1 Οκτ 2026

2 Οκτωβρίου: Μνήμη αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού- Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Στον άγιο ιερομάρτυρα Κυπριανό

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

          ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΥΠΡΙΑΝΟ

 [[ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Ο εγκωμιαστικός λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου προς τον άγιο ιερομάρτυρα Κυπριανό εκφωνήθηκε πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη στις 3 Οκτωβρίου του 379 μ.Χ., μία ημέρα μετά την ετήσια εορτή της μνήμης του Αγίου. Στις 2 Οκτωβρίου ο άγιος Γρηγόριος απουσίαζε στην εξοχή, όπου είχε αποσυρθεί για σύντομο διάστημα άσκησης, ησυχίας και σωματικής ανάπαυσης. Επιστρέφοντας την επομένη, εκφράζει την λύπη του που παραλίγο να παρέλθει η εορτή χωρίς να τιμήσει τον μάρτυρα και θεωρεί την ομιλία του ως εκπλήρωση, έστω και καθυστερημένα, του χρέους τιμής προς αυτόν.]]

    Παραλίγο να μας διαφύγει η εορτή του αγίου Κυπριανού χωρίς να προλάβουμε να τον τιμήσουμε όπως του αρμόζει· και τι μεγάλη απώλεια θα ήταν αυτή! Κι όμως, το υπομείνατε εσείς, που περισσότερο από όλους θαυμάζετε τον άγιο και κάθε χρόνο τιμάτε την μνήμη του με εορτές και πανηγύρεις. Και μιλώ για τον Κυπριανό, που ακόμη και οι άνθρωποι, οι οποίοι συνηθίζουν να λησμονούν τα άλλα, οφείλουν να τον συγκαταλέγουν ανάμεσα σε εκείνους που είναι αναγκαίο να θυμούνται· γιατί πρέπει ιδιαίτερα να διατηρούμε στη μνήμη μας τους αρίστους, αφού η ανάμνησή τους είναι συγχρόνως πράξη ιερή και ωφέλιμη.

     Ας αποδώσουμε, όμως, τώρα στον Κυπριανό ως χρέος την τιμή που του οφείλουμε, και μάλιστα μαζί με τον τόκο για την καθυστέρησή μας, αν βέβαια αποδειχθεί ότι διαθέτουμε τέτοιον πλούτο λόγου και δεν είμαστε εντελώς φτωχοί και ανεπαρκείς. Κι αν ακόμη αποδειχθεί ότι είμαστε πολύ φτωχοί σε λόγο, είμαι βέβαιος ότι ο άγιος Κυπριανός θα μας συγχωρήσει τόσο για το ότι αργήσαμε να του αποδώσουμε την οφειλόμενη τιμή, όσο και για την ανεπάρκεια του εγκωμίου μας, αφού ο άγιος είναι σε όλα μεγαλόψυχος και άνθρωπος αληθινής πνευματικής σοφίας. Αρκεί να ευχαριστήσουμε τον Θεό που τελικά δεν αφήσαμε την μνήμη του αγίου Κυπριανού να περάσει χωρίς να τον τιμήσουμε. Ας Τον ευχαριστήσουμε λοιπόν· γιατί αυτό είναι πράγματι πρέπον.

     Ας αρχίσουμε, λοιπόν, επισημαίνοντας ότι η επιστροφή μας κοντά σας έγινε σε ευνοϊκή στιγμή και σύμφωνα με την αγαθή τάξη που ορίζει ο Θεός, ο Οποίος καθορίζει και κατευθύνει τα πάντα με μέτρο και ακρίβεια[Σοφ. Σολ. 11,20: «Πάντα μέτρῳ καὶ ἀριθμῷ καὶ σταθμῷ διέταξας (:Όλα τα τακτοποίησες με μέτρο, σωστό υπολογισμό και ακριβές ζύγισμα)»]: μας οδήγησε από την ησυχία στην εκφώνηση του λόγου, από έναν τόπο αφιερωμένο στην αγάπη προς τους μάρτυρες στην τιμή των ίδιων των μαρτύρων και από τη σωματική ανάπαυση σε ένα πνευματικό συμπόσιο.

   Β΄. Σας λαχταρούσαμε, παιδιά μου, όσο και εσείς λαχταρούσατε εμάς — γι’ αυτό είμαι βέβαιος. Δείτε, λοιπόν, την δίκαιη στάση ενός πατέρα: δεν μιλώ μόνο για τη δική μου αγάπη και τον δικό μου πόθο, αλλά αναγνωρίζω και μαρτυρώ εξίσου και τον δικό σας. Άλλωστε, μείναμε μακριά ο ένας από τον άλλο μόνο για τόσο διάστημα, όσο ήταν αρκετό ώστε μέσα από την απόσταση να συνειδητοποιήσουμε και να δοκιμάσουμε πόσο ισχυρή ήταν η αμοιβαία βαθιά αγάπη μας· όπως ακριβώς οι ζωγράφοι απομακρύνονται από τους πίνακές τους για να τους παρατηρήσουν και να τους κρίνουν καλύτερα. Και τώρα ξαναβρεθήκαμε μαζί.

     Και πώς ήταν δυνατόν εμείς, οι μαθητές του Χριστού, ο Οποίος για χάρη μας κενώθηκε, ταπείνωσε εκούσια τον εαυτό Του φθάνοντας μέχρι τη μορφή δούλου[Φιλιπ.2,7: «ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος (: αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους)»]  και μας έφερε κοντά Του, μολονότι προηγουμένως ήμασταν ξένοι προς τα ουράνια αγαθά, να μη μένουμε κι εμείς στενά συνδεδεμένοι μεταξύ μας, κρατώντας ο ένας τον άλλο, και να μη διαφυλάσσουμε την ενότητα που χαρίζει το Πνεύμα μέσα στον δεσμό της ειρήνης;[Εφεσ. 4,3: «σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης(:Και να καταβάλλετε κάθε προσπάθεια προκειμένου να διατηρείτε μεταξύ σας ενότητα με την οποία σας ένωσε το Άγιο Πνεύμα, χρησιμοποιώντας ως σύνδεσμο την ειρήνη, η οποία θα σας δένει όλους μαζί σε ένα)»]. Αυτή η ενότητα και αγάπη αποτελεί το βαθύτερο νόημα —ή, καλύτερα, τη σύνοψη— ολόκληρου του Νόμου και των Προφητών[πρβ. Ματθ. 22,35–40: «Ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ;Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου· αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή. δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται (: Ένας απ’ αυτούς, νομοδιδάσκαλος, τον ρώτησε δοκιμάζοντάς τον, για να δει ποια απόκριση θα έδινε, και του είπε: «Διδάσκαλε, ποια είναι η πιο μεγάλη εντολή στον νόμο;». Ο Ιησούς τού είπε: «Να αγαπάς τον Κύριο και Θεό σου με όλη σου την καρδιά, ώστε Αυτόν ολοκληρωτικά να ποθείς, και με όλη σου την ψυχή, ώστε ολόκληρη η θέλησή σου να είναι παραδομένη σ’ Αυτόν, και με τον νου σου ολόκληρο, ώστε Αυτόν πάντοτε να σκέφτεσαι. Αυτή είναι  η πρώτη και μεγάλη εντολή. Και δεύτερη εντολή όμοια με αυτήν και εξίσου σπουδαία είναι: Να αγαπάς τον συνάνθρωπό σου όπως αγαπάς τον εαυτό σου. Σε αυτές τις δύο εντολές στηρίζεται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών)»].

    Γ΄. Αυτό, λοιπόν, ήταν το πρώτο καλό που μας χάρισε η επιστροφή μας: ότι, ύστερα από τον αποχωρισμό, μπορέσαμε χωρίς άλλη καθυστέρηση να τρέξουμε ο ένας προς τον άλλο και να αγκαλιαστούμε. Γιατί η ένθερμη αγάπη δεν ανέχεται καμιά καθυστέρηση· όταν κανείς λαχταρά τόσο πολύ εκείνον που αγαπά, ακόμη και μία ημέρα αναμονής τού φαίνεται σαν ολόκληρη ζωή. Το δεύτερο, όμως, ευεργέτημα —και το σημαντικότερο— είναι ότι δεν επιστρέψαμε τόσο αργά ώστε να έχει τελειώσει η εορτή και έτσι δεν στερηθήκαμε την ιερή εορταστική σύναξη και πνευματική μύηση που συνδέεται με την τιμή των μαρτύρων, ούτε την πνευματική ευφροσύνη και αναζωογόνηση που προκαλούνται σε μας από τη μυσταγωγία και τη συμμετοχή σε αυτήν.

     Για όλα τα άλλα, λοιπόν, ομολογώ πως είμαι πιο νωθρός από τον καθένα· από τότε, όμως, που συντάχθηκα με τον Χριστό, αποτίναξα από πάνω μου κάθε κοσμικό πόθο, και τίποτε από όσα οι άλλοι βρίσκουν ευχάριστα και θεωρούν πολύτιμα και περιζήτητα δεν με ελκύει· ούτε ο πλούτος, που σέρνεται στα χαμηλά και διαρκώς μεταβάλλεται· ούτε οι απολαύσεις της κοιλιάς και ο υπερβολικός κορεσμός, ο πατέρας της ύβρεως· ούτε τα απαλά και πολυτελή ενδύματα, ούτε η λάμψη και η ομορφιά των πολύτιμων λίθων, ούτε όσα γοητεύουν την ακοή, ούτε οι ευωδίες που μαλθακώνουν τις αισθήσεις, ούτε τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες των πληθών και των θεάτρων που εξάπτουν τον άνθρωπο· από όλα αυτά έχουμε προ πολλού παραιτηθεί, αφήνοντάς τα σε όσους τα επιθυμούν. Ούτε όλα εκείνα που αποτελούν γεννήματα της πρώτης γεύσης του απαγορευμένου καρπού από τους προπάτορές μας, της γεύσης εκείνης που έγινε αιτία της πτώσης και της απώλειάς μας. Αλλά και  μεγάλη ανοησία καταλογίζω στο να αφήνει κανείς τον εαυτό του να κυριαρχείται από αυτά και να φθείρει την ευγένεια της ψυχής του με τέτοιες μικροπρεπείς ενασχολήσεις, προσκολλώμενος στα φευγαλέα σαν να ήταν σταθερά και μόνιμα.

     Για ένα πράγμα, όμως, έχω υπερβολικά ακόρεστη επιθυμία και από το οποίο αφήνομαι ολόκληρος να κυριευθώ· και αναγνωρίζω χωρίς δισταγμό ότι με διακατέχει αυτό το πάθος: αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά για τις τιμές που αποδίδονται στους μάρτυρες και για τα αίματα που έχυσαν οι αθλητές του Χριστού πλημμυρίζω από αγαλλίαση. Οι αγώνες και η νίκη ανήκουν βέβαια στους μάρτυρες· εγώ, όμως, συμμερίζομαι τόσο πολύ τη δόξα τους, ώστε θεωρώ δικούς μου τους στεφάνους της νίκης τους[ πρβ. Β΄ Τιμ. 4,7–8: «Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ(: Έχω αγωνιστεί τον καλό αγώνα για τη διάδοση του Ευαγγελίου. Έχω φθάσει στο τέλος του δρόμου της αρετής και της εκπληρώσεως της αποστολής μου. Έχω διαφυλάξει την πίστη.Λοιπόν τώρα πια με περιμένει το στεφάνι που ανήκει ως βραβείο στη δικαιοσύνη και την αρετή. Το στεφάνι αυτό θα μου το δώσει ως ανταμοιβή ο Κύριος κατά την ένδοξη εκείνη ημέρα της Κρίσεως, ο δίκαιος Κριτής. Θα το δώσει μάλιστα όχι μόνο σε μένα, αλλά και σε όλους όσους έχουν αγαπήσει και με πόθο περιμένουν την ένδοξη εμφάνισή Του)»]. Σε τέτοιο βαθμό σπεύδω να οικειοποιηθώ την τιμή και τη λαμπρότητα που τους χαρίζουν οι αγώνες τους, ώστε να θεωρώ σαν δικά μου ακόμη και τα κατορθώματά τους!

    Δ΄ Όλους, λοιπόν, τους μάρτυρες πρέπει να τους τιμούμε πανηγυρικά· και όλοι πρέπει να είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε και την γλώσσα και την ακοή και τον νου μας, και με προθυμία κάτι να λέμε γι’ αυτούς και να ακούμε, και τα πάντα να τα θεωρούμε κατώτερα από τον δικό τους μαρτυρικό αγώνα. Πράγματι, έχουμε στη διάθεσή μας πολλά μέσα που μας οδηγούν προς το πνευματικά ανώτερο και μας διαπαιδαγωγούν στην αρετή: τον θείο λόγο, τον νόμο, τους προφήτες, τους αποστόλους και, πάνω απ’ όλα, τα ίδια τα παθήματα του Χριστού. Εκείνος είναι ο πρώτος μάρτυρας, που ανέβηκε στον Σταυρό και πήρε μαζί Του κι εμένα, για να καρφώσει εκεί τη δική μου αμαρτία, να κατατροπώσει θριαμβευτικά  τον αρχαίο όφι, να αγιάσει το ξύλο του Σταυρού, να νικήσει την ηδονή που οδήγησε στην πτώση, να αποκαταστήσει τον Αδάμ και να επαναφέρει στην αρχική της αξία την πεσμένη εικόνα του Θεού στον άνθρωπο.

     Κι ενώ έχουμε τόσα και τόσο μεγάλα μέσα πνευματικής αγωγής, εξίσου σημαντικοί για την παιδαγωγία μας είναι και οι μάρτυρες: ολοκαυτώματα λογικά[Ρωμ.12,1: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν (:Αλλά αφού τόση αγαθότητα μας δείχνει ο Θεός, οφείλουμε κι εμείς να δείξουμε διαγωγή αντάξια με τις δωρεές Του. Σας προτρέπω λοιπόν, αδελφοί, στο όνομα της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών που μας έδειξε ο Θεός, να προσφέρετε τα σώματά σας σαν σε θυσιαστήριο θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στον Θεό, χρησιμοποιώντας τα μέλη σας ως όργανα αποκλειστικά και μόνο αγίων πράξεων και ποτέ ως όργανα αμαρτίας. Αυτή η θυσία είναι και η μόνη κατάλληλη και καθαρά πνευματική λατρεία, αυτή που γίνεται με τις λογικές δυνάμεις του ανθρώπου)»], θυσίες τέλειες, προσφορές ευπρόσδεκτες, ζωντανά κηρύγματα της αλήθειας, έλεγχοι του ψεύδους, εκπλήρωση του νόμου -του νόμου βέβαια που νοείται πνευματικά- κατάλυση της πλάνης, εκδίωξη της κακίας, καταποντισμός της αμαρτίας και μέσο καθαρμού ολόκληρου του κόσμου.

    Ε΄. Εσύ όμως, Κυπριανέ, ό,τι πολυτιμότερο είσαι για μένα και ως πρόσωπο και ως όνομα, περισσότερο απ’ ό,τι οι άλλοι μάρτυρες —γιατί φθόνος κανένας δεν υπάρχει από μάρτυρες προς μάρτυρες—· και η αρετή σου κατά τρόπο ξεχωριστό με έχει κατακτήσει, και η ανάμνησή σου με ανακουφίζει και με γεμίζει τόση πνευματική χαρά, ώστε να αισθάνομαι σαν να βρίσκομαι σε έκσταση· σαν να είμαι, κατά κάποιον τρόπο, παρών στο μαρτύριό σου, να συμμετέχω στην μαρτυρική σου άθληση και να μεταφέρομαι με όλη μου την ύπαρξη κοντά σου. Ίσως, από την μια, αυτό να οφείλεται στην πνευματική συγγένεια που μας δημιουργεί η κοινή σχέση μας με τον λόγο και τα γράμματα, έναν χώρο στον οποίο εσύ τόσο πολύ υπερείχες από τους άλλους, όσο τα έλλογα όντα υπερέχουν από την άλογη φύση· γιατί, με έναν τρόπο που ούτε εγώ μπορώ να εξηγήσω, όταν κάποιοι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους με κάτι κοινό, μαζί με αυτήν την σύνδεση γεννιέται και ένας ιδιαίτερος δεσμός αγάπης, και αυτό συμβαίνει στις άλλες μορφές ανθρώπινης σύνδεσης  όχι λιγότερο απ’ όσο συμβαίνει στη συγγένεια του αίματος.

    Ίσως όμως, από την άλλη, να οφείλεται στο πόσο ξαφνική και παράδοξη υπήρξε η μεταστροφή σου, ένα γεγονός που ξεπερνά όσα μπορεί να εκφράσει ο λόγος ή να παρουσιάσει κάποιο ανάλογο παράδειγμα. Γιατί είναι γλυκιά η θέα του ήλιου όταν εμφανίζεται ύστερα από το σύννεφο που μέχρι τότε τον έκρυβε· ακόμη γλυκύτερη είναι η άνοιξη, επειδή διαδέχεται τη σκυθρωπή όψη του χειμώνα· και ακόμη πιο γλυκιά είναι η γαλήνη που μοιάζει να χαμογελά, όταν η θάλασσα απλώνεται ήρεμη και, αφού έχουν κοπάσει οι άνεμοι, παίζει απαλά με τις ακτές, ενώ τα κύματά της εξακολουθούν να σπαράζουν, σαν σε ωδίνες ακόμη από την προηγούμενη ταραχή.

    ΣΤ΄. Αυτός ,λοιπόν, είναι ο Κυπριανός, άνδρες· και σας τα διηγούμαι αυτά ώστε εσείς που ήδη γνωρίζετε την ιστορία του να δοκιμάσετε ακόμη μεγαλύτερη χαρά καθώς την θυμάστε, ενώ εσείς που την αγνοείτε να γνωρίσετε την ωραιότερη από τις χριστιανικές μας διηγήσεις και εκείνον που αποτελεί κοινό καύχημα όλων των Χριστιανών. Αυτός είναι εκείνος ο περίφημος άνδρας που κάποτε αποτελούσε μεγάλο όνομα για την Καρχηδόνα, ενώ τώρα αποτελεί μεγάλο όνομα για ολόκληρη την οικουμένη· ξακουστός για τον πλούτο του, περίοπτος για την ισχύ και την επιρροή του και διακεκριμένος για την ευγενική καταγωγή του —εφόσον βέβαια η συμμετοχή στη σύγκλητο, και μάλιστα η κατοχή εξέχουσας θέσης σ’ αυτήν, θεωρούνται ύψιστη απόδειξη ευγενικής καταγωγής—· το άνθος της νεότητας, το καύχημα της ίδιας της φύσης και η προσωποποίηση της υπεροχής στον λόγο, τόσο στα φιλοσοφικά ζητήματα, όσο και σε κάθε άλλον τομέα της παιδείας, οποιονδήποτε επιμέρους κλάδο της κι αν εξετάσει κανείς. Και ήταν τέτοια η μόρφωσή του, ώστε μπορούσε κανείς να θαυμάσει περισσότερο το εύρος και την ποικιλία των γνώσεών του, παρά το γεγονός ότι έφθανε στην κορυφή κάθε επιμέρους αντικειμένου· ή μάλλον, αντιστρόφως, να θαυμάσει περισσότερο την εξαιρετική επίδοσή του σε καθέναν από τους επιμέρους κλάδους, παρά την πολυμάθειά του σε όλους μαζί. Για να το διατυπώσω, όμως, με μεγαλύτερη ακρίβεια: άλλους τους ξεπερνούσε ως προς το εύρος των γνώσεων, άλλους ως προς το ύψος της επίδοσης, ορισμένους και στα δύο· συνολικά όμως, τους ξεπερνούσε όλους σε όλα.

    Για την εξαιρετική δύναμη του Κυπριανού στον λόγο μαρτυρούν οι ίδιοι οι λόγοι του, πολλοί και λαμπροί, τους οποίους εκείνος συνέθεσε για χάρη μας, των Χριστιανών, από τη στιγμή που, χάρη στη φιλανθρωπία του Θεού —ο Οποίος δημιουργεί τα πάντα και τα αναδιαμορφώνει προς το καλύτερο— έστρεψε την παιδεία και την ρητορική του καλλιέργεια σε νέα κατεύθυνση και χρησιμοποίησε πλέον τον λόγο για να κάνει να υποχωρήσει καθετί άλογο και πλανεμένο.

     Από αυτό το σημείο και μετά, όμως, βρίσκομαι σε αμηχανία για το πώς πρέπει να χειριστώ τον λόγο μου και ποια στάση να ακολουθήσω· γιατί, αν μνημονεύσω όλα όσα αφορούν τον Κυπριανό, πώς θα αποφύγω να εκτείνω υπερβολικά τον λόγο μου και να ξεπεράσω κατά πολύ το μέτρο που επιβάλλει η περίσταση; Και πώς, από την άλλη, να μη ζημιώσω στον μέγιστο βαθμό τους παρευρισκομένους στερώντας τους από όσα θα αποσιωπήσω; Για να κρατήσω, λοιπόν, την μέση οδό, χωρίς ούτε να ξεπεράσω το μέτρο που επιβάλλει η περίσταση, ούτε να αφήσω ανικανοποίητη την λαχτάρα των ακροατών να ακούσουν περισσότερα, θεωρώ ότι πρέπει να ενεργήσω ως εξής. Τα υπόλοιπα περιστατικά από τη ζωή του να τα αφήσω σε εκείνους που τα γνωρίζουν, για να τα διδάξουν διεξοδικά σε όσους τα αγνοούν —αν βέβαια υπάρχουν άνθρωποι που αγνοούν όσα αφορούν έναν τόσο γνωστό άνδρα—, ώστε να αποκομίζουν την ίδια πνευματική ωφέλεια και εκείνοι που μιλούν και διδάσκουν γι’ αυτόν και εκείνοι που ακούνε και μαθαίνουν. Γιατί και μόνο το να διατηρεί κανείς στην μνήμη του έναν τέτοιον άνδρα γίνεται γι’ αυτόν πηγή αγιασμού, ενώ ο λόγος που διηγείται τη ζωή και τα έργα του αποτελεί ισχυρότατη παρακίνηση για την άσκηση της αρετής.

    Από όσα αφορούν τον Κυπριανό θα αναφερθώ, λοιπόν, σύντομα σε ένα ή δύο μόνο περιστατικά, και συγκεκριμένα σε εκείνα που είναι τόσο σημαντικά, ώστε δεν θα ήταν δυνατόν να τα προσπεράσει κανείς, ακόμη κι αν ήθελε να τα παραλείψει.

   Η΄. Θα αναφερθώ, λοιπόν, στην προηγούμενη ζωή του Κυπριανού, πριν από τη μεταστροφή του, και θα διηγηθώ ποια οδός τον οδήγησε στη σωτηρία, με ποιον τρόπο δέχθηκε την θεία κλήση και πώς πέρασε από την προηγούμενη κατάσταση στην καλύτερη. Θα ήταν πράγματι πολύ μικροπρεπής και στενόψυχη αντίληψη να θεωρήσει κανείς ότι μειώνεται ή προσβάλλεται η τιμή του Κυπριανού ως πνευματικού αθλητή, επειδή μνημονεύονται οι σκοτεινότερες πλευρές του παρελθόντος του. Γιατί, αν η μνημόνευση του αμαρτωλού παρελθόντος μειώνει την τιμή ενός αγίου, τότε ούτε ο μέγας Παύλος θα ήταν άξιος επαίνου εξαιτίας των διωγμών που είχε εξαπολύσει, ενώ ο Ματθαίος θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στους χειρότερους εξαιτίας της προηγούμενης ιδιότητάς του ως τελώνη[ Ματθ.9,9: «Καὶ παράγων ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον, καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ(:Και καθώς ο  Ιησούς διάβαινε κοντά στη λίμνη, είδε έναν άνθρωπο που καθόταν στην τράπεζα εισπράξεως των φόρων, ο οποίος τώρα ονομάζεται Ματθαίος. Και στον τελώνη αυτόν λέει ο Ιησούς: “Ακολούθα με”. Kι εκείνος σηκώθηκε και Τον ακολούθησε)»], και το ίδιο θα ίσχυε και για τον ίδιο τον Κυπριανό.

     Ο μεν πρώτος μνημονεύει ο ίδιος τους διωγμούς που εξαπέλυε παλαιότερα εναντίον της Εκκλησίας και το πώς ο ίδιος ένθερμος ζήλος του μεταστράφηκε προς τον Χριστό, ώστε από την αντιπαραβολή της προηγούμενης με την νέα ζωή του να φανεί ακόμη μεγαλύτερη η ευεργεσία του Θεού και να δοξαστεί περισσότερο ο ευεργέτης του [Α΄ Κορ. 15,9: «Ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ(:Διότι εγώ είμαι ο ελάχιστος, ο κατώτερος απ’ όλους τους Αποστόλους, που δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι Απόστολος, διότι καταδίωξα την Εκκλησία του Θεού)» και Γαλ. 1,13–14: «Ἠκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ’ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, καὶ προέκοπτον ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων(:Και το ότι το Ευαγγέλιο μού παραδόθηκε με υπερφυσική αποκάλυψη από τον ίδιο τον Θεό, αποδεικνύεται από την δράση μου στο παρελθόν. Διότι ασφαλώς έχετε ακούσει για τη διαγωγή που έδειξα κάποτε, όταν ακολουθούσα τον νόμο και τα έθιμα των Ιουδαίων. Ακούσατε, δηλαδή, ότι καταδίωκα υπερβολικά την Εκκλησία του Θεού και προσπαθούσα να την καταστρέψω. Και προόδευα στον Ιουδαϊσμό περισσότερο από πολλούς συνομήλικους συμπατριώτες μου και έδειχνα περισσότερο ζήλο απ’ αυτούς για τις παραδόσεις που κληρονομήσαμε από τους πατέρες μας)»].

    Ο δεύτερος, από την άλλη, όταν απαριθμεί τους μαθητές του Χριστού, δεν αποκρύπτει την προηγούμενη κατάστασή του, αλλά προσθέτει ο ίδιος δίπλα στο όνομά του την ιδιότητα «ο τελώνης», σαν να ήταν πλέον αυτός ο παλιός ατιμωτικός τίτλος ένα ακόμη τιμητικό διακριτικό της μεταστροφής του[βλ. Ματθ. 10,2-3: «Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά εἰσι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης…»].

      Ο τρίτος μάλιστα [[ο Κυπριανός]] δεν διστάζει να καταγγείλει διεξοδικά σε εκτενή λόγο την προηγούμενη κακή και αμαρτωλή ζωή του, ώστε ακόμη και την ειλικρινή ομολογία του παρελθόντος του να την προσφέρει ως πνευματικό καρπό στον Θεό και συγχρόνως, με το παράδειγμα της δικής του μεταστροφής, να ανοίξει για πολλούς που εγκαταλείπουν την κακία τον δρόμο προς την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.

     Ποια ήταν λοιπόν η προηγούμενη κακία του Κυπριανού; Δώστε προσοχή τώρα, για να αντιληφθείτε πόσο μεγάλη και πόσο βαριά υπήρξε. Λάτρης των δαιμόνων ήταν, ο μετέπειτα μαθητής του Χριστού· και διώκτης σκληρότατος, ο μετέπειτα μεγάλος αγωνιστής της αλήθειας· και με τον λόγο και με την πράξη τάραζε τον δικό μας (χριστιανικό )δρόμο, επειδή διέθετε εξαιρετική δύναμη και στα δύο, ενώ αργότερα χρησιμοποίησε και τα δύο αυτά χαρίσματα με τον καλύτερο τρόπο καθώς έγινε ο ισχυρότερος υπερασπιστής των Χριστιανών. Και πόσο μεγάλο κακό ήταν και η ενασχόλησή του με την  μαγεία, που ερχόταν να προστεθεί σε όλα αυτά — το γνωστότερο στοιχείο από όσα αφορούσαν την προηγούμενη ζωή του! Και πόσο, ακόμη, φοβερότερη είναι η ακόρεστη σαρκική επιθυμία, η οποία έχει τη δύναμη να στερήσει την ορθή κρίση ακόμη και από ανθρώπους που σε όλα τα άλλα είναι σοφοί και να τους εξαναγκάσει να παραφρονήσουν και να περιπέσουν σε ανεξέλεγκτη μανία, καθώς ορμά σαν ατίθασο άλογο, που αρπάζει και παρασύρει μαζί του τη λογική κρίση του ανθρώπου.

   Θ΄. Έφτασε, λοιπόν, για μας ο λόγος στο ίδιο το κύριο θέμα. Κανείς, λοιπόν, ας μην βλέπει την πρώτη, αμαρτωλή περίοδο της ζωής του Κυπριανού και εξαιτίας της ας μην παρασύρεται από την έντονη επιθυμία των ηδονών· αντίθετα, ας στρέφεται στα τελευταία της ζωής του και από αυτά ας διδάσκεται τη σωφροσύνη. Υπήρχε μια νέα παρθένος, που καταγόταν από επιφανή, αρχοντική οικογένεια και διακρινόταν για τη σεμνότητα του ήθους της. Ακούστε, παρθένες, και συμμεριστείτε την αγαλλίαση· ή καλύτερα, ακούστε και όσες ζείτε στον γάμο και όχι μόνο διατηρείτε τη σωφροσύνη, αλλά και την αγαπάτε· γιατί η διήγηση αυτή αποτελεί κοινό κόσμημα τόσο για τις , όσο και για τις έγγαμες.

    Και η παρθένος, πάρα πολύ όμορφη στην όψη· ας ψάλλει γι’ αυτήν μαζί μας ο θεόπνευστος Δαβίδ, λέγοντας: «Όλη η δόξα της θυγατέρας του βασιλιά είναι εσωτερική» [Ψαλμ.44,14: «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη (:Όλη η μεγαλόπρεπη δόξα της κόρης του βασιλιά, της Νύμφης, προέρχεται από την εσωτερική της ομορφιά, τις αρετές και τις χάριτές της. Είναι ντυμένη και στολισμένη με κροσσωτά χρυσοκέντητα ενδύματα)»] · γνήσια νύμφη του Χριστού, κάλλος φυλαγμένο, άγαλμα έμψυχο, αφιέρωμα απαραβίαστο, ιερό απρόσιτο, κήπος κλεισμένος, πηγή σφραγισμένη, —ας προσθέσει κάτι στο άσμα και ο Σολομών—, μόνο για τον Χριστό φυλαγμένη[ Ἆσμα Ἀσμάτων 4,12: «Κῆπος κεκλεισμένος, ἀδελφή μου νύμφη, κῆπος κεκλεισμένος, πηγὴ ἐσφραγισμένη (:Κήπος κλεισμένος είσαι, αδελφή μου Νύμφη· κήπος κλεισμένος, σφραγισμένη πηγή. -Έχεις για φράχτη σου τις θείες εντολές· είσαι κήπος κατάκλειστος στον αμετανόητο κόσμο της αμαρτίας. Μέσα στο περιβόλι σου μόνο ο Νυμφίος μπορεί να μπει κι όσοι είναι αφοσιωμένοι σ’ αυτόν. Εσύ είσαι ένας παράδεισος άφθορος, πηγή αστείρευτη και ζωντανός, σφραγισμένη με βασιλική σφραγίδα, την οποία μόνο ο Νυμφίος σου μπορεί να ανοίξει-)»].

    Γι’ αυτήν την παρθένο αιχμαλωτίστηκε από έρωτα ο μέγας Κυπριανός —δεν ξέρω από ποια αφορμή και με ποιον τρόπο—, μολονότι εκείνη ήταν από κάθε άποψη προφυλαγμένη και κόσμια. Γιατί τα αχόρταγα μάτια μπορούν με το βλέμμα τους να αγγίζουν ακόμη και όσα μένουν ανέγγιχτα, καθώς ο οφθαλμός είναι από όλα τα όργανα το πιο άμεσα διαθέσιμο και συγχρόνως το πιο ακόρεστο. Και όχι μόνο αιχμαλωτίστηκε από έρωτα, αλλά και αποπειράθηκε να την κατακτήσει. Τι ανοησία, αν  έτρεφε την ελπίδα ότι θα κατόρθωνε να παραβιάσει την αγνότητα μιας τέτοιας παρθένου· ή μάλλον, τι αναίδεια του διαβόλου, που και ο ίδιος τολμά τέτοιες πράξεις και παρακινεί και άλλους να τολμούν να τις διαπράξουν!

    Ο διάβολος ήταν εκείνος που ακόμη και στον Παράδεισο από την αρχή παρεισέφρησε για να επιτεθεί ενάντια στον πρώτο άνθρωπο· εκείνος, επίσης, παρουσιάστηκε ανάμεσα στους αγγέλους, για να ζητήσει να του παραδοθεί ο Ιώβ προς δοκιμασία[βλ. Ιώβ, 1, 6-12]· και τέλος τόλμησε να στραφεί εναντίον του ίδιου του Δεσπότη, ο Οποίος επρόκειτο να καταλύσει την δύναμή του και να τον θανατώσει. Επιχείρησε έτσι να υποβάλει σε πειρασμό Εκείνον που είναι απρόσβλητος από κάθε πειρασμό[Ιάκ.1,13: «Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα (:Εκτός, όμως, από τους πειρασμούς των θλίψεων με τους οποίους ο Θεός μας καταρτίζει, υπάρχουν και πειρασμοί που προκαλούνται από τα αμαρτωλά μας πάθη. Κανένας άνθρωπος που πειράζεται προς την αμαρτία να μη λέει ότι «ο Θεός είναι η αιτία που πειράζομαι και σπρώχνομαι στην αμαρτία». Τέτοια βλασφημία ποτέ να μην τη βάλει κανείς στον νου του. Διότι είναι απολύτως αδύνατον να μπει ποτέ ο Θεός σε πειρασμό από κάτι κακό και πονηρό˙ και συνεπώς είναι απολύτως αδύνατον  και να προκαλέσει πειρασμό αμαρτίας σε κανέναν)»], επειδή, βλέποντας την ορατή ανθρώπινη φύση του σαρκωμένου Θεού, θεώρησε ότι είχε απέναντί του έναν δεύτερο Αδάμ [ πρβ. Α΄ Κορ. 15,45–47: «Οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ᾿Αδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος ᾿Αδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν· ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν. ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ (:Έτσι είναι γραμμένο και στη Γένεση: «Έγινε ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, εμψυχωμένος με ψυχή ζωντανή, που δίνει ζωή και στο σώμα». Ο έσχατος Αδάμ, ο Κύριος δηλαδή, ο Οποίος δέχθηκε όλη την παρουσία και κατοίκηση του Αγίου Πνεύματος, υπήρξε γεμάτος Πνεύμα, που μεταδίδει ζωή πνευματική. Αλλά δεν έγινε πρώτα το πνευματικό σώμα, αλλά το φυσικό, στο οποίο κυριαρχούν οι κατώτερες δυνάμεις της ψυχής. Έπειτα έγινε το πνευματικό σώμα, που κυβερνάται από τις ανώτερες δυνάμεις της ψυχής, οι οποίες εξαγιάζονται από το Άγιο Πνεύμα. Ο πρώτος άνθρωπος πλάσθηκε από τη γη, χωματένιος. Ο δεύτερος άνθρωπος είναι ο Κύριος, ο Οποίος κατέβηκε από τον ουρανό και μαζί με την θεία Του φύση προσέλαβε και την ανθρώπινη)»] και πίστεψε ότι θα κατόρθωνε να καταβάλει και να νικήσει στην πάλη και αυτόν. Γιατί αγνοούσε ότι, καθώς ορμούσε εναντίον της ανθρώπινης φύσης που έβλεπε στον Χριστό, θα έπεφτε πάνω στη θεότητά Του, την οποία δεν είχε διακρίνει. Τι το παράξενο λοιπόν, ύστερα από όλα αυτά, αν ο διάβολος επιχειρεί και μέσω του Κυπριανού να προσβάλει την αγία ψυχή της παρθένου και να παραβιάσει το σώμα της, που ως τότε είχε παραμείνει ανέγγιχτο;

  Ι’. Ο Κυπριανός, λοιπόν, προχωρούσε στην απόπειρά του και, για να μεσολαβήσει στην αποπλάνηση της παρθένου, χρησιμοποιεί ως προαγωγό όχι κάποια ηλικιωμένη γυναίκα έμπειρη σε τέτοιου είδους ερωτικές μεσολαβήσεις, αλλά κάποιον από τους δαίμονες που αγαπούν τα σαρκικά πάθη και στις ηδονές. Γιατί οι δαιμονικές δυνάμεις, που έχουν αποστατήσει από τον Θεό και είναι γεμάτες φθόνο, είναι πάντοτε πρόθυμες να υπηρετήσουν τέτοιες πράξεις, αφού επιζητούν να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους συμμέτοχους στη δική τους πτώση. Και ποια ήταν η αμοιβή της προαγωγίας; Θυσίες και σπονδές, αίμα και κνίσα, μέσα για να συνάψουν οικειότητα μαζί του. Γιατί τέτοιες αμοιβές ταίριαζαν σε εκείνους που προσφέρουν τέτοιου είδους (αισχρές) υπηρεσίες.

      Εκείνη, όμως, μόλις αισθάνθηκε την παρουσία του κακού και διέκρινε την δόλια επιβουλή εναντίον της —γιατί οι ψυχές που είναι καθαρές και θεόμορφες έχουν μεγαλύτερη οξύτητα στο να εντοπίζουν εκείνον που ενεργεί πίσω από το κακό, όσο επιτήδειος στα τεχνάσματα και πολυμήχανος κι αν είναι στον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί—, τι κάνει τότε; Ποιο αντίμετρο επινοεί για να αντιμετωπίσει εκείνον που μηχανεύεται την κακία; Αφού έπαψε να ελπίζει σε οποιαδήποτε άλλη βοήθεια, καταφεύγει στον Θεό και, για να αντιμετωπίσει τον απεχθή ερωτικό πόθο που στρέφεται εναντίον της, παίρνει ως προστάτη τον ίδιο τον Χριστό, τον δικό της Νυμφίο.

     Αυτόν που έσωσε τη Σωσάννα από τους μοχθηρούς πρεσβυτέρους[Δανιήλ 13,8, 44,62] και διέσωσε την Θέκλα από τον τυραννικό μνηστήρα της και από την ακόμη πιο τυραννική μητέρα της. Ποιον; Τον Χριστό: Εκείνον που με την εξουσία Του επιτιμά τα δαιμονικά πνεύματα, απαλλάσσει από το βάρος της αμαρτίας όσους βαπτίζονται, διασχίζει πεζός επάνω στο πέλαγος και παραδίδει στον βυθό ακόμη και ολόκληρη λεγεώνα δαιμονικών πνευμάτων. Και σώζει από τον λάκκο τον δίκαιο Δανιήλ, που είχε παραδοθεί στους λέοντες για να γίνει τροφή τους, αλλά τους νίκησε υψώνοντας τα χέρια του σε προσευχή[Δανιήλ 6, 16-23]· σώζει επίσης τον Ιωνά, τον προφήτη που είχε τραπεί σε φυγή και τον είχε καταπιεί το κήτος, αλλά ακόμη και μέσα στα σπλάχνα του διαφύλαξε την πίστη του στον Θεό. Σώζει ακόμη τους τρεις Παίδες μέσα στη φλόγα της καμίνου στη Βαβυλώνα, καθώς με την παρουσία αγγέλου μεταβάλλει την φωτιά σε δροσιά και προσθέτει δίπλα στους τρεις έναν τέταρτο, που βαδίζει μαζί τους μέσα στις φλόγες[Δαν. 3,24-25: «Καὶ Ναβουχοδονόσορ ἤκουσεν ὑμνούντων αὐτῶν καὶ ἐθαύμασε καὶ ἐξανέστη ἐν σπουδῇ καὶ εἶπε τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ· οὐχὶ ἄνδρας τρεῖς ἐβάλομεν εἰς τὸ μέσον τοῦ πυρὸς πεπεδημένους; Καὶ εἶπον τῷ βασιλεῖ· ἀληθῶς, βασιλεῦ. Καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς· ἰδοὺ ἐγὼ ὁρῶ ἄνδρας τέσσαρας λελυμένους καὶ περιπατοῦντας ἐν μέσῳ τοῦ πυρός, καὶ διαφθορὰ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς, καὶ ἡ ὅρασις τοῦ τετάρτου ὁμοία υἱῷ Θεοῦ (:Ο Ναβουχοδονόσορ άκουσε τους τρεις νέους να υμνούν τον Θεό και έμεινε εκστατικός, γεμάτος θαυμασμό και απορία. Αναπήδησε ξαφνικά από τον θρόνο του και ρώτησε τους συμβούλους του: «Τρεις άνδρες δεν ρίξαμε δεμένους στο κέντρο της φωτιάς, μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι;» Κι αυτοί αποκρίθηκαν στον βασιλιά: «Ασφαλώς, βασιλιά».«Μα εγώ», είπε ο βασιλιάς, «βλέπω τέσσερις άνδρες να περπατούν λυμένοι μέσα στη φωτιά, τελείως ανέπαφοι από τη φωτιά, χωρίς να έχουν πάθει το παραμικρό! Και μάλιστα η όψη του τέταρτου μοιάζει με άγγελο του Θεού»!)»].

    Ενώ επικαλείται αυτά και ακόμη περισσότερα θαυμαστά παραδείγματα της σωστικής δύναμης του Χριστού και παρακαλεί θερμά την Παρθένο Μαρία να προστρέξει σε βοήθεια μιας παρθένου που διατρέχει κίνδυνο, χρησιμοποιεί ως θεραπευτικό μέσο τη νηστεία και τον ύπνο πάνω στο έδαφος. Με τη νηστεία και τη σωματική άσκηση επιδιώκει, από τη μια, να μαράνει την ομορφιά της, που έχει γίνει αφορμή επιβουλής εναντίον της, ώστε να στερήσει από τη φλόγα του ερωτικού πόθου την καύσιμη ύλη της και να εξαντλήσει ό,τι τροφοδοτεί τα πάθη· συγχρόνως, από την άλλη, επιζητεί το έλεος του Θεού με την πίστη και την ταπείνωσή της [Ψαλμός 33,19: «Ἐγγὺς Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τὴν καρδίαν καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῷ πνεύματι σώσει (:Ο Κύριος είναι κοντά σε εκείνους που η καρδιά τους έχει συντριβεί από τις θλίψεις, τις οποίες υπομένουν καρτερικά. Και θα σώσει τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους που έχουν ταπεινωθεί από τις δοκιμασίες της ζωής)»]. Γιατί κανένα άλλο μέσο δεν αποτελεί τόσο ισχυρή έκφραση λατρείας προς τον Θεό όσο η εκούσια ασκητική κακοπάθεια, ενώ στα δάκρυα της προσευχής και της ταπείνωσης Εκείνος ανταποκρίνεται με τη φιλανθρωπία Του.

     Γνωρίζω ότι επιθυμείτε έντονα να μάθετε την συνέχεια της διήγησης. Αγωνιάτε για την τύχη της παρθένου, αλλά όχι λιγότερο και για την τύχη του Κυπριανού, που την ερωτεύτηκε, επειδή φοβάστε μήπως ο πόθος του οδήγησε και τους δύο σε κάποια ολέθρια κατάληξη. Μη φοβάστε, όμως, για την έκβαση της διήγησης· αλλά έχετε θάρρος. Γιατί ο ερωτικός πόθος γίνεται τελικά η αφορμή που τον οδηγεί στην πίστη· και ενώ ως εραστής επιδιώκει να πάρει την παρθένο ως μνηστή του, τελικά μνηστεύεται ο ίδιος από τον Χριστό. Έτσι η φλόγα των εμπαθών επιθυμιών σβήνει και ανάβει μέσα του η φλόγα της αλήθειας. Πώς συμβαίνει, όμως, αυτή η ανατροπή και με ποιον τρόπο πραγματοποιείται; Εδώ ακριβώς βρίσκεται, για μένα, το πιο ευχάριστο σημείο ολόκληρης της διήγησης: η παρθένος βγαίνει νικήτρια και ο δαίμονας ηττάται.

    Ο δαίμονας, ο πειραστής, επιστρέφει στον Κυπριανό, τον εραστή της παρθένου, και του γνωστοποιεί ότι ηττήθηκε· ο Κυπριανός τότε τον περιφρονεί. Εκείνος αγανακτεί επειδή περιφρονήθηκε και αποφασίζει να εκδικηθεί αυτόν που τον αντιμετώπισε με τέτοια περιφρόνηση. Και με ποιον τρόπο τον εκδικείται; Ο δαίμονας εισέρχεται και εγκαθίσταται μέσα στον ίδιο τον Κυπριανό, που μέχρι τότε ήταν υπηρέτης και λάτρης του· έτσι, κατά παράδοξο τρόπο, το νέο κακό γίνεται αφορμή να εκδιωχθεί το προηγούμενο και η μία λυσσώδης μανία καταλήγει να γίνει θεραπεία της άλλης. Από την παρθένο ο δαίμονας αποκρούεται, όπως μια πολιορκητική μηχανή που χτυπά πάνω σε ισχυρό και ανθεκτικό τείχος· ο λόγος της πίστης και η προσευχή της τον αναγκάζουν να τραπεί σε φυγή. Τότε, όμως, στρέφεται εναντίον εκείνου που τον είχε στείλει και παλεύει μαζί του —ω, τι θαυμαστή ανατροπή!—: γυρίζει πίσω εναντίον του ίδιου του Κυπριανού, που τον είχε εξαπολύσει, και τον καταπιέζει ασφυκτικά σαν έναν δεύτερο Σαούλ[Α΄ Βασιλειών 16,14: «Καὶ Πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπὸ Σαούλ, καὶ ἔπνιγεν αὐτὸν πνεῦμα πονηρὸν παρὰ Κυρίου(:Στο μεταξύ το Πνεύμα του Κυρίου είχε φύγει από τον Σαούλ και, κατά παραχώρηση Θεού, τον κυρίευσε και τον βασάνιζε ένα πονηρό πνεύμα)»].

     Τι κάνει, λοιπόν, ο Κυπριανός, που ως εραστής είχε φερθεί ασύνετα, τώρα όμως, καθώς βασανίζεται από το πονηρό πνεύμα, αρχίζει να σκέφτεται συνετά; Αναζητεί τον τρόπο να λυτρωθεί από το κακό και τον βρίσκει· γιατί η πίεση κάνει τον άνθρωπο επινοητικό και τον οδηγεί να αναζητήσει διέξοδο. Ποια διέξοδο βρίσκει; Καταφεύγει στον Θεό στον Οποίο πιστεύει η παρθένος, όπως ο Σαούλ αναζητούσε ανακούφιση από το πονηρό πνεύμα στην κινύρα του Δαβίδ και στους ήχους που εκείνος έβγαζε από αυτήν. Προσέρχεται στον πνευματικό Ποιμένα της παρθένου και καθαρίζεται: όπως η οδυνηρή δαιμονική προσβολή τον απάλλαξε από τον εμπαθή ερωτικό πόθο, έτσι τώρα η πίστη του στον Χριστό τον απαλλάσσει από το πονηρό πνεύμα. Ο πόθος του, όμως, δεν αφανίζεται· μεταφέρεται πλέον προς άλλη κατεύθυνση.

    Για πολύ καιρό οι Χριστιανοί δυσπιστούσαν ως προς τη μεταστροφή του και τον απέπεμπαν· τους φαινόταν τόσο αδιανόητο, ώστε τους προκαλούσε κατάπληξη, το να  συγκαταλεχθεί ο Κυπριανός κάποτε ανάμεσά τους · θα μπορούσαν να το πιστέψουν για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, όχι όμως εύκολα για εκείνον. Παρά την δυσπιστία με την οποία τον αντιμετωπίζουν, ο Κυπριανός τελικά μεταστρέφεται πραγματικά· και προσφέρει μια ολοφάνερη, έμπρακτη απόδειξη της εσωτερικής του αλλαγής: φέρνει δημόσια ενώπιον όλων τα βιβλία με τα οποία ασκούσε τη μαγική του τέχνη, αποκηρύσσοντας έτσι έμπρακτα το παρελθόν του. Εκθέτει δημόσια την ανικανότητα του ολέθριου θησαυρού της μαγικής του τέχνης και διακηρύσσει την ανοησία και τη ματαιότητά της· καίει τα ίδια τα βιβλία, υψώνοντας από αυτά λαμπρή φλόγα [ πρβ.Πράξεις 19,19: «Ἱκανοὶ δὲ τῶν τὰ περίεργα πραξάντων, συνενέγκαντες τὰς βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ συνεψήφισαν τὰς τιμὰς αὐτῶν, καὶ εὗρον ἀργυρίου μυριάδας πέντε(:Αρκετοί μάλιστα απ’ αυτούς που είχαν ασχοληθεί με τις μαγικές τέχνες, έφερναν μαζί τους τα μαγικά βιβλία και τα έκαιγαν μπροστά σε όλους. Υπολόγισαν την αξία των βιβλίων αυτών που κάηκαν και βρήκαν ότι το συνολικό ποσό έφθανε τα πενήντα χιλιάδες ασημένια νομίσματα)»], και παραδίδει στη φωτιά τη μακροχρόνια πλάνη του, η οποία, παρά την υποτιθέμενη δύναμή της, δεν είχε κατορθώσει να τον βοηθήσει ούτε απέναντι σε μία μόνο σαρκική ερωτική φλόγα. Αποκόπτεται από τους δαίμονες και γίνεται πλέον οικείος του Θεού. Ω, πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της θείας χάρης! Γιατί ακόμη και ο πονηρός ερωτικός πόθος και το πονηρό πνεύμα γίνονται, μέσα από την ανατροπή που προκαλεί η χάρη, αφορμή τον Θεό τελικά να βρει.

    Γίνεται πλέον ιερό πρόβατο της ιερής ποίμνης του Χριστού· και μάλιστα, όπως εγώ άκουσα από κάποιον, ο Κυπριανός παρακάλεσε επίμονα να του επιτραπεί να υπηρετήσει ακόμη και ως νεωκόρος, ώστε μέσα από αυτή την ταπεινή διακονία να ασκηθεί έμπρακτα στην ταπεινοφροσύνη και να καθαρθεί από την αλαζονεία της προηγούμενης ζωής του. Στη συνέχεια, από απλό μέλος της ποίμνης και ταπεινό υπηρέτη της Εκκλησίας, γίνεται ο ίδιος ποιμένας, και μάλιστα αναδεικνύεται εξαιρετικός και απολύτως δοκιμασμένος ανάμεσα στους ποιμένες. Γιατί η πνευματική του ποιμαντορία δεν περιορίζεται μόνο στην Εκκλησία της Καρχηδόνας, ούτε στην Αφρική, που έγινε ξακουστή χάρη σ᾽ εκείνον και παραμένει έτσι μέχρι σήμερα· απλώνεται σε ολόκληρη τη Δύση και σχεδόν στην ίδια την Ανατολή, προς τον Νότο και τον Βορρά, παντού όπου έφτασε η θαυμαστή φήμη του. Έτσι ο Κυπριανός, εγκαταλείποντας οριστικά την προηγούμενη ζωή του, γίνεται πλέον ένας από εμάς, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού.

    Αυτά τα έκανε ο Θεός των σημείων και των θαυμάτων· ο ίδιος Θεός που, μέσα από την κακοβουλία των αδελφών του[Γένεσις 37,28: «Καὶ παρεπορεύοντο οἱ ἄνθρωποι οἱ Μαδιηναῖοι ἔμποροι, καὶ ἐξείλκυσαν καὶ ἀνεβίβασαν τὸν Ἰωσὴφ ἐκ τοῦ λάκκου· καὶ ἀπέδοντο τὸν Ἰωσὴφ τοῖς Ἰσμαηλίταις εἴκοσι χρυσῶν. Καὶ κατήγαγον τὸν Ἰωσὴφ εἰς Αἴγυπτον (:Όταν πέρασαν από μπροστά τους οι Μαδιανίτες έμποροι, οι αδελφοί του Ιωσήφ τον ανέβασαν από τον λάκκο που τον είχαν ρίξει, και τον πούλησαν ως δούλο στους Ισμαηλίτες για είκοσι χρυσά νομίσματα. Και οι έμποροι μετέφεραν στην Αίγυπτο τον Ιωσήφ, τον οποίο αγόρασαν, για να τον πουλήσουν κι αυτοί έπειτα εκεί ως δούλο)»], οδήγησε τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο πουλημένο ως δούλο, δοκίμασε την αρετή του με τον πειρασμό της γυναίκας του Πετεφρή, τον ανέδειξε μέσω της διαχείρισης των σιτηρών και του χάρισε σοφία στην ερμηνεία των ονείρων, ώστε σε ξένη χώρα να του εμπιστευθούν μεγάλη εξουσία, να τιμηθεί από τον Φαραώ και, σώζοντας αναρίθμητους ανθρώπους από την πείνα, να γίνει γι’ αυτούς σαν πατέρας.

      Για χάρη αυτών των αναρίθμητων απογόνων του Ισραήλ η Αίγυπτος πλήττεται με τις πληγές[Έξοδος, κεφάλαια 7–12] η Ερυθρά Θάλασσα ανοίγεται για να περάσουν[Έξοδος Κεφάλαιο 14], άρτο βρέχει από τον ουρανό στην έρημο [Έξοδος 16,4 «Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἰδοὺ ἐγὼ ὕω ὑμῖν ἄρτους ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐξελεύσεται ὁ λαός, καὶ συλλέξουσι τὸ τῆς ἡμέρας εἰς ἡμέραν (:Είπε τότε ο Κύριος στον Μωυσή: «Εγώ θα στείλω σαν βροχή ψωμιά από τον ουρανό. Κάθε μέρα οι Ισραηλίτες θα βγαίνουν από τις σκηνές τους και θα μαζεύουν όση ποσότητα χρειάζονται για την κάθε μέρα. Θέλω έτσι να τους βάλω σε δοκιμασία, για να φανεί πόσο είναι πρόθυμοι ή όχι να ζουν σύμφωνα με τον νόμο μου)»], ο ήλιος σταματά [Ιησ. Ναυή 10,12–14: «Τότε ἐλάλησεν Ἰησοῦς πρὸς Κύριον, ᾗ ἡμέρᾳ παρέδωκεν ὁ Θεὸς τὸν Ἀμορραῖον ὑποχείριον Ἰσραήλ, ἡνίκα συνέτριψεν αὐτοὺς ἐν Γαβαὼν καὶ συνετρίβησαν ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ εἶπεν Ἰησοῦς· στήτω ὁ ἥλιος κατὰ Γαβαὼν καὶ ἡ σελήνη κατὰ φάραγγα Αἰλών.Καὶ ἔστη ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἐν στάσει, ἕως ἠμύνατο ὁ Θεὸς τοὺς ἐχθροὺς αὐτῶν. καὶ ἔστη ὁ ἥλιος κατὰ μέσον τοῦ οὐρανοῦ, οὐ προεπορεύετο εἰς δυσμὰς εἰς τέλος ἡμέρας μιᾶς.Καὶ οὐκ ἐγένετο ἡμέρα τοιαύτη οὐδὲ τὸ πρότερον οὐδὲ τὸ ἔσχατον, ὥστε ἐπακοῦσαι Θεὸν ἀνθρώπου, ὅτι Κύριος συνεξεπολέμησε τῷ Ἰσραήλ (:Την ημέρα που ο Θεός είχε παραδώσει τους Αμορραίους στα χέρια των Ισραηλιτών, τότε που ο Ιησούς του Ναυή τούς συνέτριψε στη Γαβαών και οι εχθροί εξολοθρεύθηκαν και μόνο με την εμφάνιση των Ισραηλιτών, ο Ιησούς προσευχήθηκε στον Κύριο και κραύγασε: «Ας σταθεί ο ήλιος ακίνητος, πάνω από την Γαβαών και το φεγγάρι πάνω από την κοιλάδα της Αιλών». Και το πρωτοφανές και μοναδικό θαύμα έγινε! Στάθηκε ο ήλιος ακίνητος και το φεγγάρι έμεινε ακίνητο, μέχρι που ο Θεός απέκρουσε όλους τους εχθρούς τους. Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε ακίνητος στο κέντρο του ουρανού· δεν προχωρούσε προς τη δύση επί μία ολόκληρη μέρα! Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε τέτοια θαυμαστή μέρα, ούτε στο απώτερο παρελθόν, ούτε στο πρόσφατο· δεν υπήρξε τέτοια μέρα, που να ακούσει ο Θεός μια τέτοια ικεσία ανθρώπου και να μείνουν ακίνητοι ο ήλιος και το φεγγάρι, και να παραταθεί η ημέρα! Το θαυμαστό και πρωτοφανές αυτό γεγονός συνέβη μόνο τότε! Διότι ο Κύριος πολεμούσε μαζί με τους Ισραηλίτες εναντίον των εχθρών τους)»] και τελικά η Γη της Επαγγελίας τούς παραδίδεται ως κληρονομιά. Γιατί η θεία σοφία γνωρίζει να προετοιμάζει από πολύ νωρίς τις προϋποθέσεις των μεγάλων έργων και να χρησιμοποιεί ακόμη και γεγονότα που φαίνονται να οδηγούν προς το κακό, για να πραγματοποιεί μέσα από αυτά το αντίθετο, αγαθό αποτέλεσμα, ώστε η θαυμαστή οικονομία της να προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό.

    Ακόμη και όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ για τα χαρίσματα και τα κατορθώματα του Κυπριανού θα ήταν από μόνα τους αρκετά για να συγκροτήσουν ένα απολύτως πλήρες εγκώμιό του. Όσα, όμως, απομένουν ακόμη να ειπωθούν για τον Κυπριανό είναι και τόσο πολλά και τόσο σπουδαία, ώστε, ακόμη κι αν κανένα από όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα δεν μπορούσε να προσμετρηθεί στον έπαινό του, τα κατορθώματα που ακολουθούν θα αρκούσαν από μόνα τους για να τον αναδείξουν ανώτερο από όλους. Για να αναφέρω, λοιπόν, συνοπτικά όσα μεσολαβούν: την περιφρόνηση των χρημάτων και των υλικών αγαθών, την εξάλειψη της προηγούμενης έπαρσής του, την ασκητική πειθάρχηση του σώματός του και τη νέα καθαρότητα της ζωής του, που στάθηκε αντίπαλη στις παλαιότερες άτακτες ορμές του· την ασκητική λιτότητα που χαρακτήριζε την ενδυμασία του και την ισορροπία στις σχέσεις του με τους ανθρώπους, όπου συνδύαζε την αξιοπρέπεια με τη φιλανθρωπία και την προσηνότητα, απέχοντας εξίσου από την ευτέλεια και την υπεροπτική αυθάδεια· τον ασκητικό ύπνο κατά γης και τις αγρυπνίες· και παρόλο που είχε γνωρίσει και αρχίσει σχετικά αργά αυτού του είδους την άσκηση, έφτασε να ξεπερνά κατά πολύ εκείνους που είχαν ασκηθεί σε αυτήν πριν από αυτόν· τον μεγάλο ζήλο του για τον διδακτικό και συγγραφικό λόγο, με τον οποίο καλλιέργησε το ήθος των ανθρώπων, απομάκρυνε την άγνοια και την πλάνη γύρω από τα δόγματα και διαμόρφωσε προς το καλύτερο τον τρόπο της ζωής τους.

     Και επανέφερε στην αρχαία ορθόδοξη πίστη την διδασκαλία για την θεότητα της κυρίαρχης και βασιλικής Τριάδας, την οποία άλλοι διαιρούσαν χωρίζοντας τη μία θεότητα, ενώ άλλοι την συνέχεαν καταργώντας την διάκριση των Προσώπων· ο ίδιος παρέμεινε μέσα στα όρια της ευσεβούς διδασκαλίας, διαφυλάσσοντας συγχρόνως την ενότητα της θεότητας και την διάκριση και συναρίθμηση των τριών Προσώπων. Για να συγκεφαλαιώσω, λοιπόν, όσα απομένουν, ώστε ο λόγος να μην ξεπεράσει το μέτρο, θα ακολουθήσω πλέον την πορεία της ζωής του ως το τέλος της και, μαζί με το τέλος της ζωής του, θα οδηγήσω στο τέλος και τον εγκωμιαστικό μου λόγο.

  ΙΔ΄  Μαινόταν εναντίον μας ο Δέκιος και μηχανευόταν κάθε λογής βασανιστήρια· από τα δεινά του διωγμού άλλα είχαν ήδη ξεσπάσει, ενώ άλλα επρόκειτο ακόμη να ακολουθήσουν. Θεωρούσε εξίσου σπουδαίο κατόρθωμα να καταβάλει τους Χριστιανούς και να ξεπεράσει σε σκληρότητα και αποτελεσματικότητα τους διώκτες που είχαν προηγηθεί· ή, για να το πούμε ακριβέστερα, θεωρούσε ισάξιο θρίαμβο να καταβάλει όλους τους Χριστιανούς με το να καταβάλει μόνο τον Κυπριανό και να τον αναγκάσει να υποκύψει στην θέλησή του. Γιατί, όσο περισσότερο γνώριζε ότι ο Κυπριανός υπερείχε ανάμεσα στους Χριστιανούς για την ευσέβεια και τη μεγάλη φήμη του, τόσο πιο περίβλεπτη και λαμπρή θα ήταν στα μάτια του η δική του νίκη, αν κατόρθωνε να επικρατήσει ενός τέτοιου άνδρα. Γιατί, αν κατατρόπωνε τους πολλούς, θα επικρατούσε μόνο απέναντι στους Χριστιανούς· αν, όμως, κατόρθωνε να καταβάλει τον Κυπριανό, θα φαινόταν ότι είχε νικήσει μαζί του και την ίδια τη χριστιανική σοφία και τη δύναμη του λόγου. Γι᾽ αυτό θεωρούσε άριστη στρατηγική τακτική να εξουδετερώσει πρώτα τη γλώσσα που δίδασκε και κατόπιν να καταστήσει άφωνους και χωρίς λόγο όλους εκείνους που στηρίζονταν σε αυτήν.

    Βέβαια, ο Δέκιος, κάνοντας αυτές τις σκέψεις, δεν σκεφτόταν ούτε ορθά ούτε με ευσέβεια· η στρατηγική του, όμως, δεν ήταν εντελώς ασυλλόγιστη, αν κριθεί με βάση τη δική του επιδίωξη και το σχέδιο που επιχειρούσε να πραγματοποιήσει. Και αυτό το επιβεβαίωσαν τα ίδια τα γεγονότα. Γιατί, αφού με ανδρεία και γενναιότητα απέκρουσε ο Κυπριανός κάθε επίθεση και κάθε δοκιμασία του διωγμού, αποτινάζοντάς τες όπως ένας ακλόνητος παράκτιος βράχος αποκρούει τις ορμητικές επιθέσεις των κυμάτων, στο τέλος ο Δέκιος τον καταδίκασε σε εξορία. Ο γενναίος Κυπριανός δεν αρκέστηκε στο ότι ο ίδιος είχε διαφύγει τον άμεσο κίνδυνο, ούτε επαναπαυόταν και ένιωθε ικανοποιημένος επειδή εξασφάλιζε την δική του σωτηρία· γιατί δεν έβλεπε την ατιμωτική απομάκρυνση μόνο ως ασφάλεια του σώματος, αλλά θεωρούσε την αδρανή πνευματική ησυχία κίνδυνο για την ψυχή του, αφού αυτή θα σήμαινε ότι άφηνε τους άλλους να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τον κίνδυνο της κρίσιμης εκείνης περίστασης, χωρίς τον πνευματικό τους προπονητή, εκείνον που τους προετοίμαζε και τους εμψύχωνε για τον αγώνα.

    Γιατί δεν είναι καθόλου μικρή η δύναμη του λόγου, όταν μπορεί να προσθέτει θάρρος και ανδρεία σε εκείνους που, σαν αθλητές, ετοιμάζονται να μπουν στον αγωνιστικό στίβο της αρετής [Α΄ Κορ. 9,24–25 : «Οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες πάντες μὲν τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; οὕτω τρέχετε, ἵνα καταλάβητε. πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον (:Σε στάδιο πνευματικών αγώνων βρισκόμαστε. Δεν γνωρίζετε ότι εκείνοι που παίρνουν μέρος στο αγώνισμα του δρόμου μέσα στο στάδιο, όλοι βέβαια τρέχουν, ένας όμως παίρνει το βραβείο; Να τρέχετε λοιπόν και εσείς και να αγωνίζεστε έτσι προσεκτικά και ακούραστα, για να κερδίσετε το βραβείο. Και καθένας που αγωνίζεται κάνει εγκράτεια σε όλα, ακόμα και στην τροφή και στο ποτό. Και εκείνοι βέβαια αγωνίζονται και κάνουν εγκράτεια για να πάρουν στεφάνι που φθείρεται· εμείς, όμως, αγωνιζόμαστε για άφθαρτο στεφάνι)»].

    Γι’ αυτό, μολονότι με το σώμα ήταν μακριά εξαιτίας της εξορίας, με το πνεύμα παρέμενε κοντά τους και συμμετείχε στον αγώνα εκείνων που δοκιμάζονταν για την πίστη· και, αφού δεν μπορούσε πια να τους βοηθάει και να τους ενισχύσει με την φωνή του, τους βοηθούσε με τον γραπτό του λόγο. Με ποιον τρόπο; Μολονότι βρίσκεται στην εξορία, γίνεται από μακριά πνευματικός προπονητής των αγωνιστών, συντάσσοντας προτρεπτικούς λόγους και μεταφέροντας σε γραπτό λόγο την χριστιανική διδασκαλία της ευσέβειας· και μόνος εκείνος, με τη δύναμη των επιστολών του, ενισχύει σχεδόν περισσότερους πιστούς ώστε να φτάσουν στο μαρτύριο, απ’ όσους όλοι μαζί εκείνοι που βρίσκονταν αυτοπροσώπως κοντά στους Χριστιανούς που τότε δοκιμάζονταν. Γιατί με τις επιστολές του πείθει εκείνους που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για χάρη του αγαθού να μην θεωρούν ανώτερη από την αλήθεια και από τα έπαθλα της αρετής που τους περιμένουν στον ουρανό ούτε την επίγεια πατρίδα, ούτε την καταγωγή, ούτε την περιουσία, ούτε την εξουσία, ούτε κανένα άλλο επίγειο αγαθό.

    Και τους διδάσκει ότι αυτή είναι η καλύτερη δυνατή συναλλαγή: προσφέροντας κανείς το λίγο αίμα της πρόσκαιρης ζωής του να αποκτήσει τη Βασιλεία των Ουρανών και, εγκαταλείποντας τα προσωρινά επίγεια αγαθά, να λάβει ως αντάλλαγμα αιώνια δόξα [Ἀποκ. 2,10 : «Μηδὲν φοβοῦ ἃ μέλλεις παθεῖν. ἰδοὺ δὴ μέλλει βαλεῖν ὁ διάβολος ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν ἡμέρας δέκα. γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς(:Μη φοβάσαι καθόλου γι’ αυτά που πρόκειται να πάθεις. Ιδού ο σατανάς πρόκειται να ρίξει μερικούς από σας στη φυλακή για να δοκιμασθείτε. Και θα έχετε θλίψη δέκα ημερών, δηλαδή σύντομη και όχι μεγάλη. Φρόντιζε να γίνεσαι και να μένεις πιστός, αποφασισμένος να υποστείς ακόμα και θάνατο για την πίστη σου αυτή. Και θα σου δώσω την αιώνια ζωή ως στεφάνι των αγώνων σου)»].

    Γιατί για όσους έχουν στραμμένο το φρόνημά τους στα υψηλά μία μόνο αληθινή πατρίδα υπάρχει: η νοητή, η ουράνια Ιερουσαλήμ [Γαλ. 4,26 : «Ἡ δὲ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν (:Η δε επουράνια Ιερουσαλήμ είναι ελεύθερη˙ είναι η θριαμβεύουσα Εκκλησία, που βρίσκεται στους ουρανούς, και η στρατευομένη, που είναι βέβαια επίγεια, αλλά καταλήγει στους ουρανούς. Αυτή είναι η μητέρα όλων μας, όλων των Χριστιανών)»]· όχι οι επίγειες πατρίδες, που είναι χωρισμένες εδώ κάτω με περιορισμένα σύνορα και των οποίων οι κάτοικοι διαρκώς αλλάζουν και διαδέχονται ο ένας τον άλλο [Εβρ. 13,14 : «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν (:Μη διστάζετε να χωρισθείτε από το ιουδαϊκό κέντρο κι από τον κόσμο. Διότι δεν έχουμε εδώ μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη, αλλά με πόθο πολύ ζητούμε τη μελλοντική, την ουράνια Ιερουσαλήμ)»].

     Και μία μόνο είναι η αληθινή ευγένεια και λαμπρότητα της καταγωγής: η διατήρηση της θείας εικόνας που φέρει ο άνθρωπος και η πορεία προς την ομοίωση με το Αρχέτυπο, τον Θεό[Γέν. 1,26 : «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν (:Και είπε ο Θεός Πατήρ στα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, τον μονογενή Υιό Του και το Άγιο Πνεύμα: «Ας κάνουμε ένα μεγάλο και θαυμαστό δημιούργημα, το τιμιότερο απ’ όλα τα ζωντανά δημιουργήματα, για το οποίο δημιουργήθηκε ο ουρανός, η γη, η θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν μέσα στο σύμπαν· ας κάνουμε άνθρωπο, άνδρα και γυναίκα, κι ας τον τιμήσουμε δίνοντάς του τα δικά μας έξοχα χαρίσματα και χαρακτηριστικά· ας του δώσουμε ψυχή λογική και αθάνατη, ελεύθερη βούληση, ικανότητα γνωστική και δημιουργική και εξουσία σ’ όλο τον ορατό κόσμο· κι ας τον κάνουμε έτσι, ώστε να μπορεί, εάν θέλει, να γίνει όμοιος με μας στην αρετή και την αγιότητα, όσο είναι δυνατόν)»], στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό για ανθρώπους που ζουν ακόμη δεσμευμένοι από τη σάρκα και μπορούν να δεχθούν μόνο μια μικρή απορροή του θείου Κάλλους. Και μία μόνο είναι η πραγματική δύναμη: η νίκη κατά του πονηρού και η διατήρηση της ψυχής απόρθητης και ανίκητης στους αγώνες για την πίστη, όταν συγκρούονται η κακία με την αρετή, ο παρών και φθαρτός κόσμος με τον αιώνιο που παραμένει σταθερός, ο σκληρός αντίπαλος που επιβάλλει τις δοκιμασίες με τους γενναίους αγωνιστές της πίστεως και, τελικά, ο Βελίαρ εναντίον του Χριστού παρατάσσεται.

    Γι’ αυτούς τους λόγους τούς παρακινούσε να περιφρονούν ακόμη και την απειλή των ξιφών, να αντιμετωπίζουν την φωτιά σαν να ήταν ψυχρή και τα αγριότερα θηρία σαν να ήταν ήμερα, να θεωρούν ακόμη και την πείνα ύψιστη απόλαυση και να μην αφήνουν τα δάκρυα, τους θρήνους και τους οδυρμούς των αγαπημένων τους να τους ανακόπτουν, επειδή στην ώρα του μαρτυρίου μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δολώματα του πονηρού και ως εμπόδια στην πορεία τους προς τον Θεό. Γιατί τέτοια στάση φανερώνει ψυχές με αληθινή ανδρεία και γενναιότητα, αλλά συγχρόνως και νου που κρίνει με σωφροσύνη.

      Και το παράδειγμα γι’ αυτά που διδάσκει δεν χρειάζεται να το αναζητήσουν μακριά: είναι ο ίδιος ο Κυπριανός, αυτός που τα λέει και τα γράφει, αφού ο ίδιος είχε θεωρήσει τα πάντα σκύβαλα, προκειμένου να κερδίσει τον Χριστό [Φιλ. 3,8 : «Ἀλλὰ μενοῦνγε καὶ ἡγοῦμαι πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου, δι᾽ ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω (:Κι όχι μόνο όταν δέχθηκα τον φωτισμό του Θεού τις πρώτες ημέρες της επιστροφής μου, αλλά και τώρα πραγματικά εξακολουθώ να τα θεωρώ όλα επιζήμια σε σχέση με το ασυγκρίτως ανώτερο αγαθό που απέκτησα, τη γνώση του Ιησού Χριστού του Κυρίου μου. Γι’ αυτόν όλα τα στερήθηκα και τα απέρριψα, για να Τον εγκολπωθώ ως σωτήρα μου. Και τα θεωρώ σκουπίδια, τιποτένια και άξια περιφρονήσεως, προκειμένου να κερδίσω τον Χριστό)»].

   ΙΕ’. Με τέτοιο, λοιπόν, φρόνημα ο Κυπριανός και προετοιμάζοντας με τους λόγους του τους πιστούς, σαν να τους εξόπλιζε για τον πνευματικό και μαρτυρικό αγώνα, ανέδειξε πολλούς αγωνιστές της πίστεως. Και ποια ανταμοιβή λαμβάνει για όλα όσα πρόσφερε; Πόσο πλούσια και γενναιόδωρη είναι η ανταμοιβή που του δίνεται! Ύστερα από όλους εκείνους που με τους λόγους και τις επιστολές του είχε προετοιμάσει και προπέμψει στον μαρτυρικό αγώνα, γίνεται τελικά και ο ίδιος μάρτυρας· αποκεφαλίζεται με ξίφος και με αυτό το μαρτυρικό τέλος θέτει την κορωνίδα στις πολλές δοκιμασίες που είχε ήδη υπομείνει. Έτσι οδηγείται και προσφέρεται στον Χριστό, έτσι μεταβαίνει και περνά πια κοντά στον Χριστό ο Κυπριανός: εκείνος που άλλοτε είχε διακριθεί στην ασέβεια, αλλά αναδείχθηκε ακόμη μεγαλύτερος στην ευσέβεια· εκείνος που από διώκτης έγινε στεφανωμένος νικητής και που είναι αξιοθαύμαστος για τη ριζική μεταβολή της ζωής του, όχι λιγότερο απ’ όσο για την αρετή στην οποία έφτασε. Γιατί δεν είναι τόσο μεγάλο επίτευγμα να διατηρήσει κανείς την αγαθή κατάσταση στην οποία ήδη βρίσκεται, όσο να πραγματοποιήσει μια ριζική αλλαγή και να εγκαινιάσει στη ζωή του μια νέα πορεία θεοσέβειας. Γιατί η διατήρηση του αγαθού μπορεί να προέρχεται από τη δύναμη της συνήθειας, ενώ η ριζική στροφή προς την θεοσέβεια προϋποθέτει ορθή κρίση και συνειδητή επιλογή· και το πρώτο είναι γνώρισμα πολλών ανθρώπων, ενώ για το δεύτερο υπάρχουν λίγα παραδείγματα.

    ΙΖ’. Αλλά πόσο θαυμαστό είναι και ένα ακόμη γεγονός που συνδέεται με εκείνον! Ας παραμείνουμε, λοιπόν, λίγο ακόμη στον λόγο μας και ας μην τον ολοκληρώσουμε ακόμη, για να προσφέρουμε και αυτή την τιμή στον μάρτυρα και αθλητή της πίστεως. Τέτοια, λοιπόν, υπήρξε ολόκληρη η πορεία της ζωής του και τέτοιος ο τρόπος με τον οποίο ολοκλήρωσε τον αγώνα του ως μάρτυρας. Όταν, λοιπόν, φτάνει στο τέλος του επίγειου βίου του —αν είναι θεμιτό να μιλήσουμε για «τέλος», αντί να ονομάσουμε αυτό που συνέβη αναχώρηση προς τον Θεό, εκπλήρωση του βαθύτερου πόθου του, λύτρωση από τα δεσμά της επίγειας κατάστασης ή απαλλαγή από το βάρος της [Β΄ Κορ. 5,8 : «Θαρροῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον (:Και είμαστε γεμάτοι θάρρος και επιθυμούμε πολύ να αναχωρήσουμε από το σώμα και να πάμε στον Κύριο, για να μείνουμε μόνιμα κοντά Του)»] —, συμβαίνει και τότε κάτι θαυμαστό, αντάξιο όλων όσων είχαν προηγηθεί. Η φήμη του Κυπριανού είχε εξαπλωθεί παντού, και μάλιστα όχι μόνο ανάμεσα στους Χριστιανούς αλλά ακόμη και ανάμεσα σε εκείνους που ανήκαν στην αντίθετη προς αυτούς πλευρά· γιατί το αληθινά καλό και ευγενές προκαλεί σε όλους τον ίδιο σεβασμό.

     Ενώ, λοιπόν, το όνομά του ήταν γνωστό παντού, το σώμα του παρέμενε κρυμμένο· το ιερό λείψανο, αυτός ο πολύτιμος θησαυρός, βρισκόταν στη φύλαξη μιας γυναίκας που ανήκε στις ιδιαίτερα ένθερμες στην πίστη και στην ευσέβεια, και αυτό συνεχίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν γνωρίζω αν ο Θεός επέτρεψε να συμβεί αυτό για να τιμήσει την φιλόθεη εκείνη γυναίκα, η οποία ακριβώς λόγω της αγάπης της προς τον Θεό ήταν τόσο αφοσιωμένη στον μάρτυρα, ή αν ήθελε με αυτήν την στέρηση να ασκήσει και να δοκιμάσει τον δικό μας πόθο, για να φανεί αν θα μπορούσαμε να υπομείνουμε την απώλεια και το να στερούμαστε τα άγια λείψανα του μάρτυρα.Επειδή, όμως, ο Θεός των μαρτύρων δεν θέλησε το λείψανο, που αποτελούσε κοινό αγαθό όλων των πιστών, να παραμείνει αποκλειστικό κτήμα ενός μόνο προσώπου, ούτε η ιδιαίτερη χάρη που είχε παραχωρήσει στην πρώτη γυναίκα να στερεί από το σύνολο των πιστών αυτό που τους ανήκε από κοινού, αποκαλύπτει πού βρίσκεται το σώμα και το καθιστά πλέον κοινό κτήμα, εμπιστευόμενος την τιμή αυτής της αποκάλυψης σε κάποια άλλη γυναίκα που ήταν άξια γι’ αυτήν.

   Και αυτή η τιμή δόθηκε σε γυναίκες, ώστε και αυτές να αγιαστούν με τη διακονία τους: όπως προηγουμένως γυναίκα αξιώθηκε να γεννήσει τον Χριστό και γυναίκες αξιώθηκαν μετά την Ανάστασή Του από τους νεκρούς να την γνωστοποιήσουν στους μαθητές [Ματθ. 28,8 : «Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἀπὸ τοῦ μνημείου μετὰ φόβου καὶ χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ (:Και οι γυναίκες, αφού βγήκαν γρήγορα από το μνημείο με φόβο εξαιτίας της αγγελικής οπτασία, αλλά και με χαρά μεγάλη εξαιτίας του χαρμόσυνου αγγέλματος, έτρεξαν να τα πουν όλα αυτά στους μαθητές)»], έτσι και τώρα, στην περίπτωση του Κυπριανού, η μία γυναίκα αξιώθηκε να υποδείξει μέσω της αποκάλυψης πού βρισκόταν το λείψανο και η άλλη, που το φύλαγε, να το παραδώσει ως κοινό αγαθό όλων.

    Αυτό ήταν το τελευταίο από τα θαυμαστά γεγονότα που συνδέθηκαν με εκείνον. Έτσι φανερώνεται σε όλους εκείνος που ήταν άξιος να μη μείνει στην αφάνεια· και, μολονότι ο ίδιος θα μπορούσε με το ασκητικό του φρόνημα να αδιαφορήσει ακόμη και για την απόκρυψη του λειψάνου του, δεν του επιτρέπεται να παραμείνει κρυμμένος, γιατί ο Κυπριανός ήταν πνευματικά ανώτερος ακόμη και από τις τιμές που αποδίδονται στα σώματα των αγίων.

   ΙΗ΄. Τόσα λοιπόν είναι όσα είχαμε εμείς να πούμε για τον μάρτυρα · και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσουμε περισσότερα. Γιατί, ακόμη κι αν παρατείναμε σε πολύ μεγαλύτερη έκταση τον εγκωμιαστικό μας λόγο, και πάλι δεν θα κατορθώναμε να πούμε κάτι πραγματικά αντάξιο ούτε των αρετών και των χαρισμάτων που κοσμούσαν τον Κυπριανό, ούτε της υψηλής αντίληψης που έχει σχηματίσει ο καθένας για την αξία του. Κι αυτά που διηγηθήκαμε διεξοδικά,  τα αναπτύξαμε μόνο όσο ήταν αναγκαίο για να εκπληρώσουμε το χρέος της τιμής που οφείλουμε στον Κυπριανό.

    Τα υπόλοιπα, όμως, πρέπει να τα προσθέσετε εσείς οι ίδιοι από όσα γνωρίζετε και έχετε βιώσει, ώστε να προσφέρετε κι εσείς την δική σας συμβολή στο εγκώμιο του μάρτυρα: την εκδίωξη των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών και την πρόγνωση των μελλοντικών γεγονότων. Όλα αυτά μπορεί να τα επιτελέσει ακόμη και η σκόνη των λειψάνων του Κυπριανού, όταν η προσέλευση σε αυτά συνοδεύεται από πίστη· και αυτό το γνωρίζουν από προσωπική εμπειρία όσοι έγιναν μάρτυρες της θαυματουργικής του δύναμης, μετέδωσαν την σχετική μαρτυρία μέχρι τη δική μας εποχή και θα την παραδώσουν με τη σειρά τους και στις γενιές που θα ακολουθήσουν.

 Μάλλον όμως, έχετε ήδη προσφέρει πράγματα ανώτερα από αυτά, εκείνα ακριβώς που αρμόζει να προσφέρουν όσοι τον τιμούν αληθινά: την άσκηση και εγκράτεια, με τις οποίες περιορίζονται οι απαιτήσεις του σώματος, την πνευματική ανάβαση της ψυχής, την απομάκρυνση από την κακία και την ολοένα μεγαλύτερη πρόοδο στην αρετή. Οι παρθένες την καθαρότητα μιας ζωής που επιδιώκει, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο, την ασώματη πολιτεία[[κυριολεκτικά: «απουσία σάρκας / ασώματη κατάσταση»· πρόκειται για την παρθενική και εγκρατή ζωή που προσεγγίζει, κατά το δυνατόν για τον άνθρωπο, τον τρόπο ζωής των ασώματων αγγελικών δυνάμεων]]· οι γυναίκες τον στολισμό που χαρίζει η αρετή περισσότερο από τον εξωτερικό στολισμό του σώματος· οι νέοι την ανδρεία στον αγώνα εναντίον των παθών· οι ηλικιωμένοι την συνετή κρίση· όσοι έχουν εξουσία την δίκαιη και εύτακτη άσκησή της· όσοι έχουν στρατιωτική διοίκηση την πραότητα και την απουσία σκληρότητας· όσοι υπηρετούν και καλλιεργούν τον λόγο, τον λόγο που είναι ορθός και συνετός.

  Ας πω και κάτι από τον δικό μας, τον εκκλησιαστικό χώρο: οι ιερείς την μυσταγωγική τους διακονία, ο λαός την πρόθυμη υπακοή, όσοι πενθούν, την ἐν Θεῷ παρηγοριά που αντλούν μέσα στο πένθος τους, όσοι ευημερούν, τον φόβο του Θεού, οι πλούσιοι το μοίρασμα των αγαθών τους και οι φτωχοί την ευχαριστία. Και όλοι μαζί, την κοινή παράταξη στον πνευματικό αγώνα εναντίον του πονηρού και σκληρού διώκτη [Εφ. 6,11–12 : «Ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις(:Ντυθείτε ολόκληρο τον οπλισμό με τον οποίο οπλίζει ο Θεός τους στρατιώτες του, για να μπορείτε να αντιστέκεστε στα πανούργα τεχνάσματα του διαβόλου. Διότι πραγματικά δεν έχουμε να παλέψουμε με αντιπάλους ίδιους με μας, με αίμα και σάρκα σαν τη δική μας˙ αλλά η πάλη και ο πόλεμός μας είναι με τις αρχές, τις εξουσίες, με τα διαβολικά αυτά τάγματα, με τους κοσμοκράτορες που εξουσιάζουν το πλήθος των ανθρώπων που είναι βυθισμένοι στο ηθικό σκοτάδι που επικρατεί στον κόσμο αυτό. Καλούμαστε να παλέψουμε με τα πνευματικά όντα που είναι γεμάτα πονηρία και κατοικούν ανάμεσα στη γη και στον ουρανό)»], ώστε να μην μπορεί να μας πλήττει όταν εμφανίζεται φανερά ούτε να μας τοξεύει όταν ενεργεί κρυφά [Εφ. 6,16 : «ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι (:Μαζί με όλα αυτά πάρτε επάνω σας και φορέστε ως θυρεό, δηλαδή στενόμακρη ασπίδα που θα σας σκεπάζει ολόκληρους, την πίστη, με την οποία θα μπορέσετε να σβήσετε όλους τους καυστικούς πειρασμούς του πονηρού που μοιάζουν με πύρινα βέλη)»], να μην μας πολεμά μέσα από το σκοτάδι της κακίας, ούτε να μας εξαπατά εμφανιζόμενος απατηλά σαν άγγελος φωτός [Β΄ Κορ. 11,14 : «καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός(:Και δεν είναι παράξενο αυτό, διότι και ο ίδιος ο σατανάς μετασχηματίζεται στην εξωτερική του μορφή σε άγγελο φωτός)»] και έτσι να μας παρασύρει ύπουλα προς το βάραθρο της απώλειας.

  ΙΘ΄. Είναι φοβερό να αιχμαλωτίζεται κανείς από όσα βλέπουν τα μάτια του, να τραυματίζεται από την κακή χρήση της γλώσσας του, να παγιδεύεται από όσα ακούει, να πυρπολείται εσωτερικά από τον θυμό που φουντώνει, να παρασύρεται από την απόλαυση της γεύσης, να παραδίδεται στην μαλθακότητα μέσω της αφής και έτσι τις ίδιες δυνάμεις που του δόθηκαν ως όπλα για την σωτηρία να τις μετατρέπει σε όπλα που οδηγούν στον θάνατο. Εκείνο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να οχυρωθούμε με την ασπίδα της πίστεως [ βλ. παραπάνω, Εφ. 6,16 : «ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι»] και να αντισταθούμε στις δόλιες μεθοδεύσεις του Πονηρού [Εφ. 6,11 : «Ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου(:Ντυθείτε ολόκληρο τον οπλισμό με τον οποίο οπλίζει ο Θεός τους στρατιώτες του, για να μπορείτε να αντιστέκεστε στα πανούργα τεχνάσματα του διαβόλου)»], ώστε, έχοντας συμμετάσχει στην νίκη του Χριστού και έχοντας αγωνιστεί στον ίδιο πνευματικό αγώνα με τους μάρτυρες, να αξιωθούμε να ακούσουμε εκείνη την μεγάλη φωνή: «Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν(: Ελάτε, εσείς που είστε ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομήστε την βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιωνόταν ο κόσμος)»[Ματθ.25,34]. Εκεί βρίσκεται η αιώνια κατοικία όλων όσοι ευφραίνονται και συμμετέχουν στον χορό τον ακατάλυτο, που ποτέ δεν διαλύεται και δεν παύει· εκεί ακούγεται ο ήχος της αδιάκοπης γιορτής και η φωνή της αγαλλίασης και εκεί προσφέρεται πληρέστερη μετοχή στη λάμψη της Θεότητας, την οποία τώρα απολαμβάνουμε μόνο ατελώς, μέσα από αινίγματα και σκιές.

     Με μια τέτοια ζωή και έναν τέτοιο πνευματικό αγώνα χαίρεται ο Κυπριανός να τιμάται περισσότερο παρά με όλες τις άλλες τιμές μαζί· γιατί αυτά, όσο βρισκόταν στη ζωή, δεν τα δίδασκε μόνο με λόγια, αλλά τα έκανε πράξη και φιλοσοφία της ίδιας του της ζωής, ενώ τώρα που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας εξακολουθεί να τα παραγγέλλει σε όλους μέσα από την δική μας φωνή. Μην περιφρονήσετε, λοιπόν, με κανέναν τρόπο αυτήν την φωνή μας, αν πράγματι σημαίνουν κάτι για σας η καρτερία του Κυπριανού, οι αγώνες που έδωσε για την αλήθεια, αλλά κι εγώ ο ίδιος που σας μεταφέρω και υποστηρίζω αυτήν την διδασκαλία.

    Αυτή είναι για σένα, ω θεία και ιερή μορφή, η πρώτη προσφορά από το έργο του λόγου μου· αυτός ο λόγος είναι και το τιμητικό δώρο που σου προσφέρω για τον μαρτυρικό σου αγώνα. Δεν σου προσφέρω τα φθαρτά έπαθλα των αρχαίων αγώνων — το στεφάνι από κλαδιά αγριελιάς [[τον «κότινον»]] που απονεμόταν ως έπαθλο στον νικητή των Ολυμπιακών αγώνων,  ούτε τα μήλα που δίνονταν ως αγωνιστικό έπαθλο στους Πυθικούς αγώνες στους Δελφούς, ούτε το πεύκινο στεφάνι των Ισθμίων, ούτε το στεφάνι από άγριο σέλινο που δινόταν ως έπαθλο στα Νέμεα, με τα οποία τιμήθηκαν δυστυχείς νέοι [[Ο Λουκιανός, στον Ἀνάχαρσιν 9, βάζει τον Σόλωνα να απαριθμεί ακριβώς τα αγωνιστικά έπαθλα: «Ὀλυμπίασι μὲν στέφανος ἐκ κοτίνου, Ἰσθμοῖ δὲ ἐκ πίτυος, ἐν Νεμέᾳ δὲ σελίνων πεπλεγμένος, Πυθοῖ δὲ μῆλα τῶν ἱερῶν τοῦ θεοῦ»]] σου προσφέρω λόγο, ό,τι πιο οικείο και ταιριαστό για όσους υπηρετούν τον θείο Λόγο, αν βέβαια το δώρο αυτό του  εγκωμιαστικού μου λόγου μπορεί να θεωρηθεί αντάξιο των αγώνων και των λόγων σου.

     Εσύ όμως να μας επιβλέπεις από ψηλά με ευμένεια, να καθοδηγείς ως το τέλος τόσο τον λόγο, όσο και τη ζωή μας και να φροντίζεις ποιμαντικά αυτό το ιερό ποίμνιο — ή μάλλον να το ποιμαίνεις μαζί μας — οδηγώντας, όσο είναι δυνατόν, τα πάντα προς το καλύτερο και αποκρούοντας τους επικίνδυνους λύκους, δηλαδή εκείνους που παραμονεύουν και παγιδεύουν μέσα από τις συλλαβές και τις λέξεις· και χαρίζοντάς μας πληρέστερο και λαμπρότερο τον φωτισμό που προέρχεται από την Αγία Τριάδα, ενώπιον της Οποίας εσύ τώρα βρίσκεσαι· την οποία προσκυνούμε, την οποία δοξάζουμε, στην πολιτεία της Οποίας ανήκουμε [Φιλιπ. 3,20 : «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει (:Η συμπεριφορά τους και τα φρονήματά τους είναι τελείως αντίθετα με τα δικά μας. Διότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς, απ’ όπου με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό)» ], προσκυνώντας τον Πατέρα ἐν τῷ Υἱῷ και τον Υιό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ενώπιον της Αγίας Τριάδας είθε κι εμείς, όταν ολοκληρωθεί η παρούσα ζωή, να σταθούμε καθαροί και άμεμπτοι και να αξιωθούμε να μετάσχουμε πλήρως στη θεία ζωή της, έχοντας φθάσει στην τελείωση, τέλειοι κατά τρόπο τέλειο, στον ίδιο τον Χριστό, τον Κύριό μας, στον Οποίο ανήκουν για πάντα κάθε δόξα και τιμή και κάθε κυριαρχία, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

           μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ

·       Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (Ναζιανζηνοῦ), Λόγος ΚΔ΄, «Εἰς τὸν ἅγιον ἱερομάρτυρα Κυπριανόν, ἐξ ἀγροῦ μετὰ μίαν τῆς μνείας ἡμέραν ἐπανήκοντος», Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca, ed. J.-P. Migne, τόμ. 35, Paris 1857, στ. 1169–1193 (PG 35, 1169–1193)

·       BiblIndex – Index of Biblical Quotations and Allusions in Early Christian Literature, Gregory of Nazianzus, Orationes, CPG 3010, Oratio 24 (In laudem Cypriani), Centre d’Analyse et de Documentation Patristiques / Sources Chrétiennes, CNRS.

·       http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

·       Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

·       Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

·       Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

·       Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

·       Η Παλαιά Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία, Τόμοι Α΄και Β΄, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ»[συγγραφείς της ερμηνείας: Τρεμπέλας Παναγιώτης, Παπαδημητρίου Ηρακλής, Βασιλειάδης Νικόλαος, Ψαλτάκης Γεώργιος – Απόδοση της ερμηνείας στη Νεοελληνική: Δομουχτσής Μάριος], Αθήνα 2024, έκδοσις τρίτη.

·       Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Oι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μη συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

Η φωτογραφία μου
Για επικοινωνία : Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: aktinesblogspot@gmail.com