεν αὐτῆς μεταλαμβάνειν, ἵνα ταύτῃ τρεφόμενοι καὶ τὴν προτέραν ἀποθέμενοι τὴν νεκρὰν εἰς τὴν ζωὴν τὴν ἀθάνατον διὰ τῆς (=ἁγίας) Τραπέζης ἀνακερασθῶμεν ταύτης» (Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. ΚΔ΄ 2: PG 61, 201).
  2. «Ὅτι μὲν γὰρ προφῆται ἀνέστησαν ᾔδεσαν, εἰ καὶ μὴ οὕτω σαφῶς εἰρήκασιν αἱ Γραφαί. Ὅτι δὲ σάρκα τις ἔφαγεν οὐδέποτε οὐδεὶς εἶπεν ἐκείνων … διὸ καὶ ἀναγκαῖον μαθεῖν τὸ θαῦμα τῶν μυστηρίων … «ἓν σῶμα γινόμεθα καὶ μέλη, φησίν, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Ἐφ. 5, 30). (Εἰς Ἰωάν. Ὁμιλ. ΜΣΤ΄ 2: PG 59, 20).
  3. PG 58, 743.
  4. «…Τούτῳ (=μὲ τὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας) ἡμεῖς τρεφόμεθα, τούτῳ ἀναφυρόμεθα καὶ γεγόναμεν ἡμεῖς Χριστοῦ σῶμα ἓν καὶ σάρξ μία … αὐτός (=ὁ Χριστός) ἡμᾶς τρέφει οἰκείῳ αἵματι καὶ διὰ πάντων ἡμᾶς ἑαυτῷ συμπλέκει … Ἐνὶ ἑκάστῳ τῶν πιστῶν ἀναμίγνυσιν ἑαυτὸν διὰ τῶν μυστηρίων. Καὶ οὓς ἐγέννησεν ἐκτρέφει δι’ ἑαυτοῦ καὶ οὐκ ἄλλῳ ἐκδίδωσι. Καὶ τούτῳ σε πείθων πάλιν, ὅτι σάρκα ἔλαβε τὴν σήν» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΒ΄ 5: PG 58, 744). «Γέγονας (=ἄνθρωπε) υἱός (=Θεοῦ) καὶ Τραπέζης ἀπολαύων πνευματικῆς, σιτούμενος τὰς σάρκας καὶ τὸ αἷμα τὸ ἀναγεννῆσάν σε» (Εἰς Ψαλμ. 144,1: PG 55, 464).
  5. «Ἡ προσφορά (=Εὐχαριστίας) ἡ αὐτή ἐστι, κἂν ὁ τυχὼν (=ἱερέας) προσενέγκῃ (=προσφέρει) κἂν Παῦλος κἂν Πέτρος. Ἡ αὐτή ἐστιν ἣν ὁ Χριστὸς τοῖς μαθηταῖς ἔδωκε καὶ ἣν νῦν οἱ ἱερεῖς ποιοῦσιν. Οὐδὲν αὕτη ἐλάττων ἐκείνης, ὅτι καὶ ταύτην οὐκ ἄνθρωποι ἁγιάζουσιν, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ καὶ ἐκείνην ἁγιάσας. Ὥσπερ γὰρ τὰ ρήματα, ἅπερ ὁ Θεὸς ἐφθέγξατο, τὰ αὐτά ἐστιν, ἅπερ ὁ ἱερεὺς καὶ νῦν λέγει, οὕτω καὶ ἡ προσφορὰ ἡ αὐτή ἐστι καὶ τὸ βάπτισμα ὅπερ ἔδωκεν» (Εἰς Β΄ Τιμ., Ὁμιλ. Β΄ 4: PG 62, 612). «Πιστεύσατε τοίνυν… ὅτι … καὶ νῦν ἐκεῖνο τὸ δεῖπνόν ἐστιν, ἐν ᾧ καὶ αὐτὸς (=ὁ Χριστός) ἀνέκειτο. Οὐδὲν γὰρ ἐκεῖνο τούτου διενήνοχεν» (Εἰς Ματθ. Ὁμιλ. Ν΄ 3: PG 58, 507). «Αὕτη ἐκείνη ἐστὶν ἡ τράπεζα (=Εὐχαριστία) καὶ οὐδὲν ἔλαττον ἔχει. Οὐ γὰρ ἐκεῖνον μὲν ὁ Χριστός ταύτην δὲ ἄνθρωπος δημιουργεῖ. Τοῦτο ἐκεῖνο τὸ ἀνώγαιον, ἔνθα τότε ἦσαν» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΘ΄ 5: PG 58,744).
  6. «Ὅταν τὴν φρικτὴν ἐκείνην θυσίαν ἀναφέρειν (= ὁ ἱερέας) μέλλῃ … οὐδὲν αὐτὸς ὁ παρών (= ἱερέας) πράττει, οὐδὲ ἀνθρωπίνης ἐστὶ φύσεως κατορθώματα τὰ προκείμενα δῶρα (= ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος), ἀλλ’ ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις παροῦσα καὶ πᾶσιν ἐφαπτομένη τὴν μυστικὴν ἐκείνην κατασκευάζει θυσίαν. Εἰ γὰρ καὶ ἄνθρωπός ἐστιν ὁ παρών, ἀλλ’ ὁ Θεός ἐστιν ὁ ἐνεργῶν δι’ αὐτοῦ. Μὴ τοίνυν πρόσεχε τῇ φύσει τοῦ ὁρωμένου, ἀλλὰ ἐννόει τὴν χάριν τὴν ἀόρατον. Οὐδὲν ἀνθρώπινον τῶν γενομένων ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ βήματι. Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ Ἐκκλησία. Εἰ δὲ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τὸ Πνεῦμα παρέστιν» (Εἰς τὴν Πεντηκοστήν, Ὁμιλ. Α΄ 4: PG 50, 458-459).
  7. «Ἕστηκε γὰρ ὁ ἱερεὺς (=ἐνώπιον τῆς ἁγίας Τράπεζας) οὐ πῦρ καταφέρων, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ τὴν ἱκετηρίαν ἐπὶ πολὺ ποιεῖται, οὐχ ἵνα τις λαμπὰς ἄνωθεν ἀφεθεῖσα καταναλώσῃ τὰ προκείμενα, ἀλλ’ ἵνα ἡ χάρις ἐπιπεσοῦσα τῇ θυσίᾳ δι’ ἐκείνης τὰς ἁπάντων ἀνάψῃ ψυχὰς καὶ ἀργυρίου λαμπροτέρας ἀποδείξῃ πεπυρωμένη» (Περὶ ἱερωσύνης Γ΄ 4: PG 48, 642). «Μετὰ τοσαύτης προσίωμεν … τῇ Τραπέζῃ ταύτῃ (= τῆς Εὐχαριστίας) … μᾶλλον δὲ μετὰ πολλῷ πλείονος ἑλκύσωμεν ὡς παιδία ὑπομάζια τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν. Ὁ τότε ταῦτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τῷ Δείπνῳ οὗτος καὶ νῦν αὐτὸς ἐργάζεται. Ἡμεῖς ὑπηρετῶν τάξιν ἔχομεν· ὁ δὲ ἁγιάζων αὐτὰ καὶ μετασκευάζων αὐτός» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΒ΄ 5: PG 58, 744). «… Ὅταν γὰρ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κεῖται ἐσφαγμένος, ὅταν Πνεῦμα παραγίνηται …» (Εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους: PG. 63, 111).
  8. Π.χ. Ματθ. 26, 26-28· Ἰωάν. 6, 53 -56.
  9. Α΄ Κορ. 10, 16 -17.
  10. Πρὸς Φιλαδελφεῖς 4 κ.ἀ.
  11. «Ἵν’ οὖν μὴ μόνον κατὰ τὴν ἀγάπην τοῦτο γεννώμεθα, ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, εἰς ἐκείνην ἀνακερασθῶμεν τὴν σάρκα. Διὰ τῆς τροφῆς γὰρ τοῦτο γίνεται ἧς ἐχαρίσατο, βουλόμενος ἡμῖν δεῖξαι τὸν πόθον, ὃν ἔχει περὶ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο ἀνέμιξεν ἑαυτὸν ἡμῖν καὶ ἀνέφυρε τὸ σῶμα αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἕν τι ὑπάρξωμεν, καθάπερ σῶμα κεφαλῇ συνημμένον» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΜΣΤ΄ 3: PG 59, 260).
  12. «Διὸ δὴ καὶ ὁ Χριστὸς αὐτὸ πεποίηκεν, εἰς φιλίαν ἡμᾶς ἐνάγων μείζονα καὶ τὸν αὐτοῦ πόθον ἐπιδεικνὺς τὸν περὶ ἡμᾶς. Οὐκ ἰδεῖν αὐτὸν μόνον παρέσχε τοῖς ἐπιθυμοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἅψασθαι καὶ φαγεῖν καὶ ἐμπῆξαι τοὺς ὀδόντας τῇ σαρκὶ καὶ συμπλακῆναι καὶ τὸν πόθον ἐμπλῆσαι πάντα. Ὡς λέοντες τοίνυν πῦρ πνέοντες, οὕτως ἀπὸ τῆς Τραπέζης ἀναχωροῦμεν ἐκείνης, φοβεροὶ τῷ διαβόλῳ γινόμενοι …» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΜΣΤ΄ 3 PG 59, 260).
  13. «Οὐδὲν γὰρ ἤρκεσεν αὐτῷ τὸ γενέσθαι ἄνθρωπον, τὸ ραπισθῆναι καὶ σφαγῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀναφύρει ἑαυτὸν ἡμῖν. Καὶ οὐ τῇ πίστει μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτῷ τῷ πράγματι σῶμα ἡμᾶς αὐτοῦ κατασκευάζει. Τίνος οὖν οὐκ ἔδει καθαρώτερον εἶναι τὸν ταύτης ἀπολαύοντα τῆς θυσίας; Ποίας ἡλιακῆς ἀκτῖνος τὴν χεῖρα τὴν ταύτην διατέμνουσαν τὴν σάρκα, τὸ στόμα τὸ πληρούμενον πυρὸς πνευματικοῦ, τὴν γλῶσσαν τὴν φοινισσομένην αἵματι φρικωδεστάτῳ; Ἐννόησον ποίαν ἐτιμήθης τιμήν, ποίας ἀπολαύεις τραπέζης» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΒ΄ 5: PG 58, 743).
  14. «Ὃ γὰρ λέγει, «τοῦτό ἐστιν», ὅτι Τοῦτο, τὸ ἐν τῷ ποτηρίῳ ὄν, ἐκεῖνό ἐστι τὸ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ῥεῦσαν καὶ ἐκείνου μετέχομεν. Ποτήριον δὲ εὐλογίας ἐκάλεσεν, ἐπειδὴ αὐτὸ μετὰ χεῖρας ἔχοντες, οὕτως αὐτὸν ἀνυμνοῦμεν, θαυμάζοντες καὶ ἐκπληττόμενοι τῆς ἀφάτου δωρεᾶς, εὐλογοῦντες ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο ἐξέχεεν, ἵνα μὴ μείνωμεν ἐν τῇ πλάνῃ» (Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. ΚΔ΄ 1: PG 61, 200).
  15. «Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἐκεῖνο (=τὸ ἀνθρώπινο) ἥνωται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ ἡμεῖς αὐτῷ διὰ τοῦ ἄρτου τούτου (= τῆς Εὐχαριστίας) ἑνούμεθα» (Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. ΚΔ΄ 2: PG 61, 200).
  16. «Εὐθέως περιλαμβάνεις τὸν δεσπότην, ἀνακεράννυσαι τῷ σώματι, ἀναφύρῃ τῷ σώματι τῷ ἄνω κειμένῳ, ἔνθα προσελθεῖν οὐκ ἔνι τῷ διαβόλῳ» (Εἰς Κολοσ., Ὁμιλ. ΣΤ΄ 4: PG 62, 342).
  17. Βλ. εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. ΚΔ΄ 2: PG 61, 201.
  18. Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλία ΚΔ΄ 2: PG 61, 201.
  19. Βλ. PG 63, 139.
  20. «Ἐπειδὴ γὰρ ἡ πρώτη θυσία οὐδὲν ἴσχυεν, ἡ δευτέρα προσεφέρετο. Καὶ ἐπειδὴ οὐδὲν αὕτη ἤνυεν, ἑτέρα πάλιν· ὥστε ἔλεγχος ἁμαρτημάτων ἦν. Τὸ μὲν οὖν προσφέρεσθαι ἔλεγχος ἁμαρτημάτων. Τὸ δὲ ἀεὶ ἔλεγχος ἀσθενείας. Ἐπὶ δὲ τοῦ Χριστοῦ τοὐναντίον: ἅπαξ προσηνέχθη καὶ εἰς τὸ ἀεὶ ἤρκεσε. Καὶ καλῶς εἶπεν ἐκεῖνα ἀντίτυπα. Ἄρα τύπον ἔχει μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἰσχύν, ὥσπερ ἐπὶ τῶν εἰκόνων τύπον ἔχει τοῦ ἀνθρώπου ἡ εἰκών, οὐχὶ τὴν ἰσχύν» (Εἰς Ἑβρ., Ὁμιλ. ΙΖ΄ 3: PG 63, 131).
  21. «καὶ λαβὼν ἄρτον, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον, τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (22, 19).
  22. «…καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν, τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Α΄ Κορ. 11, 24).
  23. «Τί οὖν, ἡμεῖς καθ’ ἑκάστην ἡμέραν οὐ προσφέρομεν; Προσφέρομεν μέν, ἀλλ’ ἀνάμνησιν ποιούμενοι τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Καὶ μία ἐστὶν αὕτη καὶ οὐ πολλαί. Πῶς μία καὶ οὐ πολλαί; Ἐπειδὴ ἅπαξ προσηνέχθη, ὥσπερ ἐκείνη ἡ εἰς τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων. Τοῦτο ἐκείνης τύπος ἐστὶ καὶ αὕτη ἐκείνης. Τὸν γὰρ αὐτὸν ἀεὶ προσφέρομεν, οὐ νῦν μὲν ἕτερον πρόβατον, αὔριον δὲ ἕτερον, ἀλλ’ ἀεὶ τὸ αὐτό, ὥστε μία ἐστὶν ἡ θυσία. Ἐπεὶ τῷ λόγῳ τούτῳ, ἐπειδὴ πολλαχοῦ προσφέρεται, καὶ πολλοὶ Χριστοί; Ἀλλ’ οὐδαμῶς, ἀλλ’ εἷς πανταχοῦ ὁ Χριστὸς καὶ ἐνταῦθα πλήρης ὢν καὶ ἐκεῖ πλήρης, ἓν σῶμα. Ὥσπερ οὖν πολλαχοῦ προσφερόμενος ἓν σῶμά ἐστι καὶ οὐ πολλὰ σώματα, οὕτω καὶ μία θυσία. Ὁ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐκεῖνός ἐστιν ὁ τὴν θυσίαν τὴν καθαίρουσαν ἡμᾶς προσενεγκών. Ἐκείνην προσφέρομεν καὶ νῦν, τὴν τότε προσενεχθεῖσαν, τὴν ἀνάλωτον. Τοῦτο εἰς ἀνάμνησιν γίνεται τοῦ τότε γενομένου· «τοῦτο γὰρ ποιεῖτε, φησίν, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Οὐκ ἄλλην θυσίαν, καθάπερ ὁ ἀρχιερεὺς τότε, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἀεὶ ποιοῦμεν· μᾶλλον δὲ ἀνάμνησιν ἐργαζόμεθα θυσίας» (Εἰς Ἑβρ. ΙΣΤ΄ 3: PG 63, 131). «Πῶς δέ φησιν (= ὁ Παῦλος: Α΄ Κορ. 11, 23 -26) παρὰ τοῦ Κυρίου παρειληφέναι; οὐδὲ γὰρ παρῆν τότε (= στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο), ἀλλὰ τῶν διωκτῶν ἦν. Ἵνα μάθῃς ὅτι οὐδὲν πλέον ἔχει ἐκείνη ἡ Τράπεζα τῆς μετὰ ταῦτα. Καὶ γὰρ καὶ σήμερον αὐτός ἐστιν ὁ πάντα ἐργαζόμενος καὶ παραδιδούς, ὥσπερ τότε» (Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. ΚΖ΄ 4: PG 61, 229).
  24. Βλ. Λυσία, Λόγος 2, 39.
  25. Βλ. π.χ. Φαίδωνα 72 Ε.
  26. «Ἦν γὰρ καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποτήριον αἱ σπονδαὶ καὶ τὸ αἷμα ἀλόγων. Καὶ γὰρ μετὰ τὸ θῦσαι ποτηρίῳ καὶ φιάλῃ τὸ αἷμα δεχόμενοι οὕτως ἔσπενδον. Ἐπεὶ οὖν ἀντὶ αἵματος ἀλόγων αἷμα εἰσήγαγε τὸ αὑτοῦ (=ὁ Κύριος), ἵνα μή τις θορυβηθεῖ τοῦτο ἀκούων, ἀνέμνησε τῆς παλαιᾶς θυσίας ἐκείνης. Εἶτα, εἰπὼν περὶ τοῦ Δείπνου ἐκείνου, συνάπτει τὰ παρόντα τοῖς τότε, ἵνα ὡς ἐν αὐτῇ ἐκείνῃ τῇ ἑσπέρᾳ (=τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου) καὶ ἐπ’ αὐτῆς κείμενοι στιβάδος καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ λαμβάνοντες τὴν θυσίαν ταύτην, οὕτω καὶ νῦν διακέωνται (=διάκεινται)» (Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. ΚΖ΄ 4: PG 61, 230).
  27. Ἔξ. 3, 15.
  28. «…καὶ φησι· «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Εἶδες πῶς ἐξάγει τῶν ἰουδαϊκῶν ἐθῶν καὶ ἀφίστησι; Καθάπερ γὰρ ἐκεῖνο ἐποιεῖτε (=τὴν θυσία), φησίν, εἰς ἀνάμνησιν τῶν ἐν Αἰγύπτῳ θυμάτων, οὕτω καὶ τοῦτο εἰς ἐμήν. … Καὶ καθάπερ Μωυσῆς φησι, «τοῦτο μνημόσυνον ὑμῖν αἰώνιον» (Ἔξ. 3,15), οὕτω καὶ αὐτὸς (=ὁ Κύριος) «εἰς ἐμὴν ἀνάμνησιν» ἕως ἂν παραγένωμαι. Διὰ τοῦτο καὶ «ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα, φησί, τὸ Πάσχα τοῦτο φαγεῖν» (Λουκ. 22,15), τουτέστι παραδοῦναι ἡμῖν καινὰ πράγματα καὶ Πάσχα δοῦναι, καθ’ ὃ μέλλω πνευματικοὺς ποιεῖν. Καὶ αὐτὸς ἔπιεν ἐξ αὐτοῦ. Ἵνα γὰρ μὴ ταῦτα ἀκούοντες εἴπωσι· «τί οὖν, αἷμα πίνομεν καὶ σάρκα ἐσθίομεν», καὶ θορυβηθῶσι τότε (καὶ γὰρ … πρὸς τὰ ρήματα αὐτὰ [=«φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου…»] πολλοὶ ἐσκανδαλίζοντο). Ἵν’ οὖν μὴ καὶ τότε ταραχθῶσι, πρῶτος αὐτὸς τοῦτο ἐποίησε, ἐνάγων αὐτοὺς ἀταράχως εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν μυστηρίων. Διὰ τοῦτο τὸ ἑαυτοῦ αἷμα αὐτὸς ἔπιεν. Τί οὖν, κἀκεῖνο χρὴ ποιεῖν τὸ παλαιόν (=τῆς θυσίας τῆς Π.Δ.), φησίν; Οὐδαμῶς. Διὰ γὰρ τοῦτο εἶπε· «τοῦτο ποιεῖτε», ἵνα ἐκείνου (=τῆς θυσίας τῆς Π.Δ.) ἀπαγάγῃ. Εἰ γὰρ τοῦτο ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ἐργάζεται, ὥσπερ καὶ ἐργάζεται, περιττὸν ἐκεῖνο λοιπόν … ἐνταῦθα τῆς εὐεργεσίας ἐγκατέθησε τὸ μνημόσυνον τῷ μυστηρίῳ …» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΒ΄ 1: PG 58, 739).
  29. «… μὴ ἀπογνῶναι, ἀλλὰ ἀποστῆναι τοῦ πλημμελήματος καὶ πρὸς ἐξομολόγησιν ἐπειχθῆναι» (Εἰς τὸν πλούσιον καὶ εἰς τὸν Λάζαρον Ζ΄ 2: PG 48, 1047).
  30. PG 49, 413.
  31. PG 51, 358.
  32. Εἰς Α΄ Κορ. 28, 5: PG 61, 231- 2.
  33. PG 49, 298.
  34. Ψαλμ. 50, 6.
  35. PG 49, 297.
  36. PG 48, 1012.
  37. Βλ. V. Grumel, Les actes des patriarches, I, 1932, σελ. 6.
  38. Σωκράτους, Ἐκκλησ. ἱστορία Ε΄ 19 (PG 67, 613-620) καὶ Σωζομενοῦ, Ἐκκλησ. ἱστορία Ζ΄ 16 (PG 67 1457-1461).
  39. PG 67, 1457 CD.
  40. PG 48, 1012.
  41. PG 51, 353-364.
  42. PG 51, 356.
  43. PG 51, 358.
  44. PG 51, 357.
  45. «Ἀλλ’ ὁ ταῦτα (=ἁμαρτήματα) ἐργασάμενος, ἐὰν βουληθῇ εἰς δέον χρήσασθαι τῇ ἀπὸ τοῦ συνειδότος βοηθείᾳ, καὶ ἐπὶ τὴν ἐξομολόγησιν τῶν πεπραγμένων ἐπειχθῆναι καὶ τῷ ἰατρῷ δεῖξαι τὸ ἕλκος τῷ θεράποντι καὶ μὴ ὀνειδίζοντι καὶ παρ’ ἐκείνου φάρμακα δέξασθαι, καὶ μόνῳ αὐτὸς διαλεχθῆναι, μηδενὸς εἰδότος, καὶ πάντα εἰπεῖν μετὰ ἀκριβείας, ταχεῖαν…» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΒ΄ 1: PG 58, 739).
  46. Ματθ. 16,19. Περὶ ἱερωσύνης Γ΄ 5: PG 48, 643-644.
  47. PG 48, 643-644.
  48. PG 51, 358.
  49. PG 48, 644.
  50. PG 60, 204.
  51. PG 63, 80.
  52. PG 49, 339.
  53. Ἠσ. 43, 26.
  54. Εἰς τὴν πρὸς Ἑβρ., Ὁμιλία Θ΄: PG 63, 80.
  55. PG 48, 1012.
  56. PG 48, 634-635.
  57. Περὶ ἱερωσύνης Β΄ 4: PG 48, 634.
  58. Εἰς ΣΤ΄ Ψαλμὸν 2: PG 55, 1-2.
  59. (PG 48, 635).

ΠΗΓΗ: Περιοδικό: ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Τόμος 82, Τεύχος 1,  2011

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ https://www.entaksis.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com